1275/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1275/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να είναι αδίστακτα βέβαιο από το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τ' αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1275 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1275/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. X1, 2. X2 , 3. X3 και 4. X4. Ο 1ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κασιμάτη, η 2η εκπροσωπήθηκε και ο 3ος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Γεωργιάδη και ο 4ος παραστάθηκε αυτοπροσώπως.
Της αναιρεσίβλητης: εταρείας με την επωνυμία "MEDITERANEAN BUILDING AND TOYRING CO. LTD", η οποία εδρεύει στην πόλη του Παναμά, και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ιωάννη Μαλταμπέ και Αλέξιο Σωτηρόπουλο
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-1-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 190/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 224/2006 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19-6-2006 αίτησή τους και τους από 4-12-2006 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης ανέγνωσε την από 6-3-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσίβλητων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από τον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε την αγωγή της αναιρεσίβλητης απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, μολονότι αυτοί επρότειναν τούτο. Ειδικότερα, ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες ότι η αγωγή είναι αόριστη, διότι δεν περιγράφει με ακρίβεια τη θέση και τα όρια του τμήματος του επίδικου ακινήτου, το οποίο (τμήμα) βρίσκεται στη θέση "..............." του Δήμου Κυθήρων, έχει έκταση 50.392 τ.μ. και αγοράστηκε από τη δεύτερη, τον τρίτο και τον τέταρτο από αυτούς, δυνάμει του ............. συμβολαίου και του οποίου αγορά συνιστούσε, σύμφωνα με τους αγωγικούς ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης, αμφισβήτηση του συνόλου του επίδικου ακινήτου (έκτασης 65.000 τ.μ.), το οποίο βρίσκεται στη θέση "..........-............", όπως η αναιρεσίβλητη υποστηρίζει με την εν λόγω αγωγή. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι γίνεται πλήρης περιγραφή, κατά θέση, έκταση και όρια, του ανωτέρω τμήματος του επιδίκου, δηλαδή των 50.392 τ.μ., που περιήλθε στους προαναφερόμενους αναιρεσείοντες με το .............. πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Νίκα-Ιατρού.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338-340 και 346 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική πεποίθησή του ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς όμως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.
Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να είναι αδίστακτα βέβαιο από το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τ' αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Στην προκείμενη υπόθεση οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης προσάπτουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την 373/2004 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, την οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν ενώπιόν του, προς απόδειξη ότι ο πρώτος από αυτούς δεν ήταν βοηθός νομής της αναιρεσίβλητης.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από τη γενική βεβαίωση της απόφασης, ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της δικανικής πεποίθησή του, έλαβε υπόψη "τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε ως δικαστικά τεκμήρια" και από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, είναι απολύτως βέβαιο ότι το ανωτέρω έγγραφο λήφθηκε υπόψη και συνεκτιμήθηκε με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία.
Επειδή το άρθρο 2 του νόμου 3250/1924, όπως αντικαταστάθηκε με το νόμο 2148/1952 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 73 παρ. 2 του ν.δ/τος 2185/1952, ορίζει ότι "Απαγορεύεται επί ποινή απολύτου ακυρότητος η δια πράξεων εν ζωή καθ' οιονδήποτε τρόπον μεταβίβασις ή διανομή ή σύστασις οιουδήποτε εμπράγματου δικαιώματος επί αγροτικών ακινήτων ανηκόντων εις φυσικά πρόσωπα και νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, ως προς την πέραν των 250 στρεμμάτων έκταση κατά ιδιοκτήτη" (παρ. 1). "Απαγορεύσεις των προηγούμενων παραγράφων, δύνανται ν' αρθρώσιν δι' αποφάσεως του Υπουργού Γεωργίας, μετά γνώμην του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Εποικισμού, δημοσιευομένης εις μίαν εφημερίδα της Πρωτευούσης του Νομού ένθα κείται το κτήμα και εν ελλείψει τοιαύτης εις μίαν εφημερίδα της Πρωτευούσης του Κράτους" (παρ. 3).
Όπως συνάγεται από το γράμμα, το πνεύμα και το σκοπό της ανωτέρω διάταξης του ν. 2148/1950, που έχει κριθεί συνταγματικός (Ολ ΑΠ 37/1988) και εκδόθηκε ενόψει της μεταβατικής διάταξης του άρθρου 104 του τότε ισχύοντος Συντάγματος του 1952, με την οποία κατά παρέκκλιση του άρθρου 17 αυτού, επιτράπηκε η απαλλοτρίωση αγροτικών κτημάτων έκτασης ανώτερης των 500 στρεμμάτων, προς αποκατάσταση ακτημόνων καλλιεργητών, η θεσπιζόμενη με αυτήν απαγόρευση, η οποία είναι απόλυτη και προτείνεται από οποιοδήποτε έχει έννομο συμφέρον, και έχει ως δικαιολογητικό λόγο την αποτροπή της κατάτμησης των μεγάλων αγροτικών ιδιοκτησιών σε περισσότερους ιδιοκτήτες, με την οποία (κατάτμηση) θα ματαιωνόταν ο επιδιωκόμενος από την προαναφερόμενη συνταγματική διάταξη σκοπός, προϋποθέτει την με οποιοδήποτε τρόπο εκποίηση αυτοτελών αγροκτημάτων άνω των 250 στρεμμάτων από τον κύριο αυτών και δεν αφορά τον κύριο τέτοιων αγροκτημάτων που αγοράζει και άλλες αγροτικές εκτάσεις.
Στην προκείμενη υπόθεση το Εφετείο, το οποίο εξαφάνισε την απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, και έκρινε ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη την αναγνωριστική αγωγή κυριότητας ακινήτου 65 στρεμμάτων που άσκησε η αναιρεσίβλητη εταιρία, που είχε ιστορική βάση τον παράγωγο τρόπο (συμβόλαιο και μεταγραφή) καθώς και την τακτική χρησικτησία, δέχθηκε, όσον αφορά τον παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας τα ακόλουθα πραγματικά γεγονότα:
Ο πρώτος από τους αναιρεσείοντες X1 αγόρασε από κτηματίες της νήσου Κυθήρων, τόσο στο όνομά του όσο και στο όνομα της εταιρίας με την επωνυμία "..........", που ο ίδιος είχε συστήσει, πολλά και σημαντικής, κατά κανόνα, έκτασης ακίνητα, για λογαριασμό όμως του ιταλού διπλωμάτη ............. Μεταξύ των ακινήτων αυτών περιλαμβάνονται και τα εξής:
α) αγρός σαράντα στρεμμάτων στη θέση "........-..........." της περιφέρειας .......... Κυθήρων δυνάμει του ............ πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Κυθήρων Νικολάου Νικηφοράκη, που νόμιμα μεταγράφηκε και β) αγρός στη θέση "............." της ίδιας όπως και ανωτέρω περιφέρειας έκτασης είκοσι πέντε στρεμμάτων με ερειπωμένη αγροικία, δυνάμει του ...............
συμβολαίου, του ίδιου συμβολαιογράφου, που νόμιμα μεταγράφηκε. Στη συνέχεια ο πρώτος από τους αναιρεσείοντες X1, ενεργώντας με την ιδιότητα του εκπροσώπου του ............ μεταβίβασε, με το ................ πωλητήριο συμβόλαιο του προαναφερομένου συμβολαιογράφου, που νόμιμα μεταγράφηκε, στην αναιρεσίβλητη εταιρία, την οποία είχε συστήσει ο .............., τα ανωτέρω δύο ακίνητα, ως ενιαίο αγρόκτημα κείμενο στη θέση ".........-........." της περιφέρειας .........
Κυθήρων, συνολικής έκτασης εξήντα πέντε, περίπου, στρεμμάτων. Οι αναιρεσείοντες-εναγόμενοι ισχρυρίστηκαν ότι ο κτητικός τίτλος της αναιρεσίβλητης-ενάγουσας (δηλαδή το ανωτέρω ........... συμβόλαιο) και η μεταβιβαστική συμφωνία πάσχουν από απόλυτη ακυρότητα, λόγω παράβασης του άρθρου 2 παρ. 1 του νόμου 3250/1924, όπως αντικαταστάθηκε με το ν. 2148/1952 και τροποποιήθηκε με το άρθρο 73 παρ. 2 του ν.δ/τος 2185/1952, διότι η αναιρεσίβλητη κατά το χρόνο κατάρτισης του ως άνω συμβολαίου ήταν κυρία αγροτικών ακινήτων στα Κύθηρα, συνολικής έκτασης χιλίων στρεμμάτων, που είχαν περιέλθει σ' αυτήν με αγορά, δυνάμει του .................
πωλητηρίου συμβολαίου του άνω συμβολαιογράφου. Η ένσταση των αναιρεσειόντων είναι αβάσιμη και πρέπει ν' απορριφθεί, διότι, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο με επίκληση, ............ συμβόλαιο το ακίνητο που μεταβιβάστηκε από τον πρώτο αναιρεσείοντα X1 στην αναιρεσίβλητη είναι αυτοτελές ακίνητο, συνολικής έκτασης 65 στρεμμάτων και δεν αποτελεί τμήμα μείζονος ακινήτου πέραν των 250 στρεμμάτων και είναι χωρίς επιρροή το γεγονός ότι η αναιρεσίβλητη, κατά την κατάρτιση του εν λόγω συμβολαίου ήταν ήδη κυρία άλλων αγροτικών ακινήτων, σε άλλες περιοχές των Κυθήρων, συνολικής έκτασης χιλίων και πλέον στρεμμάτων.
Συνεπώς, σύμφωνα με αυτά η αναιρεσίβλητη είναι κυρία του επίδικου ακινήτου, της οποίας το εμπράγματο δικαίωμα της κυριότητας θεμελιώνεται κυρίως σε παράγωγο τρόπο κτήσης, δηλαδή στο νόμιμα μεταγραμμένο............. πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κυθήρων Νικ. Νικηφοράκη. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο και απορρίπτοντας την ένσταση των αναιρεσειόντων περί ακυρότητας του ανωτέρω ........... συμβολαίου ορθά έκρινε, αν και για άλλους λόγους, και δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 2 του ν. 3250/1924, όπως αντικαταστάθηκε με το ν. 2148/1952 και τροποποιήθηκε με το άρθρο 73 παρ. 2 του ν.δ/τος 2185/1952.
Συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αρ. 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Επειδή η κτήση της νομής ακινήτου και η άσκησή της επ' αυτού μπορεί να γίνει με οποιαδήποτε ενέργεια, που μαρτυρεί, κατά τις αντιλήψεις που υπάρχουν στις συναλλαγές, φυσική και με διάνοια κυρίου εξουσίαση αυτού. Αλλά η νομή, που άπαξ έχει κτηθεί, εξακολουθεί να διατηρείται από το νομέα και χωρίς την διαρκή ενεργό παρουσία των κτητικών όρων αυτής, χωρίς δηλαδή να είναι ανάγκη ο νομέας να διατελεί διαρκώς σε σωματική επαφή προς το πράγμα, ούτε να είναι σε συνεχή εγρήγορση και να έχει αδιάκοπα κατευθυνόμενη τη διάνοια κυρίου προς αυτό.
Εξάλλου η απώλεια της νομής επέρχεται όταν παύσει η φυσική εξουσία επί του πράγματος ή εκδηλωθεί αντίθετη διάνοια του νομέα (άρθρο 981 ΑΚ). Εάν όμως το ακίνητο πράγμα καταλήφθηκε από άλλον εν αγνοία του νομέα, η νομή επ' αυτού δεν χάνεται πριν ο νομέας πληροφορηθεί την κατάληψη και εφησυχάσει ή επιχειρήσει την ανάκτηση αυτοδυνάμως ή δικαστικώς και αποτύχει.
Το αυτό ισχύει και όταν την κατάληψη της νομής ακινήτου κάνει ο καλούμενος "βοηθός νομής", δηλαδή το πρόσωπο εκείνο που βοηθά το νομέα στην άσκηση της φυσικής εξουσίας επί του πράγματος και το οποίο, μη έχοντας την κατοχή, αλλά βοηθώντας το νομέα ν' ασκεί αυτοπροσώπως αυτή, τελεί σε σχέση υπηρεσιακής ή οικιακής εξάρτησης προς το νομέα και οφείλει ως προς το πράγμα ν' ακολουθεί τις οδηγίες τούτου (άρθρο 986 ΑΚ).
Έτσι εάν ο βοηθός αρχίσει να νέμεται για τον εαυτό του η απώλεια της νομής επέρχεται για το νομέα υπό τους όρους που η απώλεια επέρχεται στην περίπτωση που το πράγμα καταλήφθηκε από οποιονδήποτε τρίτο. Γιαυτό και ο βοηθός νομής που άρχισε να νέμεται το πράγμα για τον εαυτό του, υπόκειται, όπως και κάθε τρίτος που έκανε αυθαίρετη κατάληψη, στις αγωγές για την προστασία της νομής.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση και σε συνέχεια με τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη το Εφετείο δέχθηκε και τα ακόλουθα: Η ενάγουσα-αναιρεσίβλητη από το χρόνο κατά τον οποίο μεταβιβάστηκε σ' αυτήν το επίδικο ακίνητο κατείχε και νεμόταν τούτο με βοηθό στη νομή (επιστάτη) τον πρώτο εναγόμενο-αναιρεσείοντα X1.
Η φυσική εξουσίαση γινόταν με διάνοια κυρίου, δηλαδή με την πεποίθηση ότι αυτή είχε αποκτήσει με τον προαναφερόμενο νόμιμο τίτλο την κυριότητα του ακινήτου. Ειδικότερα ο πρώτος αναιρεσείων X1, ως μοναδικό πρόσωπο εμπιστοσύνης, της ενάγουσας στα Κύθηρα, επέβλεπε και διαχειριζόταν το επίδικο ακίνητο για λογαριασμό της μέχρι το έτος 1988, οπότε αντικαταστάθηκε από τον ............, ο οποίος ενεργούσε ως βοηθός νομής (επιστάτης) της ενάγουσας στο επίδικο ακίνητο.
Στη συνέχεια το Εφετείο παραθέτει τ' αποδεικτικά στοιχεία με βάση τα οποία έκρινε ότι ο πρώτος αναιρεσείων ενεργούσε ως βοηθός νομής της αναιρεσίβλητης για όλα τα ακίνητα τα οποία αυτή είχε αγοράσει στα Κύθηρα, μεταξύ των οποίων και το επίδικο, και δέχεται περαιτέρω ότι δεν υπήρχαν αξιώσεις του πρώτου αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης και ότι η τελευταία δεν παραχώρησε το 1968 άτυπα στον εν λόγω αναιρεσείοντα τμήμα από το όλο ακίνητο, έκτασης (του τμήματος) 50.392 τ.μ., και τούτο διότι διαχωρισμός, ως προς τη βοήθεια που παρείχε σχετικά με τη διαχείριση των κτημάτων της αναιρεσίβλητης, δεν αποδείχθηκε μεταξύ του επιδίκου και των λοιπών κτημάτων.
Το γεγονός τούτο οδηγεί στο ασφαλές συμπέρασμα ότι ο πρώτος αναιρεσείων X1, και αν ακόμη άρχισε να νέμεται για λογαριασμό του το ενιαίο επίδικο ακίνητο των 65 στρεμμάτων από το Σεπτέμβριο του 1968, δεν επιθυμεί, διαφορετικά δεν κρίνει σκόπιμο να καταστήσει γνωστή τη μεταβολή της διάθεσής του (animus) στους νόμιμους εκπροσώπους της αναιρεσίβλητης, η οποία δεν έλαβε γνώση της τυχόν επελθούσας μεταβολής της πρόθεσης τούτου από άλλη πηγή, όπως απαιτεί το άρθρο 982 του ΑΚ που, κατά πάσα περίπτωση, δεν υπήρξε.
Οι αναφερόμενες από τους μάρτυρες πράξεις νομής του πρώτου αναιρεσείοντος στο επίδικο ακίνητη (επίβλεψη, παραχώρηση τμημάτων του σε τρίτους για βοσκή των ζώων τους και καλλιέργεια) έγιναν όχι στο όνομά του αλλά στο όνομα και για λογαριασμό της ενάγουσας με την ιδιότητα του ως βοηθού νομής. Εξάλλου και με την εκδοχή ότι ο πρώτος αναιρεσείων νεμόταν το επίδικο ακίνητο από το 1988, δε συμπληρώθηκε στο πρόσωπό του μέχρι το 2001, οπότε μεταβίβασε στους λοιπούς αναιρεσείοντες τμήμα του από 50.392 τ.μ., ο απαραίτητος χρόνος νομής (20ετία), ώστε να καταστεί κύριος με έκτακτη χρησικτησία (ΑΚ 1045).
Με δεδομένο επομένως ότι ο πρώτος αναιρεσείων δε χρησιδέσποσε το επίδικο από το Σεπτέμβριο του 1968 και εφεξής χρονικό διάστημα μέχρι το2001, δεν έγινε κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, όπως ισχυρίζεται, και συνεπώς οι λοιποί αναιρεσείοντες στους οποίους μεταβίβασε τμήμα του από 50.392 τ.μ. με το ............ συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κυθήρων Νικολάου Νικηφοράκη, δεν έγιναν δικαιούχοι των διαλαμβανομένων στο συμβόλαιο αυτό εμπράγματων δικαιωμάτων.
Κυρία του επίδικου ακινήτου με βάση το νόμιμα μεταγεγραμμένο πωλητήριο συμβόλαιο ............., του ίδιου, όπως και ανωτέρω συμβολαιογράφου, έγινε η αναιρεσίβλητη όχι μόνο με παράγωγο τρόπο, αλλά και με πρωτότυπο, δηλαδή με τακτική χρησικτησία. Ως εκ τούτου είναι ουσιαστικά αβάσιμη και πρέπει ν' απορριφθεί η ένσταση των εναγομένων-αναιρεσειόντων περί ιδίας κυριότητας που αποκτήθηκε με παράγωγο τρόπο (δηλαδή με το ..........
πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Νικ. Νικηφοράκη) και πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, αφού δεν αποδείχθηκαν πράξεις νομής αυτών με τίτλο, και χωρίς τίτλο στο επίδικο ακίνητο. Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του Εφετείου οι αναιρεσείοντες αποδίδουν τις ακόλουθες αιτιάσεις στην προσβαλλόμενη απόφασή του: 1) Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο, από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 986 του Ακ "με το να δεχθεί ρητώς ότι η μόνη ιδιότητα του βοηθού νομής με την οποία ενεργούσε ο X1, υπήρξε η αναγκαία και ικανή συνθήκη που του επέτρεπε ν'ασκεί νομή επί του πράγματος για λογαριασμό του νομέα, χωρίς παράλληλα να δέχεται ότι ο τελευταίος τον είχε ειδικώς εξουσιοδοτήσει γι'αυτό".
Ο λόγος αυτός (1ος πρόσθετος) είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι το Εφετείο δέχθηκε, όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες παραδοχές του, ότι τη νομή επί του επίδικου ακινήτου την ασκούσε η ίδια η αναιρεσίβλητη εταιρία και στην άσκηση αυτής της νομής τη βοηθούσε ο πρώτος αναιρεσείων X1, ως επιστάτης της και πρόσωπο της εμπιστοσύνης της στα Κύθηρα. 2) Με το δεύτερο πρόσθετο λόγο, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 982 ΑΚ διότι αρκέστηκε στην έλλειψη γνωστοποίησης του animus από τον X1, που αντιποιήθηκε τη νομή του επιδίκου, αντί ν'απαιτήσει γνώση του γεγονότος αυτού από το νομέα και δεν ερεύνησε περαιτέρω αν οι πράξεις αυτού (X1) δηλαδή επίβλεψη, παραχώρηση τμημάτων σε τρίτους για βοσκή ζώων και καλλιέργεια, υποδηλώνουν βούληση αυτού να εξουσιάζει το επίδικο με διάνοια κυρίου.
Ο λόγος αυτός (2ος πρόσθετος) είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο δέχθηκε όχι μόνο ότι ο X1 δεν γνωστοποίησε στην αναιρεσίβλητη τη μεταβολή της διάθεσής του (animus), αλλά και ότι η τελευταία δεν έλαβε γνώση από άλλη πηγή την επελθούσα μεταβολή της πρόθεσης του βοηθού της, προσθέτοντας μάλιστα ότι ούτε τέτοια πηγή υπήρξε.
Επίσης το Εφετείο ερεύνησε τις πράξεις που ενεργούσε ο X1 και ανελέγκτως έκρινε ότι αυτός τις ασκούσε στο όνομα της αναιρεσίβλητης ως βοηθός νομής, 3) Με τον τρίτο πρόσθετο λόγο από τον αρ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για έλλειψη νόμιμης της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα α) για αντιφατική αιτιολογία, αφού το Εφετείο δέχεται αφενός ότι τη νομή ασκούσε προσωπικά η αναιρεσίβλητη και αφετέρου ότι αυτήν ασκούσε για λογαριασμό της ο πρώτος αναιρεσείων ως βοηθός νομής, β) για ανεπαρκή αιτιολογία διότι το Εφετείο ενώ δέχεται ότι ο πρώτος αναιρεσείων πράγματι ασκούσε πράξεις νομής επί του επιδίκου (επίβλεψη, παραχώρηση σε τρίτους), θεωρεί στη συνέχεια, ότι οι πράξεις αυτές έγιναν από αυτόν για λογαριασμό της αναιρεσίβλητης υπό την ιδιότητά του ως βοηθού νομής και όχι για δικό του λογαριασμό, ενώ η ιδιότητα του βοηθού νομής, χωρίς να υπάρχει εξουσία εκπροσώπησης, δεν επαρκεί για την ενέργεια πράξεων νομής και γ) για υποθετική και ως εκ τούτου ασαφή αιτιολογία με την οποία δεν καθίσταται βέβαιο το τι αποδείχθηκε αφού το Εφετείο δέχθηκε ότι "και αν ακόμη άρχισε να νέμεται (ο X1) για λογαριασμό του το ενιαίο ακίνητο έκτασης εξήντα πέντε στρεμμάτων από το Σεπτέμβριο του έτους 1968, δεν επιθυμεί, διαφορετικά δεν κρίνει σκόπιμο να καταστήσει γνωστή τη μεταβολή της διάθεσής του (animus) προς τους νόμιμους εκπροσώπους της ενάγουσας".
Και ο λόγος αυτός (3ος πρόσθετος) είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ως προς τις περιπτώσεις υπό στοιχεία α' και β' διότι από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες πιο πάνω παρατίθενται προκύπτει ότι, όπως, εξάλλου, προαναφέρθηκε, στα πλαίσια της εξέτασης του πρώτου πρόσθετου λόγου, τη νομή επί του επιδίκου την ασκούσε η ίδια η αναιρεσίβλητη εταιρία και ότι ο πρώτος αναιρεσείων X1 δεν ασκούσε νομή επ'αυτού και ότι όλες οι πράξεις του έγιναν για λογαριασμό και στο όνομα της αναιρεσίβλητης, υπό την ιδιότητα του επιστάτη δηλαδή υπό την ιδιότητα του βοηθού νομής και ως προς την υπό το στοιχείο γ' περίπτωση, διότι το Εφετείο, με επάλληλη αιτιολογία, έκρινε ότι και στην περίπτωση που ο πρώτος αναιρεσείων X1 αντιποιήθηκε τη νομή της αναιρεσίβλητης επί του επιδίκου, η τελευταία δεν απώλεσε τη νομή της διότι για τούτο δεν έλαβε γνώση, με οποιαδήποτε τρόπο, η τελευταία.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-6-2006 αίτηση για αναίρεση της 224/2006 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς των X1 κλπ. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαΐου 2007.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 6 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ