Legislator Case Law & Legislation
1275/2009 AI generated

Supreme Court allows appeal against insurance company for inadmissibly raised statute of limitations defense at second instance.

Case Number 1275/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the insurance company's appeal against the Second Instance Court's decision to admit the insured's claim. The insured had raised a statute of limitations defense at first instance but failed to formally propose it before the Second Instance Court, rendering it inadmissible under procedural law. The Court found the Second Instance Court erred by accepting this late defense and failing to declare it inadmissible, thus remanding the case for further proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Articles 527 and 269 of the Code of Civil Procedure; A defense regarding the statute of limitations raised for the first time at the second instance without meeting the conditions of good faith or prior knowledge is inadmissible, and the second instance court must declare it inadmissible rather than consider it substantively.

Keywords

AI generated
statute of limitations defense inadmissibility of late argument second instance procedure insurance contract claim procedural good faith

Cited Legislation

AI generated
Article 10 of Law 2486/1997
Article 195 of the Insurance Code
Article 251 of the Civil Code
Article 201 of the Civil Code
Article 527 of the Code of Civil Procedure
Article 269 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1275 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1275/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΕΝΩΣΙΣ Α.Ε" και τον διακριτικό τίτλο "ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΜΙΝΕΤΤΑ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Καραϊσκο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Χάνο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/1/2004 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκίδος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 12/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 1/6/2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, ανέγνωσε την από 15/12/2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης κατά τον πρώτο και δεύτερο λόγο αυτής. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν. 2486/1997, αξιώσεις που πηγάζουν από την ασφαλιστική σύμβαση παραγράφονται στις ασφαλίσεις ζημιών μετά από τέσσερα (4) χρόνια και στις ασφαλίσεις προσώπων μετά από πέντε (5) χρόνια, από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκαν, κατά δε το άρθρο 195 ΕμπΝ., που ισχύει επί ατυχήματος που συνέβη προ της 17-11-1997, κάθε αγωγή, που πηγάζει από τη σύμβαση της ασφάλισης ή της ζωής, παραγράφεται μετά την παρέλευση τριών (3) ετών, που αρχίζουν από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε η αγωγ.

Επίσης, κατά το άρθρο 251 Α.Κ. η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών και εκείνων του άρθρου 201 Α.Κ., συνάγεται ότι, επί συμβάσεως ασφαλίσεως της αστικής ευθύνης έναντι τρίτων, η αξίωση του ασφαλισμένου από τη σύμβαση αυτή, έναντι του ασφαλιστή, γεννάται όταν ο τρίτος που ζημιώθηκε, έναντι του οποίου ευθύνεται προς αποζημίωση ο ασφαλισμένος, επιδώσει στον τελευταίο τη σχετική προς αποκατάσταση της ζημιάς του αγωγή, γιατί έκτοτε πραγματώνεται η ασφαλιστική περίπτωση (κίνδυνος) (ΑΠ 146/2007, ΑΠ 1556/2002), έστω και αν δεν έχει προσδιορισθεί με δικαστική απόφαση ή εξώδικο συμβιβασμό το μέγεθος της αξιώσεως του τρίτου, που ζημιώθηκε και επομένως ούτε και το ποσό της αξιώσεως του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή, και έκτοτε καθίσταται δυνατή η δικαστική επιδίωξη της αξιώσεως του ασφαλισμένου έναντι του ασφαλιστή.

Κατά συνέπεια, η αξίωση αυτή του ασφαλισμένου παραγράφεται με την παρέλευση τριών ετών, που αρχίζουν από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο επιδόθηκε στον ασφαλισμένο η αγωγή του ζημιωθέντος τρίτου. Εξάλλου, από το άρθρο 260 Α.Κ., το οποίο ορίζει ότι, η παραγραφή διακόπτεται ότι ο υπόχρεος αναγνωρίσει την αξίωση με οποιονδήποτε τρόπο, συνάγεται ότι, αρκεί για τη διακοπή της παραγραφής οποιαδήποτε συμπεριφορά ή ενέργεια του οφειλέτη προς το δανειστή, με την οποία εκφράζεται, ρητώς ή σιωπηρώς, αλλά σαφώς, η πεποίθηση του οφειλέτη για την ύπαρξη της υποχρεώσεως του και της αξίωσης του δανειστή, εις τρόπον ώστε να μην παρίσταται αναγκαία η έγερση της οικείας αγωγής, χωρίς να είναι απαραίτητο, η τοιαύτη συμπεριφορά ή ενέργεια του οφειλέτη να έχει δικαιοπρακτικό χαρακτήρα ή να γίνεται με το σκοπό αναλήψεως υποχρεώσεως ή να γίνει αποδεκτή από το δανειστή.

Τοιαύτη αναγνώριση συνιστά και η παροχή νομικής προστασίας προς τον ασφαλισμένο από τον ασφαλιστή, που συμμετέχει στη δίκη για την απόκρουση της αγωγής του ζημιωθέντος τρίτου (ΑΠ 1596/1995). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των άρθρων 527 και 269 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών, που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός εάν 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται η βάση της αγωγής, 2) γεννήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, 3) συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269 ΚΠολΔ, δηλαδή εάν α) το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις, από δικαιολογημένη αιτία, β) προέκυψαν, για πρώτη φορά μεταγενέστερα, γ) αποδεικνύονται με δικαστική ομολογία του αντιδίκου, δ) αποδεικνύονται εγγράφως και το δικαστήριο κρίνει ότι ο διάδικος δεν γνώριζε, ούτε μπορούσε να πληροφορηθεί εγκαίρως την ύπαρξη των εγγράφων.

Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Εξάλλου, για να είναι παραδεκτή η προβολή της ένστασης (ή αντένστασης), δεν αρκεί να περιέχεται αυτή στο δικόγραφο των προτάσεων (ή της προσθήκης αυτών, εάν πρόκειται για αντένσταση), αλλά πρέπει αυτή να δηλώνεται ενώπιον του ακροατηρίου του δικάζοντος δικαστηρίου και να καταγράφεται στα πρακτικά (Ολ ΑΠ 2/2005, ΑΠ 30/2004).

Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν. Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.

ΑΠ 3/1997) και ειδικώς την ένσταση παραγραφής και την αντένσταση διακοπής αυτής (ΑΠ 14/1987). Προς τους μη προταθέντες αυτοτελείς ισχυρισμούς εξομοιώνονται και οι προταθέντες απαραδέκτως, όπως π.χ. ένσταση ή αντένσταση για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου, χωρίς τις προϋποθέσεις των άρθρων 527 και 269 ΚΠολΔ (πρβλ.

ΑΠ 1712/1991), ή η ένσταση ή αντένσταση που δεν καταχωρήθηκε στα πρακτικά. Με τον πρώτο, από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο, παρά το νόμο, και παρά τον προβληθέντα από την νυν αναιρεσείουσα σχετικού ισχυρισμού, δεν κήρυξε απαράδεκτη την περί διακοπής της παραγραφής, λόγω αναγνώρισης του χρέους, αντένσταση της ενάγουσας - εκκαλούσας - νυν αναιρεσίβλητης, παρότι η ως άνω αντένσταση προβλήθηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου και η αναιρεσίβλητη ουδόλως προέβαλε τις προβλεπόμενες από τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 527 και 269 ΚΠολΔ προϋποθέσεις, ώστε να επιτρέπεται η βραδεία προβολή του ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού (αντένστασης), του επικληθέντος από την αναιρεσείουσα, με τις προτάσεις της, τις κατατεθείσες ενώπιον του δικάσαντος Εφετείο.

Ενώ, με τον δεύτερο, από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια της λήψης υπόψη πραγμάτων μη προταθέντων και ασκούντων ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα της λήψης υπόψη του ως άνω απαραδέκτως προβληθέντος, το πρώτον ενώπιον του Εφετείου, ισχυρισμού - αντένστασης, περί διακοπής της παραγραφής.

Από την προσβαλλομένη απόφαση και από την επισκόπηση των παραδεκτώς, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, ελεγχομένων διαδικαστικών εγγράφων της παρούσας δίκης (δικόγραφο έφεσης, προτάσεις, πρακτικά πρωτοβαθμίου δίκης), προκύπτουν τα εξής: Η εκ του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος ζημιωθείσα τρίτη - νυν αναιρεσίβλητη άσκησε κατά της νυν αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας και της ασφαλισμένης σ' αυτήν ιδιοκτήτριας και οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου την από 1.1.1994 αγωγή της, επί της οποίας εκδόθηκε η καταστάσα τελεσίδικος 480/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, καθώς και τις από 12.12.1996 και από 3.6.1997 αγωγές της, με τις οποίες ζητούσε αποζημίωση, για την αποκατάσταση των ζημιών, τις οποίες υπέστη, από το επισυμβάν, την 1.7.1993, τροχαίο ατύχημα, για την επέλευση του οποίου, με όλες τις εκδοθείσες επί των ως άνω αγωγών αποφάσεις, κρίθηκε αποκλειστικά υπαίτια η ασφαλισμένη στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία οδηγός.

Με την εκδοθείσα επί της πρώτης των ως άνω αγωγών απόφασης, έγινε δεκτή αυτή και ως προς τις δύο ως άνω εναγόμενες, ενώ με τις εκδοθείσες επί των δύο ως άνω μεταγενεστέρων αγωγών υπ' αριθμ. 693/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας και υπ' αριθμ. 6939/2000 και 632/2000 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, έγιναν δεκτές οι αγωγές αυτές, ως προς την εναγομένη οδηγό και απερρίφθησαν, ως παραγεγραμμένες, ως προς την εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, διότι από την ημερομηνία του ατυχήματος (1.7.1993), μέχρι την επίδοση αυτών (έτος 1997) είχε παρέλθει η οριζομένη από το άρθρο 10 του Ν.489/1976 διετής παραγραφή.

Μετά ταύτα, η ζημιωθείσα τρίτη άσκησε, κατά της νυν αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας την, από 5.1.2004, υπό κρίση πλαγιαστική αγωγή της, με την οποία επεκαλείτο αδράνεια της υπαιτίου ασφαλισμένης και ασκούσε, κατά το άρθρο 72 ΚΠολΔ, τα δικαιώματα της τελευταίας έναντι της ασφαλιστικής εταιρείας. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ως νόμιμη και βάσιμη κατ' ουσία την υπό της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας προβληθείσα ένσταση παραγραφής και απέρριψε την κρινόμενη αγωγή, κατά της απόφασης δε αυτής η ενάγουσα άσκησε έφεση.

Το δικάσαν Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε μεν ότι η ένσταση παραγραφής η επαναφερθείσα ενώπιόν του, με τις προτάσεις του εφεσιβλήτου, ήταν βάσιμη, διότι από την επίδοση, κατά το έτος 1997, των ως άνω αγωγών προς την ασφαλισμένη και από το τέλος του έτους αυτού αφότου, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, πραγματώνεται ο ασφαλιστικός κίνδυνος και γεννάται η αξίωση του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή, μέχρι και την επίδοση προς την εναγομένη της πλαγιαστικής αγωγής ασφαλιστική εταιρεία (το έτος 2004), παρήλθε διάστημα πολύ μεγαλύτερο της τριετίας, η οποία ορίζεται ως χρόνος παραγραφής για τις αξιώσεις που πηγάζουν από τη σύμβαση ασφάλισης, με το άρθρο 195 ΕμπΝ, ( όπως, επίσης και διάστημα μεγαλύτερο της τετραετίας ή πενταετίας, η οποία ορίζεται ως χρόνος παραγραφής, με το άρθρο 10 του Ν. 2486/1997).

Περαιτέρω, όμως, δέχθηκε ότι η εναγομένη, με τις αναλυόμενες στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης απόφασης ενέργειές της, αναγνώρισε την ένδικη αξίωση και ότι έτσι επήλθε διακοπή της παραγραφής και υπό τις παραδοχές αυτές έκρινε ως βάσιμη κατ' ουσία και έκανε δεκτή την κρινόμενη πλαγιαστική αγωγή. Από την επισκόπηση όμως, των ως άνω μνημονευθέντων διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η ενάγουσα προέβαλε μεν ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, τον ισχυρισμό (αντένσταση) περί διακοπής της παραγραφής, προς αντίκρουση της παραδεκτώς με προφορική δήλωση να καταχωριστεί στα πρακτικά υπό της εναγομένης, προβληθείσας ένστασης περί παραγραφής της αγωγικής αξίωσης πλην όμως η προβολή του έγινε με τρόπο απαράδεκτο, καθόσον δεν πρότεινε, και αυτή ενώπιον του ακροατηρίου τον ισχυρισμό της αυτόν, ο οποίος και δεν καταχωρήθηκε στα πρακτικά (καταγράφεται ότι αρνείται - μόνον - την ένσταση του εναγομένου), περιορισθείσα να αναφέρει την ως άνω αντένσταση στην προσθήκη των προτάσεών της, των κατατεθεισών ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.

Ενόψει αυτών, η προβολή του εν λόγω ισχυρισμού με την έφεση της ενάγουσας θεωρείται ότι έχει προβληθεί για πρώτη φορά ενώπιον του Εφετείου. Αλλά και η προβολή του στη δευτεροβάθμια δίκη είναι απαράδεκτη, διότι η ενάγουσα ουδόλως επικαλείται, ούτε στο δικόγραφο της έφεσής της, ούτε στις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις της, όπως από τα δικόγραφα αυτά προκύπτει, τη συνδρομή των, από τα άρθρα 527 και 269 ΚΠολΔ, οριζομένων προϋποθέσεων, για το παραδεκτό του οψίμως προβληθέντος αυτού ισχυρισμού της (αντένστασης) και ειδικότερα ότι δεν γνώριζε ούτε είχε πληροφορηθεί εγκαίρως την ύπαρξη των εγγράφων, από τα οποία επικαλείται ότι αποδεικνύεται ο ισχυρισμός αυτός.

Εξάλλου και στην προσβαλλομένη απόφαση ουδόλως αναφέρεται η συνδρομή των ως άνω προϋποθέσεων, ώστε να προκύπτει το παραδεκτό της βραδείας προβολής του ισχυρισμού.

Επομένως, το δικάσαν Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια την προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ (έλαβε υπόψη του ουσιώδη ισχυρισμό - αντένσταση περί διακοπής της παραγραφής - παρότι αυτός απαραδέκτως είχε προβληθεί), καθώς και στην, από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, προβλεπόμενη πλημμέλεια (παρά το νόμο, δεν κήρυξε απαράδεκτη την ως άνω αντένσταση). Κατά συνέπεια, βάσιμοι είναι οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, των οποίων η αναιρετική εμβέλεια καλύπτει και τους λοιπούς λόγους.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το μέρος της που αφορά την παραδοχή της πλαγιαστικής αγωγής της αναιρεσίβλητης κατά της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας, να παραπεμφθεί η υπόθεση μόνο κατά το αναιρούμενο αυτό μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση, στο εκδόσαν την απόφαση ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η ηττηθείσα αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την 12/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, συνεδριάσαντος στη μεταβατική έδρα της Χαλκίδας, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Μαΐου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 28 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ