1274/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος δήλωσε ότι ο 7ος των αναιρεσιβλήτων, Α. Μ. του Κ., απεβίωσε την 4-10-2009 και εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του είναι, των καθών η από 5-5-2011 κλήση: α) Π. χήρα Α. Μ., το γένος Κ. Λ., β) Ε. Μ. του Α. και γ) Κ. Μ. του Α. καθώς και ο 11ος των αναιρεσιβλήτων Γ. Α., απεβίωσε την 17-2-2009 και κληρονόμοι του είναι ο υιός του Γ. ( ο 10ος των αναιρεσιβλήτων) και η Π. χήρα Γ. Α., της καθ' ού η από 5-5-2011 κλήση του αναιρεσείοντος, οι οποίοι και συνεχίζουν την δίκη, εκπροσωπούμενοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Αργυρόπουλο, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσαν προτάσεις.
Legislator headnote
AI generated1274/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Όπως προκύπτει από την 4.101/11-2-2011 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Λαμίας ..., ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση να παραστεί στη συζήτηση, επιδόθηκε, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως και εμπροθέσμως, προς τον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων Ι.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1274 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1274/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 27 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομικών και εν προκειμένω και από τον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας, το οποίο εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ευάγγελου Μαρίνη και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Η. Α. του Α., κατοίκου ..., 2. Ι. Κ. του Β., κατοίκου ..., 3. Β. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 4. Κ. Γ. του Α., κατοίκου ..., 5. Ν. Γ. του Α., κατοίκου ..., 6. Θ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 7. Α. Μ. του Κ., κατοίκου ..., 8. Π. συζ. Σ. Ζ., το γένος Σ. Ζ., κατοίκου ..., 9. Γ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 10. Γ. Α. του Γ., κατοίκου ..., 11. Γ. Α. του Γ., κατοίκου ... και 12. Ν. Β. του Δ., κατοίκου ..., εκ των οποίων ο 2ος δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, όλοι δε οι λοιποί αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ιωάννη Αργυρόπουλο, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσαν προτάσεις.
Στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος δήλωσε ότι ο 7ος των αναιρεσιβλήτων, Α. Μ. του Κ., απεβίωσε την 4-10-2009 και εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του είναι, των καθών η από 5-5-2011 κλήση: α) Π. χήρα Α. Μ., το γένος Κ. Λ., β) Ε. Μ. του Α. και γ) Κ. Μ. του Α. καθώς και ο 11ος των αναιρεσιβλήτων Γ. Α., απεβίωσε την 17-2-2009 και κληρονόμοι του είναι ο υιός του Γ. ( ο 10ος των αναιρεσιβλήτων) και η Π. χήρα Γ. Α., της καθ' ού η από 5-5-2011 κλήση του αναιρεσείοντος, οι οποίοι και συνεχίζουν την δίκη, εκπροσωπούμενοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Αργυρόπουλο, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 10-7-2008 αίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 4-9-2008 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Λαμίας για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως.
Εκδόθηκε η απόφαση 135/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 18-6-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιλτιάδης Σπυρόπουλος ανέγνωσε την από 23-1-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από την 4.101/11-2-2011 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Λαμίας ..., ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση να παραστεί στη συζήτηση, επιδόθηκε, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως και εμπροθέσμως, προς τον δεύτερο των αναιρεσιβλήτων Ι.
Κ. του Β., ο οποίος, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του πινακίου, δεν εμφανίσθηκε από ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο (27-1-2012). Επομένως, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία του ως άνω αναιρεσιβλήτου (άρθρο 576 παρ.2 εδ. τελευταίο ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή ή εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).Με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ (Παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ) ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.
Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη, ή απορρίφθηκε, ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 & 28/1998). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει.
αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988).
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1987/2007).
Περαιτέρω κατά το άρθρο 13 του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων (ΚΑΑΑ), τελ. εδάφιο, "ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη ιδίως η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζονται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου (άρθρο 9 παρ.1 ν. 3193/2003)".
Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις συνάγεται, ότι τα δικαστήρια κατά τον καθορισμό τιμής μονάδας αποζημίωσης ακίνητου, που εμπίπτει στο ισχύον σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας του, υποχρεούνται να λαμβάνουν υπόψη και την αντικειμενική αξία αυτού, καθώς και των ομόρων και ομοειδών προς αυτό ακινήτων, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ως ασφαλές και αντικειμενικό μέτρο κρίσης για την εξεύρεση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου, η οποία πάντως σε καμία περίπτωση δεν δεσμεύει τη δικαστική κρίση για την πραγματική αξία του.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής τα διαγραφόμενα κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και υποχρεωτικά για το δικαστήριο για τη διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριουμένου κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπόψη του ή θα λάβει υπόψη του άλλα τέτοια.
Το δικαστήριο μπορεί να στηρίζει την κρίση του για την πραγματική αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου, ενόψει της χρησιμοποίησης στην ανωτέρω διάταξη της λέξης "ιδίως" σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει προσηκόντως. Η δε σχετική για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου κρίση του ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 877/2007, ΑΠ 754/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Λαμίας, με την προσβαλλόμενη 135/2009 απόφασή του, ύστερα από αξιολόγηση των αποδείξεων, δέχτηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με την υπ' αριθ. 7245/2006 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας, που δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθ. 226/τ.Δ'/ 29.12.2.2006 ΦΕΚ κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή του έργου "Αντιπλημμυρικά έργα περιοχής δήμου Λιανοκλαδίου και δ.δ. Λυγαριάς" και αφορά έκταση 11.369 τ.μ. που βρίσκεται στο νομό Φθιώτιδας κατ συγκεκριμένα στην κτηματική περιφέρεια του δήμου Λιανοκλαδίου. Η απαλλοτριωτική απόφαση μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Λαμίας στον τόμο ... και στον αριθμό 475. Τα απαλλοτριωθέντα απεικονίζονται στο από μηνός Δεκεμβρίου 2006 κτηματολογικό διάγραμμα και τον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα της Δ/νσεως Απαλλοτριώσεων του Υ.ΠΕ.ΧΩ.ΔΕ. που συνέταξε ο Ι. Μ. και ενέκρινε η Δ/νση Εγγείων Βελτιώσεων Στερεάς Ελλάδος. Η απαλλοτρίωση κηρύχθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο βαρύνεται με την καταβολή της αποζημιώσεως των απαλλοτριωθέντων, εικαζόμενοι δικαιούχοι της οποίας είναι οι αιτούντες της πρώτης των ως άνω αιτήσεων και καθών της δεύτερης από αυτές.
Η αρμόδια Επιτροπή Προεκτίμησης του άρθρου 15 παρ. 1 του ν. 2882/2001, με την από 22.9.2006 έκθεση προεκτίμησης, λαμβάνοντας υπόψη το σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού που εφαρμόζεται στην περιοχή και τα έντυπα υπολογισμού με αντικειμενικά κριτήρια της αξίας γης εκτός σχεδίου πόλης ή οικισμών που δεν έχουν ειδικούς όρους δόμησης και της αξίας κτισμάτων ειδικών κτιρίων με αντικειμενικά κριτήρια για όλα τα απαλλοτριούμενα, χαρακτήρισε άλλες μεν εκτάσεις ως οικόπεδα κείμενα εντός του οικισμού του Στύρφακα και άλλα ως αγροτεμάχια κείμενα εκτός οικισμού. Εκτίμησε δε την αξία τους ως εξής: Α) Για τα κείμενα εντός του οικισμού σε 12 € ανά τ.μ. και Β) Για τα κείμενα εκτός του οικισμού σε 1,58 € ανά τ.μ. Σύμφωνα με το Ελληνικό Δημόσιο η αντικειμενική ταυτίζεται με την αγοραία αξία. Οι αιτούντες, δικαιούχοι της αποζημιώσεως, υποστηρίζουν ότι όλα ανεξαίρετα τα απαλλοτριωθέντα έχουν οικοπεδική αξία, καθώς και ότι η ανά τ.μ. αξία τους ανέρχεται σε 100 €. Ο μάρτυράς τους καταθέτει μεν ότι αυτή είναι η αγοραία αξία, πλην όμως με κανένα συγκεκριμένο και πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο δεν δικαιολογεί την εκτίμησή τους. Ο ισχυρισμός τους ότι τα ένδικα ακίνητα είναι όλα οικόπεδα είναι βάσιμος και επιβεβαιώνεται από τον κτηματολογικό πίνακα, στον οποίο όλα ανεξαίρετα τα απαλλοτριωθέντα χαρακτηρίζονται ως οικόπεδα.
Με την υπ' αριθ. 71/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας η αγοραία αξία και συνεπώς και η καταβλητέα αποζημίωση καθορίσθηκε προσωρινά σε 45 € ανά τ.μ. για όλα ανεξαίρετα τα απαλλοτριωθέντα που κρίθηκαν οικόπεδα. Με την ίδια απόφαση η αξία των επικείμενων συστατικών που συναπαλλοτριώνονται καθορίστηκε ως εξής: α) Για αποθήκη - αχυρώνα από ανεπίχριστες τσιμεντόλιθες και στέγη από τσίγκους δίρριχτη με ζευκτά, στο ποσό των 45 ευρώ ανά κ.μ., β) για σταύλο από ανεπίχριστες τσιμεντόλιθες, στέγη από τσίγκους μονόρριχτη δίχως ζευκτά στο ποσό των 30,00 ευρώ ανά κ.μ., γ) για αχυρώνα με στέγη από τσίγκο, δίρριχτη στο ποσό των 40,00 ευρώ ανά κ.μ., δ) για περίφραξη με ξύλινους πασσάλους ύψους 1,50 μ. και σίτα στο ποσό των 9,00 ευρώ ανά τρέχον μέτρο, ε) για περίφραξη από σιδερένιους πασσάλους, ύψους 1,50 μ., σε 12,00 ευρώ το τρέχον μέτρο, στ) για περίφραξη από μπετόν ύψους 1,00 μ. και πλάτους 0,25 μ. με πασσάλους 1,50 μ. και σίτα στο ποσό των 35,00 ευρώ ανά τρέχον μέτρο, ζ) για τα ελαιόδεντρα, μικρά στο ποσό των 100,00 ευρώ έκαστο, μεσαία στο ποσό των 150,00 ευρώ έκαστο και για μεγάλα στο ποσό των 300,00 ευρώ έκαστο, η) για αχλαδιές και αμυγδαλιές στο ποσό των 200,00 ευρώ, έκαστο, θ) για ακακίες 100 ευρώ έκαστη, και ι) για σκυρόδεμα περιτοιχίσεων στο ποσό των 90,00 ευρώ ανά μ. Το δικαστήριο κρίνει ότι αυτή είναι και η πραγματική αγοραία αξία του εδάφους και των συστατικών που απαλλοτριώθηκαν.
Εξάλλου, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία, προκύπτει ότι τα εκτός της απαλλοτριώσεως τμήματα των παρακάτω ακινήτων, υφίστανται σημαντική μείωση της αξίας τους γι' αυτό οι εικαζόμενοι ιδιοκτήτες τους δικαιούνται ιδιαίτερη ανάλογη με το ποσοστό της υποτιμήσεως της αξίας των ακινήτων τους, αποζημίωση ως ακολούθως: 1) Στο με ΑΚΠ 16 ακίνητο, εμβαδού πριν την απαλλοτρίωση 1.910 τ.μ., απαλλοτριώθηκε εδαφικό τμήμα εμβαδού 1.421,15 τ,μ.
και απέμεινε εκτός απαλλοτρίωσης ένα εδαφικό τμήμα, εμβαδού 488,92 τ.μ., το οποίο δεν μπορεί να οικοδομηθεί, ενώ η καλλιέργεια του είναι προβληματική λόγω του κυκλικού σχήματος του. Κατά συνεπεία, η αξία του ως άνω εναπομένοντος τμήματος υποτιμάται κατά ποσοστό 50% . Η αρμόδια επιτροπή εκτιμά τη μείωση του σε 30%. 2) Στο με ΑΚΠ 17 ακίνητο, εμβαδού πριν την απαλλοτρίωση 4.198,27 τ.μ., απαλλοτριώθηκε έκταση 3.268,87 τμ.
και απέμειναν εκτός απαλλοτρίωσης δυο εδαφικά τμήματα, το ένα εμβαδού 6433 τ.μ., το οποίο καθίσταται εντελώς άχρηστο και δεν μπορεί να οικοδομηθεί ούτε να καλλιεργηθεί, το δε άλλο εμβαδού 847 τ.μ. μειώνεται σοβαρά η αξία του κατά ποσοστό 50% διότι η αξιοποίηση του είναι πλέον προβληματική λόγω του ακανόνιστου σχήματος του.
Κατά συνέπεια, η αξία των ως άνω εναπομενόντων τμημάτων υποτιμάται του μεν πρώτου κατά ποσοστό 100%, του δε δευτέρου κατά ποσοστό 50%. Η αρμόδια επιτροπή εκτιμά τη μείωση τους σε 80% και 30% αντίστοιχα. 3) Για τα υπόλοιπα ακίνητα και συγκεκριμένα για τα με ΑΚΠ 20 και 22, για τα οποία οι εικαζόμενοι ιδιοκτήτες ζητούν επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημίωσης, το Δικαστήριο κρίνει, ότι η εξαιτίας της απαλλοτρίωσης κατάτμηση αυτών δεν επιφέρει ουσιώδη υποτίμηση των εκτός της απαλλοτρίωσης τμημάτων τους ούτε αχρήστευση αυτών για τη χρήση για την οποία προορίζονται και το σχετικό αίτημα αυτών πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.
Σύμφωνα και με την αρμόδια επιτροπή δεν υπάρχει μείωση της αξίας τους διότι τα εναπομένοντα τμήματα εξακολουθούν να είναι άρτια και οικοδομήσιμα.
Μετά από αυτά, το Δικαστήριο, αφού έλαβε υπόψη του α) τις επικαλούμενες από κάθε διάδικο αξίες των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, σε συνδυασμό με τα συγκριτικά και άλλα αποδεικτικά στοιχεία που καθένας απ' αυτούς προσκομίζει και επικαλείται, β) τις εκτιμήσεις των αρμοδίων κατά νόμο προεκτιμητικών επιτροπών, γ) τα τεκμήρια που συνάγονται από την υπ' αριθ. 71/2008 απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου Λαμίας που καθόρισε την προσωρινή αποζημίωση και δ) τα συγκριτικά στοιχεία που επικαλέσθηκαν οι μάρτυρες αποδείξεως και ανταποδείξεως, σε συνδυασμό με την ανατίμηση των αξιών στο διάστημα που ακολούθησε, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο η αξία των απαλλοτριωθέντων ακινήτων ανέρχεται, με βάση τις υπάρχουσες οικονομικές και νομισματικές συνθήκες, χωρίς όμως να υπολογίζεται η τυχόν ανατίμηση ή υποτίμηση τους μετά τη δημοσίευση της πράξεως απαλλοτριώσεως και μόνο εξ αιτίας αυτής, στα αναφερόμενα στο διατακτικό ποσά, στα οποία πρέπει να καθορισθεί και η οριστική αποζημίωση τους. Η αποζημίωση αυτή είναι πλήρης, αφού με αυτή οι ιδιοκτήτες μπορούν να αντικαταστήσουν τις ιδιοκτησίες τους με άλλες ισάξιες.
Κρίσιμος χρόνος εκτιμήσεως είναι ο χρόνος της συζητήσεως ενώπιον του δικαστηρίου αυτού διότι από το χρόνο συζητήσεως ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας της αιτήσεως για την προσωρινή αποζημίωση μέχρι τη συζήτηση της αιτήσεως για την οριστική αποζημίωση παρήλθε έτος. Κατόπιν τούτων οι ένδικες αιτήσεις πρέπει να γίνουν εν μέρει δεκτές ως κατ'ουσία βάσιμες.
Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δεν παραβίασε τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 3 παρ.1, 13 παρ.1, 15 παρ.1 και 3 και 17 του Ν. 2882/2001, ο δε πρώτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, για έλλειψη αιτιολογίας, επικουρικώς προβαλλόμενος, είναι και αυτός αβάσιμος και απορριπτέος, διότι το Εφετείο περιέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής των άνω διατάξεων.
Ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.10 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζεται από το αναιρεσείον ότι το Εφετείο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και από το άρθρο 559 αριθ.11, επειδή το Εφετείο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν και δέχτηκε ως βάσιμο, τον ισχυρισμό των αιτούντων ότι τα ένδικα ακίνητα είναι όλα οικόπεδα, αφού επιβεβαιώθηκε από τον κτηματολογικό πίνακα, στον οποίο, όλα ανεξαιρέτως τα απαλλοτριωθέντα χαρακτηρίζονται ως οικόπεδα.
Επίσης, ο επικουρικώς προβαλλόμενος με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, για έλλειψη αιτιολογίας, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι το Εφετείο όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες παραδοχές του διέλαβε στην προσβαλλόμενη πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς τη μορφή των ακινήτων και την αξία των εδαφικών εκτάσεων και των επικειμένων.
Ο τρίτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει ότι το Εφετείο παραβίασε τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των παρ.1 και 2 του άρθρου 17 του Συντάγματος και της παρ.1 του άρθρου 13 του Ν. 2882/2001, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού το Εφετείο καθόρισε την οριστική αποζημίωση των αιτούντων, ώστε να είναι πλήρης και αυτοί να μπορούν να αντικαταστήσουν τις ιδιοκτησίες τους με άλλες ισάξιες (ΟλΑΠ 1332/1985, ΑΠ 1399/1996) και δεν κατέστησε αυτούς πλουσιότερους, όπως περί του αντιθέτου, υποστηρίζει το αναιρεσείον.
Τέλος, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, για έλλειψη αιτιολογιών, όσον αφορά το ουσιώδες ζήτημα της μείωσης της αξίας των εκτός απαλλοτρίωσης τμημάτων των ιδιοκτησιών (ΑΚΠ 16) και (ΑΚΠ 17), για τα οποία οφείλεται κατ' άρθρο 13 παρ.4 του ΚΑΑΑ ιδιαίτερη αποζημίωση, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι το Εφετείο διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής της ανωτέρω διάταξης.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, που ηττάται, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-6-2010 αίτηση για αναίρεση της 135/2009 απόφασης του Εφετείου Λαμίας. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουνίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Ιουλίου 2012.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ