Supreme Court dismisses appeal on co-ownership rent claim, upholding lower court's calculation of benefit derived from exclusive use.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a co-ownership dispute over a shared apartment. The appellant argued that the lower court erred in calculating the benefit derived from her exclusive use of the property after the separation of the couple. The court rejected this, stating that the Second Instance Court correctly applied the Civil Code to determine the rent value and the specific benefit gained by the appellant, finding no legal error in its reasoning.
Legislator headnote
AI generatedArticles 300 and 787 of the Civil Code; When co-owners use a shared property exclusively, the benefit derived is calculated based on the rental value of the portion used, and the court's assessment of this benefit is subject to limited appellate review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1274 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1274/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ..................... η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Στυλιανό Γκαρίπη.
Του αναιρεσιβλήτου .................. ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αντιγόνη Κίσσα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-11-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3205/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 4862/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά η αναιρεσείουσα με την από 14-10-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασιλόπουλος Ζήσης, ανέγνωσε την από 6-3-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γιαυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου και δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται μείζονα σκέψη της απόφασης, με την οποία η αγωγή ή ο ισχυρισμός κρίθηκε απορριπτέος ως μη νόμιμος, όπως έχει συμβεί στην προκείμενη περίπτωση, κατά την οποία απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση της αναιρεσείουσας (Ολ.ΑΠ 3/1997).
Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος αυτού, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε, ως μη νόμιμη ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αναιρεσείουσας, στερείται νόμιμης βάσης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Επειδή από το άρθρο 368 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με την διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελευθέρως εκτιμά την ανάγκη χρησιμοποίησης του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται όχι απλώς "ειδικές" αλλά "ιδιάζουσες" γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, οπότε οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονα. 'Ετσι από τη μη λήψη υπόψη αιτήματος διαδίκου για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης δεν ιδρύεται ο από τον αρ.9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης και ως εκ τούτου ο δεύτερος λόγος της αίτησης, μέρος δεύτερο, με τον οποίο προβάλλεται πλημμέλεια από την αμέσως ανωτέρω διάταξη του άρθρου 559 αρ.9 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο απέρριψε αίτημα της αναιρεσείουσας για διορισμό πραγματογνώμονα, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Επειδή, το άρθρο 242 ΚΠολΔ όπως η παρ. 1 ισχύει μετά το άρθρο 8 παρ.3 του ν.2915/2001, ορίζει ότι 1. Η συζήτηση αρχίζει με την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων και τη δήλωση των παραστάσεών τους. οι διάδικοι που παρίστανται νόμιμα έχουν δικαίωμα ν'αναπτύξουν στο ακροατήριο προφορικά τους ισχυρισμούς τους. 2. Στις περιπτώσεις που η προφορική συζήτηση δεν είναι υποχρεωτική οι διάδικοι μπορούν να συμφωνήσουν με κοινή δήλωση, που υπογράφεται από τους πληρεξούσιους δικηγόρους, ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση.
Τέτοια δήλωση μπορεί να γίνει και από ένα ή ορισμένους μόνο πληρεξουσίους. Η δήλωση αυτή παραδίνεται, στην περίπτωση κοινής δήλωσης, από ένα τουλάχιστον πληρεξούσιο δικηγόρο και στην περίπτωση μονομερούς δήλωσης, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο στον αρμόδιο γραμματέα το αργότερο την παραμονή της δικασίμου και σημειώνεται αμέσως στο πινάκιο.
Η διάταξη αυτή, ως καθορίζουσα τον τρόπο της ένδικης προστασίας, είναι δικονομικού δικαίου και δεν ελέγχεται με τους λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Επομένως ο από τον αρ.1 του άρθρου αυτού τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο ότι παρά το νόμο δέχθηκε ως νόμιμη την παράσταση του αναιρεσιβλήτου, παρά το ότι αυτός κατέθεσε την από το ανωτέρω άρθρο 242 παρ.2 δήλωση την προτεραία μεν της δικασίμου, πλην όμως μετά μία ώρα από εκείνη που η υπηρεσία του Εφετείου έθεσε ως τελευταίο χρονικό όριο κατάθεσης, είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος.
Επειδή, από το άρθρο 553 παρ.1 του ΚΠΔ προκύπτει ότι αν γίνει δεκτή κατά τύπους η έφεση και απορριφθεί κατ΄ουσίαν ή αν γίνει δεκτή κατ΄ουσίαν και εξαφανιστεί η πρωτόδικη απόφαση, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση, στην οποία ενσωματώνεται η πρωτόδικη, διότι με αυτή περατώνεται οριστικά η δίκη.
Εξάλλου το άρθρο 559 αρ.10 ΚΠολΔ ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Για την εφαρμογή της διάταξης αυτής προϋποτίθεται ότι το δικαστήριο έκρινε την ουσία της διαφοράς. Ο προβλεπόμενος από το εδάφιο αυτό του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται αν απορρίφθηκε η αγωγή ή ο ισχυρισμός ως απαράδεκτος ή μη νόμιμος.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου και την 3205/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που ενσωματώθηκε στην πρώτη, των οποίων η επισκόπηση είναι παραδεκτή (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ). Το Πρωτοδικείο έκρινε, για τον προσδιορισμό των δικαστικών εξόδων, ότι η αξία του επίδικου διανεμητέου ακινήτου, ανέρχεται στο ποσό των 105.000 ευρώ.
η αναιρεσείουσα, με λόγο έφεσης, παραπονέθηκε για τον υπολογισμό της αξίας του επίδικου αντικειμένου στο άνω ποσό, πλην όμως το Εφετείο απέρριψε τον σχετικό ισχυρισμό ως νόμω αβάσιμο, διότι ο προσδιορισμός της αξίας του επίδικου αντικειμένου δε δεσμεύει τον δικαστικό επιμελητή (άρθρα 484 παρ.954 παρ.1 ΚΠολΔ) κατά την εκπλειστηρίαση του αντικειμένου αυτού.
Ηδη η αναιρεσείουσα με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου μέμφεται το Πρωτοδικείο ότι προσδιόρισε την αξία χωρίς απόδειξη και το Εφετείο ότι απέρριψε τον σχετικό λόγο έφεσης ως μη νόμιμο. Ο λόγος αυτός (2ος α' σκέλος) είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, από το ένα μέρος διότι στρέφεται κατά της απόφασης του Πρωτοδικείου, η οποία ενσωματώθηκε στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση και από το άλλο μέρος διότι ο λόγος αυτός από τον αρ.10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αφού το Εφετείο δεν έκρινε την ουσία του ισχυρισμού δεν ιδρύεται.
Περαιτέρω ο ίδιος λόγος κατά το τρίτο σκέλος αυτού από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται σ'αυτόν σε ποιο σφάλμα υπέπεσε το Εφετείο, με την απόρριψη του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας σχετικά με την αξία του επίδικου αντικειμένου, και ποια διάταξη παραβίασε.
Επειδή με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, κατά την οποία, "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος", τίθεται φραγμός στην άσκηση του δικαιώματος και την ικανοποίηση εντεύθεν του δικαιούχου, όταν η άσκηση του συγκεκριμένου δικαιώματος υπερβαίνει τα όρια εκείνα που καθορίζονται από τα πιο πάνω κριτήρια και μάλιστα εφόσον προσθέτως συντρέχουν ιδιαίτερες περιστάσεις που χαρακτηρίζουν την υπέρβαση αυτή ως προφανή, δηλαδή όταν με αυτή προκαλείται έντονη εντύπωση αδικίας σε σχέση με το όφελος του δικαιούχου από την άσκηση του δικαιώματός του.
Ειδικότερα, σχετικά με την κοινωνία, κατά το άρθρο 795 ΑΚ, κάθε κοινωνός έχει καταρχήν, δικαίωμα να απαιτήσει τη λύση της κοινωνίας οποτεδήποτε και ως εκ τούτου δεν ασκεί επίδραση ούτε άμεσα ούτε έμμεσα και μάλιστα μέσω της εφαρμογής του άρθρου 281 ΑΚ, το ότι κατά το χρόνο κατά τον οποίο επιδιώκεται η λύση της κοινωνίας, αυτή η λύση δεν συμφέρει στον κοινωνό που αντιτίθεται στη λύση της κοινωνίας.
Πάντως και το δικαίωμα απαίτησης λύσης της κοινωνίας, όπως καταρχήν κάθε δικαίωμα ιδιωτικού δικαίου, μπορεί ν'ασκηθεί καταχρηστικώς, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, οπότε η άσκηση αυτή απαγορεύεται. Τέτοια κατάχρηση του δικαιώματος για τη λύση της κοινωνίας υπάρχει ιδίως εάν συντρέχει κατάχρηση στην άσκηση της συγκυριότητας ή του όποιου άλλου δικαιώματος που συγκροτεί την κοινωνία.
Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσειουσα-εναγόμενη προς απόκρουση της αγωγής του αναιρεσιβλήτου-ενάγοντος για διανομή του κοινού διαμερίσματος, του οποίου είναι συγκύριοι κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας και το οποίο χρησιμοποιούσαν ως επαγγελματική στέγη, ισχυρίστηκε παραδεκτώς ενώπιον του Πρωτοδικείου ότι η άσκηση της αγωγής υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλονται από τους ορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, διότι α) ο αναιρεσίβλητος κατέβαλε ελάχιστο τίμημα για την απόκτηση του επίδικου διαμερίσματος και δεν υποβλήθηκε σε καμμία δαπάνη για την ανακαίνισή του β) στο διαμέρισμα αυτό λειτουργεί από το 1996 το οδοντοϊατρείο της και η τυχόν μετεγκατάστασή της θα είναι γι'αυτήν επαγγελματικά και οικονομικά καταστρεπτική γ) στο επίδικο έχουν γίνει μετατροπές, με δικές της κυρίως δαπάνες, για να εκπληρώσει τον προορισμό του για τον οποίο αγοράστηκε (δηλαδή για να λειτουργήσει εντός αυτού το ιατρείο του αναιρεσιβλήτου και το δικό της οδοντοϊατρείο) δ) ο αναιρεσίβλητος αρνήθηκε την πρότασή της για εξαγορά από αυτήν του μεριδίου του με χρήματα πολύ περισσότερα από όσα ο ίδιος είχε καταβάλει για την απόκτησή του και ε) η αγωγή ασκήθηκε αμέσως μετά την απομάκρυνση του αναιρεσιβλήτου από το επίκοινο διαμέρισμα, που διατάχθηκε με την 6675/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων).
Την ένσταση αυτή το Πρωτοδικείο την έκρινε ως μη νόμιμη και την απέρριψε. Ομοίως έκρινε και το Εφετείο. 'Ηδη με το δεύτερο μέρος του πρώτου (1ου) λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δηλαδή ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την ανωτέρω από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου αυτού. 'Όμως ο λόγος αυτός (1ος μέρος β'), σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην αμέσως ανωτέρω μείζονα πρόταση, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι τα περιστατικά τα οποία επικαλείται η αναιρεσείουσα δεν καθιστούν την αγωγή διανομής του επίκοινου διαμερίσματος καταχρηστική.
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 785, 786, 787, 792 παρ. 2, 961 και 962 ΑΚ, προκύπτει ότι όταν γίνεται αποκλειστική χρήση του κοινού πράγματος από ένα από τους κοινωνούς, μεταξύ των οποίων και οι συγκύριοι (άρθρο 1113 ΑΚ), δικαιούνται οι λοιποί αν και δεν προβάλλουν αξίωση σύγχρησης, ν' απαιτήσουν από αυτόν που έκανε αποκλειστική χρήση αυτού ανάλογη μερίδα επί του οφέλους, το οποίο από την αιτία αυτή εκείνος αποκόμισε και το οποίο συνίσταται στην αξία της χρήσης του κοινού και αποτελεί ωφέλημα από το πράγμα.
Στη σχετική αγωγή του κοινωνού με την οποία αυτός αξιώνει από το συγκοινωνό, που έκανε αποκλειστική χρήση του κοινού πράγματος το όφελος ως αποζημίωση χρήσης για ορισμένο χρόνο, ο εναγόμενος, προς απόκρουση της αγωγής, μπορεί να προβάλει ισχυρισμό (ένσταση) ότι κατέχει το κοινό πράγμα κατά το πέραν της μερίδας του ποσοστό με βάση ορισμένη έννομη σχέση και ότι, ως εκ τούτου, δεν υποχρεούται στην καταβολή της αξιούμενης αποζημίωσης.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα πραγματικά γεγονότα: Οι διάδικοι, σύζυγοι σε διάσταση, είναι συγκύριοι, κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός διαμερίσματος το οποίο χρησιμοποιούσαν ως επαγγελματική στέγη, αφού η αναιρεσείουσα είναι οδοντίατρος και ο αναιρεσίβλητος ιατρός - αγγειοχειρουργός.
Το 2002 η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων διακόπηκε και το Μονομελές Πρωτοδικείο της Αθήνας, λαμβάνοντας ασφαλιστικά μέτρα, μετά από αίτηση της αναιρεσείουσας, με την 6675/2003 απόφασή του ρύθμισε προσωρινά τη χρήση του κοινού (ΑΚ 790) και όρισε ότι η αναιρεσείουσα θα κάνει αποκλειστική χρήση τούτου. Στις 22-9-2003, έλαβε χώρα η εκτέλεση της απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου και από τότε μέχρι τις 23-3-2004, που συζητήθηκε η αγωγή στον πρώτο βαθμό, η αναιρεσείουσα έκανε αποκλειστική χρήση του κοινού διαμερίσματος.
Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε, ότι για το αμέσως χρονικό διάστημα η μισθωτική αξία του διαμερίσματος, του οποίου το εμβαδό είναι 59,20 τ.μ., ανερχόταν σε 6 ευρώ για κάθε τετραγωνικό μέτρο και η συνολική μισθωτική αξία σε 540 ευρώ και ότι, συνεπώς το όφελος που αποκόμισε η αναιρεσείουσα από τη χρήση του ποσοστού του αναιρεσιβλήτου (1/2) ανέρχεται συνολικά για όλο το επίδικο χρονικό διάστημα στο ποσό των 16.38 ευρώ.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις του ΑΚ και διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες που επιτρέπουν στον 'Αρειο Πάγο τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής του νόμου. Το υποστηριζόμενο από την αναιρεσείουσα ότι ο αναιρεσίβλητος απομακρύνθηκε από το κοινό διαμέρισμα σε εκτέλεση δικαστικής απόφασης δεν ασκεί έννομη επιρροή στην αξίωση του τελευταίου, διότι η απόφαση αυτή απλώς κανόνισε τη χρήση του κοινού, για την οποία διαφωνούσαν οι διάδικοι - κοινωνοί και δεν αποτελεί νόμιμη αιτία χρήσης της συνταγματικά προστατευόμενης ιδιοκτησίας του αναιρεσιβλήτου χωρίς αντάλλαγμα.
Επομένως ο τρίτος (3ο) λόγος αναίρεσης από τον αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραβίαση των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 300 και 787 ΑΚ και από τον αρ.19 του ίδιου άρθρου 559, για έλλειψη αιτιολογίας είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-10-2005 αίτηση της .................... για αναίρεση της 4862/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαΐου 2007.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 6 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ