Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling absent defendants deemed present and appeal arguments invalid.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court's decision, which had rejected a claim for personal detention. The Third Instance Court ruled that no personal detention was warranted because the lawsuit was pending when the relevant law took effect and the claimed amount was below the statutory threshold. The Court of Cassation found the appeal inadmissible because the absent defendants were legally summoned and the proceedings continued as if they were present, while the appellant's specific arguments regarding the detention order were deemed unfounded.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110, 498, 568, 576 of the Code of Civil Procedure; If a party fails to appear after proper summons, the court proceeds as if all parties were present, and appeals challenging procedural errors regarding absent parties are dismissed if the court acted within its authority.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1274 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1274/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη - Εισηγήτρια, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο και Γεώργιο Χριστοδούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Κωνσταντινίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Α. του Π., 2) Β. Α. του Π., 3) Ι. Α. του Π., 4) Α. Σ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/3/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 320/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 189/2017 του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21/5/2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Aπό τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Στην προκειμένη περίπτωση από τις υπ' αριθ. 1992/Ε', 1990/Ε', 1991/Ε', 1989/Ε'/4-6-2019 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, με έδρα το Πρωτοδικείο Ηρακλείου, Γ. Κ., που νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων, προκύπτει, ότι επιδόθηκε αντιστοίχως σε καθένα από τους αναιρεσίβλητους ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της ένδικης αναίρεσης, με την πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Επομένως, αφού αυτοί δεν εμφανίσθηκαν κατά την παραπάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, πρέπει να δικαστούν ερήμην, αλλά η συζήτηση της υπόθεσης θα προχωρήσει σαν να ήταν και αυτοί παρόντες.
Υπόκειται προς κρίση η από 21-5-2018 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 189/2017 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία. Με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο Ανατολικής Κρήτης δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 5-1-2010 έφεση των εναγομένων κατά της υπ' αριθ. 320/2009 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, εξαφάνισε την απόφαση αυτή και δεχόμενο εν μέρει την από 16-3-2007 αγωγή του αναιρεσείοντος κατ' αυτών, τους υποχρέωσε να του καταβάλουν τα αναφερόμενα ποσά, τα οποία ήταν μικρότερα εκείνων που τους είχε υποχρεώσει να του καταβάλουν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, για την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης, που υπέστη από την περιγραφόμενη σε αυτή παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά τους. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα ( αρθ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (αρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της ( άρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 2267/2013).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Εξάλλου, η αρχή της αναλογικότητας, που καθιερώνει η διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, απευθύνεται και στον δικαστή, όσον αφορά τις σχέσεις των διαδίκων, ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή, έστω και αν τούτο ρητά δεν αναφέρεται σε αυτήν. Η εν λόγω αρχή αποτελεί την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος που επίσης καθιερώνει η διάταξη της παρ. 3 του ιδίου άρθρου του Συντάγματος, γεγονός που συμβαίνει όταν το ασκούμενο δικαίωμα υπερβαίνει προφανώς τα ακραία όρια που θέτουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, καθώς και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος.
Στην περίπτωση δε υπέρβασης της αρχής της αναλογικότητας πρόκειται για δυσαναλογία μέσου προς το σκοπό, δηλ. το ασκούμενο δικαίωμα (μέσο) έχει απολέσει την αναλογία του προς τον επιδιωκόμενο σκοπό και συνακόλουθα η άσκηση του δεν είναι επιτρεπτή. Επομένως, όπως και η κατάχρηση δικαιώματος που αποτελεί απαγορευτικό κανόνα και οριοθετεί αρνητικά την άσκηση των δικαιωμάτων, έτσι και η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή), η οποία προσδιορίζει την τελολογική λειτουργία των πάσης φύσεως δικαιωμάτων, ακόμη και του ιδιωτικού δικαίου.
Από τα ως άνω συνάγεται, ως γενική νομική αρχή, ότι η έννομη συνέπεια που είτε προβλέπεται από κανόνα δικαίου κατώτερης τυπικής ισχύος από εκείνες του Συντάγματος, είτε απαγγέλλεται από δικαστικό ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί, σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το αντίστοιχο πραγματικό, δηλ. να μην υπερβαίνει τα όρια, όπως διαγράφονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και της κοινής περί δικαίου συνείδησης σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αυτά αποτυπώνονται με την συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Η κρίση δηλαδή του ουσιαστικού δικαστηρίου πρέπει να μην παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, ούτε να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, οπότε και πάλι παραβιάζεται η εν λόγω αρχή. Περαιτέρω, από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης αυτής είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, που αυτός υπέστη λόγω της αδικοπραξίας, ήτοι για την μη αποτιμητή σε χρήμα ζημία που υφίσταται ο παθών από την προσβολή των μη περιουσιακών αγαθών του (ζωής, υγείας, ελευθερίας, τιμής κλπ), η οποία είναι ανεξάρτητη από την κατά τα άρθρα 297 και 298 του ΑΚ ζημία σε περιουσιακά αγαθά αυτού, ώστε αυτός να απολαύσει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημίωσης προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, η οποία άλλωστε δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.
Με βάση το σκοπό αυτό αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα κριτήρια που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης αυτής. Τέτοια κριτήρια είναι ιδίως το είδος και η βαρύτητα της προσβολής, η έκταση της βλάβης, οι όλες ειδικότερες συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στο βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος.
Τα κριτήρια αυτά πρέπει να οδηγούν το δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά κατ` εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.
Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκείμενων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης, λόγω αδικοπραξίας, του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης, αποφασίζεται (κατ` αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.
Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, όπως αποτυπώνονται στην συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον παθόντα), τον σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μία δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μία ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.
Ενόψει όλων αυτών, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς το ύψος του ποσού της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης, ελέγχεται αναιρετικά από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ.1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Ολ ΑΠ 9/2015, AΠ 76/2016, ΑΠ 221/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα: "Την 28-03-2003 ο αρχικός πρώτος εναγόμενος Π. Α. του Ε. (ήδη αποβιώσας κατά τα προαναφερόμενα) διατηρών εν ζωή επιχείρηση οινοποιείου με παραγωγή και εμπορία οίνου και θειωμένου μούστου, καθώς και επιχείρηση εμπορίας - τυποποίησης ελαιολάδου, στην περιοχή ...
νομού …, κατέθεσε έγκληση σε βάρος του ενάγοντος, καταμηνύοντας αυτόν ότι, στο … το καλοκαίρι του έτους 2002, από κοινού με τον M. F. του C. κάτοικο ..., έχοντας σκοπό να αποκομίσουν οι ίδιοι παράνομο περιουσιακό όφελος, παρέστησε σε αυτόν ότι ο ανωτέρω F. ήταν φερέγγυος επιχειρηματίας με μεγάλη οικονομική επιφάνεια και ευρύ κύκλο εργασιών, εν γνώσει μου ότι αυτό ήταν ψευδές, και έτσι τον έπεισε και πώλησε και παρέδωσε στην εκπροσωπούμενη από τον F.
και εδρεύουσα στην Ιταλία εταιρία, με την επωνυμία "...", 950 τόνους θειωμένου μούστου αντί συνολικού συμφωνηθέντος τιμήματος 196.000 Ευρώ, το οποίο η αγοράστρια εταιρεία ουδέποτε του κατέβαλε, αν και αμέσως μετά την άφιξη του εμπορεύματος στην Ιταλία το μεταπώλησε σε άλλη εταιρία εισπράττοντας το συμφωνηθέν τίμημα, με αποτέλεσμα τη βλάβη της περιουσίας του μηνυτή κατά το παραπάνω ποσό του τιμήματος και τη δική του περιουσιακή ωφέλεια...
Κατόπιν αυτών, ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του ενάγοντας, όπως και του ετέρου εγκαλουμένου M. F. και απαγγέλθηκε κατηγορία για απάτη από κοινού με περιουσιακό όφελος και αντίστοιχα προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουσα το ποσό των 73.000 Ευρώ (αρθρ. 45, 386 παρ.1 και 3 εδ.Β' Π.Κ.) και σχηματίσθηκε δικογραφία με τα στοιχεία Γ 2003/157, η οποία εισήχθη για κύρια ανάκριση.
Στη συνέχεια, ο δεύτερος και ο τρίτος εναγόμενος κατέθεσαν ενόρκως την 17-02-2004 στο Ηράκλειο Κρήτης ενώπιον της ανακρίτριας του Α' Τμήματος Πρωτοδικείου Ηρακλείου... Μετά τη νόμιμη περαίωση της κύριας ανάκρισης, η υπόθεση εισήχθη στο αρμόδιο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Ηρακλείου, το οποίο με το από 224/2005, ήδη αμετάκλητο Βούλευμα απεφάνθη να μην γίνει κατηγορία σε βάρος των παραπάνω μηνυομένων για την αξιόποινη πράξη της απάτης, όπως είχε αποδοθεί, καθότι δεν προέκυψαν σοβαρές ενδείξεις ενοχής σε βάρος τους.
Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι ο ενάγων διέμενε επί πολλά χρόνια στην Κρήτη και μέχρι το έτος 1994 ήταν διευθύνων σύμβουλος της εταιρίας "..." που είχε την έδρα της στο … και ασκούσε την ίδια δραστηριότητα με τον πρώτο εναγόμενο. Από τότε διέκοψε την παραπάνω επαγγελματική δραστηριότητα στο …, καθώς πώλησε τις μετοχές της ως άνω εταιρίας που κατείχε και διαμένει μόνιμα στη ....
Είναι δε έκτοτε κύριος μέτοχος και διευθύνων σύμβουλος της "...", η οποία είναι εταιρία παραγωγής κουφωμάτων με έδρα το .... Κατά την περίοδο της διαμονής του στην Κρήτη και μάλιστα από το έτος 1990 ήλθε σε γνωριμία με τον πρώτο εναγόμενο λόγω της συνάφειας των επαγγελματικών δραστηριοτήτων τους. Ταυτόχρονα, ο ενάγων είχε γνωριμία από το έτος 1990 με τον Ιταλό υπήκοο F.
M., οποίος ήταν εκπρόσωπος της ιταλικής εταιρίας "..." με τον οποίο είχε αναπτύξει στενές φιλικές και επαγγελματικές σχέσεις, με την έννοια ότι ο ενάγων ανεύρισκε και του συνέστηνε πελάτες από την Κρήτη, προκειμένου να αγοράζει ο παραπάνω Ιταλός υπήκοος ποσότητες θειωμένου μούστου, ενεργώντας κατ' ουσίαν ως εκπρόσωπος του τελευταίου (λόγω της επαρκούς γνώσης της ιταλικής γλώσσας) και μεσίτης μεσολαβητής για τις επικείμενες αγοραπωλησίες, παρότι δεν αναφερόταν τυπικά στα έγγραφα συμφωνητικά των συμβάσεων στην ιδιότητα αυτή.
Στα πλαίσια αυτής της συνεργασίας του ενάγοντας με τον ανωτέρω Ιταλό επιχειρηματία, ο ενάγων του είχε συστήσει και τον πρώτο εναγόμενο και πράγματι με υπόδειξή του, ο πρώτος εναγόμενος (ενδεικτικά αναφέρεται) ότι συμφώνησε την πώληση κατά το έτος 1999 (και τελικά πώλησε την 11-10-99) 15.579 εκατόκιλων μούστου προς την "..." με συνολικό τίμημα 820.948.672 λιρέτες, η αποπληρωμή του οποίου συμφωνήθηκε να γίνει με τραπεζικές ενέγγυες πιστώσεις αμετάκλητες και επιβεβαιωμένες, με τη μεσολάβηση τραπεζών, όπως συνηθίζεται στις εξαγωγές και η συναλλαγή διεξήχθη ομαλά με άμεση καταβολή του συμφωνηθέντος τιμήματος.
Μάλιστα ο ίδιος ο πρώτος εναγόμενος (ήδη αποβιώσας), στην από 1.12.2004 εξέταση χωρίς όρκο ενώπιον της ανακρίτριας Ηρακλείου συνομολογεί, ότι κατά τη διάρκεια της επαγγελματικής δραστηριότητας του Π. Κ. στους ... "με τη μεσολάβηση του τελευταίου είχε συναλλαχθεί πολλές φορές με τον M. F. και τονίζει ότι τα προηγούμενα χρόνια η συνεργασία πήγαινε καλά...
και .. ότι τελευταία φορά είχε συναλλαχθεί με τους κατηγορούμενους το 2000 και είχε πληρωθεί" παρότι ο ανωτέρω ενάγων προ πολλού είχε αποχωρήσει από την Κρήτη και δραστηριοποιείτο στη ... με διαφορετικό αντικείμενο. Ακολούθως, το έτος 2002 επαναλήφθηκε συνεργασία του πρώτου εναγομένου με τον ιταλό επιχειρηματία, και, αφού μεσολάβησε συνάντηση αμφοτέρων των συμβαλλομένων, ήτοι του Ιταλού επιχειρηματία, του ενάγοντας και του πρώτου εναγομένου ως και του τρίτου υιού του Ι.
Α. σε ξενοδοχείο της πόλης του …, επιτεύχθηκε στη συνέχεια η επίδικη συναλλαγή για προμήθεια ποσότητας θειωμένο μούστου στην ιταλική εταιρεία του ανωτέρω. Ο ενάγων, διατηρούσε ακόμη στενές σχέσεις με τον εν λόγω ιταλό έμπορο, (είχαν γίνει μάλιστα και κουμπάροι), και, όπως έπραττε παλαιότερα, ανέλαβε ως εκπρόσωπός του την εξυπηρέτηση της μεταξύ του τελευταίου και του αρχικού εναγομένου, ήδη θανόντος Π.
Α. συναλλαγής, αφού με επιμέλεια του ανταλλάχθηκε το σχετικό από 28-8-2002 συμφωνητικό αγοραπωλησίας μέσω τηλεομοιοτύπου fax στον πρώτο εναγόμενο που περιείχε το αντικείμενο της συμφωνίας τους και όμοιο είχε αποσταλεί στην Ιταλία, προκειμένου να εξασφαλισθούν οι υπογραφές των συμβαλλομένων μερών. Η συναλλαγή, αφορούσε συνολικά την πώληση 20.000 εκατόκιλων μούστου, θα πραγματοποιείτο με δύο φορτώσεις και η εξόφλησή τους θα γινόταν μέσω τραπεζικών ενέγγυων πιστώσεων, μία για κάθε φόρτωση.
Το πρώτο φορτίο που συνδέεται με την ένδικη υπόθεση, αφορούσε ποσότητα 9.463,40 εκατόλιτρων και η εκτέλεση της παροχής πραγματοποιήθηκε χωρίς κάποια επιπλοκή, καθώς ο μούστος φορτώθηκε στις 30-9-2002 στο εμπορικό πλοίο G. 1, (βλ. προσκομιζόμενη φορτωτική - bill of lading 30-9-2002), αφού προηγουμένως τηρήθηκε η διαδικασία ελέγχου από το Γενικό Χημείο του Κράτους και παραδόθηκε κανονικά.
Παρά ταύτα, η ιταλική τράπεζα "ALLA Banka dei Pachi di Siena S.P.A" , στην οποία η εταιρεία του ιταλού αγοραστή είχε ανοίξει για το σκοπό αυτό ενέγγυα πίστωση, ανακοίνωσε μέσω αλληλογραφίας στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, (υποκατάστημα Ηρακλείου Κρήτης 205), όπου θα καταβαλλόταν το τίμημα των 196.769,79 ευρώ, ότι αυτό δεν δύναται να πληρωθεί λόγω παρόδου της ορισθείσας προθεσμίας των 15 ημερών από της αποστολής του εμπορεύματος (για μια ημέρα) και μετά τη λήξη του χρόνου της πιστώσεως, αναγράφοντας μεταξύ άλλων στο σχετικό από 16-10-2002 έγγραφο της ιταλικής τράπεζας τα εξής: "ΛΗΓΜΕΝΗ ΠΙΣΤΩΣΗ ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΜΕΝΗ, ΔΙΚΑΙΟΥΧΟΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΤΙΜΟΛΟΓΙΟ ΟΧΙ ΑΠΟΛΥΤΑ ΣΥΜΦΩΝΑ.
ΕΚΔΟΤΗΣ ΚΑΙ ΚΕΙΜΕΝΟ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΑΝΑΛΟΓΙΑΣ ΟΧΙ ΑΠΟΛΥΤΑ ΣΥΜΦΩΝΑ". Επισήμανε δηλαδή δια του εγγράφου αυτού, πέραν της καθυστέρησης και την ασυμφωνία των στοιχείων των παραστατικών. Προς τούτο ενημερώθηκε ο πρώτος εναγόμενος μηνυτής και εγγράφως στις 23.10.2002 από την Εθνική τράπεζα με την οποία συνεργαζόταν, σύμφωνα με δήλωση του ίδιου κάτω από το υπ' αρ. 21965647/22.10.2002 μήνυμα της ιταλικής τράπεζας, που παρεδόθη μέσω της εταιρείας ταχυμεταφορών DHL.
Πριν όμως την ενημέρωση του εγκαλούντος για τη μη πληρωμή του πρώτου ως άνω φορτίου, ο τελευταίος απέστειλε στην εταιρεία του M. F. με την επωνυμία ..., στις 11-10-2002 με το ίδιο εμπορικό πλοίο G. I...και το υπόλοιπο της συμφωνίας, ήτοι δεύτερο φορτίο ποσότητας 9.749,60, εκατόλιτρων θειωμένου μούστου, αντί συμφωνηθέντος τιμήματος 200.841,76 ευρώ.
Δηλαδή πώλησε στην παραπάνω ιταλική εταιρεία, συνολική ποσότητα 1.921,30 τόνους, συνολικής αξίας 391.718,54 ευρώ. Για την πληρωμή της τελευταίας ποσότητας των 200.841,76 ευρώ, ο εγκαλών αρχικός πρώτος εναγόμενος, αφού στις 26.11.2002 αποδέχθηκε μέσω τραπέζης το από 22.11.2002 αίτημα για παράταση της προθεσμίας πληρωμής μέχρι την 10 Ιανουάριου 2003 βάσει της No 915CMIM75466 ενέγγυας πίστωσης, έλαβε τελικά το αντίστοιχο τίμημα την ως άνω ημερομηνία, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο από 22.11.2002 έγγραφο της εθνικής τράπεζας και το No .../14.1.2003 ένταλμα πληρωμής εντολής εξωτερικού της ίδιας τράπεζας.
Αποδείχθηκε όμως, ότι μέχρι σήμερα, δεν έχει εξοφληθεί η ως άνω πρώτη συναλλαγή που αφορά την αποστολή της ποσότητας των 9.463,40 εκατόλιτρων. Προέκυψε δε, ότι η παραπάνω αγοράστρια ιταλική εταιρεία ακολούθως μεταπώλησε την ποσότητα αυτή στην εταιρεία ..., ενώ ο εν λόγω εκπρόσωπός της M. F., όταν πληροφορήθηκε τη μη πληρωμή του ποσού της πίστωσης για το παραπάνω φορτίο ενημέρωσε τον εγκαλούντα ότι η εταιρεία του θα του κατέβαλε το τίμημα, πλην όμως, λόγω οικονομικής αδυναμίας, συνιστάμενης στην κλοπή τον Οκτώβριο του ίδιου έτους της εκτέλεσης της σύμβασης, ήτοι του 2002 από τις εγκαταστάσεις της εταιρείας του εμπορευμάτων συνολικής αξίας 800.000 έως 900.000 ευρώ, η οποία την οδήγησε σε εκκαθάριση στις 15-11-2002, αδυνατούσε να ενεργήσει την καταβολή του συμφωνηθέντος τιμήματος.
Ο πρώτος εναγόμενος στην ως άνω έγκλησή του, όπως και οι δύο άλλοι εναγόμενοι στις ως άνω ένορκες καταθέσεις τους ενώπιον του Ανακριτή, αναφέρουν, ότι ο ενάγων εμφάνισε στον πρώτο εναγόμενο τον M. F. ως πρόσωπο φερέγγυο, με καταθέσεις δεκάδων εκατομμυρίων σε τράπεζα, με εξαιρετικά ευρύ κύκλο εργασιών και πελατολόγιο, διαθέτοντας ιδιόκτητες κτιριακές εγκαταστάσεις στην Ιταλία καθώς και ιδιόκτητα μηχανήματα και αυτοκίνητα και ότι από τους ισχυρισμούς μου αυτούς επηρεάστηκε εκείνος και προχώρησε στη σύναψη της σύμβασης με τον M.
F.. Ειδικότερα, με τον πρώτο και δεύτερο λόγο της κρινόμενης έφεσης, υποστηρίζουν ότι ο ενάγων είχε ενεργό συμμετοχή στην επίτευξη της αγοραπωλησίας και επιδίωκε αυτή ενεργώντας όχι ως απλός μεταφραστής, όπως εσφαλμένα δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, αλλά ως εκπρόσωπος και μεσίτης της σύμβασης, που σκοπό είχε την παραπλάνηση του πρώτου εναγόμενου σχετικά με τη φερεγγυότητα του Ιταλού αγοραστή, καθώς γνώριζε ότι αυτός τελούσε σε οικονομική αδυναμία και του απέκρυψε το γεγονός, προκειμένου να εκτελεσθεί η πώληση σε όφελος του αγοραστή ως και του ίδιου του ενάγοντας και ότι χωρίς τις διαβεβαιώσεις αυτού ο πωλητής δεν θα προέβαινε στην εν λόγω συνεργασία.
Εξ όσων όμως αποδείχθηκαν, ο ενάγων ακόμη και αν ενήργησε με την ιδιότητα του εκπροσώπου ή του μεσίτη μεσολαβητή, προέκυψε ότι δεν προσπάθησε να πείσει τον αρχικό πρώτο εναγόμενο να δεχθεί τη συναλλαγή αυτή, ούτε προέβη σε ενέργεια προβολής της αξιοπιστίας και ευρωστίας του Ιταλού M. F., με σκοπό το δικό του όφελος ή το ανωτέρω, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι ο ίδιος τελούσε σε οικονομική εξάρτηση με τον αυτόν ή προσδοκούσε σχετική αμοιβή.
Είναι δε προφανές, ότι δεν παρέστη ανάγκη για συστάσεις ή για σχετική πληροφόρηση ως το πρόσωπο του M. F., δεδομένου ότι ο ίδιος ο πωλητής γνωριζόταν ήδη με τον ανωτέρω ιταλό έμπορο και η σχέση τους είχε δοκιμαστεί σε συναλλακτικό επίπεδο από τις προηγούμενες επιτυχείς συνεργασίες τους με τελευταία κατά το έτος 1999 όπως προαναφέρθηκε.
Το γεγονός αυτό, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, συνομολόγησε ο ίδιος ο πωλητής ενώπιον της ανακρίτριας και κατέθεσε ομοίως η εξετασθείσα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μάρτυρας απόδειξης σύζυγός του, ενώ προκύπτει και από τα προσκομιζόμενα από τους ίδιους έγγραφα σχετικά με τη συναλλαγή που συμφωνήθηκε στις 15.9.99.
Η οικονομική κατάσταση του τελευταίου ήταν ήδη γνωστή στον πρώτο εναγόμενο καθώς στα πλαίσια της προγενέστερης συνεργασίας τους είχε αποκτήσει εμπειρία για την επιχειρηματική δραστηριότητα της εταιρίας "Larios" που αυτός λειτουργούσε στην Ιταλία. Όσα δε αναφέρονται σχετικά από τους εναγομένους για αφερεγγυότητα του παραπάνω κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων και διεξαγωγής της συναλλαγής δεν κρίνονται αληθινά, δεδομένου ότι κατά τον χρόνο εκείνο δεν τίθετο τέτοιο ζήτημα, αφού ο ως άνω αντισυμβαλλόμενος Ιταλός επιχειρηματίας, ουδόλως στο παρελθόν είχε επιδείξει αντισυμβατική συμπεριφορά, αντίθετα δε αυτός για λογαριασμό της αγοράστριας εταιρείας που διεύθυνε, άνοιξε την υπ' αριθ. .....
τραπεζική ενέγγυα πίστωση, μνεία της οποίας έγινε στο ως άνω συμφωνητικό πώλησης, ποσού ισούμενου με το ύψος του συμφωνηθέντος κατά τα ανωτέρω τιμήματος, και δη αμετάκλητη, και βεβαιωμένη από την ανταποκρίτρια και μεσολαβούσα Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Υποκατάστημα 205-Ηρακλείου). Η μη τήρηση αυτής αποδείχθηκε ότι δεν οφείλεται σε λόγους που αφορούν τουλάχιστον το πρόσωπο του ενάγοντα, ο οποίος πληροφορήθηκε εκ των υστέρων τη μη επίτευξη της καταβολής του τιμήματος.
Εξάλλου, από τα παραπάνω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα δεν εισφέρθηκαν στοιχεία σχετικά με τη μεθόδευση της οικονομικής βλάβης του πρώτου εναγομένου, ή τη μη αποπληρωμή του τιμήματος, αφού, πριν την εκτέλεση της εκάστοτε φόρτωσης η ικανοποίηση της απαίτησης του εν λόγω πωλητή, ήταν εξασφαλισμένη δυνάμει της σύμβασης της ενέγγυας πίστωσης, καθώς η τράπεζα αναλάμβανε την σε κάθε περίπτωση ικανοποίηση της απαίτησης του ιδίου.
Δεν αποδείχθηκε ωστόσο, ότι ο ενάγων με την ιδιότητα που ενήργησε στην προκειμένη συναλλαγή, τελούσε κατά το χρόνο εκείνο εν γνώσει ενδεχόμενης οικονομικής αδυναμίας του Ιταλού επιχειρηματία και ότι συνέπραξε δολίως με αυτόν σε βάρος του εναγόμενου πωλητή με σκοπό την περιουσιακή βλάβη του τελευταίου.
Σε κάθε περίπτωση αποδείχθηκε ότι η αδυναμία πληρωμής προέκυψε εκ των υστέρων και δεν ήταν κατά τον κρίσιμο χρόνο της σύναψης της συμφωνίας προβλέψιμη. Επομένως, για όλους τους παραπάνω λόγους, τα αναφερόμενα στη μήνυση του πρώτου εναγομένου και στις ένορκες καταθέσεις των λοιπών εναγόμενων περιστατικά σχετικά με την φερόμενη ως απατηλή συμπεριφορά του ενάγοντας ήταν ψευδή.
Από τα ίδια στοιχεία αποδείχθηκε, ότι οι εναγόμενοι εν γνώσει της αναλήθειας αυτών, ο μεν πρώτος υπέβαλε την προαναφερόμενη μήνυση με σκοπό την ποινική καταδίωξη του ενάγοντος, οι δε λοιποί εναγόμενοι ως μάρτυρες (υιός και γαμβρός του πρώτου), εξ ιδίας αντιλήψεως γνώριζαν, ότι όλα τα παραπάνω αναφερόμενα στις καταθέσεις τους περιστατικά, τα οποία κατέθεσαν ενόρκως ενώπιον της ανακριτικής αρχής ήσαν ψευδή, καθώς επισήμαναν, ότι η γνώση τους, σχετικά με το κατά τα παραπάνω ψευδές γεγονός, της από μέρους του ενάγοντα εξαπάτησης του πωλητή για τη σύναψη της επίμαχης συναλλαγής με την απόκρυψη της αφερεγγυότητας του αγοραστή Ιταλού επιχειρηματία, προέρχεται από ανοικτή συνακρόαση των όσων σχετικά με το θέμα αυτό διημοίβοντο στις μεταξύ των διαδίκων τηλεφωνικές συνομιλίες...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε, ότι ο ενάγων, εξαιτίας της παράνομης (αξιόποινης) συμπεριφοράς των εναγόμενων, στοιχειοθετούμενη στα αδικήματα της ψευδούς καταμήνυσης (αρ. 229 ΠΚ) και ψευδορκίας μάρτυρα (αρ. 224 παρ.2 ΠΚ), υπέστη ψυχική ταλαιπωρία, αφού κατέστη κατηγορούμενος, υποβλήθηκε σε δικαστική περιπέτεια, απολογούμενος ενώπιον του Ανακριτή Ηρακλείου, διασύρθηκε ενώπιον των μελών της οικογένειας του και των συντοπιτών του, με αποτέλεσμα να πληγεί η αξιοπρέπεια του, η κοινωνική του προσωπικότητα, η τιμή και υπόληψή του και στη συνέχεια, λαμβάνοντας υπόψη το είδος της προσβολής (προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντας και της τιμής του) που πληροί μεταξύ άλλων τις ειδικές υποστάσεις των προαναφερθέντων εγκλημάτων των άρθρων 229 παρ. 1 (ψευδής καταμήνυση κυρίως), 224 παρ.2 ΠΚ (ψευδορκία μάρτυρα), την έκταση της βλάβης, σύμφωνα με το βαθμό και τη διάρκεια της προσβολής της προσωπικότητας του ενάγοντος, την ένταση και τη διάρκεια της ψυχικής και συναισθηματικής αναστάτωσής του, τις συνθήκες τελέσεως της αδικοπραξίας, την ένταση του δόλου, το είδος του αδικήματος για το οποίο καταμηνύθηκε άδικα (πλημμέλημα), λαμβάνοντας υπόψη την κοινωνική και επαγγελματική κατάσταση των διαδίκων, ήτοι το γεγονός ότι ο ενάγων, ηλικίας κατά το επίδικο συμβάν 45 ετών, ήταν φιλήσυχο μέλος της κοινωνίας της περιοχής της ...ς όπου διέμενε και δραστηριοποιείτο επαγγελματικά, αλλά συνεκτιμώντας και την επαγγελματική κατάσταση των εναγομένων, σταθμίζοντας συνάμα τις ζημιογόνες συνέπειες της ένδικης συναλλαγής και προς αυτούς, έκρινε, ότι για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη ο ενάγων, πρέπει να επιδικαστεί σε αυτόν εύλογη χρηματική ικανοποίηση, η οποία, αποτιμάται στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, καταβλητέα από τους κληρονόμους πλέον του πρώτου εναγομένου και στο ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ από καθένα των λοιπών εναγομένων και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε επιδικάσει στον ενάγοντα για την ίδια αιτία μεγαλύτερα χρηματικά ποσά, ήτοι των 7.000 ευρώ για τον πρώτο εναγόμενο και από 3.000 ευρώ για καθένα των λοιπών, κράτησε την υπόθεση, δίκασε την αγωγή και την έκανε εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν για τα παραπάνω μικρότερα ποσά.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως την αρχή της αναλογικότητας, ούτε τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας κατά την εφαρμογή του άρθρου 932 του ΑΚ, καθότι υπό τα γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα ως άνω πραγματικά περιστατικά και με βάση τα κριτήρια καθορισμού εύλογης χρηματικής ικανοποίησης του άρθρου 932 του ΑΚ, το εν λόγω ποσό, κατά τη κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου αντίληψη δεν υπολείπεται και μάλιστα καταφανώς του συνήθους επιδικαζομένου ποσού σε παρόμοιες περιπτώσεις.
Επομένως, ο από τον αριθμ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Ομοίως αβάσιμος είναι και ο δεύτερος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων παραπονείται ότι το εφετείο στην προσβαλλόμενη απόφασή του περιέχει αντιφατικές αιτιολογίες σε σχέση με ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα με τον ποινικό χαρακτηρισμό της πράξης της απάτης για την οποία καταμηνύθηκε από τον πρώτο εναγόμενο και κατηγορήθηκε, καθόσον, ενώ, κατά τον προσδιορισμό του ύψους της ηθικής βλάβης του και την επιδίκαση του συνολικού ποσού των 5.000 ευρώ, δέχθηκε ότι το έγκλημα για το οποίο ψευδώς καταμηνύθηκε ήταν πλημμέλημα, που τυποποιείται στη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 ΠΚ, στις σελ. 9, 13 και 15 της προσβαλλόμενης απόφασής του αναφέρει, ότι είχε καταμηνυθεί για έγκλημα κακουργηματικής φύσης, καθόσον είχε απαγγελθεί σε βάρος του κατηγορία για απάτη από κοινού με περιουσιακό όφελος και αντίστοιχα προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουσα το ποσό των 73.000 ευρώ, που τυποποιείται στη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 3 ΠΚ, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της διάταξης του άρθρου 25 του Συντάγματος για το αν παραβιάσθηκαν τα ακραία όρια της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου στον προσδιορισμό του ποσού της ηθικής βλάβης.
Ειδικότερα, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι με επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις αναφέρονται στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης τα πραγματικά περιστατικά, που αποτελούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απάτης, για την οποία καταμηνύθηκε ο αναιρεσείων και συγκεκριμένα για απάτη από κοινού με περιουσιακό όφελος και αντίστοιχα προξενηθείσα ζημία υπερβαίνουσα το ποσό των 73.000 ευρώ, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή της άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 25 του Συντάγματος και συγκεκριμένα για το αν παραβιάσθηκαν τα ακραία όρια της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου στον προσδιορισμό του ποσού της ηθικής βλάβης, χωρίς να ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, μετά ταύτα, ο χαρακτηρισμός της άνω απάτης ως πλημμελήματος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ. γ' ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα υποστατά και, αναλόγως, έγκυρα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους, είτε για άμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΑΠ 1864/2017, ΑΠ 1614/2017).
Δεν θεμελιώνεται ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι? αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Δεν αναιρείται η λήψη των αποδεικτικών μέσων από τη μη ειδική αναφορά τους, μολονότι στην απόφαση μνημονεύονται ιδιαίτερα ορισμένα από αυτά, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 455/2014, ΑΠ 798/2010). Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.
Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 2/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, μέμφεται το Εφετείο για την από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, αιτιώμενος, ότι δεν έλαβε υπόψη της προσκομισθέντα από αυτόν με επίκληση αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα: 1) το υπ' αριθ. 224/2005 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Ηρακλείου και 2) την από 28-3-2003 μήνυση του πρώτου εναγομένου εναντίον του, από τα οποία προκύπτει, ότι η πράξη για την οποία καταμηνύθηκε από αυτόν και ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος του ήταν κακουργηματικής φύσης απάτη με παράνομο περιουσιακό όφελος άνω των 73.000 ευρώ, με αποτέλεσμα να δεχθεί, ότι κατηγορήθηκε για πλημμέλημα (και όχι για κακούργημα), γεγονός που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα στον προσδιορισμό του ποσού της ηθικής του βλάβης, που υπέστη από την προσβολή της προσωπικότητάς του.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, προεχόντως, διότι από την αναφορά στην προσβαλλόμενη, ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της δικαστικής του κρίσης, έλαβε υπόψη, εκτός των άλλων, σαφώς προσδιοριζόμενων, αποδεικτικών μέσων, και τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σε συνδυασμό με όσα διαλαμβάνονται στο σκεπτικό αυτής, σαφώς προκύπτει ότι αναμφίβολα συνεκτίμησε μαζί με τις λοιπές αποδείξεις και αξιολόγησε και τα άνω επικαλούμενα έγγραφα, τα οποία αφορά ο ως άνω αναιρετικός λόγος.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1047 παρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, προσωπική κράτηση ως μέσον αναγκαστικής εκτέλεσης μπορεί να διαταχθεί και για απαιτήσεις από αδικοπραξία, ενώ κατά την παρ. 2 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, όπως η διάταξη αυτή ίσχυε πριν από την τροποποίησή της με το άρθρο 62 παρ. 2 του ν. 3994/2011, δεν διατάσσεται προσωπική κράτηση για απαίτηση μικρότερη των 1500 ευρώ.
Με την ως άνω διάταξη (άρθρο 62 παρ. 2 ν. 3994/2011) αυξήθηκε το τελευταίο αυτό ποσό σε 30.000 ευρώ, ενώ κατά το άρθρο 72 παρ. 12 του ίδιου νόμου (3994/2011), η παράγραφος 2 του άρθρου 1047 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας εφαρμόζεται άμεσα και σε αγωγές που εκκρεμούν κατά τη δημοσίευσή του, η οποία έγινε στις 25-7-2011. Περαιτέρω, το εφετείο, δυνάμει του κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, καθίσταται κύριο της διαφοράς μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους τυχόν πρόσθετους λόγους.
Επομένως, εφόσον με την έφεση του εναγομένου ζητείται η απόρριψη της αγωγής, η οποία πρωτοδίκως είχε γίνει εν μέρει δεκτή κατ' ουσίαν, το εφετείο οφείλει και αυτεπαγγέλτως να εξετάσει το νόμω βάσιμο της αγωγής και, αν το αγωγικό αίτημα δεν βρίσκει έρεισμα στο νόμο, να την απορρίψει, έστω και χωρίς ειδικό και συγκεκριμένο λόγο έφεσης.
Ενόψει αυτών, για την απόρριψη του ως άνω παρεπομένου αιτήματος της απαγγελίας προσωπικής κράτησης ως μη νομίμου, δεν απαιτείται η υποβολή ειδικού παραπόνου από τον εναγόμενο ή εκκαλούντα, εφόσον αυτός ζητεί την απόρριψη της σε βάρος του αγωγής (ΑΠ 2105/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την, παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο επιλήφθηκε της υπόθεσης, κατόπιν έφεσης των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, με την οποία αυτοί έπλητταν την πρωτόδικη με αριθ. 320/2009 απόφαση, η οποία τους είχε καταδικάσει να πληρώσουν στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, λόγω αδικοπραξίας, το συνολικό ποσό των 13.000 ευρώ και ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης και είχε απαγγείλει σε βάρος καθενός προσωπική κράτηση διάρκειας δύο μηνών.
Το Εφετείο στη συνέχεια, δεχόμενο την έφεση των εναγομένων και συγκεκριμένα τον έβδομο λόγο αυτής, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος που είχε επιδικάσει στον ενάγοντα ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση το παραπάνω ποσό και αφού κράτησε την υπόθεση, δίκασε επί της αγωγής, δέχτηκε εν μέρει αυτή και υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλουν στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 5.000 ευρώ, κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις, χωρίς όμως να απαγγείλει προσωπική κράτηση κατά των εναγομένων-εκκαλούντων και ήδη αναιρεσίβλητων, με την αιτιολογία, ότι αφού η από 16-3-2007 αγωγή ήταν εκκρεμής κατά τη δημοσίευση του ν. 3994/2011 (25-7-2011), η δε απαίτηση, που επιδικάστηκε ήταν μικρότερη από 30.000 ευρώ, δεν συνέτρεχε περίπτωση απαγγελίας προσωπικής κράτησης.
Η αυτεπάγγελτη αυτή εξέταση από το Εφετείο της νομικής βασιμότητας του αιτήματος της αγωγής περί απαγγελίας προσωπικής κράτησης έγινε επιτρεπτώς κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ, αφού οι εναγόμενοι- εκκαλούντες διατύπωναν με την έφεσή τους παράπονο για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Επομένως, ο τρίτος από τον αριθ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει ως νόμω αβάσιμο το άνω αίτημα της αγωγής, χωρίς την υποβολή σχετικού λόγου έφεσης, επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα, στο Δημόσιο Ταμείο. Τέλος, δικαστικά έξοδα υπέρ των αναιρεσιβλήτων, που νίκησαν, δεν επιδικάζονται, διότι δεν παρέστησαν και δεν υπέβαλαν σχετικό αίτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-5-2018 αίτηση του Π. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 189/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα, στο Δημόσιο Ταμείο. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2020.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Ιουλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ