Supreme Court dismisses appeal due to procedural default and vague grounds regarding common sense violations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's decision because the appellants failed to appear at the scheduled hearing after accelerating the proceedings. The court found the appeal grounds vague, lacking specific details on how the First Instance Court violated common sense or substantive laws. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible and baseless, with the appellants ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576, 568, 226 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if a party fails to appear after acceleration, and grounds citing violations of common sense must specify the exact error in applying legal rules or facts, not merely the evaluation of evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1275 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1275/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Απριλίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ. Κ. του Κ. και 2. Χ. Κ. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Της αναιρεσίβλητης: Ν. συζ. Σ. Γ., το γένος Κ. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Αναλυτή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-5-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ληξουρίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 21/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-4-2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 3-1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 576 παρ. 1, 2 και 3, 568 παρ. 1 και 4, ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, εάν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος, το δικαστήριο οφείλει να εξετάσει αν επισπεύδει αυτός την συζήτηση ή, όταν την επισπεύδει άλλος, εάν εκλητεύθη νομίμως και εμπροθέσμως, σε αποφατική δε περίπτωση, να κηρύξει απαράδεκτη την συζήτηση ως προς όλους τους διαδίκους. Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 του εδ. δ. ΚΠολΔ, η οποία ορίζει, ότι κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στην μετ' αναβολή δικάσιμο δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, εφαρμόζεται και στην διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου.
Στην προκειμένη περίπτωση, την συζήτηση της υποθέσεως κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 12/1/2011 επέσπευσαν οι αναιρεσείοντες, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Κατά την εν λόγω δικάσιμο αυτοί παρέστησαν διά δηλώσεως του άρθρου 573 παρ. 1 και 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ του έχοντος ειδική πληρεξουσιότητα δικηγόρου των .., μετά την οποία η συζήτηση της υποθέσεως ανεβλήθη με επισημείωση στο πινάκιο για την δικάσιμο που σημειώνεται στην αρχή της παρούσης αποφάσεως. Πλην όμως, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του παρόντος Δικαστηρίου, οι αναιρεσείοντες δεν ενεφανίσθησαν κατά την εν λόγω, μετ'αναβολή, δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εξεφωνήθη από την οικεία της σειρά στο πινάκιο, ούτε εξεπροσωπήθησαν με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο, παρέστη όμως η αναιρεσίβλητη. Επομένως, η συζήτηση της υποθέσεως πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία τους σαν να ήσαν παρόντες όλοι οι διάδικοι, κατά το άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
ΙΙ. Επειδή, η διάταξη του άρθρου 560 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. ορίζει ότι " κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων καθώς και κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων επιτρέπεται αναίρεση ... αν το δικαστήριο ... δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα". Από την διάταξη αυτή συνάγεται ότι ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως δημιουργείται μόνον όταν το προαναφερόμενο σφάλμα αφορά την αρμοδιότητα του ιδίου του Πολυμελούς Πρωτοδικείου που δίκασε ως Εφετείο και εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση και όχι όταν το ως Εφετείο δικάζον Πολυμελές Πρωτοδικείο, επιλαμβανόμενο εφέσεως που υπάγεται κατά το άρθρο 18 αριθμ. 2 Κ.Πολ.Δ. στην αρμοδιότητά του, κρίνει, εσφαλμένως, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλουμένη απόφαση ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ' ύλην (ΟλΑΠ 3/1991, 30/1995).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλομένη με αριθμό 21/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό επί εφέσεως αυτών κατά της υπ' αριθμ. 2/2008 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Ληξουρίου, την αιτίαση, ότι εσφαλμένως εδέχθη την καθ' ύλην αρμοδιότητα του εις πρώτον βαθμό δικάσαντος Ειρηνοδικείου, ενώ το εν λόγω πρωτοβάθμιο δικαστήριο ήταν καθ' ύλην αναρμόδιο προς εκδίκαση της αγωγής της αναιρεσιβλήτου, λόγω της αξίας του υλικού αντικειμένου της δίκης, καθ' ύλην δε αρμόδιο ήταν το μονομελές πρωτοδικείο. Η προβαλλομένη αυτή αιτίαση δεν αναφέρεται σε σφάλμα του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου αναφορικώς με την ιδική του αρμοδιότητα και, επομένως, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και απορριπτέος.
ΙΙΙ. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.2, 566 παρ.1 577 παρ.3 και 578 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι, αν η αγωγή ή άλλη αυτοτελής αίτηση ή ανταίτηση κρίθηκαν και κατ' ουσίαν βάσιμες ή αβάσιμες, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ άρθρο 559 αρ. 1 ή 560 αρ. 1, προκειμένου περί αποφάσεων των ειρηνοδικείων ή των πολυμελών πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεων κατ'αποφάσεων των ειρηνοδικείων ), στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών,δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, η έννοια που αποδίδει αυτός στην φερομένη ως παραβιασθείσα διάταξη του ουσιαστικού δικαίου και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει επί πλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που εδέχθη το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή μη της αγωγής (ή άλλης αυτοτελούς αιτήσεως ή ανταιτήσεως).
Διότι η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού, αλλά του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάεως (ΚΠολΔ 578). Το δε τελευταίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας.Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία, προκειμένου να ελεγχθεί, εάν η αποδιδομένη στην απόφαση ευθεία παράβαση ουσιαστικού νόμου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό.
Όταν δε φέρονται ως παραβιασθείσες περισσότερες από μία ουσιαστικές διατάξεις, πρέπει να εξειδικεύνται για κάθε μία από αυτές οι σχετικές παραδοχές του δικαστηρίου και το υπαγωγικό σφάλμα του. Περαιτέρω οι από τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ θεσπιζόμενοι κανόνες περί ερμηνείας των δικαιοπραξιών, που ορίζουν, το πρώτο, ότι κατά την ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση, χωρίς προσήλωση στις λέξεις και το δεύρο ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό ή αμφίβολο σημείο στις δηλώσεις βουλήσεως της ερμηνευομένης δικαιοπραξίας.
Το δικαστήριο δε της ουσίας αν διαπιστώσει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη του κενού ή αμφιβόλων σημείων και δεν προσφύγει στις υπό των ανωτέρω διατάξεων θεσπιζόμενες ερμηνευτικές αρχές προς κάλυψη του κενού ή άρση του αμφιβόλου σημείου, ελέγχεται αναιρετικώς για παραβίαση διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των προαναφερομένων άρθρων του Αστικού Κώδικος.
Από τις ίδιες διατάξεις σε συνδυασμό και προς εκείνες των άρθρων 118 αριθ. 4, 9 και 566 παρ. 2 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι για το ορισμένο και άρα παραδεκτό του περί της της προαναφερομένης παραβιάσεως λόγου αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, μεταξύ των άλλων, ότι το δικαστήριο της ουσίας, ενώ είχε διαπιστώσει ευθέως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, δεν προσέφυγε στους ως άνω ερμηνευτικούς κανόνες.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 560 αριθ. 1 εδάφ. Β' του ΚΠολΔ "Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς ...". Από την παρατεθείσα διάταξη προκύπτει, ότι ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο εσφαλμένως χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα εκ της κοινής πείρας για την με βάση αυτά ανεύρεση της αληθούς εννοίας κανόνος δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της ενδίκου διαφοράς και όχι όταν παρεβιάσθησαν τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.
Τέλος, η αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί διά της παραπομπής σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (Ολ.ΑΠ 32/1996, 27/1998).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, (κατά το πρώτο, δεύτερο και τρίτο μέρος), τρίτο και τέταρτο, προβάλλονται αιτιάσεις στην προσβαλλομένη απόφαση, διά της οποίας έγινε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η αγωγή της αναιρεσιβλήτου, για αναιρετικές πλημμέλειες από το άρθρο 560 αρ. 1 εδ. α' και β' του ΚΠολΔ., συνιστάμενες στην υπό του Δικαστηρίου της ουσίας που την εξέδωσε ευθεία παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1 και 3 του ν.δ. 690/1948, 6 παρ. 1 του ν. 651/1977, 1033, 1094, 1192, 173, 174 και 200 του ΑΚ., ως και των διδαγμάτων της κοινής πείρας.
Στο αναιρετήριο όμως δεν διαλαμβάνονται, ούτε και συνοπτικώς οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, υπό τις οποίες και συνετελέσθηκε η προσβαλλόμενη παραβίαση, το υπαγωγικό σφάλμα της κάθε μίας από τις εν λόγων διατάξεις δηλαδή, αν η παραβίαση της οφείλεται σε κακή εφαρμογή ή εσφαλμένη ερμηνεία, καθώς, και η επίδραση αυτού οφείλεται στο δυσμενές για τους αναιρεσείοντες διατακτικό της αποφάσεως.
Το Εφετείο, επίσης δεν διεπίστωσε την ύπαρξη κενού ή αμφιβόλου σημείου σε δικαιοπραξία συνεχομένη με την επέλευση του διαγνωσθέντος δικαιώματος κυριότητος, ώστε να εφαρμόσει τους μνημονευθέντες ερμηνευτικούς κανόνες, και τέλος, δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ποια συγκεκριμένα διδάγματα παρεβιάσθησαν.
Επομένως, οι προαναφερόμενες αμέσως ανωτέρω αιτιάσεις είναι η πρώτη και τρίτη μεν απ' αυτές αόριστες και εντεύθεν απορριπτέες ως απαράδεκτες, η δεύτερη δε αβάσιμη. Ακολούθως προς όλα τα ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως προς όλους τους λόγους.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΝΩΤΕΡΩ ΛΟΓΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27/4/2009 αίτηση του Χ. Κ. κ.α. για αναίρεση της 21/2009 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, που δίκασε ως Εφετείο. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Ιουνίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 20 Ιουλίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ