Legislator Case Law & Legislation
1275/2014 AI generated

Supreme Court partially allows appeal, ruling administrative contract dispute is private law matter for civil courts.

Case Number 1275/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal regarding the first plaintiff due to lack of standing but allowed the appeal concerning the second plaintiff. The lower court had rejected the lawsuit against the public hospital as an inadmissible administrative dispute. The Court determined that the underlying agreements were private law contracts lacking administrative procedure, thus falling under civil jurisdiction. Consequently, the case regarding the second plaintiff was remitted to the Court of First Instance for further trial.

Legislator headnote

AI generated

Art. 553 para. 1 KPolD; Art. 179 KPolD: Where a dispute arises from agreements made without administrative procedure between private parties, the matter constitutes a private law dispute regardless of public purpose, and civil courts retain jurisdiction.

Keywords

AI generated
private law dispute administrative procedure civil jurisdiction public hospital contract inadmissible appeal remittal to lower court standing requirement

Cited Legislation

AI generated
Art. 553 para. 1 KPolD
Art. 179 KPolD
Art. 580 para. 3 KPolD
Art. 242 para. 2 KPolD

Cited Case Law

AI generated
AED 3/2012

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1275 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1275/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Πηνελόπη Ζωντανού, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ι. Κ. ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Κρητικό με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚπολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Νίκαιας ΑΓΙΟΣ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΩΝ", που εδρεύει στη Νίκαια Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Άννα Τρυφωνίδου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 273/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 268/2012 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 14-9-2012 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Πηνελόπη Ζωντανού διάβασε την από 11-11-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναίρεσης, ο οποίος αφορά την 2η αναιρεσείουσα και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι) Με την 273/2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς ως προς μεν την 1η ενάγουσα, (και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα) απορρίφθηκε η από 22-12-2008 αγωγή λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησής της, ως προς δε τη 2η ενάγουσα (και εδώ δεύτερη αναιρεσείουσα) έγινε αυτή δεκτή. Ύστερα από έφεση του εναγομένου (και εδώ αναιρεσιβλήτου) νομικού προσώπου, εκδόθηκε η 268/2012 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς. Με αυτήν η έφεση ως προς μεν την 1η ενάγουσα απορρίφθηκε ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος του εκκαλούντος, ως προς δε την 2η ενάγουσα έγινε δεκτή η έφεση, εξαφανίστηκε ως προς αυτή η πρωτόδικη απόφαση και στη συνέχεια απορρίφθηκε η αγωγή ως απαράδεκτη για έλλειψη δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου προς εκδίκαση της αγωγής όσον αφορά την 2η ενάγουσα με την αιτιολογία ότι πρόκειται για διοικητική διαφορά. Ήδη, με την από 14-9-2012 αίτησή τους οι ενάγουσες προσβάλλουν την εφετειακή απόφαση του ζητώντας την αναίρεσή της.

II) Κατά το άρθρο 553 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας ή με έφεση: Αν ασκηθεί έφεση και απορριφθεί ως απαράδεκτη, σε αναίρεση υπόκειται η εφετειακή απόφαση μόνον ως προς το σχετικό με την απόρριψη της έφεσης κεφάλαιο, ενώ ως προς το σχετικό με την απόρριψη της αγωγής κεφάλαιο σε αναίρεση υπόκειται η πρωτόδικη απόφαση.

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 566 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η κατάθεσή του πρέπει να γίνεται στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά. Η παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία συμπληρώνει την γενική διάταξη του άρθρου 495 παρ. 1 ΚΠολΔ, που ρυθμίζει τον τρόπο άσκησης των ενδίκων μέσων, έχει ως αποτέλεσμα την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης ως απαράδεκτης για εκείνη από τις προσβαλλόμενες αποφάσεις ως προς την οποία το αναιρετήριο δεν κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου που την εξέδωσε Στην προκειμένη περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, η οποία στρέφεται μόνον κατά της 268/2012, εφετειακής απόφασης, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, να απορριφθεί ως προς την 1η αναιρεσείουσα, αυτεπαγγέλτως, προεχόντως ως απαράδεκτη.

Και αυτό διότι, μολονότι η αναιρεσείουσα αυτή δεν βάλλει κατά της εφετειακής απόφασης για την απόρριψη της έφεσης κατά το μέρος που την αφορά, αλλά παραπονείται (με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης) για την απόρριψη, με την πρωτόδικη απόφαση, της ένδικης αγωγής ως προς αυτή λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της, την αίτηση αναίρεσης δεν την απευθύνει κατά της πρωτόδικης απόφασης, ούτε κατέθεσε το αναιρετήριο στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την πρωτόδικη απόφαση, όπως όφειλε κατά τα προεκτεθέντα.

Η 1η αναιρεσείουσα πρέπει να καταδικαστεί λόγω της ήττας της (176 και 183 Κ.Πολ.Δ.) στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Ν.Π.Δ.Δ, του οποίου η δικαστική εκπροσώπηση δεν έλαβε χώρα μέσω του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Ill) Ως προς την 2η αναιρεσείουσα η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 Κ.Πολ.Δ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (αρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ.).

Κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως ίσχυε πριν από την αναθεώρηση του έτους 2001, αλλά ισχύει και μετά από αυτή, η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, από τις διαφορές δε αυτές, όσες δεν είχαν υπαχθεί στα δικαστήρια αυτά, επιβαλλόταν να υπαχθούν υποχρεωτικά στη δικαιοδοσία τους, εντός της οριζόμενης προθεσμίας πέντε ετών, που μπορούσε να παρατείνεται με νόμο.

Σε εκτέλεση της συνταγματικής αυτής διάταξης εκδόθηκε ο ν. 1406/1983, με το άρθρο 1 παρ. 2 του οποίου, υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, μεταξύ άλλων, και οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων (εδ. ι), δηλαδή εκείνες οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπόμενη της σύμβασης αυτής αξίωση.

Εξάλλου, η σύμβαση είναι διοικητική, αν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και με τη σύναψη της σύμβασης επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος έχει αναγάγει σε δημόσιο, το δε Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, είτε βάσει του κανονιστικού καθεστώτος που διέπει τη σύμβαση, είτε βάσει ρητρών, που προβλέπονται και έχουν περιληφθεί στη σύμβαση και που αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο, βρίσκεται, προς ικανοποίηση του εν λόγω σκοπού, σε υπερέχουσα θέση απέναντι στο αντισυμβαλλόμενο μέρος, δηλαδή σε θέση μη προσιδιάζουσα στον δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό (Α.Ε.Δ. 28/2011, 21/2009, 14/2007, 10/2003).

Συμβάσεις που δεν συγκεντρώνουν σωρευτικά τα γνωρίσματα αυτά είναι ιδιωτικές και οι διαφορές αυτές υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, διοικητικές διαφορές ουσίας είναι και οι διαφορές από αδικαιολόγητο πλουτισμό του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, όταν η υποκείμενη σχέση που προκάλεσε τον πλουτισμό αυτό είναι σχέση δημοσίου δικαίου.

Αντιθέτως διαφορές από αδικαιολόγητο πλουτισμό του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, όταν δεν υφίσταται σχέση δημοσίου δικαίου, συνδέουσα το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με κάποιο πρόσωπο, από την οποία (σχέση) ή με αφορμή τη λειτουργία της οποίας δημιουργείται ο πλουτισμός του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (ΑΕΔ 28/2011, 18/2009).

Περαιτέρω, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο, παρά τον νόμο, δέχθηκε ότι η αγωγή όσον αφορά τη 2η ενάγουσα και ήδη 2η αναιρεσείουσα είναι απαράδεκτη για έλλειψη δικαιοδοσίας των Πολιτικών Δικαστηρίων.

Από την επισκόπηση της αγωγής προκύπτουν τα εξής: Η 1η ενάγουσα και ήδη 1η αναιρεσείουσα φέρεται ότι, με διαδοχικές συμβάσεις πώλησης, που συνήψε με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ., πώλησε και παρέδωσε σ' αυτό, κατά το χρονικό διάστημα από 10-1-2003 έως και 24-12-2003 διάφορα προϊόντα υγειονομικής φύσεως, αντί του συνολικού τιμήματος των 528.606,17 ευρώ, ότι, λόγω της αντιμετώπισης προβλημάτων ρευστότητας, συνήψε με τη 2η ενάγουσα και ήδη 2η αναιρεσείουσα "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος", σύμφωνα με τις διατάξεις του ΝΔ 17.07/13-8-1923, την από 20-2-2004 και υπ' αριθμ. .../2006 σύμβαση ενεχύρασης απαίτησης, δυνάμει της οποίας η τελευταία (Τράπεζα) ανέλαβε να παράσχει πιστωτική διευκόλυνση στην πρώτη ενάγουσα, με ταυτόχρονη εκ μέρους της (1ης ενάγουσας) εκχώρηση (λόγω ενεχύρου), μεταξύ άλλων και των απαιτήσεών της κατά του εναγομένου Ν.Π.Δ.Δ. από το τίμημα των συμβάσεων πώλησης και ότι το εναγόμενο, μολονότι η πρώτη ενάγουσα παρέδωσε σ' αυτό όλα τα αναλυτικά περιγραφόμενα στην αγωγή είδη, αρνείται να καταβάλλει το τίμημα, παρά τις συνεχείς οχλήσεις της. Με βάση το ιστορικό αυτό οι ενάγουσες ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλλει σ' αυτές, με βάση τις διατάξεις περί πώλησης άλλως με βάση τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, το παραπάνω χρηματικό ποσό (νομιμοτόκως).

Με βάση όσα προεκτέθηκαν, στην υπό κρίση περίπτωση, πρόκειται για συμφωνίες που καταρτίσθηκαν χωρίς την τήρηση οιασδήποτε διοικητικής διαδικασίας μεταξύ της 1ης αναιρεσείουσας και του αναιρεσιβλήτου Ν.Π.Δ.Δ. . Ως εκ τούτου, εφόσον δεν αναφέρεται στην αγωγή ότι για τις συμφωνίες αυτές τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος (οι αναιρεσείουσες στην αίτηση αναίρεσης δέχονται ότι ήταν "άτυπες"), για τη διάγνωση του χαρακτήρα τους ως διεπομένων από το διοικητικό ή ιδιωτικό δίκαιο, ο δικαστής δεν μπορεί προδήλως να αναζητήσει στις ίδιες τις συμφωνίες ρήτρες αποκλίνουσες από το κοινό δίκαιο, ούτε άλλωστε οι αναιρεσείουσες επικαλούνται στην ένδικη αγωγή τους τέτοιες ρήτρες, ούτε επίσης είναι δυνατόν να διαγνωσθεί το κανονιστικό καθεστώς που τις διέπει, ώστε να διερευνηθεί, εφόσον ήταν προφορικές, αν οι ένδικες συμβάσεις διέπονται από εξαιρετικό υπέρ του αναιρεσιβλήτου Ν.Π.Δ.Δ. νομοθετικό ή συμβατικό καθεστώς. Επομένως η διαφορά που απορρέει από τις επίμαχες συμφωνίες είναι ιδιωτικού δικαίου διαφορά, ανεξαρτήτως αν οι συμφωνίες αυτές απέβλεπαν στην εξυπηρέτηση δημοσίου σκοπού (πρβλ. σχ. ΑΕΔ 3/2012).

Συνεπώς αρμόδια προς εκδίκαση της ένδικης αγωγής είναι τα Πολιτικά Δικαστήρια για την κύρια αλλά και για την επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός αναίρεσης, που αφορά την 2η αναιρεσείουσα είναι βάσιμος. Κατόπιν αυτών, πρέπει να αναιρεθεί μερικώς η προσβαλλομένη απόφαση, δηλαδή μόνον όσον αφορά την 2η αναιρεσείουσα (παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης.) Στη συνέχεια, πρέπει να παραπεμφθεί δε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ), να συμψηφιστεί όμως η μεταξύ 2ης αναιρεσείουσας και αναιρεσιβλήτου δικαστική δαπάνη λόγω του δυσερμήνευτου του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου (άρθρο 179Κ.Πολ.Δ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει ως απαράδεκτη την από 1-9-2012 αίτηση για αναίρεση της 268/2012 απόφασης του Εφετείου Πειραιά όσον αφορά την 1η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ι. Κ. Α.Ε.".

Καταδικάζει αυτή στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Αναιρεί την παραπάνω 268/2012 απόφαση του Εφετείου Πειραιά όσον αφορά τη 2η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε."

Παραπέμπει την υπόθεση ως προς αυτή, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Συμψηφίζει την μεταξύ 2ης αναιρεσείουσας και αναιρεσιβλήτου δικαστική δαπάνη.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 18η Μαρτίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 12η Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ