Legislator Case Law & Legislation
1274/2019 AI generated

Supreme Court allows appeal against bankruptcy company's witness exclusion ruling due to changed legal status.

Case Number 1274/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision to exclude a witness from the bankruptcy case. The witness, formerly the president of the bankrupt company, had been excluded because he was no longer holding that position at the time of testimony, yet the lower court admitted his evidence based on his current interest in the outcome. The Court found the lower court's reasoning flawed regarding the witness's legal standing and interest, ruling that the appeal was admissible and the original decision must be overturned.

Legislator headnote

AI generated

Articles 531, 553, 576 of the Code of Civil Procedure; A witness who was not a party at the time of testimony but holds a legal interest in the case outcome may provide valid evidence if their status changes or if the court deems their interest sufficient to justify admission.

Keywords

AI generated
bankruptcy proceedings witness admissibility legal standing interest in outcome appeal admissibility exclusion of witness civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Article 531 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1274 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1274/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2'Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αβροκόμη Θούα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Κυριάκο Οικονόμου και Αναστασία Περιστεράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Απριλίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Κ. του Κ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Τζαμαλούκα.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Τ. του Δ., συζύγου Ι. Κ., κατοίκου ... και 2) της τελούσας σε κατάσταση πτωχεύσεως ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Η πρώτη αναιρεσίβλητη παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παπαδόγιαννη, ενώ η δεύτερη αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-3-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 249/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 233/2017 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24-10-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και η πρώτη αναιρεσίβλητη, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της πρώτης αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την ….41Β/21-2-2018 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Πατρών, διορισμένης στο Πρωτοδικείο Αιγίου Κ. Α., η οποία νόμιμα προσκομίζεται από τον αναιρεσείοντα, που επισπεύδει τη συζήτηση, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από24-10-2017 αίτησης αναίρεσης, με την πράξη ορισμού δικασίμου για την αρχική δικάσιμο της 14-5-2018 με κλήση προς συζήτηση για την εν λόγω δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, στην δεύτερη αναιρεσίβλητη.

Η τελευταία, όμως, δεν εμφανίστηκε κατά τη συζήτηση της εν λόγω αίτησης κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας μετ'αναβολη δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε και συζητήθηκε η υπόθεση κατά τη σειρά της από το οικείο πινάκιο, αλλ` ούτε κατέθεσε την κατ` άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ. δήλωση. Επομένως, πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ., παρά την απουσία αυτής, να προχωρήσει το Δικαστήριο στη συζήτηση της υπόθεσης.

Κατά το άρθρ. 553 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή. Εξάλλου, κατά το άρθ. 531 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος εφαρμόζονται ως προς την έφεση οι διατάξεις για την ερημοδικία του ενάγοντος.

Δηλαδή, κατά προσαρμογή προς τα οριζόμενα στο άρθ. 272 παρ. 1, 2 ΚΠολΔ, η έφεση απορρίπτεται ερήμην του εκκαλούντος, που επιμελήθηκε για τη συζήτηση ή κλητεύθηκε νομίμως κατ` αυτή. Η απόρριψη της εφέσεως, λόγω της ερημοδικίας του εκκαλούντος, γίνεται κατ` ουσία, και όχι κατά τύπους. Γιατί, παρόλο που στην πραγματικότητα οι λόγοι της εφέσεως δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητά τους, θεωρείται, κατά πλάσμα του νόμου, ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίδεται στο δικαστήριο η δυνατότητα εκδόσεως αντίθετης αποφάσεως περί παραδοχής τους.

Επομένως, εάν η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως απορριφθεί, λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως είναι μόνον η (μη υποκείμενη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας) απόφαση του εφετείου, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη. Έτσι δε, τα τυχόν σφάλματα της αποφάσεως του πρώτου βαθμού, αφού επικυρώνονται από το εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναιρέσεως ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας αποφάσεως, εφόσον συνιστούν και αναιρετικούς λόγους, παραδεκτώς προβαλλομένους (Ολ.ΑΠ 16/1990, ΑΠ 938/2018, ΑΠ 59/2018).

Στην κρινόμενη περίπτωση, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως απευθύνεται κατά της 233/2017 απόφασης του Εφετείου Πατρών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της249/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος -αναιρεσείοντος. Είναι συνεπώς η αίτηση αυτή παραδεκτή κατά τούτο.

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 περ. β`, 309 εδ. α`, 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ως άνω ενδίκου μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.

Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης (ΟλΑΠ5/2001 και 9/1996). Εξάλλου, κατά την παρ. 1 του άρθρου 503 ΚΠολΔ, η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας είναι δέκα πέντε ημέρες, αν ο διάδικος που δικάσθηκε ερήμην διαμένει στην Ελλάδα και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης.

Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφού έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας είτε διότι παρήλθε η δεκαπενθήμερη προς άσκηση αυτής προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή του δικαιώματος προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 553 αρ. 1β` ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, η δήλωση για παραίτηση από το δικαίωμα προς άσκηση ενδίκου μέσου είναι έγκυρη και χωρίς να τηρηθεί ο διαδικαστικός τύπος του άρθρου 297 ΚΠολΔ, διότι ο τύπος αυτός αφορά αποκλειστικά την παραίτηση από το δικόγραφο ή το δικαίωμα ασκηθέντος ήδη ενδίκου μέσου (ΑΕΔ 42/1980, Ολ.ΑΠ 626/1980). Ενόψει τούτου η παραίτηση από το δικαίωμα ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας μπορεί να συνάγεται και σιωπηρώς από το ότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος άσκησε αναίρεση χωρίς να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας.

Για το κύρος μιας τέτοιας παραίτησης απαιτείται ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα του υπογράφοντος την αίτηση αναίρεσης δικηγόρου (άρθρο 98 περ. β` ΚΠολΔ), η έλλειψη, όμως, αυτής μπορεί να καλυφθεί με έγκριση εκ των υστέρων του ασκήσαντος την αναίρεση διαδίκου, με συνέπεια, λόγω της αναδρομικής ενέργειας της έγκρισης που αφορά την παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας, να ισχυροποιείται αναδρομικά η παραίτηση από το χρόνο ασκήσεως της αναίρεσης και να θεωρείται η απόφαση τελεσίδικη από τότε και ως εκ τούτου να υπόκειται σε αναίρεση από το ίδιο χρονικό σημείο (Ολ.ΑΠ 17/2013, 9/1996 και 626/1980, ΑΠ 779/2017, ΑΠ 243/2017, ΑΠ 2066/2014 ΑΠ 180/2014, ΑΠ 1261/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, που ασκήθηκε νομότυπα στις 27-10-2017, στρέφεται κατά της233/2017 οριστικής απόφασης του Εφετείου Πατρών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του ήδη αναιρεσείοντος ως ανυποστήρικτη λόγω της ερημοδικίας του και με το δικόγραφο αυτής ο αναιρεσείων παραιτείται από την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας κατά της άνω απόφασης του Εφετείου Πατρών.

Επιπλέον, η αίτηση αναίρεσης υπογράφεται από τον πληρεξούσιο αυτού δικηγόρο Θεόδωρο Τζαμαλούκα, ο οποίος προσκομίζει το ….371/26-10-2017 ειδικό πληρεξούσιο του Συμβολαιογράφου Ν. Σ. από το οποίο προκύπτει ότι ο αναιρεσείων διόρισε τον ως άνω δικηγόρο ειδικό πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητο του, για να παραιτηθεί από την άσκηση ανακοπής ερημοδικίας κατά της 233/2017 απόφασης του Εφετείου Πατρών για να παραστεί και να τον αντιπροσωπεύσει ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, και να υποστηρίξει την αναίρεσή του κατά της άνω απόφασης και δήλωσε δε ότι εγκρίνει και αναγνωρίζει από τότε όλες τις πράξεις του παραπάνω πληρεξουσίου, που ενήργησε ή θα ενεργήσει στα πλαίσια των παραπάνω εντολών ως νόμιμες, έγκυρες, ισχυρές και απρόσβλητες.

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η προσβαλλομένη απόφαση κατέστη τελεσίδικη και η ασκηθείσα αναίρεση είναι παραδεκτή, κατά το άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ.

Κατά το άρθρο 559 αρ.11 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει (περ.α`). Εξάλλου, στα περιοριστικός αναφερόμενα στο άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα συγκαταλέγονται οι μάρτυρες, τρίτοι, εκτός των διαδίκων πρόσωπα, καθώς και η εξέταση των διαδίκων, η οποία υλοποιείται, κατά την διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου της ουσίας, με τήρηση των οριζομένων από τις διατάξεις των άρθρων 415-420 ΚΠολΔ.

Προς διάδικο εξομοιώνεται, μη δυνάμενος να εξετασθεί ως μάρτυρας, τόσο ο νόμιμος αντιπρόσωπος του ανίκανου να παρίσταται φυσικού προσώπου (ΚΠολΔ 64 παρ.1)ή του νομικού προσώπου (ΚΠολΔ 64 παρ. 2) ή το μέλος της διοικήσεως αυτού, τους οποίους μπορεί το δικαστήριο να εξετάσει με την προδιαληφθείσα ιδιότητα τους (ΚΠολΔ 415 παρ.2,3).

Διαφορετικά η εξέταση τους ως μαρτύρων αποτελεί ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, η παρά ταύτα λήψη υπόψη της μαρτυρίας των οποίων στοιχειοθετεί τον ερευνώμενο λόγο αναιρέσεως. Υπό την αντίθετη εκδοχή θα ήταν δυνατό να εξετάζεται το ίδιο πρόσωπο ως μάρτυρας και στη συνέχεια ως διάδικος ή νόμιμος εκπρόσωπος φυσικού ή νομικού προσώπου ή μέλος της διοικήσεως αυτού.

Αποφασιστικό επομένως κριτήριο είναι η δικονομική δυνατότητα εξετάσεως του μάρτυρα και ως διαδίκου ή νομίμου εκπροσώπου φυσικού ή νομικού προσώπου κατά την διαδικασία των άρθρων 415-420 ΚΠολΔ, εκδοχή η οποία καταλήγει σε προφανή άτοπα δικονομικά αποτελέσματα. Έτσι παρά το γεγονός ότι η πτωχεύσασα ανώνυμη εταιρεία δεν είναι διάδικος στις πτωχευτικές δίκες, αλλά ο σύνδικος αυτής, ο οποίος, ως μη δικαιούχος διάδικος, ενεργεί ιδίω ονόματι (άρθρα 534 του προϊσχύσαντος πτωχευτικού δικαίου και 17 του ν.3588/2007), άποψη η οποία επιβεβαιώνεται και από την παρεχόμενη από τις εν λόγω διατάξεις δικονομική δυνατότητα στον πτωχό να παρέμβει, ως τρίτος, στη δίκη με διάδικο τον σύνδικο της πτωχεύσεως αυτής, παρά ταύτα η εξέταση του νομίμου εκπροσώπου αυτής ή μέλους της διοικήσεως αυτού, ως μάρτυρα, αποτελεί ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, εφόσον με την διάταξη του άρθρου 415 παρ.4 ΚΠολΔ παρέχεται η δυνατότητα εξετάσεως αυτού ή του διαδίκου συνδίκου.

Η κρίση αυτή δεν διαφοροποιείται από την διάταξη του άρθρου 47α παρ.1γ του ν.2190/1920, κατά τους ορισμούς της οποίας η ανώνυμη εταιρεία λύνεται με την κήρυξή της σε κατάσταση πτωχεύσεως. Και τούτο για τον λόγο ότι στην περίπτωση αυτή, μετά την λύση της εταιρείας, ακολουθεί η πτωχευτική διαδικασία, που αποτελεί μορφή συλλογικής εκτελέσεως, χωρίς να επέρχεται η εξαφάνιση της νομικής προσωπικότητας της εταιρείας, η οποία θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ότι διατηρείται σε όλο το στάδιο της πτωχεύσεως προς τον αποκλειστικό σκοπό της εξακολουθήσεως της πτωχευτικής διαδικασίας.

Κατά την διάρκεια αυτής, αν και δεσμεύεται η εταιρική περιουσία και αναλαμβάνει την διαχείριση αυτής ο σύνδικος της πτωχεύσεως, δεν παύει η ύπαρξη των οργάνων της εταιρίας, αλλ` εξακολουθεί να υφίσταται τόσο η γενική συνέλευση των μετόχων της όσο και το διοικητικό αυτής συμβούλιο, το οποίο την εκπροσωπεί κατά την πτωχευτική διαδικασία, με δικονομική δυνατότητα παρεμβάσεως της πτωχευσάσης εταιρείας, ως τρίτης, στη δίκη με διάδικο το σύνδικο της πτωχεύσεως αυτής, κατά την οποία η εξέταση του εκπροσωπούντος αυτήν διοικητικού συμβουλίου ή μέλους αυτού ως μάρτυρα αποτελεί ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, με την διάταξη του άρθρου 415 παρ.4 ΚΠολΔ παρέχεται η δυνατότητα εξετάσεως αυτών ή του μη δικαιούχου διαδίκου συνδίκου (ΑΠ374/2011).

Εξάλλου, ως ανυπόστατο, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ούτε και ως μη πληρούν τους όρους του νόμου αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 745/2007).

Ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559αρ 11α ΚΠολΔ. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι προέβαλε κατά την δίκη ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, τον ισχυρισμό ότι η εξέταση του μάρτυρα - νομίμου εκπροσώπου - Προέδρου του διοικητικού συμβουλίου της πτωχευσάσης δεύτερης εναγομένης - αναιρεσίβλητης εταιρίας, Ι.

Κ., αποτελεί ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, τον οποίο (ισχυρισμό) απέρριψε η προσβαλλόμενη απόφαση, έτσι ώστε να στοιχειοθετείται η προβαλλόμενη με τον πρώτο λόγο αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.11 περ.α ΚΠολΔ. Από την επισκόπηση της απόφασης του Πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που ενσωματώθηκε στην προσβαλλόμενη, προκύπτει, ότι έγιναν δεκτά τα ακόλουθα, κατά το ενδιαφέρον του αναιρετικού διαδικασίας μέρος για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου : "ο συνήγορος του ενάγοντος (ήδη αναιρεσείοντος) με προφορική δήλωσή του που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά, ζήτησε την εξαίρεση του μάρτυρα Ι.

Κ., ο οποίος ήταν κατά το παρελθόν και συγκεκριμένα πριν από τη κήρυξη σε πτώχευση, με την υπ' αριθμ. 871/2011 απόφαση- του παρόντος Δικαστηρίου, της δεύτερης εναγόμενης ανωνύμου εταιρείας (ήδη δεύτερης των αναιρεσιβλήτων) πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος, αυτής για το λόγο ότι δια του δικογράφου της παρεμβάσεως, από την οποία παραιτήθηκε, είχε δηλώσει ότι εξαρτά ηθικό και υλικό συμφέρον από την έκβαση της δίκης, όμως, ο ανωτέρω μάρτυρας κατά το χρόνο της κατάθεσης δεν είχε την ιδιότητα, που προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου, αλλά τη διοίκηση και διαχείριση της ως άνω εταιρείας είχε αποκλειστικά η σύνδικος της πτώχευσης.

Επομένως ο μάρτυρας δεν έχει την ιδιότητα του διαδίκου και η ένορκη κατάθεσή του δεν συνιστά ανυπόστατο αποδεικτικό στοιχείο. Περαιτέρω, όμως, προέκυψε ότι ο ανωτέρω μάρτυρας, σύζυγος της πρώτης εναγομένης (ήδη πρώτης αναιρεσιβλήτου), είχε ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της πτωχευσάσης εταιρείας, για το λόγο δε αυτό αναβλήθηκε η συζήτηση της υπό κρίση αγωγής κατά τη δικάσιμο της 4*15.2.2014, προκειμένου να συνεκδικαστεί με την πρόσθετη παρέμβαση, ταυτοχρόνως δε, προκύπτει ότι στο μέλλον ο ως άνω μάρτυρας, αν δηλαδή παύσουν οι εργασίες της πτώχευσης, θα ανακτήσει την ιδιότητα του προέδρου του Δ.Σ.

της δεύτερης εναγόμενης. Επομένως, γενομένης δεκτής της ένστασης, αποδείχθηκε ότι ο ως άνω μάρτυρας εξαρτά έννομο συμφέρον από την έκβαση της δίκης και, συνεπώς, η ως άνω κατάθεσή του συνιστά αποδεικτικό μέσο που δεν πληροί την έννοια του νόμου. Όμως, ......., το δικαστήριο συμπληρωματικά λαμβάνει υπόψη και εκτιμά ελεύθερα και αυτό το αποδεικτικό μέσο".

Δεχθέν δε το δικαστήριο της ουσίας ότι ήταν δυνατόν να εξεταστεί ο άνω νόμιμος εκπρόσωπος της β εναγομένης - αναιρεσίβλητης ως μάρτυρας επειδή κατά την ένορκη κατάθεσή του είχε πτωχεύσει η τελευταία και τη διοίκησή της είχε ο σύνδικος της πτώχευσης έσφαλε και έλαβε υπόψη του προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο.

Επομένως, ο λόγος είναι βάσιμος, λόγω δε της αναιρετικής εμβέλειας του λόγου αυτού παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αναίρεσης. Κατόπιν τούτων πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (αρθ 580 πρ 2 ΚΠοΛΔ), να αποδοθεί το παράβολο στον αναιρεσείοντα (αρθ 495 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά του έξοδα

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 233/2017 απόφαση του Εφετείου Πατρών η οποία ενσωματώνει την 249/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών

Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο για περαιτέρω εκδίκαση από άλλους δικαστές από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου.

Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος που ορίζει σε δύο χιλιάδες (2000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ