1274/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Στο σημείο αυτό η πληρεξούσια δικηγόρος δήλωσε ότι ο 2ος αναιρεσίβλητος Κ. Τ. του Σ. απεβίωσε στις 27-6-2007 και κληρονομήθηκε από τα τέκνα του α. Σ. Τ., β. Δ. - Ε. Τ., συζ. Β. Π. και γ. Π. Τ. ήδη 3ο, 4η και 5ο αναιρεσιβλήτους.
Legislator headnote
AI generated1274/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, η αναίρεση που απευθύνεται κατά αποβιώσαντος, χωρίς όμως να γνωρίζει το θάνατο ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και η συζήτησή της χωρεί νομίμως με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 31/2009).
Full text
Απόφαση 1274 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1274/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Κων/νο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Α. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Χρονόπουλο.
Των αναιρεσίβλήτων: 1. Ν. Α. του Π., κατοίκου ..., 2. Κ. Τ. του Σ., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 3. Σ. Τ. του Κ., κατοίκων ..., 4. Ε.-Δ. συζ. Β. Π., κατοίκου ... και 5. Π. Τ. του Κ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Δεληγιάννη.
Στο σημείο αυτό η πληρεξούσια δικηγόρος δήλωσε ότι ο 2ος αναιρεσίβλητος Κ. Τ. του Σ. απεβίωσε στις 27-6-2007 και κληρονομήθηκε από τα τέκνα του α. Σ. Τ., β. Δ. - Ε. Τ., συζ. Β. Π. και γ. Π. Τ. ήδη 3ο, 4η και 5ο αναιρεσιβλήτους.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-12-1999 αγωγή των Νικολάου και Αναστασίας Α., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ζακύνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 125/2000, 36/2004 μη οριστικές, 53/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 242/2008 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 19-5-2008 αίτησή του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62, 73, 286 επ. και 313 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν, κάποιος διάδικος αποβιώσει κατά τη διάρκεια της δίκης και μέχρι το τέλος της προφορικής συζήτησης μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση και εφόσον τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις, μεταξύ των οποίων είναι και εκείνη της γνωστοποίησης του θανάτου στον αντίδικο του αποβιώσαντος, επέρχεται διακοπή της δίκης και όλες οι διαδικαστικές πράξεις που επιχειρούνται μέχρι τη νόμιμη επανάληψη της διαδικασίας λογίζονται άκυρες.
Αν δε γίνει η γνωστοποίηση του θανάτου δεν επέρχεται διακοπή της δίκης, η δε απόφαση που εκδίδεται είναι υποστατή και μπορεί να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναίρεσης. Σε περίπτωση που ο διάδικος αποβιώσει μετά το πέρας της προφορικής συζήτησης μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση ή πολύ περισσότερο μετά την έκδοση της τελευταίας, όταν δηλαδή δεν υφίσταται πλέον εκκρεμής δικαστικός αγώνας δεν υπάρχει στάδιο εφαρμογής των διατάξεων περί διακοπής της δίκης.
Σε κάθε περίπτωση τα ένδικα μέσα που ασκούνται κατά της οριστικής απόφασης, άρα και η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ κατά των καθολικών διαδοχών (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενα δε κατ' αυτού είναι άκυρα, υπό την προϋπόθεση ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει γνώση του θανάτου του αντιδίκου του με οποιονδήποτε τρόπο, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση.
Επομένως, η αναίρεση που απευθύνεται κατά αποβιώσαντος, χωρίς όμως να γνωρίζει το θάνατο ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και η συζήτησή της χωρεί νομίμως με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 31/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο δεύτερος αναιρεσίβλητος Κ. Τ. απεβίωσε στις 27-6-2007, ήτοι μετά την έκδοση της 53/2005 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου και την άσκηση της έφεσης κατ' αυτής (30-9-2005) και πριν από την προφορική συζήτηση της υπόθεσης (11-10-2007), μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 242/2008 απόφαση του Εφετείου Πατρών, χωρίς να γίνει στη δίκη αυτή γνωστοποίηση του θανάτου, ώστε να επέλθει διακοπή της δίκης. Από κανένα όμως αποδεικτικό μέσο δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσείων, κατά την άσκηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης (21-5-2008), γνώριζε το θάνατο αυτού, του οποίου μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι, καθώς δεν αμφισβητείται, είναι τα τέκνα του Σ. Τ., Ε.- Δ. σύζυγος Β. Π. και Π. Τ., τρίτος, τέταρτη και πέμπτος των αναιρεσιβλήτων, αντιστοίχως, οι οποίοι και εμφανίστηκαν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την ανωτέρω δικάσιμο (της 23-3-2011) και υπεισήλθαν στην δικονομική θέση του δευτέρου αναιρεσιβλήτου) προβάλλουν δε (με τις προτάσεις τους) υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς. Επομένως, η αίτηση αναίρεσης είναι έγκυρη και κατά το μέρος της που στρέφεται κατά του δευτέρου αναιρεσιβλήτου και νομίμως χωρεί η συζήτησή της με τους ανωτέρω νόμιμους κληρονόμους του.
2.- Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1, 577 παρ.3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο από τους περιοριστικά αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση, χωρίς η εντεύθεν αοριστία να μπορεί επιτρεπτώς να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Αντιστοίχως για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (ΚΠολΔ 559 αρ.1), πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.
Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005). Ομοίως για να είναι ορισμένος, και άρα παραδεκτός, ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ 559 αρ.19), δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υπόθεσης, η έννοια που αποδίδει αυτός στην παραβιασθείσα διάταξη και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει επί πλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο με βάση τα οποία κατέληξε στη νομική του κρίση για τη συνδρομή των όρων των διατάξεων που εφάρμοσε.
Και τούτο για τον λόγο ότι η ευδοκίμηση της αναίρεσης εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης (ΚΠολΔ 578), το τελευταίο δε συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία, προκειμένου να ελεγχθεί, αν τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα και ο έλεγχος του διατακτικού της απόφασης.
Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ψέγει το Εφετείο, διότι με το να δεχθεί, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι το (προς διανομή) με αριθμό 4 επίδικο ακίνητο, που βρίσκεται στην θέση "..." Ζακύνθου, περιήλθε κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου στον πατέρα του άμεσου δικαιοπαρόχου των διαδίκων Παναγιώτη Α., ενώ τα υπόλοιπα 3/4 εξ αδιαιρέτου ανήκουν στην κυριότητα της Ιεράς Μονής Αγίου Διονυσίου "παραβίασε το νόμο, ο οποίος απαγορεύει την χρησικτησία σε μοναστηριακά ακίνητα".
Επίσης με τον ίδιο λόγο της αναίρεσης, κατά το τρίτο μέρος του, από τον αριθ.19 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης "λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών", διότι, "ενώ δέχεται ότι το 1/4 εξ αδιαιρέτου του πιο πάνω ακινήτου περιήλθε στον πατέρα των διαδίκων και ότι τα άλλα 3/4 εξ αδιαιρέτου ανήκουν στην Ιερά Μονή Αγίου Διονυσίου, δεν αιτιολογεί με ποιον τρόπο και πότε παραδόθηκε η νομή στον δικαιοπάροχο του πατέρα αυτών και πως ήταν δυνατόν να απολέσει τη νομή η Μονή και να την αποκτήσει ο δικαιοπάροχος του πατέρα των διαδίκων, αφού απώλεια νομής και κυριότητας δεν χωρεί για δημόσιο κτήμα".
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι προεχόντως απορριπτέος ως αόριστος και ως προς τα δύο μέρη του, διότι στο αναιρετήριο δεν εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο της αγωγής διανομής, αναφορικά με την απόκτηση της συγκυριότητας των διαδίκων επί του ως άνω επίδικου ακινήτου, ενώ, επιπλέον όσον αφορά το πρώτο μέρος του, δεν αναφέρονται ενάριθμα οι φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου.
Ανεξάρτητα από τα ανωτέρω ο ως άνω λόγος αναίρεσης (από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, δεδομένου ότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης δεν υπάρχει παραδοχή της, ότι ο πατέρας των διαδίκων κατέστη συγκύριος του ανωτέρω επίδικου ακινήτου κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου με έκτακτη χρησικτησία σε βάρος της Ιεράς Μονής Αγίου Διονυσίου Ζακύνθου.
Απλώς αναφέρεται ότι ο πατέρας των διαδίκων και η Ιερά Μονή Αγίου Διονυσίου υπήρξαν συγκύριοι κατά τα ποσοστά 1/4 και 3/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας αντίστοιχα, του μείζονος ακινήτου των 1.000 τ.μ, τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο έκτασης 355 τ.μ.
3.- Ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση ότι με το να δεχθεί, με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι "ο υπ' αριθ. 4 επίδικος αγρός, ο οποίος βρίσκεται στην θέση "...", είχε περιέλθει στον πατέρα των διαδίκων από άτυπη παραχώρηση του πατέρα του κατά το 1920 κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου και ότι τα λοιπά 3/4 εξ αδιαιρέτου ανήκουν στην Ιερά Μονή Αγίου Διονυσίου", στηριζόμενο στην κτηματογράφηση του έτους 1960 των αγροκτημάτων της Ιεράς Μονής Αγίου Διονυσίου, στην οποία (κτηματογράφηση), (όπως αναφέρεται στην απόφαση), δεν περιλαμβάνεται το ανωτέρω 1/4 του ως άνω αγρού, καθόσον κατά τα αναφερόμενα σ' αυτήν το αγροληπτικό τέταρτο των αδελφών Α. απεχωρίσθη", παραμόρφωσε το περιεχόμενο "τόσο της από 6-2-1925 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Χ. Κ., όσο και τα έγγραφα και την κτηματογράφηση του 1960, αφού από τα έγγραφα αυτά δεν "προκύπτει διαχωρισμός σε 1/4 και 3/4". Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αναπόδεικτος, αφού δεν προσκομίζονται τα σχετικά έγγραφα για να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, το περιεχόμενό τους, για τη διαπίστωση της βασιμότητας του σφάλματος του δικαστηρίου της ουσίας από το ως άνω άρθρο 559 αριθ.20 ΚΠολΔ.
4.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ιδιαιτέρως του περιεχομένου εγγράφων δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δικαίου, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή αν υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 και 20 του ίδιου Κώδικα.
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης την αιτίαση, ότι εσφαλμένα δέχθηκε ότι νεμόταν το με αριθμό 15 επίδικο ακίνητο, που βρίσκεται στην θέση "..." Ζακύνθου ως συγκληρονόμος, ενεργώντας και για λογαριασμό των λοιπών συγκληρονόμων, ενώ η πραγματικότητα είναι, ότι η νομή του ανωτέρω ακινήτου του παραδόθηκε από τον πατέρα του και από τότε ασκούσε σ' αυτό πράξεις νομής για δικό του αποκλειστικά λογαριασμό. Η παραπάνω, όμως, αιτίαση αναφέρεται αποκλειστικά στην εκτίμηση αποδείξεων και πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Συνεπώς ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
5.- Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης. Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ' αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, θεμελιώνεται ο αναιρετικός αυτός λόγος.
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, που, παρά τη ρητή αναφορά του στον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, στηρίζεται, ως εκ του περιεχομένου του, στην πλημμέλεια από τον αριθ. 11 περ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων μέμφεται το Εφετείο, διότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκε και προσκόμισε με τις προτάσεις του κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, για την απόδειξη του ισχυρισμού του, ότι το ως άνω με αριθμό 15 επίδικο ακίνητο, που βρίσκεται στην θέση "..." Ζακύνθου, του το παραχώρησε ατύπως ο πατέρας του και έκτοτε και μέχρι την άσκηση της αγωγής το είχε στην αποκλειστική νομή του.
Ειδικότερα (δεν έλαβε υπόψη): α) Την περιεχόμενη στην 12/2001 εισηγητική έκθεση του Εισηγητή Δικαστή, που είχε οριστεί με την 125/2000 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου, κατάθεση του εξετασθέντος με επιμέλειά του μάρτυρα, β) την με αριθμό 175/1989 έκθεση επισκευής ακινήτου της Νομαρχίας Ζακύνθου και γ) την με αριθμ.
πρωτ. 1681/1989 βεβαίωση καθορισμού δανείου αποκατάστασης της Νομαρχίας Ζακύνθου. Επίσης ο αναιρεσείων με τον τρίτο (και τελευταίο λόγο) αναίρεσης, επικαλούμενος την ίδια αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατ' ορθή υπαγωγή, προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκε και προσκόμισε (με τις ίδιες πιο πάνω προτάσεις) για την απόδειξη του ισχυρισμού του, ότι το με αριθμό 18 επίδικο ακίνητο, που βρίσκεται στην θέση "..." Ζακύνθου, του το παραχώρησε λόγω άτυπης ανταλλαγής ο Σ.
Α. κατά το 1971 και έκτοτε και μέχρι την άσκηση της αγωγής το είχε στην αποκλειστική νομή του και ειδικότερα: α) Την περιεχόμενη στην ανωτέρω 12/2001 εισηγητική έκθεση κατάθεση του εξετασθέντος με επιμέλειά του μάρτυρα, β) την με αριθ. πρωτ. 1203/1990 έγκριση χορήγησης δανείου, γ) την …/1990 άδεια οικοδομής της Νομαρχίας Ζακύνθου και δ) το .../1971 συμβόλαιο πώλησης του συμβολαιογράφου Σπυρίδωνος Τυρογαλά.
Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι αβάσιμοι, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα από την περιεχομένη σ' αυτήν βεβαίωση, ότι λήφθηκαν υπόψη οι καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που περιέχονται στην 12/2001 εισηγητική έκθεση του Εισηγητή Δικαστή που είχε οριστεί με την 125/2000 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ζακύνθου, και τα προσκομιζόμενα με επίκληση από τους διαδίκους έγγραφα σε συνδυασμό με τις σκέψεις που αυτή περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού της πορίσματος, αναφορικά με την συγκυριότητα των διαδίκων επί των ως άνω δύο επίδικων ακινήτων, δεν καταλείπεται καμία απολύτως αμφιβολία, ότι πράγματι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στην δικανική του κρίση ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις όλα τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα, το τελευταίο μάλιστα από τα οποία (.../1971 συμβόλαιο) μνημόνευσε ρητά.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 19-5-2008 αίτηση του Δ. Α. για αναίρεση της 242/2008 απόφασης του Εφετείου Πατρών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 20 Ιουλίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ