Legislator Case Law & Legislation
1274/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to improper filing of multiple judgments in one petition.

Case Number 1274/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the first-instance judgment. The appellant argued that the appellate court erred in accepting unsigned invoices as evidence without the appellant's submission, violating procedural rules. However, the court ruled that the appeal was inadmissible because the petition improperly targeted both the first-instance and appellate decisions in a single filing, contrary to statutory requirements for separate submissions.

Legislator headnote

AI generated

Articles 522, 552, 553, 566 of the Code of Civil Procedure; Article 495 of the Code of Civil Procedure: When multiple judgments are challenged in one cassation petition, the petition must be filed separately at each court; failure to comply renders the appeal inadmissible.

Keywords

AI generated
cassation appeal inadmissible petition multiple judgments separate filing Code of Civil Procedure procedural defect dismissal of appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 522, 552, 553, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 40/1996
Supreme Court Case 765/2008
Supreme Court Case 96/2010

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1274 / 2020 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1274/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Μ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θωμά Παπαλιάγκα και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ομόρρυθμης Εμπορικής Εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", που εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάμπρο Μακρυγιάννη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/4/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λάρισας.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 319/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 13/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας.

Την αναίρεση των ανωτέρω αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15/2/2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 552, 553 και 566 παρ. 2 ΚΠολΔ, με τις οποίες καθορίζεται η έκταση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, οι υποκείμενες σε αναίρεση αποφάσεις και τα της ασκήσεως αναιρέσεως κατά περισσοτέρων αποφάσεων, προκύπτει ότι σε υπόθεση, η οποία διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, αν γίνει τυπικά δεκτή η έφεση, που ασκήθηκε κατά της πρωτόδικης απόφασης, με αναίρεση προσβάλλεται μόνο η απόφαση του Εφετείου, είτε με αυτή η έφεση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν και έτσι επικυρώθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, είτε έγινε δεκτή κατ' ουσίαν και το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, έκρινε οριστικά τη διαφορά, γιατί στην πρώτη περίπτωση η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώθηκε στην εφετειακή, ενώ στη δεύτερη έπαυσε να υπάρχει (Ολ.

ΑΠ 40/1996, απ 765/2008). Εξάλλου, κατά το άρθρο 566 παρ. 2 του Κ.Πολ. Δικ., αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η κατάθεσή του πρέπει να γίνεται στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά. Η παράβαση της διατάξεως αυτής, η οποία συμπληρώνει τις γενικές διατάξεις του άρθρου 495 παρ. 1-2 Κ.Πολ.Δικ., που ρυθμίζουν τον τρόπο ασκήσεως των ένδικων μέσων, έχει ως αποτέλεσμα την απόρριψη της αναιρέσεως, ως απαράδεκτης για εκείνη από τις προσβαλλόμενες αποφάσεις, ως προς την οποία το αναιρετήριο δεν κατατέθηκε στην γραμματεία του δικαστηρίου που την εξέδωσε (ΑΠ 96/2010).

Στην προκείμενη περίπτωση όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο της 13/2017 απόφασης του δικάσαντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, με αυτήν το Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχτηκε τυπικά την έφεση του αναιρεσείοντα κατά της συμπροσβαλλόμενης 319/2014 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Λάρισας και την απέρριψε κατ' ουσίαν.

Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, κατά το μέρος που αυτοτελώς στρέφεται κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία ενσωματώθηκε στην απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου. Σε κάθε περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, καθόσον στρέφεται αυτοτελώς κατά της πρωτόδικης 319/2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Λάρισας, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και για το λόγο ότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της, με την κάτω από αυτή πράξη κατάθεσης, το δικόγραφό της κατατέθηκε μόνο στη γραμματεία του δικάσαντος ως Εφετείου Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας και δεν κατατέθηκε και στη γραμματεία του Ειρηνοδικείου Λάρισας.

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ ή στο άρθρο 560 του ίδιου κώδικα, προκειμένου για απόφαση του Πρωτοδικείου που εκδόθηκε σε έφεση κατά αποφάσεως Ειρηνοδικείου, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση, καθώς και να καθορίζονται σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούντο σφάλμα που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς η εντεύθεν αοριστία να μπορεί επιτρεπτώς να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, εννοιολογικά ταυτόσιμη με εκείνη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Αντίστοιχα, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (ΚΠολΔ 560 αρ. 1), πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου. Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου. Τούτο δε διότι η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως (ΚΠολΔ 578), το τελευταίο δε συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου.

Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία, προκειμένου να ελεγχθεί, αν τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού καλύπτουν όλα τα στοιχεία του πραγματικού του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα και ο έλεγχος του διατακτικού της αποφάσεως (ΑΠ 16/2009).

Παράλληλα, στη διάταξη του άρθρου 560 παρ. 6 ΚΠολΔ, εννοιολογικά ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 559 αρ. 19 του ίδιου κώδικα, που προστέθηκε με το τρίτο άρθρο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, ορίζεται ότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 6, του άρθρ. 560 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί,αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ ΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 2267/2013).

Δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης, Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι, κατά το νόμο, αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, που εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 130/2009, ΑΠ 1438/2009). Δεν αρκεί δηλαδή η παράθεση του συμπεράσματος του δικαστηρίου, γιατί μόνο με παράθεση των πραγματικών κρίσιμων παραδοχών, (όχι μεμονωμένων και κατ' επιλογή αποσπασματικών), μπορεί να ελεγχθεί, αν η αποδιδόμενη νομική πλημμέλεια οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔικ (ΑΠ 1909/2007).

Επίσης και στις δύο περιπτώσεις, ανεπάρκειας ή αντίφασης των αιτιολογιών της απόφασης, πρέπει επιπρόσθετα να εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι υποβλήθηκε στο Εφετείο ισχυρισμός, για την αντιμετώπιση του οποίου εσφαλμένα εφαρμόστηκε ή, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί, εσφαλμένα δεν εφαρμόστηκε ο επικαλούμενος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ ΑΠ 20/2005). Ενόψει των εκτεθέντων, οι αναιρετικές πλημμέλειες από το άρθρο 560 αρ. 1 και 6 ΚΠολΔ ιδρύονται, μόνο σε περίπτωση που ο φερόμενος ως παραβιαζόμενος κανόνας είναι ουσιαστικού δικαίου, δηλ. κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις για την μη τήρηση αυτών, ενώ δεν ιδρύονται οι λόγοι των αιρθ. 1 και 6 επί παραβιάσεως κανόνων του δικονομικού δικαίου, ήτοι κανόνων που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και την μορφή της ένδικης προστασίας. Υπό την εκτεθείσα δε έννοια, δεν είναι κανόνες ουσιαστικού δικαίου και οι περί αποδείξεως διατάξεις του άρθρου 270 παρ. 2 ΚΠολΔ, που έχει ήδη καταργηθεί και επαναδιατυπώθηκε στο άρθρο 340 παρ. 1 του ίδιου κώδικα με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, αλλά ούτε εκείνες του άρθρου 447 ΚΠολΔ (ΑΠ 1140/2005).

Στη συγκεκριμένη υπόθεση, ο αναιρεσείων, με τους περιεχόμενους στην υπό κρίση αίτησή του λόγους αναίρεσης, επικαλούμενος τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση προβάλλοντας τις εξής αιτιάσεις: Ότι εσφαλμένα η αναιρεσιβαλλόμενη εφετειακή απόφαση δέχτηκε ως πλήρη και αληθή αποδεικτικά στοιχεία τα προσκομιζόμενα από την αναιρεσίβλητη τιμολόγια, τα οποία αφενός είναι ανυπόγραφα από τον ίδιο, αφού δεν έλαβε, δεν αναγνώρισε, ούτε υπέγραψε ποτέ, διότι δεν αγόρασε ποτέ τα γεωργικά εφόδια, που αναφέρονται σε αυτά, ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο αγνοώντας την κατάργηση του άρθρου 270 παρ. 2 ΚΠολΔ, αναφέρει στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι "....το Δικαστήριο σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 ΚΠολΔ μπορεί να λαμβάνει υπόψη του και να εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα, που δε πληρούν τους όρους του νόμου...", λαμβάνοντας υπόψη του εσφαλμένα και παράνομα διάταξη, η οποία έχει καταργηθεί από την παράγραφο 1 του άρθρου δεύτερου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 και σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου ενάτου η ισχύς του αρχίζει από 1-1-2016, ότι επιπλέον η εφετειακή απόφαση προέβει σε εσφαλμένη και παράνομη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 447 ΚΠολΔ, αφού τόσο η γραμματική διατύπωση όσο και η ουσιαστική ερμηνεία του ανωτέρου άρθρου υποδηλώνουν πως τα ανυπόγραφα τιμολόγια πωλήσεως, που προσκόμισε η αναιρεσίβλητη εταιρεία, αποτελούν ιδιωτικά έγγραφα και επομένως αποτελούν αποδεικτικά στοιχεία υπέρ του εκδότη τους, μόνο εάν τα προσκόμιζε ο αντίδικος, ήτοι ο ίδιος (αναιρεσείων), γεγονός, όμως, που δεν συνέβη, ότι εσφαλμένα τα αποδέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και εσφαλμένα οδηγήθηκε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, βασιζόμενο σε διατάξεις νόμου ανίσχυρες και ανύπαρκτες, μεροληπτώντας ουσιωδώς υπέρ της αναιρεσίβλητης εταιρείας, ότι εξ όλων των ανωτέρω συνάγεται αβίαστα το συμπέρασμα ότι εσφαλμένα η αναιρεσιβαλλόμενη έκρινε περί του αντιθέτου και απέρριψε τους νόμιμους ισχυρισμούς του ως τυπικά και ουσιαστικά αβάσιμους, στηρίχθηκε δε σε εσφαλμένη εφαρμογή ανύπαρκτων νόμων και διατάξεων και πρέπει να ανακληθεί και εξαφανισθεί, ότι επειδή η πληττόμενη απόφαση, καθ' όσον δεν έλαβε και υπόψη όσα επικαλέσθηκε, πρότεινε και όσα εν συνεχεία αποδεικτικά μέσα προσκόμισε, κατέστη αναιρετέα, δυνάμει των άρθρων 559 και 560 ΚΠολΔ.

Όμως, στην αίτηση αυτή αναίρεσης δεν περιέχεται κάποιος σαφής και ορισμένος λόγος, από εκείνους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 560 ΚΠολΔ, ενώ οι φερόμενες ως παραβιάσεις των άρθρων 447 και 270 παρ. 2, (ήδη καταργηθέντος, πλην επαναδιατυπωθέντος στο άρθρο 340 παρ. 1) ΚΠολΔ, με τα οποία εισάγονται κανόνες δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου, δεν ιδρύουν λόγους αναίρεσης από το άρθρο 560 παρ. 1 και 6 του ΚΠολΔ, που επικαλείται ο αναιρεσείων, χωρίς ωστόσο να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της τα απαιτούμενα για τη θεμελίωσή τους στοιχεία, όπως ειδικότερα αναλύονται στη μείζονα σκέψη της παρούσας.

Επομένως, οι προαναφερόμενοι λόγοι αναίρεσης είναι απαράδεκτοι, προεχόντως ως αορίστως προβαλλόμενοι.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αίτηση, να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί, κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύει, η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, το οποίο καταβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 30/2017 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά της, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του, (άρθρα 176, 183, 189, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-2-2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 13/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου των τριακοσίων (300,00) ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ