Supreme Court dismisses appeal on disciplinary penalty, ruling lower court properly considered all evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding his disciplinary penalties. The appellant argued the lower court failed to consider his service records and specific claims about his conduct and service history. The court ruled the appeal inadmissible because the appellant did not prove these arguments were properly raised and submitted before the first-instance disciplinary council.
Legislator headnote
AI generatedArticles 281 of the Civil Code; Article 559(8) of the Code of Civil Procedure: Disciplinary decisions by private employers are subject to judicial review, but an appeal is inadmissible if the appellant fails to demonstrate that specific arguments were properly raised and submitted before the relevant disciplinary body.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1275 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1275/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλητά Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγί-τες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ........., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σαράντο Θεοδωρόπουλο, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πολύδωρα Χούπα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/5/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1709/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6414/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21/12/2004 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 17/1/2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η απόφαση των αρμοδίων πειθαρχικών συμβουλίων, τα οποία ενεργούν ως εργοδοτικά όργανα και αποφασίζουν σε εκπλήρωση υποχρέωσης του εργοδότη απέναντι στους εργαζόμενους, που πηγάζει από την ιδιωτικού δικαίου σύμβαση εργασίας και τον κανονισμό που την συμπληρώνει, υπόκειται στον έλεγχο των πολιτικών δικαστηρίων αναφορικά με τη νομιμότητά της, αν εκδόθηκε από αρμόδιο όργανο με νόμιμη σύνθεση, αν τηρήθηκε η προβλεπόμενη διαδικασία, αν η πράξη ή η παράλειψη συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα σύμφωνα με το νόμο, αν είναι δικαιολογημένη, αν η ποινή που επιβλήθηκε είναι ανάλογη με τη βαρύτητα του παραπτώματος, ή αν η άσκηση της πειθαρχικής εξουσίας έγινε καθ' υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης και των χρηστών ηθών ή και του σκοπού στον οποίο αποβλέπει η πειθαρχική εξουσία, στα πλαίσια της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ.
Εξάλλου, ο Οργανισμός Υπηρεσίας της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, που ρυθμίζει και τα θέματα που αφορούν την εν γένει υπηρεσιακή κατάσταση του προσωπικού της Τράπεζας, εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 του ΝΔ 2510/1950 και κυρώθηκε με το από 26-9-1953 β.δ. και επέχει ως εκ τούτου ισχύ νόμου. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα εξής:
Ο αναιρεσείων προσελήφθη από την αναιρεσίβλητη Τράπεζα με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου. Κατετάγη στον κλάδο του Λογιστικού και υπηρέτησε σε διάφορες θέσεις του νομού Αττικής. Εξελίχθηκε βαθμολογικά μέχρι το βαθμό του Τμηματάρχη Β΄, τον οποίο κατέχει από 1-1-1989. Στις 21-5-1990, τοποθετήθηκε στο κατάστημα της αναιρεσίβλητης στην ..... , στο οποίο άσκησε καθήκοντα διευθυντή με δικαίωμα πρώτης υπογραφής, μέχρι τις 21-9-1994, οπότε και μετατέθηκε στο κατάστημα της ........
Με το ........ εμπιστευτικό έγγραφο της Διεύθυνσης Προσωπικού της αναιρεσίβλητης ο αναιρεσείων κλήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 30 του Οργανισμού της Υπηρεσίας της αναιρεσίβλητης, να υποβάλει προς αυτή εντός προθεσμίας πέντε ημερών γραπτή απολογία προς απόκρουση της πειθαρχικής κατηγορίας που του αποδιδόταν και αναφερόταν σε πειθαρχικά παραπτώματα αυτού, στα οποία υπέπεσε κατά την υπηρεσία του ως διευθυντής στο ως άνω κατάστημα της......, προβλεπόμενα από το άρθρο 27 εδ.
β΄ και ι΄ του ως άνω Οργανισμού. Ειδικότερα, η πειθαρχική κατηγορία αφορούσε α) άνοιγμα λογαριασμών όψεως με παράλληλη χορήγηση δέσμης (μπλοκ) επιταγών σε πελάτες κατά παράβαση των προβλεπομένων εγκυκλίων οδηγιών της αναιρεσίβλητης, όπως οι περιπτώσεις των πελατών ......, ...., ...... και του αλλοδαπού ......., β) άνοιγμα λογαριασμών όψεως με παράλληλη επίσης χορήγηση δέσμης επιταγών, χωρίς να ληφθεί υπόψη η οικονομική κατάσταση των πελατών και παρότι η έδρα των επιχειρήσεων τους ήταν εκτός περιοχής δικαιοδοσίας του καταστήματος, με αποτέλεσμα να εκδίδονται από αυτούς ακάλυπτες επιταγές, γ) πωλήσεις μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων «ΔΗΛΟΣ» και αντίστοιχη συμμετοχή με κεφάλαια που προέρχονταν κυρίως από τις υπάρχουσες προθεσμιακές καταθέσεις του καταστήματος, με μοναδικό κίνητρο την είσπραξη από μέρους του προμηθειών, που είχαν ανέλθει σε 3,7 εκατομμύρια δραχμές και δ) περιπτώσεις προσωπικών δοσοληψιών του με πελάτες της αναιρεσίβλητης.
Στις 20-7-1995, ο αναιρεσείων υπέβαλε προς τη Διεύθυνση Προσωπικού της αναιρεσίβλητης την αιτηθείσα έγγραφη απολογία του, χωρίς να στερηθεί προηγουμένως του δικαιώματός του να λάβει γνώση του φακέλου της εις βάρος του Πειθαρχικής κατηγορίας, όπως επιβάλλεται από το άρθρο 30 του Οργανισμού της Υπηρεσίας, γεγονός που προκύπτει και από την με λεπτομέρειες και με αναφορά σε έγγραφα στοιχεία απάντησή του σε κάθε επιμέρους πειθαρχική κατηγορία αλλά και από την έλλειψη σχετικού παραπόνου του, που θα μπορούσε να διατυπωθεί τόσο με την απολογία του αυτή όσο και με την αγωγή ή τις προτάσεις του.
Το μόνο παράπονο που εκφράσθηκε από τον αναιρεσείοντα αφορά το στάδιο της προκαταρκτικής διερεύνησης της υπόθεσης από τον ορισθέντα επιθεωρητή, κατά το οποίο του απαγορεύθηκε η οποιαδήποτε επικοινωνία, επαφή ή προσπέλαση στο κατάστημα της ......., χωρίς όμως να παραβιάζονται τα δικαιώματά του, αφού η Τράπεζα είχε δικαίωμα να του απαγορεύσει την απ' ευθείας πρόσβαση στα αρχεία της επιχείρησης.
Το Πρωτοβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο Προσωπικού της αναιρεσίβλητης, κατά τη συνεδρίασή του της 11-10-1995, με την υπ' αριθ. ....... ομόφωνη και ειδικώς αιτιολογημένη απόφασή του, επέβαλε στον αναιρεσείοντα την ποινή της έγγραφης επίπληξης, με την εκφραζόμενη δι' αυτής ευχή η ποινή αυτή να μην έχει συνέπειες στην υπηρεσιακή του εξέλιξη.
Η απόφαση αυτή τόσο από πλευράς τυπικής νομιμότητας όσο και από πλευράς ουσιαστικής βασιμότητας είναι ορθή, τηρήθηκαν δε όλοι οι κανόνες και αρχές της προδικασίας και δεν στερήθηκε ο αναιρεσείων σε κανένα στάδιο της πειθαρχικής διαδικασίας του δικαιώματος του να αμυνθεί και να υπερασπίσει τον εαυτό του.
Η επιβληθείσα δε δι' αυτής πειθαρχική ποινή τελεί σε δίκαιη σχέση αναλογικότητας με τη βαρύτητα του πειθαρχικού παραπτώματος και δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια του άρθρου 281 ΑΚ. Στη συνέχεια ο αναιρεσείων υπέβαλε την από 2-6-1995 αίτησή του, ζητώντας την αναθεώρηση και εξάλειψη της άνω ποινής και το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο, με την .........
απόφασή του, επέβαλε στον αναιρεσείοντα βαρύτερη ποινή από εκείνη του πρωτοβάθμιου συμβουλίου και συγκεκριμένα την ποινή του προστίμου 1/5 των μηνιαίων αποδοχών. Με την επιβολή της ποινής αυτής, η οποία πάσχει από πλευράς νομιμότητας, γιατί χειροτέρευσε η θέση του αναιρεσείοντος, αυτός υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να επιδικαστεί στον αναιρεσείοντα το ποσό των 7336,76 ευρώ.
Στη συνέχεια το Εφετείο, μετά τις παραπάνω παραδοχές του επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε αναγνωριστεί η ακυρότητα της απόφασης του δευτεροβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου και είχε αναγνωριστεί η υποχρέωση της αναιρεσίβλητης να πληρώσει στον αναιρεσείοντα, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 7336,76 ευρώ, ενώ δεχόμενο την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κατά το μέρος που είχε δεχθεί ακυρότητα και της απόφασης του πρωτοβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου και απέρριψε την αγωγή κατά το σχετικό αίτημά της.
Το Εφετείο με όσα παραπάνω δέχθηκε ως προς την απόφαση του πρωτοβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και ειδικότερα ως προς τη νομιμότητα της παραπάνω απόφασης και την αιτιολογία της, την τήρηση της προδικασίας, την έκδοσή της απόφασης από αρμόδιο όργανο με νόμιμη σύνθεση, ως προς το ότι οι πράξεις του αναιρεσείοντος συνιστούν πειθαρχικό παράπτωμα, ως προς το ύψος της επιβληθείσης ποινής και ως προς την τήρηση των ορίων της καλής πίστης των χρηστών ηθών και του σκοπού, στον οποίο αποβλέπει η άσκηση της πειθαρχικής εξουσίας.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης για τους παραπάνω λόγους, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Επίσης το Εφετείο, με όσα δέχθηκε, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 1, 25 παρ. 1, 2 και 3 και 2 παρ. 1 του Συντάγματος, με τις οποίες δεν απαγορεύεται στο νομοθέτη και στον εργοδότη να θεσπίζει πειθαρχική διαδικασία και πειθαρχικές ποινές για τους εργαζόμενους, ούτε τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 919 και 281 του ΑΚ, ούτε τη διάταξη του άρθρου 31 παρ.
Β του κανονισμού Εργασίας της αναιρεσίβλητης, κατά το οποίο η πειθαρχική διαδικασία θα πρέπει να διεξάγεται και να περατώνεται στο συντομότερο χρονικό διάστημα. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται παραβίασε παραβίαση των παραπάνω διατάξεων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά το άρθρο 932 ΑΚ, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Με τη διάταξη αυτή παρέχεται στο δικαστήριο η δυνητική ευχέρεια, όπως ύστερα από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών που οι διάδικοι θέτουν υπόψη του, της περιουσιακής και κοινωνικής καταστάσεως των μερών κλπ, και με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής επιδικάσει ή όχι χρηματική ικανοποίηση, αν κρίνει ότι επήλθε στον αδικηθέντα ηθική βλάβη, καθορίσει δε συγχρόνως και το ποσό αυτής που θεωρεί εύλογο.
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων και χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου για έλλειψη νόμιμης βάσης.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο προβάλλεται έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, επειδή δεν αιτιολογείται επαρκώς, γιατί επιδικάσθηκε ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, το ποσό των 7336,76 ευρώ, εξαιτίας της παράνομης απόφασης του δευτεροβάθμιου πειθαρχικού συμβουλίου της αναιρεσίβλητης, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος.
Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ΄ Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Εξάλλου κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 341 και 346 Κ.Πολ.Δ.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθ.11 περ. γ΄ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του έγγραφα που επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων για απόδειξη των αγωγικών του ισχυρισμών και συγκεκριμένα το δελτίο ποιότητος υπαλλήλου του έτους 1989, το δελτίο αξιολογήσεως και αναπτύξεως στελέχους της διεύθυνσης επιθεωρήσεως της αναιρεσίβλητης, με ημερομηνία 1-1-1989, τα δελτία ποιότητος υπαλλήλου των ετών 1991, 1992, 1993 και 1994 και την υπ' αριθ.
Α. 12/2-5-1995 εγκύκλιο της Διοίκησης της αναιρεσίβλητης. Από τη βεβαίωση όμως που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν και όλο το περιεχόμενό της δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω έγγραφα και επομένως, ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. η απόφαση αναιρείται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν παραδεκτώς και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως πράγματα δε κατά την έννοια της παραπάνω διατάξεως, θεωρούνται οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος το οποίο ασκήθηκε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και όχι οι αρνητικοί της αγωγής ή της ενστάσεως ισχυρισμοί και οι συνιστώντες επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου εκ της εκτιμήσεως των αποδείξεων.
Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθ.8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. προβάλλεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος που πρότεινε ενώπιον του Εφετείου, τόσον προς θεμελίωση του αιτήματος για αναγνώριση της ακυρότητας των πειθαρχικών του ποινών, όσον και για τον καθορισμό του ύψους της χρηματικής του ικανοποιήσεως και συγκεκριμένα ότι αυτός εβαθμολογείτο σε όλες τις θέσεις που υπηρέτησε από το έτος 1971 με «ΠΟΛΥ ΚΑΛΩΣ», ότι βραβεύθηκε στο κατάστημα της ......., ότι δεν υπάρχει στοιχείο που τον ενοχοποιεί, ότι δεν του ζήτησαν εξηγήσεις, ότι δεν ζημιώθηκε η Τράπεζα, ότι το έτος 1974 έλαβε μέρος ως έφεδρος αξιωματικός στα πολεμικά γεγονότα της Κύπρου και ότι ταλαιπωρήθηκε και εκτέθηκε στους συναδέλφους του.
Επίσης ότι η παραπομπή του εγένετο εκπροθέσμως και ότι η απόφαση του δευτεροβαθμίου συμβουλίου εκδόθηκε μετά πάροδο τριετίας από της εκδόσεως της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου πειθαρχικού συμβουλίου. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού διαλαμβάνεται μεν στο αναιρετήριο ότι τα παραπάνω προτάθηκαν με τις προτάσεις του αναιρεσείοντος ενώπιον του εκδόντος την αναιρεσιβαλλομένη δικαστηρίου, δεν διαλαμβάνεται όμως αν ταύτα προτάθηκαν παραδεκτώς και δη αν είχαν προβληθεί παραδεκτώς ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επαναφέρθηκαν νομίμως ενώπιον του Εφετείου ή ότι συνέτρεχε λόγος και ποίος των αναφερομένων στις διατάξεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ της κατ' εξαίρεση προβολής τους παραδεκτώς το πρώτον ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.
Τέλος, η αναίρεση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1582/22-12-2004 αίτηση του ......... για αναίρεση της 6414/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαϊου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιουνίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ