Supreme Court dismisses appeal on alimony and child custody for failure to cite evidence properly before lower court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's ruling on alimony and child custody. The appellant argued that the lower court erred by failing to consider specific documents and witness testimonies submitted during the proceedings. The court ruled that the appellant failed to properly cite and identify these evidentiary documents before the appellate court, rendering the appeal inadmissible under the Civil Procedure Code.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 568 of the Civil Procedure Code: An appeal is inadmissible if the appellant fails to properly cite and identify specific evidentiary documents and witness testimonies before the appellate court, as mere reference to lower court proposals without specific identification does not satisfy the legal requirements for admissibility.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1274 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1274/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Γεώργιο Αποστολάκη και Κυριάκο Οικονόμου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Απριλίου 2018, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Κ., συζύγου Μ. Π., το γένος Σ. Κ., κατοίκου ..., ενεργούσας δι' εαυτήν και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα της Χ. Μ. Π.. Παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Σταυρούλα Παυλαντωνέα.
Του αναιρεσιβλήτου Μ. Π. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλκιβιάδη Ξενικάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-4-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 48/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 111/2017 του Μονομελούς Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-9-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως κατά της αντιμωλία των διαδίκων και κατά τη διαδικασία των διαφορών που αφορούν διατροφή και επιμέλεια τέκνων (άρθρο 681 Β' ΚΠολΔ - ως ίσχυε προ της καταργήσεώς του με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015) - εκδοθείσας τελεσίδικης αποφάσεως, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), μετά την εκ μέρους της αναιρεσείουσας νομότυπη παραίτηση με τις προτάσεις της από τη σωρευόμενη στο αναιρετήριο αίτηση αναστολής εκτελέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως. Εξάλλου οι υπό του αναιρεσιβλήτου αιτιάσεις περί μη προσκομίσεως ή περί μη νομοτύπου τοιαύτης των κατ' άρθρο 568 ΚΠολΔ αναφερομένων εγγράφων (προσβαλλομένη απόφαση, δικόγραφο εφέσεως, προτάσεις των διαδίκων) δεν οδηγεί σε απαράδεκτο της αιτήσεως αναιρέσεως ή της συζητήσεως, εφ' όσον τοιούτον τι δεν καθιερώνει η ως άνω διάταξη.
Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 16 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο, πρέπει δε, για να είναι ο λόγος αυτός ορισμένος, να καθορίζεται στο αναιρετήριο με σαφήνεια το αντικείμενο της δίκης που προηγήθηκε, τα ζητήματα που κρίθηκαν σ` αυτή με δύναμη δεδικασμένου εν όψει του αντικειμένου της νέας δίκης και οι παραδοχές του δικαστηρίου κατά τη νέα δίκη με τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά κατ` αυτή και προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ώστε να δύναται να κριθεί αν παραβιάσθηκαν οι διατάξεις του ΚΠολΔ για το δεδικασμένο με ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή αυτών (ΑΠ 1459/1997).
Ειδικότερα, μολονότι κατά το άρθρ. 332 ΚΠολΔ το δεδικασμένο λαμβάνεται υπ' όψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, δεν αφορά, ωστόσο, στη δημόσια τάξη, εφ' όσον οι σχετικές με αυτό διατάξεις εξυπηρετούν τα ιδιωτικά πρωτίστως συμφέροντα και όχι άλλα ευρύτερα κοινωνικά συμφέροντα. Επομένως, η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπ' όψη του το δεδικασμένο ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, εφ' όσον ο σχετικός με το δεδικασμένο ισχυρισμός προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας και ρητά απορρίφθηκε, δηλαδή περιέχεται στην απόφαση του δικαστηρίου αρνητική κρίση για τη συνδρομή του δεδικασμένου, πρέπει δε αυτό να αναφέρεται στο αναιρετήριο, άλλως ο λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος (ΑΠ 410/2016).
Εν προκειμένω, με το πρώτο λόγο και με το πρώτο μέρος του τρίτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, καθ' όσον το Εφετείο - υποχρεώνοντας τον αναιρεσίβλητο να καταβάλει στην αναιρεσείουσα το ποσό των 250 ευρώ μηνιαίως, ως διατροφή αυτής λόγω διακοπής της έγγαμης συμβιώσεως των διαδίκων, που προήλθε από εύλογη αιτία, οφειλομένη σε κοινή υπαιτιότητά τους - παρέβη το δεδικασμένο που δημιουργήθηκε από την αμετάκλητη υπ' αριθ. 28/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, με την οποία απηγγέλθη η λύση του γάμου μεταξύ των διαδίκων λόγω ισχυρού κλονισμού της έγγαμης σχέσεως, από λόγο που αφορούσε αποκλειστικώς στο πρόσωπο του εναγομένου συζύγου.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, προβαλλόμενος το πρώτο ενώπιον του Αρείου Πάγου και μη αφορών στη δημόσια τάξη, είναι απαράδεκτος, προεχόντως, εφ' όσον δεν προτάθηκε παραδεκτώς στα δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα εκτεθέντα την μείζονα πρόταση. Ειδικότερα οι πρόσθετοι λόγοι της εφέσεως της αναιρεσείουσας απορρίφθηκαν ως απαράδεκτοι, εφ' όσον αυτή, ως εκπροθέσμως ασκηθείσα, ίσχυσε και εκρίθη ως αντέφεση.
Εξάλλου, πέραν του απαραδέκτου της προβολής, ο ως άνω ισχυρισμός είναι και αλυσιτελής, εφ' όσον στην ενάγουσα, δικαιούχο σύζυγο, επιδικάσθηκε μηνιαία διατροφή ως εκ της διακοπής της εγγάμου συμβιώσεως λόγω ευλόγου αιτίας γι' αυτήν, εντεύθεν το επικαλούμενο γεγονός του κλονισμού της έγγαμης σχέσεως από λόγο που αφορά αποκλειστικώς στο πρόσωπο του εναγομένου συζύγου δεν συνδέεται με έννομη συνέπεια για τις επίδικες αξιώσεις.
Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, επομένως στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπ' όψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κ.λπ., εφ' όσον δεν επέρχεται μεταβολή αυτής (ΑΠ 717/2016,1530/2008).
Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο λόγο της αιτήσεώς της, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αριθμό 8 εδ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά την εκδίκαση της εφέσεώς της δεν έλαβε υπ' όψη τον εξής, παραδεκτώς προβληθέντα ισχυρισμό της, ο οποίος έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και δη ότι ο εναγόμενος από ένα μόνο των ανά την Ελλάδα πρατηρίων του κερδίζει πάνω από 45.0000 ως 50.000 ευρώ μηνιαίως και έκρινε, ότι πρέπει να συμβάλλει στην διατροφή του παιδιού τους με μόλις 420 ευρώ μηνιαίως, δηλαδή, λιγότερο από το 1/10 του ποσού που συνέβαλε πριν διασπάσει την έγγαμη συμβίωση. Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι οι αιτιάσεις αυτές, δεν θεμελιώνουν, κατά τα προεκτεθέντα στη νομική πρόταση, τον αναιρετικό λόγο από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά αφορούν στην ουσιαστική κρίση του Εφετείου επί του ζητήματος των οικονομικών δυνάμεων των ευρισκομένων σε διακοπή της έγγαμης συμβιώσεως διαδίκων γονέων κατά τον προσδιορισμό της συνεισφοράς τους για την ανάλογη διατροφή του τέκνου τους, αναφέρονται δηλαδή στην εκτίμηση της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ως εκ τούτου ανάγονται στην ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων σχετική κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Κατά τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ λόγο, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη μέσα, τα οποία ο νόμος δεν επιτρέπει ή, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν προσκομίστηκαν νόμιμα ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν (ΟλΑΠ 2/2008).
Απαιτείται δηλονότι, όχι μόνον η προσκομιδή, αλλά και η επίκληση του μη ληφθέντος υπόψη αποδεικτικού μέσου ή η μη επίκληση του ληφθέντος υπ' όψη (ΑΠ 926/2007, ΑΠ 679/2005). Σύμφωνα δε με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 106, 237 παρ. 1 στοιχ. β, 240, 453, 524 παρ. 1 και 559 αριθ. 11γ ΚΠολΔ, το δικαστήριο πρέπει να λάβει υπόψη του, όσα αποδεικτικά μέσα προσκομίστηκαν νόμιμα, εφ' όσον, παράλληλα, υπάρχει σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων, ώστε, να προκύπτει με βεβαιότητα η ταυτότητα τους (AΠ 363/2017).
Η επίκληση μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζητήσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε και με αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων σε προηγούμενη συζήτηση, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων (ΟλΑΠ 9/2000, ΟλΑΠ 14/2005, ΑΠ 19/2005, ΑΠ 154/2004). Γενική αναφορά στις προτάσεις του Εφετείου, σύμφωνα με την οποία προσκομίζονται εκ νέου, όσα έγγραφα προσκομίστηκαν με τις πρωτόδικες προτάσεις, όπου γίνεται σαφής επίκληση των εγγράφων αυτών, που ενσωματώθηκαν στις προτάσεις του Εφετείου δεν αρκεί (ΟλΑΠ 9/2000, ΑΠ 1677/2013, ΑΠ 1524/2010).
Εν προκειμένω, η αναιρεσείουσα με το δεύτερο και τρίτο τμήμα του τρίτου λόγου αναιρέσεως, από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα που αυτή νομίμως, μεταξύ άλλων, προσκόμισε και επικαλέσθηκε με τις προτάσεις της κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, από τα οποία προέκυπτε η βασιμότητα του ισχυρισμού της και το ουσιαστικώς αβάσιμο του ισχυρισμού του αναιρεσιβλήτου περί συνυπαιτιότητος αυτής για την διάσπαση της έγγαμης συμβιώσεως και ειδικότερα δεν έλαβε υπ' όψη επί λέξει: "...
ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων μου, ιατρικές βεβαιώσεις θεραπόντων ιατρών μου, βιβλιάριο υγείας μου, από το οποίο προκύπτει, ότι ουδέποτε έπασχα από χρόνια ωτίτιδα, ιατρικές γνωματεύσεις καθηγητή ΩΡΛ ιατρού κο. Σ., ΩΡΛ ιατρού κο. Ι. Ζ. και ακουογράμματα από τo …..Νοσοκομείο, τέσσερις δικαστικές αποφάσεις, που με πλήρες και εμπεριστατωμένο σκεπτικό καταδεικνύουν την αποκλειστική υπαιτιότητα του καθ' ου, τέσσερις φάκελοι, που καταδεικνύουν (φάκελος A αποτελούμενος από 93 έγγραφα, που επικαλέστηκα ως απόδειξη, φάκελος Β αποτελούμενος από 61 έγγραφα, που αποδεικνύουν επιχειρηματικές δραστηριότητες και τα τεράστια εισοδήματα του καθ' ου, φάκελος Ζ αποτελούμενος από πέντε δημόσια έγγραφα, που αποδεικνύουν τις επιτήδειες λογιστικές προσπάθειες απόκρυψης εισοδημάτων του καθ' ου, που προσπαθεί να τα παρουσιάσει ως εισοδήματα της 80χρονης μητέρας του, φάκελος Ε αποτελούμενος από 23 φύλλα, που αποδεικνύεται η μόνιμη αναπηρία μου, καθώς και τις σχετ.
Α1-Α39 έγγραφες αποδείξεις..." Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης προκύπτει ότι αυτή επί του ανωτέρω θέματος διέλαβε τα ακόλουθα: ''... Στην προκειμένη περίπτωση, για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης το παρόν Δικαστήριο καθόλου δεν λαμβάνει υπόψη όσα η εφεσίβλητη - αντεκκαλούσα προσκομίζει χωρίς να τα επικαλείται με τις προτάσεις της, που ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου κατέθεσε, πλην των "χειρόγραφων και ενυπόγραφων από τον εναγόμενο σημειώσεων εσόδων - εξόδων", που ειδικώς αναφέρονται (μη δυνάμενων άλλως να περιγραφούν).
Για την επίκληση των υπολοίπων εγγράφων η εφεσίβλητη - αντεκκαλούσα αρκείται στην παράθεση των αριθμών που η ίδια τους έχει δώσει και των φακέλων στους οποίους τα έχει κατανείμει (όπως λ.χ. κατά λέξη αντιγραφόμενα από τις προτάσεις της "βλ. και σχετικό ΦΕΚ", "βλ. σχετ. 20, 21, 22 κ.λπ. έγγραφα φακέλου Β: επιχειρηματικές δραστηριότητες και έσοδα αντιδίκου", "βλ.
σχετ. φακέλου Π. δηλ. 4 δικαστικές αποφάσεις"), χωρίς όμως να παραθέτει στοιχεία προσδιοριστικά της ταυτότητας κάθε εγγράφου (όπως τον εκδότη του, τον αριθμό δημοσίευσης κάθε δικαστικής απόφασης και το εκδόσαν αυτή δικαστήριο, το όνομα αυτού που έδωσε ένορκη βεβαίωση, την αρχή ενώπιον της οποίας την έδωσε και την ημερομηνία της κ.λπ.) ή έστω με κάποιον τρόπο περιγραφή αυτών, ώστε με βεβαιότητα να εξατομικεύονται.
Η έλλειψη αυτή δεν καλύπτεται ούτε και από τη γενικόλογη σημείωση στο τέλος των προτάσεων της ότι "προσάγω δε και επικαλούμαι όλα τα αποδεικτικά έγγραφα και ένορκες βεβαιώσεις που επικαλέστηκα και πρωτόδικα", καθόσον μόνη η αναφορά στις πρωτόδικες προτάσεις δεν αρκεί για να καταστήσει παραδεκτή την επίκληση των προσκομιζόμενων εγγράφων...
για τον πρόσθετο μάλιστα λόγο ότι το ίδιο αυτό ελάττωμα της μη επίκλησης των προσκομιζόμενων αποδεικτικών μέσων υπήρχε και κατά την πρωτόδικη δίκη...''. Πράγματι από την επισκόπηση, των από 3-7-2017 προτάσεων της αναιρεσείουσας που υποβλήθηκαν κατά τη συζήτηση ενώπιον του Εφετείου, μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, προκύπτει, ότι αυτή δεν είχε ειδικώς επικαλεσθεί τα ανωτέρω έγγραφα, αλλά αναφέρθηκε στις προτάσεις αυτές σε σχετικά έγγραφα που περιέχονται στους υπ' αριθ.
Β, Γ Ε, Ζ φακέλους, που προσεκόμισε. Από όσα εκτέθηκαν προκύπτει ότι δεν έγινε επίκληση των επικαλουμένων εγγράφων ενώπιον του Εφετείου με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος και συνεπώς το Δικαστήριο εκείνο, μη λαμβάνοντας υπ' όψη τα έγγραφα αυτά, δεν υπέπεσε στην από το άνω άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ πλημμέλεια, ο δε περί του αντιθέτου ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπ' όψη για τον σχηματισμό της κρίσεώς του τις χειρόγραφες και ενυπόγραφες από τον εναγόμενο αποδείξεις( Σημειώσεις εσόδων - εξόδων, σχετ. Α1- Α 39), εντεύθεν δεν υπέπεσε στην από το άνω άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ πλημμέλεια, ο δε περί του αντιθέτου ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση ως αβάσιμη, να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου, παρά την ήττα της, (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) εφόσον η υπόθεση αυτή, υπαγόμενη στις διατάξεις του άρθρου 592 παρ. 3 ΚΠολΔ δεν υπόκειται για την άσκηση των ενδίκων μέσων στην καταβολή παραβόλου από 1-1-2017 και να καταδικασθεί αυτή, ως ηττηθείσα, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ
την από 21-9-2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 111/2017 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Ιουνίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 10 Ιουλίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ