Legislator Case Law & Legislation
1274/2017 AI generated

Supreme Court allows appeal against Athens Court of Appeal decision and remands case for substantive trial.

Case Number 1274/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece accepted the appeal filed against the final judgment of the Athens Court of Appeal. The appellant argued for the acceptance of the appeal, while the appellee requested its rejection. The court ruled that since the appealed decision followed a previous remand, the Supreme Court must conduct the substantive trial itself rather than remand the case again.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 580, 579, 570 of the Code of Civil Procedure; If the Supreme Court annuls a decision following a prior remand, it shall conduct the substantive trial itself without further remand.

Keywords

AI generated
appeal admissibility remand procedure substantive trial double remand prohibition Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 569 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 246 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 16 and 8 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 579 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 570 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1274 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1274/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεράσιμο Φουρλάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Πέππα, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ν. Γ. του Φ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Φασούλη και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγάθη Μεταξά και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/5/2005 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 542/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5326/2010 του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ως άνω αναιρεσείων με την από 28/3/2012 αίτησή του και τους από 11/3/2013 πρόσθετους λόγους αυτής, επί των οποίων εκδόθηκε η 889/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 5326/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 1400/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 6/11/2015 αίτησή του και τους από 3/8/2016 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θωμάς Γκατζογιάννης ανέγνωσε την από 7/9/2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Αθανασίου Καγκάνη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δευτέρου και την απόρριψη των λοιπών (κυρίων και προσθέτων) λόγων της αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τους από 3.8.2016 πρόσθετους λόγους αναίρεσης, που ασκήθηκαν παραδεκτά, κατά το άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, ήτοι τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν την ορισθείσα ημερομηνία συζήτησης της αναίρεσης και πρέπει να συνεκδικαστούν με την κύρια αίτηση για λόγους οικονομίας της δίκης (άρθρ. 246 ΚΠολΔ) προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, 1400/2015 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε και κατ’ ουσία την έφεση που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων κατά της 542/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή κατ’ ουσία η από 31.5.2005 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατ’ αυτού. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 559 αρ.16 και 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, ότι υπάρχει δεδικασμένο, καθώς και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα αποτελούν και οι λόγοι έφεσης. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πρώτο κύριο λόγο της αίτησης και τους πρώτο και τρίτο πρόσθετους λόγους αναίρεσης , αποδίδει στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι εσφαλμένα δέχθηκε, ότι από την 5326/2010 απόφαση αυτού προκύπτει δεδικασμένο ως προς το ορισμένο της αγωγής, καθόσον με την απόφαση αυτή είχε απορριφθεί λόγος έφεσης περί αοριστίας της και με την 889/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου δεν είχε αναιρεθεί ως προς την κρίση της αυτή και περαιτέρω, ότι συνεπεία αυτής της εσφαλμένης κρίσεως δεν έλαβε υπόψη της και δεν ερεύνησε τον αντίστοιχο λόγο της έφεσής του, καθώς επίσης ότι δεν έλαβε υπόψη της και δεν ερεύνησε τον πρόσθετο λόγο που είχε ασκήσει κατά της πρωτόδικης απόφασης, μετά την αναίρεση της 5326/2010 απόφασης, με τον οποίο προσέβαλε αυτή για κακή εκτίμηση των αποδείξεων σχετικά με την κατάσταση του λογαριασμού των τίτλων του αμοιβαίου κεφαλαίου και του χαρτοφυλακίου των μετοχών.

Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι. Ο μεν πρώτος κύριος και πρόσθετος λόγος κατά το πρώτο μέρος τους, καθόσον στηρίζονται σε εσφαλμένη βάση, καθόσον από την παραδεκτή επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι δεν υπάρχει παραδοχή του Εφετείου, ότι, ως προς το ορισμένο της αγωγής, προκύπτει δεδικασμένο από την προαναφερόμενη απόφαση αυτού, ως προς το δεύτερο δε μέρος των ίδιων λόγων είναι αβάσιμοι, καθόσον προκύπτει, ότι με την προσβαλλόμενη ερευνήθηκε ο λόγος έφεσης που αφορούσε το παράπονο περί αοριστίας της αγωγής και έκρινε η απόφαση ότι η αγωγή "ήταν αρκούντως ορισμένη", καθώς επίσης αβάσιμος είναι και ο τρίτος πρόσθετος λόγος της αναίρεσης, δεδομένου, ότι το Εφετείο ερεύνησε τον πρόσθετο λόγο της έφεσής του, αφού εξέτασε την απόκτηση των τίτλων αυτών από τον αναιρεσείοντα, προσδιόρισε την αξία τους και αναφέρεται στην πώλησή τους και διάθεση του τιμήματος αυτών για την αποπεράτωση του επίδικου ακινήτου, δεχόμενο δηλαδή διαφορετικό αποτέλεσμα από την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων ως προς το κεφάλαιο αυτό σε σχέση με τα υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα, επιπλέον δε ρητά αναφέρεται στην απόρριψη του πρόσθετου αυτού λόγου της έφεσης ως αλυσιτελούς.

Επειδή, κατά το άρθρο 1400 παρ. 1 του Α.Κ.: "Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.

Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η απαίτηση του κάθε συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι κατ’ αρχήν ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της περιουσιακής αύξησης του υπόχρεου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή, άμεση ή έμμεση του δικαιούχου (Ολ ΑΠ 28/1996).

Ως αύξηση της περιουσίας νοείται όχι μια συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, δηλαδή κατά την τέλεση του γάμου (αρχική περιουσία) και κατά το χρόνο που γεννάται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα (τελική περιουσία), ο οποίος χρόνος, στην περίπτωση που ο γάμος λύθηκε με δικαστική απόφαση, είναι εκείνος στον οποίο η απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη.

Από τη σύγκριση της αξίας του συνόλου της περιουσίας του υπόχρεου στα δύο αυτά χρονικά σημεία, θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή αύξηση του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα. Για την περαιτέρω, όμως, αναγωγή σε χρήμα των περιουσιακών αυτών στοιχείων, για την εξεύρεση δηλαδή της αξίας τους σε χρήμα, κρίσιμος είναι ο χρόνος της παροχής έννομης προστασίας, ήτοι ο χρόνος της ασκήσεως της αγωγής, εάν προκύπτει διαφορά μεταξύ του χρόνου αυτού και του χρόνου αμετάκλητης λύσης του γάμου (ΑΠ 3/2016, ΑΠ 1357/2015, ΑΠ 177/2015).

Εφόσον από τη σύγκριση των δυο περιουσιών, προκύπτει ότι η τελική περιουσία του εναγόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση συζύγου υπερβαίνει την αρχική περιουσία του, υπάρχει υποχρέωσή του για απόδοση στον άλλο σύζυγο όσων απέκτησε με τη συμβολή του. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (Ολ ΑΠ 10/2011, ΑΠ 1060/2014, ΑΠ 191/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτά, κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 562 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι διάδικοι μετά από ελεύθερη συμβίωση δύο περίπου ετών, στις 24.3.1994 τέλεσαν στο ... νόμιμο πολιτικό γάμο, ο οποίος λύθηκε αμετακλήτως στις 15.3.2005.

Κατά το χρόνο λύσεως του γάμου αυτού ο εναγόμενος, και ήδη εκκαλών, ήταν κύριος διώροφης οικοδομής μεζονέτας 150 τ.μ. με ημιυπόγειο στο ..., κτισμένης επί οικοπέδου επιφανείας 1442 τ.μ. το οποίο βρίσκεται πλησιόχωρα του σταθμού "..." του προαστιακού σιδηροδρόμου και συγκεκριμένα επί της οδού ... της πιο πάνω πόλης.

Το εν λόγω οικόπεδο αγοράστηκε από τον εναγόμενο-εκκαλούντα δυνάμει του .../22.9.1003 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Κρωπίας Ό. Π. και μέχρι την τέλεση του γάμου των διαδίκων είχαν γίνει ορισμένες οικοδομικές εργασίες μετά την έκδοση της .../12.11.1993 οικοδομικής άδειας συγκεκριμένα δε είχε κατασκευαστεί ο σκελετός της προρρηθείσης οικοδομής.

Οι πιο πάνω εργασίες συνεχίστηκαν και μετά την τέλεση του γάμου των διαδίκων. Ο εναγόμενος-εκκαλών κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1995 μέχρι και τις αρχές του έτους 2001 απέκτησε τίτλους αμοιβαίου κεφαλαίου κατατεθειμένους στην Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων της Eurobank ποσού αξίας κατά το χρόνο συζητήσεως της αγωγής 88041,00 ευρώ και χαρτοφυλάκιο μετοχών αξίας κατά τον ίδιο χρόνο 43809,00 ευρώ.

Σημειώνεται, βέβαια, ότι οι ειρημένες αξίες ουδεμία έννομη επιρροή ασκούν στην προκειμένη υπόθεση. Το έτος 2001 ο εναγόμενος-εκκαλών πώλησε τα προαναφερθέντα χρηματόγραφα εισπράττοντας την αντίστοιχη αξία τους, την οποία διέθεσε για την αποπεράτωση των εργασιών του μνησθέντος ακινήτου και την επαύξηση της περιουσίας του, η οποία υπήρχε και κατά τη λύση του γάμου των διαδίκων.

Στην εν λόγω επαύξηση όμως συμμετείχαν αμφότεροι οι διάδικοι και δη κατά το ποσοστό του 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας από τα εισοδήματα που είχαν από την εργασία τους ως καθηγητές, η μεν ενάγουσα-εφεσίβλητος ως αναπληρώτρια φιλόλογος, ο δε εκκαλών ως καθηγητής Κοινωνιολογίας. Τα εισοδήματα αυτά της ενάγουσας-εφεσιβλήτου ανήλθαν στο ποσό των 47228,00 ευρώ καθ’ όλο το χρονικό διάστημα από την τέλεση του γάμου των διαδίκων (23.3.1994) μέχρι και το τέλος του έτους 2002, που οι διάδικοι συμβίωσαν (η έγγαμη συμβίωση τους διασπάστηκε οριστικά στις 2/1/2003) και επιπλέον συνεισέφερε και τις οικονομικές παροχές των γονέων της από τα μισθώματα που εισέπρατταν οι τελευταίοι από οικία τους κατά το ίδιο χρονικό διάστημα ύψους 28232,00 ευρώ, ενώ τα εισοδήματα του εναγομένου-εκκαλούντος κατά το ίδιο χρονικό διάστημα ανήλθαν στο ποσό των 160000,00 ευρώ.

Επιπλέον η ενάγουσα προσέφερε τις υπηρεσίες της για τη συγκρότηση και λειτουργία του συζυγικού οίκου στα πλαίσια όμως των υποχρεώσεών της από το γάμο. Ο εναγόμενος-εκκαλών βαρυνόταν και με τη διατροφή των δύο θυγατέρων που είχε από τον προηγούμενο του γάμο καθώς και με τις δαπάνες διαβίωσης του ιδίου και της ενάγουσας-εφεσιβλήτου, η οποία συμμετείχε στις υποχρεώσεις της στα βάρη αυτά με την προσφορά κατά τα ανωτέρω προσωπικών υπηρεσιών της.

Επισημαίνεται, δε, άλλωστε ότι ο εναγόμενος, και ήδη εκκαλών, από τα πιο πάνω εισοδήματά του κατόρθωσε να αγοράσει τα μνησθέντα χρηματόγραφα. Περαιτέρω από το ίδιο αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκαν και τα ακόλουθα: Κατά το χρόνο της συζήτησης της αγωγής (25.2.2008) η προρηθείσα διώροφη οικοδομή στο ..., που αποπερατώθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων, όπως ειπώθηκε είχε αξία ύψους 220000,00 ευρώ.

Για την εκτίμηση όμως της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου-εκκαλούντος πρέπει να αφαιρεθεί η συνολική αξία του οικοπέδου στο οποίο αυτή ανεγέρθηκε και η δαπάνη στην οποία ο ίδιος ο διάδικος είχε υποβληθεί για την ανέγερση της οικοδομής μέχρι την τέλεση του γάμου των διαδίκων, με τιμές όμως αναγόμενες στο χρόνο συζήτησης.

Η εν λόγω δε συνολική αξία κατά τον ίδιο χρόνο (συζήτησης της αγωγής) ανερχόταν στο ποσό των 105000,00 ευρώ, και συνακόλουθα η περιουσιακή αύξηση του εναγομένου κατά το χρόνο γέννησης της σχετικής αξίωσης της ενάγουσας-εφεσιβλήτου για συμμετοχή στα αποκτήματα του αντιδίκου της ανέρχεται στο ποσό των 115000,00 ευρώ (220000,00 ευρώ - 105000,00 ευρώ".

Με τις ανωτέρω παραδοχές και με τον καθορισμό του ποσοστού συμμετοχής της αναιρεσίβλητης στα αποκτήματα του αναιρεσείοντος συζύγου της σε 50%, προσδιόρισε τη χρηματική αποτίμηση της αξίας της συμμετοχής της στο ποσό των 57500,00 ευρώ, κατά το οποίο δέχθηκε την αγωγή ως βάσιμη και κατ’ ουσία. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ, δεδομένου ότι υπολόγισε την αξία της τελικής και της αρχικής περιουσίας του αναιρεσείοντος υπόχρεου με αναγωγή σε τιμές του χρόνου συζητήσεως της αγωγής, ήτοι στις 25.2.2008 και όχι, όπως επιβάλλεται κατά την ως άνω διάταξη, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, το χρόνο ασκήσεως της αγωγής, ήτοι στις 3.6.2005, που διαφέρει χρονικά από τον προαναφερόμενο χρόνο υπολογισμού της.

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Κατ’ ακολουθίαν τούτων, κατά παραδοχή του παραπάνω λόγου (ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της ως άνω αιτήσεως αναίρεσης), πρέπει η από 6.11.2015 αίτηση να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 4 ν. 4055/2012: "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκασή της, ιδίως αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.

Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση ... για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές. Αν όμως αναιρεθεί η απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει αυτός την ουσία της υποθέσεως".

Εξάλλου, κατά το άρθρο 579 παρ. 1 ΚΠολΔ: "Αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε ...", κατά δε το άρθρο 570 παρ. 2 ΚΠολΔ: "Νέοι ισχυρισμοί των διαδίκων και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο μετά την αναίρεση υποβάλλονται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τα δικαστήρια της ουσίας".

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για την εφαρμογή της πρώτης τούτων (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) πρέπει πρώτα να γίνεται η συζήτηση και να εκδίδεται απόφαση επί της αιτήσεως αναίρεσης και εφόσον αυτή γίνει δεκτή, να ακολουθεί δεύτερη συζήτηση ενώπιον του αναιρετικού τμήματος, με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων, κατά την οποία θα συζητείται η υπόθεση κατ’ ουσίαν και θα εκδίδεται η αντίστοιχη απόφαση (ΑΠ 1893/2014).

Στην προκείμενη περίπτωση, η προσβαλλόμενη 1400/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών εκδόθηκε μετά την 889/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία, αφού αναιρέθηκε η 5326/2010 απόφαση του ως άνω δικαστηρίου, παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αλλά με άλλη σύνθεση. Εφόσον λοιπόν, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν παραπάνω, αναιρείται η απόφαση του δικαστηρίου της παραπομπής, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος με κλήση του επιμελέστερου των διαδίκων προς περαιτέρω συζήτηση θα δικάσει αυτός την ουσία της υποθέσεως, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

Τέλος, πρέπει, να διαταχθεί η απόδοση στον καταθέσαντα του παραβόλου, που κατατέθηκε για την άσκηση της προκείμενης αιτήσεως αναίρεση, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την αναίρεση και τους πρόσθετους αυτής λόγους.

Αναιρεί την 7471400/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Διακρατεί την υπόθεση προς περαιτέρω συζήτηση ενώπιον του, σε δικάσιμο που θα οριστεί με κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους. Διατάσσει την απόδοση στον καταθέσαντα του παραβόλου, που κατατέθηκε για την άσκηση της από 6.11.2015 αιτήσεως αναίρεσης του Ν. Γ. του Φ..

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιουλίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ