Legislator Case Law & Legislation
1274/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against Athens Court of Appeal decision regarding civil liability for non-feasance.

Case Number 1274/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by X1 and X2 against the Court of Appeal's judgment of 633/2007. The appellants argued that the lower court failed to consider specific sworn witness testimonies and expert reports submitted during the proceedings. The court rejected these claims, finding the appeal vague and noting that the Court of Appeal had already weighed all evidence, including the disputed documents, to reach its conclusion.

Legislator headnote

AI generated

Art. 947 § 1 KPolD; Art. 559 no. 11 para. 3 KPolD: An appeal alleging a lower court's failure to consider evidence must specifically identify the evidence, its content, and its impact on the judgment; vague appeals are inadmissible.

Keywords

AI generated
civil liability non-feasance appeal admissibility evidence consideration specificity requirement court of appeal judicial review

Cited Legislation

AI generated
Art. 947 § 1 KPolD
Art. 559 no. 11 para. 3 KPolD
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1274 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1274/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Φεβρουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1 και 2) Χ2, κατοίκων ... . Παραστάθηκαν με την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ιωάννα Κούρτοβικ.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Ψ1 και 2) Ψ2, κατοίκων ... . Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Θεοδωρόπουλο, ο οποίος δήλωσε ότι ανακαλεί την από 8-2-2010 δήλωσή του, του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παρίσταται.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-10-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 783/2006 του ιδίου Δικαστηρίου και 633/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά οι αναιρεσείοντες με την από 29-6-2007 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γρηγόριος Κουτσόπουλος ανέγνωσε την από 20-1-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου (κατά τα οικεία μέρη) αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της και καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 947 § 1 του ΚΠολΔ, η οποία κατά το μέρος της που προβλέπει ποινές έχει χαρακτήρα κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον με αυτή θεσπίζεται ενοχή από αδικοπραξία, προκύπτει ότι η διαδικασία της έμμεσης αυτής αναγκαστικής εκτέλεσης διέρχεται δύο στάδια και απαιτεί την έκδοση δύο δικαστικών αποφάσεων.

Κατά το πρώτο στάδιο βεβαιώνεται με την απόφαση η υποχρέωση του εναγομένου σε παράλειψη ή ανοχή της πράξης, απειλούνται εναντίον του, για την περίπτωση παράβασης της σχετικής υποχρέωσής του, οι ποινές αθροιστικά και καθορίζονται το ποσό της χρηματικής ποινής και ο χρόνος της προσωπικής κράτησης. Κατά το δεύτερο στάδιο γίνεται διάγνωση της παράβασης, βεβαιώνεται δηλαδή εκ μέρους του καθ' ου η εκτέλεση παραβίαση της υποχρέωσής του προς παράλειψη ή ανοχή και καταδικάζεται ο οφειλέτης στην καταβολή της χρηματικής ποινής και σε προσωπική κράτηση.

Κατά το δεύτερο αυτό στάδιο το δικαστήριο δεσμεύεται από το δεδικασμένο της κατά το πρώτο στάδιο εκδοθείσας απόφασης, που μπορεί να είναι και προσωρινό αν η σχετική απόφαση εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, με την έννοια ότι δεν επιτρέπονται και είναι απαράδεκτοι ισχυρισμοί που τείνουν σε αμφισβήτηση των προϋποθέσεων, υπό τις οποίες υποχρεώθηκε ο οφειλέτης σε παράλειψη ή ανοχή.

Είναι δε διάφορο ζήτημα ο έλεγχος της διαγνωστικής κρίσης του δικαστηρίου κατά το στάδιο της βεβαίωσης της παράβασης, για την οποία απειλήθηκε χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση, αν δηλαδή τα διαπιστωθέντα πραγματικά περιστατικά συνιστούν τη παράβαση της διαταχθείσας υποχρέωσης προς παράλειψη ή ενοχή και επομένως αν αυτά ορθά υπήχθησαν στην ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 947§ ΚΠολΔ.

Εξάλλου, έλλειψη νόμιμης βάσης, που ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του δικαίου, για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της ή αντιφάσκουν μεταξύ τους.

Στην προκείμενη περίπτωση το Δικαστήριο της ουσίας, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, τα εξής: Οι διάδικοι τυγχάνουν συνιδιοκτήτες αυτοτελών και διακεκριμένων οριζοντίων ιδιοκτησιών πολυώροφης οικοδομής που βρίσκεται στο ... επί της οδού ...

διαμένοντες οι μεν ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι στο υπό στοιχεία Α-1 διαμέρισμα του πρώτου υπέρ το ισόγειο ορόφου της ως άνω οικοδομής, οι δε εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες στο διαμέρισμα του δευτέρου της ίδιας οικοδομής και ακριβώς άνω των αναιρεσιβλήτων. Οι τελευταίοι επικαλούμενοι ότι οι αναιρεσείουσες δημιουργούν σκοπίμως ενοχλητικούς θορύβους και με τον τρόπο αυτόν προσβάλλουν την προσωπικότητά τους, με την από 20-11-2004 και ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αίτησή τους ζήτησαν τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων και την καταδίκη τους να παύσουν να προσβάλλουν αυτήν και να απόσχουν από κάθε μελλοντική προσβολή αυτής.

Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η 4714/2005 απόφαση, η οποία δέχθηκε αυτήν ως κατ' ουσίαν βάσιμη και απαγόρευσε στους αναιρεσείοντες κάθε προσβολή της προσωπικότητας των αναιρεσιβλήτων με τη δημιουργία θορύβων και υποχρέωσε να παραλείψουν στο μέλλον κάθε όμοια πράξη που οδηγεί σε προσβολή της προσωπικότητάς τους, ενώ απειλήθηκε κατά των αναιρεσειόντων χρηματική ποινή 2000 ευρώ και απαγγέλθηκε προσωπική κράτηση διαρκείας ενός μήνα για κάθε εκ μέρους τους παράβαση των διατάξεων της ως άνω αποφάσεως.

Αντίγραφο της τελευταίας με επιταγή προς εκουσία συμμόρφωση προς το περιεχόμενο αυτής επέδωσαν στις 9-9-2005 οι αναιρεσίβλητοι νομοτύπως στους αναιρεσείοντες. Όμως οι τελευταίοι συνέχισαν, όπως και προηγούμενα, την ίδια συμπεριφορά σε βάρος των αναιρεσιβλήτων. Συγκεκριμένα κατά το χρονικό διάστημα από της 11-9-2005 και μέχρι την 17-10-2005 παραβίασαν από πρόθεση και δη:

κατά τις ακόλουθες ημέρες και ώρες ήτοι κατά την 14-9-2005 από 6.15 έως 7.20 πρωινής ώρας, κατά την 21-9-2005 από τις 16.15 ώρας μέχρι της 16.30, κατά την 22-9-2005 από της 16.05 ώρας μέχρι της 16.20 ώρας, κατά την 24-9-2005 και από ώρας 15.45 έως 16.35 ώρας, κατά την 4-10-2005 από 16.10 ώρας έως της 16.40 ώρας, κατά την 5-10-2005 από 16.00 μέχρι της 16.35 ώρας, κατά την 12-10-2005 από της 16.12 ώρας μέχρι της 16.45 ώρας, κατά τη 16-10-2005 από της 22.30 ώρας μέχρι της 22.45, και κατά την 17-10-2005 από της 6.45 έως 7.10 πρωινής ώρας, κατά τις οποίες ημέρες και ώρες παρά την ως άνω απόφαση απορρέουσαν υποχρέωση να απόσχουν από κάθε όχληση των αναιρεσιβλήτων, δεν έπαυσαν να προκαλούν δυνατούς και ενοχλητικούς θορύβους, με κτυπήματα με χονδρό ξύλινο αντικείμενο ή τακούνι στο δάπεδο του διαμερίσματός τους, με συνέπεια από τη συμπεριφορά τους αυτήν και τους προκαλούμενους θορύβους και μάλιστα σε ώρες κοινής ησυχίας να προκαλείται ταραχή, άγχος και νευρική υπερένταση στους αναιρεσίβλητους και να καθίσταται δυσχερής η χρήση του διαμερίσματός τους, το οποίο υποχρεώθηκαν τελικά να το εγκαταλείψουν.

Δέχτηκε επίσης ότι συντρέχουν στην προκείμενη περίπτωση οι νόμιμες προϋποθέσεις για την εφαρμογή της προαναφερόμενης διατάξεως του άρθρου 947 παρ. 1 ΚΠολΔ, δηλαδή η ύπαρξη εκτελεστής αποφάσεως, η επίδοση αυτής και η βεβαίωση ότι εγένετο παράβαση των διατάξεων αυτής κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα για την επιβολή στους αναιρεσείοντες των ως άνω ποινών .

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία αφού δέχθηκε εν μέρει την αγωγή των αναιρεσιβλήτων, βεβαίωσε την εκ μέρους των αναιρεσειόντων παραβίαση της ανωτέρω αποφάσεως και καταδίκασε τους τελευταίους να καταβάλουν στους αναιρεσίβλητους το ποσό των 2000 ευρώ ως χρηματική ποινή, ενώ καταδίκασε καθένα από αυτούς σε προσωπική κράτηση διαρκείας ενός (1) μηνός.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, με σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, δέχτηκε την ύπαρξη παραβίασης, εκ μέρους των αναιρεσειόντων, των διατάξεων της ανωτέρω αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά το ένδικο χρονικό διάστημα.

Επομένως, δεν παραβίασε εκ πλαγίου την πιο πάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 947 παρ. 1 ΚΠολΔ και συνεπώς ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμ. 11 του ίδιου άρθρου, όπως αναφέρεται εσφαλμένα στο αναιρετήριο), με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα.

Στην υπόθεση που κρίνεται, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία, τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, από όλα τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, έστω και μη ειδικώς κατωτέρω μνημονευόμενα, μεταξύ των οποίων και οι προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τους εκκαλούντες με αριθ. .../2006, .../2006, .../2006, .../2006, .../2006, .../2006 και .../2006 ένορκες βεβαιώσεις, που λήφθηκαν ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο, έλαβε υπόψη και εκτίμησε, προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του σχετικά με τη βασιμότητα της ένδικης αγωγής των αναιρεσίβλητων τόσο τις ανωτέρω βεβαιώσεις μαρτύρων, των οποίων ρητή γίνεται μνεία, καθώς και της από 25-10-2006 τεχνικής έκθεσης αυτοψίας της ... .

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα είναι αβάσιμος.

Για το ορισμένο του από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη ένα αποδεικτικό μέσο που ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε, πρέπει, εκτός των άλλων να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό αυτό μέσο, που με επίκληση προσκομίσθηκε και παρά το νόμο δεν λήφθηκε υπόψη από το Δικαστήριο της ουσίας, το αποδεικτικό περιεχόμενό του και την επίδραση του αποδεικτικού μέσου στο διατακτικό της απόφασης, αν αυτό δεν είναι αυτονόητο, διότι ο λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να οδηγεί σε ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης, παρά μόνο όταν προκύπτει ότι το σφάλμα του δικαστηρίου ήταν ουσιωδώς συνδεδεμένο με το διατακτικό της απόφασης και ασκούσε αποφασιστική σημασία σ' αυτό.

Στην κρινόμενη υπόθεση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, ότι δηλαδή δεν έλαβε υπόψη την μ' επίκληση προσκομισθείσα από τους αναιρεσείουσες .../2006 νομότυπα ληφθείσα ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα τους ... ενώπιον του Ειρηνοδίκου Αθηνών. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αόριστος, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται από τα ανωτέρω αναγκαία στοιχεία για το ορισμένο αυτού, το αποδεικτικό περιεχόμενο του ως άνω αποδεικτικού στοιχείου καθώς και την επίδρασή του στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο δεν είναι αυτονόητο, ενόψει του γεγονότος ότι το Δικαστήριο της ουσίας, κατέληξε σε παραδοχή της ένδικης αγωγής των αναιρεσιβλήτων, παρόλο ότι έλαβε υπόψη, όπως ανωτέρω εκτίθεται, τόσο τις καταθέσεις των δύο μαρτύρων των αναιρεσειόντων, όσο και τις δέκα τέσσερις (14) ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων που προσκόμισαν οι εν λόγω διάδικοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-6-2007 αίτηση των 1) Χ1 και 2) Χ2 για αναίρεση της 633/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800,00) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαρτίου 2010 . Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ