Legislator Case Law & Legislation
1274/2009 AI generated

Supreme Court partially allows appeal on social security deductions, remands unclear damages claim for retrial.

Case Number 1274/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the insurance company's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding social security deductions. The court found the third ground of appeal inadmissible due to vagueness, as the specific damages and loss of income claims were not detailed in the appeal petition. Consequently, the case was remanded for retrial by a new panel of judges to clarify the scope of the insurance company's claim for lost income and domestic helper expenses.

Legislator headnote

AI generated

Articles 10(5) of Law 4104/1960 and Article 1 of Decree-Law 226/1973; Article 559(1) of the Code of Civil Procedure: When an appeal ground relies on the vagueness of a lower court's judgment regarding the substantive law applied, the appeal petition must explicitly state the precise content of the original claim and the specific point of vagueness; otherwise, the ground is inadmissible.

Keywords

AI generated
social security deductions vague appeal ground remand for retrial lost income damages Code of Civil Procedure insurance company appeal ICAF obligations

Cited Legislation

AI generated
Article 10(5) of Law 4104/1960
Article 1 of Decree-Law 226/1973
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 554(8) of the Code of Civil Procedure
Article 554(14) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AP 202/2004
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1274 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1274/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "INTERASCO ΑΝΩΝΥΜOΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΑΕΓΑ" που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως οιονεί καθολικής διάδόχου της αρχικά αναιρεσίβλητης γερμανικής ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "UNIVERSA ALLGEMEINE VERSICHERUNG AG" που εδρεύει στη Νυρεμβέργη Γερμανίας, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Δημαρά με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Ζηκογιάννη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/6/2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 10/1/2003 αγωγή προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα υπόθεση, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1319/2003 μη οριστική και 4210/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 6564/2004 μη οριστική και 9537/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13/6/2006 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ευτύχιος Παλαιοκαστρίτης, ανέγνωσε την από 28/2/2007 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτου Αντωνίου Παπαθεοδώρου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των δύο πρώτων λόγων αναίρεσης και την απόρριψη του τρίτου λόγου αναίρεσης κατά αμφότερα τα μέρη του. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 10 παρ.5 του ν.δ. 4104/1960, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 18 του ν. 4476/1965 και 1 του βδ 226 της 22.2/21.3.1973 "περί του τρόπου υπολογισμού δαπανών του ΙΚΑ", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του ν. 4476/1965, συνάγεται ότι μετά την έναρξη ισχύος (23-11-1986) του πιο πάνω άρθρου 18 του ν. 1654/1986, το ΙΚΑ για παροχές στον ασφαλισμένο σ' αυτό παθόντα έχει απευθείας αξίωση από το νόμο κατά του υποχρέου προς αποζημίωση, υποκαθιστάμενο αυτοδικαίως κατά το ποσόν των οφειλομένων στον ζημιωθέντα ασφαλιστικών παροχών στην αξίωσή του κατά του υποχρέου, ο δε παθών δεν νομιμοποιείται να ζητήσει από αυτόν και τα κονδύλια, που κατέβαλε ή οφείλει να καταβάλει σε αυτόν το ΙΚΑ, από τη σχέση κοινωνικής ασφάλισης, που τους συνδέει, διότι ως προς αυτά δεν είναι πλέον δικαιούχος.

Κρίσιμο είναι αν υπάρχει σε βάρος του ΙΚΑ υποχρέωση παροχής προς τον ασφαλισμένο του και όχι τι παρασχέθηκε ή πρόκειται να παρασχεθεί. Γένεση της αξίωσης αποζημίωσης κατά του υποχρέου και μεταβίβαση αυτής στο ΙΚΑ, συμπίπτουν χρονικώς. Κατά το χρόνο του ατυχήματος δεν είναι ακόμη προσδιορισμένο το ακριβές ποσό των παροχών του ΙΚΑ.

Τούτο θα εξαρτηθεί από μελλοντικά γεγονότα και ιδίως από την εξέλιξη της υγείας του παθόντος και την έκδοση της οικείας διοικητικής πράξης από το αρμόδιο όργανο του ΙΚΑ. Για τη μεταβίβαση της αξίωσης αποζημίωσης από τον παθόντα στο ΙΚΑ απαιτείται και αρκεί μία έστω και απομακρυσμένη δυνατότητα, ότι το ΙΚΑ εξ αφορμής του ατυχήματος θα καταστεί υπόχρεο προς καταβολή ασφαλιστικών παροχών στον παθόντα.

Από τις προαναφερθείσες ανωτέρω διατάξεις περαιτέρω συνάγεται ότι η μεταβίβαση της αξίωσης αποζημίωσης στο ΙΚΑ δεν ολοκληρώνεται το πρώτον, όταν θα καταστεί βέβαιο το ακριβές ποσό των παροχών, τις οποίες θα καταβάλει το ΙΚΑ στον παθόντα. Με τον τρόπο αυτό προστατεύεται το ΙΚΑ έναντι του κινδύνου, που θα προέκυπτε από τη δυνατότητα του παθόντος να προβεί σε διάθεση της αξίωσης αποζημίωσης με συμβιβασμό, είσπραξε ή άλλο νόμιμο τρόπο.

Τέλος για να λειτουργήσει το σύστημα της αυτοδίκαιης μεταβίβασης στο ΙΚΑ της αξίωσης αποζημίωσης του παθόντος ή των δικαιοδόχων του κατά του ζημιώσαντος τρίτου, πρέπει να συντρέχει ποιοτική και ποσοτική αντιστοιχία μεταξύ των παροχών του ΙΚΑ προς τον ασφαλισμένο ή τα μέλη της οικογενείας του και των αξιώσεων του παθόντος ή των δικαιοδόχων του κατά το υπόχρεου τρίτου.

Η αντιστοιχία αυτή συντρέχει όταν αμφότερες οι παροχές είναι ομοειδείς και υπηρετούν τον ίδιο σκοπό. Τούτο συμβαίνει όταν οι παροχές αυτές τελούν μεταξύ τους από χρονική και ποιοτική άποψη σε μία εσωτερική συνάφεια. (ΑΠ 70/2005, ΑΠ 738/2003). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου αν αυτός δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ελλειψη δε ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρεται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: Από τη συνεκτίμηση των προσκομιζόμενων αποδεικτικών στοιχείων και λαμβανομένου υπόψη ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ηλικίας 30 ετών έχει σοβαρά κινητικά προβλήματα, όσο και προβλήματα οράσεως και ακοής, αποδεικνύεται, με βάση και τα διδάγματα της κοινής πείρας, ότι αυτός κατέστη ανίκανος να μετέρχεται το επάγγελμα του οδηγού φορτηγών αυτοκινήτων ή παρεμφερές επάγγελμα και θα ήταν ανεπιεικές να αξιώσει κανείς απ' αυτόν, ενόψει και του ότι δεν έχει γραμματικές γνώσεις, να εξεύρει άλλη εργασία, στην οποία ούτως ή άλλως θα ήταν πολύ δύσκολο έως αδύνατο να ανταποκριθεί λόγω της κατάστασης της υγείας του.

Χαρακτηριστικά στο από 2-11-2000 δελτίο απογραφής τυφλού του Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών ασφαλίσεων, που προσυπογράφει ο ιατρός χειρούργος οφθαλμίατρος ..., που εξέτασε τότε τον ενάγοντα, ο τελευταίος θεωρείται τυφλός κατά την έννοια του άρθρου 1 του Ν. 1904/1951 και ανίκανος λόγω τυφλώσεως για οποιαδήποτε εργασία. 'Ετσι γίνεται φανερό ότι ο ενάγων ήταν και είναι ανίκανος να εργαστεί ως οδηγός φορτηγού στην εταιρεία "Λυκοδήμος Α.Ε." για το επίδικο χρονικό διάστημα από 13-6-2001 μέχρι τις 12-6-2016.

Κατά το χρονικό αυτό διάστημα απώλεσε τις μηνιαίες αποδοχές του από 696,40 ευρώ (μισθός 596,92 + δώρο Χριστουγέννων + αναλογία δώρου Πάσχα + αναλογία επιδόματος αδείας). Δηλαδή κατά το πιο πάνω χρονικό διάστημα των 180 μηνών ανικανότητάς του προς εργασία απώλεσε συνολικά το ποσό των 125.352 ευρώ (696,40 χ 180), ποσό που θα αποκόμιζε από την εν λόγω εργασία του, αν δε μεσολαβούσε ο πιο πάνω σοβαρός τραυματισμός του κατά το ένδικο ατύχημα.

Εξ άλλου αποδεικνύεται ότι λόγω της κατάστασής του ο ενάγων θα εξακολουθούσε να είναι ανίκανος για να εργαστεί μέχρι και τις 12-6-2020 τουλάχιστον και κατά το χρονικό αυτό διάστημα των 48 μηνών απώλεσε το συνολικό ποσό των 33.427 ευρώ (696,40 χ 48 μήνες), το οποίο με βεβαιότητα και κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα αποκόμιζε, αν δε μεσολαβούσε ο τραυματισμός του.

Αποδεικνύεται επίσης ότι ο ενάγων δεν μπορούσε να αυτοεξυπηρετηθεί και ως τούτου ήταν αναγκαίο να έχει τη συνδρομή τρίτου προσώπου, το οποίο έπρεπε να απασχοληθεί αποκλειστικά για το λόγο αυτό κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2001 μέχρι και τις 31-12-2020 τουλάχιστον. Προς τούτο από τις 1-1-2001 και εφεξής δέχθηκε τις σχετικές υπηρεσίες της ..., προς την οποία κατέβαλε για την απασχόλησή της αυτή 200.000 δραχμές ή 586,94 ευρώ μηνιαίως και είναι επίσης αναγκαίο να συνεχίσει να δέχεται τις υπηρεσίες τρίτου προσώπου μέχρι και τον πιο πάνω χρόνο, δηλαδή τις 31-12-2020.

Ετσι ο ενάγων έχει δαπανήσει και θα δαπανήσει στο μέλλον για το χρονικό διάστημα από 1-1-2001 έως 31-12-2005 το συνολικό ποσό των 35.216 ευρώ (ήτοι 586,94 ευρώ κάθε μήνα χ 60 μήνες) και για το χρονικό διάστημα από 1-1-2006 έως 31-12-2020 το συνολικό ποσό των 105.649 ευρώ (δηλαδή 586,94 ευρώ (200.000 δρχ.) χ 180 μήνες). Σημειώνεται ότι για τις γενόμενες ήδη προς την ...

καταβολές για τις προς τον ενάγοντα υπηρεσίες της προσκομίζονται σχετικές αποδείξεις, ενώ η αναγκαιότητα για την προς αυτόν συνέχιση των υπηρεσιών τρίτου προσώπου και για το μεταγενέστερο πιο πάνω χρονικό διάστημα, αποδεικνύεται από τη συνεκτίμηση του όλου αποδεικτικού υλικού σε συνδυασμό με την προαναφερόμενη σωματική αναπηρία και την ολική στην ουσία τύφλωση του ενάγοντος.

Όπως προκύπτει από την από 17-12-2004 βεβαίωση του ΙΚΑ (τοπικό υποκ/μα ...) ο ενάγων, που είναι ασφαλισμένος στο εν λόγω ασφαλιστικό φορέα, λαμβάνει σύνταξη βαριάς αναπηρίας και επίδομα παραπληγίας, σύμφωνα με τις αναφερόμενες αποφάσεις του Δ/ντή ΙΚΑ - ΕΤΑΜ - Ρόδου, το μηνιαίο ποσό ως εξής: α) για σύνταξη ΙΚΑ από 6-11-2000 ποσό 192,11 ευρώ από 1-1-2001, ποσό 202,49 ευρώ, από 1-1-2002 ποσό 209,76 ευρώ, από 1-1-2003 ποσό 218,15 ευρώ, από 1-1-2004 ποσό 229,06 ευρώ, δηλαδή για χρονικό διάστημα τεσσάρων (4) ετών και 55 ημερών συνολικά έλαβε από 6-11-2000 έως 31-12-2004 το ποσό των 10.334 ευρώ (352 + 2.430 + 2.517 + 2.618 + 2.749).

β) Για τη σύνταξη ΤΕΑΜ για τις ίδιες πιο πάνω ημερομηνίες από 6-11-2000 έως 31-12-2004 τα ποσά 52,06 ευρώ, 53,62 ευρώ, 54,93 ευρώ, 57,12 ευρώ και 59,97 ευρώ, μηνιαίως αντίστοιχα και συνολικά για την εν λόγω περίοδο το ποσό των 2.603,50 ευρώ (95,44 + 643 + 659 +686 +720). γ) Για το επίδομα παραπληγίας: για τις ίδιες πιο πάνω ημερομηνίες από 6-11-2000 έως 31-12-2004 τα ποσά 410,15 ευρώ, 423, 83 ευρώ, 447 ευρώ, 465,80 ευρώ και 489,09 ευρώ μηνιαίως αντίστοιχα και συνολικά για την πιο πάνω περίοδο το ποσό των 17.070 ευρώ (752 + 5.086 + 5.364 + 5.590 + 5.868).

Στο τέλος της εν λόγω βεβαίωσης αναγράφεται και όπως θα διαμορφωθούν (ποσά) στο εξής. Από τις πιο πάνω παροχές του ΙΚΑ προς τον ενάγοντα οι υπό στοιχεία α' και β' (συντάξεις αναπηρίας) σχετίζονται με τα πιο πάνω διαφυγόντα εισοδήματά του, ενώ η υπό στοιχείο γ' (επίδομα παραπληγίας) με τη σχετική αξίωση αποζημίωσης του ενάγοντος για τις δαπάνες, στις οποίες είναι αναγκαίο να υποβληθεί για τη συνδρομή τρίτου προσώπου (αποκλειστικής νοσοκόμου - περιποιήτριας) σχετικά με το παραπληγικό επίδομα του ΙΚΑ προς τον παθόντα - ασφαλισμένο του).

Ετσι, αφού κατ' άρθρο 18 Ν. 1654/1986 οι για τις παροχές αυτές η σχετική αξίωση του παθόντος (ενάγοντος) μεταβιβάζεται αυτομάτως (ex lege) στον ασφαλιστικό του φορέα (το ΙΚΑ), πρέπει να αφαιρεθούν από τα επιδικαζόμενα πιο πάνω ποσά, που αφορούν διαφυγόντα εισοδήματα του ενάγοντος και δαπάνες για τις προς αυτόν υπηρεσίες τρίτου προσώπου, κατά το βάσιμο πρόσθετο λόγο της πρώτης έφεσης της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας, με τον οποίο προβάλλεται σχετικός οψιγενής ισχυρισμός της (άρθρ. 527 παρ. 2 σε συνδ.

με άρθρ. 269 παρ. 2 ΚΠολΔ). Ετσι από μεν το πιο πάνω κονδύλιο των 125.352 ευρώ (διαφυγόντων εισοδημάτων) πρέπει να αφαιρεθούν οι παροχές του ΙΚΑ για τις συντάξεις του ενάγοντος, συνολικού ύψους 13.137,5 ευρώ (10.334 + 2.803,5) και παραμένει υπέρ αυτού το ποσό των 112.214,5 ευρώ (125.352 - 13.137,5), από δε το κονδύλιο των 35.216 ευρώ (δαπανών για τις υπηρεσίες τρίτου προσώπου), πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 17.070 ευρώ, που αφορά την παροχή του ΙΚΑ προς τον ενάγοντα για επίδομα παραπληγίας, και έτσι παραμένει υπέρ αυτού το ποσό των 18.146 ευρώ (35.216 - 17.070).

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, κατά παραδοχή των εφέσεων της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας του ζημιογόνου αυτοκινήτου και του αναιρεσιβλήτου παθόντος εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κατά το μέρος που αφορούσε την από 25.6.2002 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, και δέχθηκε εν μέρει την τελευταία κατά το κύριο και πλαγιαστικό αίτημά της.

Ετσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 10 παρ. 5 του ν.δ. 4104/1960, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 18 παρ. 1 του ν. 4476/1965 κα ισχύει από 24.11.1986, μετά την προστεθείσα διάταξη με το άρθρο 18 το υν. 1654/1986 τόσο ευθέως όσο και εκ πλαγίου με αντιφατικές αιτιολογίες σε κρίσιμο ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, ενώ από τα δεκτά γενόμενα εν μέρει καταψηφιστικά και εν μέρει αναγνωριστικά αγωγικά κονδύλια διαφυγόντων κερδών και οικιακής βοηθού του χρονικού διαστήματος από 13-6-2001 και 1-1-2001 αντίστοιχα έως 31-12-2020 αφαίρεσε τις καταβληθείσες στον παθόντα από το ΙΚΑ ασφαλιστικές παροχές, ήτοι σύνταξη αναπηρίας και σύνταξη ΤΕΑΜ για το πρώτο κονδύλιο και επίδομα παραπληγίας για το δεύτερο κονδύλιο, του χρονικού διαστήματος στις 31-12-2004, δεν αφαίρεσε τις ασφαλιστικές αυτές εισφορές του χρονικού διαστήματος από 1-1-2005 έως 31-12-2020, οι οποίες όπως δέχθηκε κατ' ορθή εκτίμηση από εννοιολογική άποψη της σχετικής παραδοχής της αποφάσεως, με πιθανότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων καταβληθούν στον παθόντα, χωρίς να εξηγεί για ποιο λόγο δεν πρέπει να αφαιρεθούν οι εισφορές και του χρονικού αυτού διαστήματος.

Συνεπώς οι δυο πρώτοι λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτονται στο Εφετείο οι από τους αριθμού 1και 19 αντίστοιχα του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλειας, πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι.

ΙΙ. Επειδή η νομική αοριστία της αγωγής δηλαδή η συνδεομένη με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται ως παραβίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή, αντίθετα, αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ η ποσοτική ή ποιοτική αοριστίας της αγωγής, η οποία υπάρχει, όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παραβίαση από τους αριθμούς 8 ή 14 του άρθρου 554 ΚΠολΔ.

Για να είναι όμως ορισμένος ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, όταν προβάλλεται αιτίαση κατά της προσβαλλομένης απόφασης, συνιστάμενη στο ότι η κρινόμενη αγωγή είναι αόριστη και έπρεπε να απορριφθεί εκ του λόγου αυτού, πρέπει στο αναιρετήριο να διαλαμβάνεται ποσό ακριβώς ήταν το περιεχόμενο της αγωγής, ως προς ποιο σημείο αυτή δεν είναι πλήρης και σε τι συνίσταται η αοριστία της για να κριθεί, εάν πρόκειται για νομική, ποσοτική ή ποσοτική αοριστία, ενώ η συμπλήρωση του αναιρετηρίου με παραπομπή σε άλλο δικόγραφο δεν επιτρέπεται (ΑΠ 202/2004).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος της, προσάπτει στο Εφετείο την από τον αριθμ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη την πρωτοδίκως προβληθείσα και επαναφερόμενη με την έφεση ένσταση αοριστίας του δικογράφου της αγωγής του αναιρεσιβλήτου, ως προς τα κονδύλια των διαφυγόντων κερδών λόγω της από το τροχαίο ατύχημα πλήρους ανικανότητας προς εργασία και πρόσληψης οικιακής βοηθού λόγω της αδυναμίας του προς αυτοεξυπηρέτηση.

Με αυτό και μόνο το περιεχόμενο ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τα προαναφερόμενα στοιχεία, που είναι αναγκαία για να είναι ορισμένα.

ΙΙΙ. Κατόπιν αυτών πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση εν μέρει και συγκεκριμένα μόνο όσον αφορά τις μεταξύ των παρόντων διαδίκων σχέσεις και κατά τη διάταξή της, που αφορά τις αποκτήσεις αποζημιώσεως για διαφυγόντα εισοδήματα και για δαπάνη οικιακής βοηθού του αναιρεσιβλήτου και την αφαίρεση από τις απαιτήσεις αυτές των προς αυτόν παροχών του ΙΚΑ του χρονικού διαστήματος από 1-1-2005 έως 31-12-2020 να παραπεμφθεί η υπόθεση, ατά το μέρος αυτό, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 9537/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος της που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της ανωτέρω αποφάσεως, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων (2000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 28 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ