Supreme Court dismisses appeal on fraud by debtors, citing lack of intent and procedural defects.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Instance Court of Larissa regarding a fraud conviction. The appellant argued the prosecution was untimely and the lower court erred in applying Article 397 of the Penal Code, but the court found the appeal vague and unsupported by evidence. Consequently, the court ruled that the prosecution was timely and the lower court's assessment of facts was correct, rejecting all grounds for reversal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 397 and 510 of the Penal Code; The court established that an appeal must clearly specify legal violations and that procedural defects like untimely prosecution are not grounds for reversal if the prosecution was filed within the statutory period.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1274 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
ΑΡΙΘΜΟΣ 1274/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κιτρίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένων του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ανδρέα Μοσχανδρέου και του αρχαιοτέρου αυτού Αρεοπαγίτη Γεωργίου Ναυπλιώτη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Φώτιο Καϋμενάκη – Εισηγητή, Πλαστήρα Αναστασάκη, Ελένη Παναγιωτάκη και Αιμιλία Λίτινα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 14 Απριλίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Φώτιου Μακρή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Ευδοκίας Φραγκίδη, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου Χ , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Κωνσταντίνου, περί αναιρέσεως της 1106/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Με πολιτικώς ενάγοντα τον Ψ , που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μίστρα.
Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων – κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 9 Δεκεμβρίου 2005 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 57/2006.
Αφού άκουσε τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Το άρθρο 397 Π.Κ. ορίζει στην παράγραφο 1, ότι «ο οφειλέτης που με πρόθεση ματαιώνει ολικά ή εν μέρει την ικανοποίηση του δανειστή του, βλάπτοντας, καταστρέφοντας ή καθιστώντας χωρίς αξία, αποκρύπτοντος ή απαλλοτριώνοντας χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα οποιοδήποτε περιουσιακό του στοιχείο, κατασκευάζοντας ψεύτικα χρέη ή ψεύτικες δικαιοπραξίες, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή, αν η πράξη δεν υπόκειται σε βαρύτερη ποινή σύμφωνα με άλλη διάταξη» και στην παράγραφο 3, ότι «η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση».
Από τη διατύπωση των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της καταδολίευσης δανειστών απαιτείται υποκειμενικώς μεν πρόθεση, δηλαδή δόλος, που περιέχει τη γνώση, ότι ορισμένος δανειστής του υπαιτίου έχει αξίωση κατ' αυτού από συγκεκριμένη νομική αιτία και τη θέληση να ματαιώσει την ικανοποίηση αυτού ολικώς ή μερικώς, αντικειμενικώς δε ματαίωση της ικανοποίησης του δανειστή ολικώς ή μερικώς σε μία από τις ρητώς και περιορισμένως οριζόμενες στην ανωτέρω διάταξη πράξεις, μεταξύ των οποίων είναι και η απαλλοτρίωση οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα.
Εξ άλλου, περιουσία του γονέα, την οποία αυτός, όταν έχει χρέη, δικαιούται, χωρίς να παραβαίνει την διάταξη του άρθρου 397 παρ.1 Π.Κ., να παραχωρήσει, σύμφωνα με το άρθρο 1509 Α.Κ., στο τέκνο του, με γονική παροχή, αποσκοπούσα στη δημιουργία ή στη διατήρηση οικονομικής ή οικογενειακής αυτοτέλειας ή στην έναρξη ή στην εξακολούθηση επαγγέλματος και αποτελούσα δωρεά μόνο ως προς το ποσό, το υπερβαίνον το μέτρο, το οποίο επιβάλλουν οι περιστάσεις, νοείται μόνο η μετά την αφαίρεση των χρεών του απομένουσα ενεργητική περιουσία.
Περαιτέρω, κατά την ουσιαστικού αλλά και δικονομικού δικαίου διάταξη του άρθρου 117 παρ. 1 του αυτού Π.Κ., όταν ο νόμος απαιτεί έγκληση για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξης, το αξιόποινο εξαλείφεται αν ο δικαιούχος δεν υπέβαλε την έγκληση μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα που έλαβε γνώση για την πράξη που τελέστηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε ή για έναν από τους συμμετόχους της.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στ. Δ΄ ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν σε αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις στις οποίες θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη.
Για το ορισμένο του ως άνω από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η έλλειψη αυτή, ποιες είναι οι τυχόν ελλείψεις ή ασάφειες στην αιτιολογία της απόφασης ή οι αντιφατικές αιτιολογίες αυτής ή ποια αποδεικτικά μέσα δεν ελήφθησαν υπόψη ή δεν εκτιμήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας (βλ.
ΟλΑΠ 2/2002, 19/2001). Επί εγκλήματος κατ' έγκληση διωκομένου, εφόσον η έγκληση υποβλήθηκε μετά την παρέλευση τριμήνου από την τέλεσή του, πρέπει η καταδικαστική απόφαση να διαλαμβάνει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ως προς τον χρόνο κατά τον οποίο ο δικαιούμενος εις έγκληση έλαβε γνώση για την πράξη που τελέστηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε ή για έναν από τους συμμετόχους της.
Αν λείπει τέτοια αιτιολογία, αν δηλαδή στην απόφαση δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στην πιο πάνω διάταξη του άρθρου 117 παρ. 1 Π.Κ., δημιουργείται ο ανωτέρω από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ΄ του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης. Περαιτέρω, εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που συνιστά τον από το άρθρο 510 παρ. 1 Ε΄ ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υφίσταται, όταν ο δικαστής προσδίδει σε αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη, που έχει πραγματικά, ή όταν δεν υπήγαγε σωστά τα περιστατικά που δέχθηκε στις εφαρμοσθείσες διατάξεις, περίπτωση δε τέτοιας εφαρμογής συντρέχει και όταν η παράβαση των διατάξεων αυτών γίνεται εκ πλαγίου, όπως όταν ότι έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης, το οποίο περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό της και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να μην είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Για να είναι δε ο λόγος αυτός ορισμένος πρέπει να γίνεται μνεία της ουσιαστικής ποινικής διάταξης που φέρεται ότι παραβιάστηκε, καθώς και της αποδιδόμενης σε σχέση με τη διάταξη αυτή πλημμέλειας, δηλαδή σε τι συνίσταται η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία της διάταξης που εφαρμόστηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση.
Διαφορετικά ο λόγος αυτός είναι αόριστος και δεν μπορεί να συμπληρωθεί με αναφορά σε άλλο, εκτός της έκθεσης αναίρεσης, έγγραφο.
2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 1106/2005 απόφασης, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Εφετείο Λάρισας δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, ότι αποδείχθηκαν τα εξής Ο κατηγορούμενος είχε στην κυριότητά του το περιγραφόμενο στο σκεπτικό της απόφαση ακίνητο και συγκεκριμένα ποσοστό εξ αδιαιρέτου ενός αγρού, το οποίο αποτελούσε και το μοναδικό αξιόλογο περιουσιακό του στοιχείο, αφού άλλη ακίνητη περιουσία δεν αποδείχθηκε ότι διέθετε ούτε περαιτέρω αποδείχθηκε ότι διέθετε αξιόλογη κινητή περιουσία.
Στις 26-5-1998 τελέσθηκε στη Γιάννουλη ανθρωποκτονία από πρόθεση με θύμα τον ..... , υιό του πολιτικώς ενάγοντος. Δράστης της ανθρωποκτονίας εφέρετο και ο κατηγορούμενος σε βάρος του οποίου ο Εισαγγελέας Πλημ/κών Λαρίσης είχε ασκήσει ποινική δίωξη για την πράξη αυτή και είχε εκδοθεί σε βάρος του το 27/1-6-1998 ένταλμα σύλληψης της Ανακρίτριας του Α' Τμήματος Λαρίσης διότι ο κατηγορούμενος, αμέσως μετά την τέλεση της πράξεως, διέφυγε και δεν συνελήφθη, αλλά κρυβόταν.
Από την αδικοπραξία αυτή γεννήθηκε υπέρ των οικείων του θύματος και δη των γονέων του και των αδελφών του σε βάρος του κατηγορουμένου αξίωση αποζημιώσεως και ειδικότερα χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από την δολοφονία του υιού και αδελφού τους. Προς εξασφάλιση της απαιτήσεως αυτής, οι γονείς του δολοφονηθέντος, Ψ (πολιτικώς ενάγων) και ....
σύζυγος Ψ , ως και οι αδελφοί του .... , .... , .... , .... και .... , την οποία αποτίμησαν στο ποσό των 30.000.000 δραχμών ο καθένας, άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαρίσης την από 9-6-1998 (αριθ. εκθ. καταθ. 931/1998) αίτηση λήψεως των ασφαλιστικών μέτρων της προσημειώσεως υποθήκης και συντηρητικής κατασχέσεως κάθε ακίνητης και κινητής περιουσίας του κατηγορουμένου, μέχρι του ποσού των 160.000.000 δραχμών συνολικώς.
Ζήτησαν δε και επέτυχαν την έκδοση προσωρινής διαταγής του Δικαστού του ως άνω Δικαστηρίου με την οποία απαγορεύθηκε μέχρι την συζήτηση της αιτήσεως η νομική και πραγματική μεταβολή της περιουσιακής κατάστασης του καθού κατηγορουμένου, με τον όρο να συζητηθεί αυτή κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 3-7-1998.
Αντίγραφο της αιτήσεως μετά της προσωρινής διαταγής και κλήσεως προς συζήτηση κατά την ανωτέρω δικάσιμο επιδόθηκε νόμιμα κατά την διάταξη του άρθρου 128 παρ. 4 ΚΠολΔ, στον κατηγορούμενο, ο οποίος ετύγχανε αγνώστου διαμονής, διότι, όπως λέχθηκε είχε φύγει από την κατοικία του και κρυβόταν για να αποφύγει την σύλληψη, όπως επίσης είχαν φύγε1 απ αυτήν και κρυβόντουσαν για τον φόβο των αντιποίνων όλοι οι μετ' αυτού διαμένοντες οικείοι του (βλ. 3962Β/23-6-998 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού του Πρωτοδικείου Λαρίσης ..... , με την επισυναπτόμενη σε αυτήν απόδειξη εγχειρίσεως αντιγράφου της αιτήσεως μετά της προσωρινής διαταγής και πράξεως ορισμού δικασίμου στον Πρόεδρο της Κοινότητας Γιάννουλης και βεβαίωση του Ταχυδρομείου ότι κατατέθηκε και ταχυδρομήθηκε η κατά την ως άνω διάταξη ειδοποίηση περί της γενομένης επιδόσεως περιέχουσα τα κατά την ως άνω διάταξη στοιχεία).
Η αίτηση συζητήθηκε ερήμην του καθού και στις 13-7-1998 δημοσιεύθηκε η 1028/1998 απόφαση με την οποία έγινε δεκτή και προς εξασφάλιση της ανωτέρω απαιτήσεως των αιτούντων μέχρι του ποσού των 160.000.000 δραχμών: α) διατάχθηκε η συντηρητική κατάσχεση κάθε κινητής περιουσίας του καθού και β) επιτράπηκε στους αιτούντες να εγγράψουν προσημείωση υποθήκης σε κάθε ακίνητη περιουσία του καθού κατηγορουμένου.
Όταν μετά τρεις ημέρες από την δημοσίευση της αποφάσεως και δη στις 16/7/1998, χρονικό διάστημα το οποίο, κατά δίδαγμα κοινής πείρας, αποτελεί τον εύλογο χρόνο σε υπόθεση επείγοντα πλέον χαρακτήρα, λόγω του ότι είχε παύσει να ισχύει η προσωρινή διαταγή, προς καθαρογραφή, θεώρηση και λήψη αντιγράφου της αποφάσεως, επιχείρησαν οι αιτούντες να εγγράψουν προσημείωση υποθήκης επί του ανωτέρω ακινήτου του κατηγορουμένου, ερευνώντας στα βιβλία μεταγραφών διαπίστωσαν ότι την ημέρα που συζητήθηκε η αίτησή τους ο φυγόδικος κατηγορούμενος συνοδευόμενος από τη σύζυγό του ....
μετέβη στο συμβολαιογραφείο του τότε συμβολαιογράφου ..... και χωρίς να έχει άμεση τότε υποχρέωση για την αποκατάσταση των ανηλίκων τέκνων του .... , .... και .... , που γεννήθηκαν τα έτη 1982, 1984 και 1993, αντίστοιχα, με το .... συμβόλαιο του ανωτέρω συμβολαιογράφου, το οποίο είχε μεταγραφεί νόμιμα, μεταβίβασε, λόγω γονικής παροχής, τα 3/28 του ανωτέρω αγρού, την γονική δε αυτή παροχή αποδέχθηκαν αυτός και η σύζυγός του, ως ασκούντες την γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων τους, τα οποία και εκπροσωπήθηκαν απ αυτούς στο συμβόλαιο (ο κατηγορούμενος, ως μεταβιβάζων εκπροσωπήθηκε από τον προς τούτο με το 30433/3-7-1998 πληρεξούσιο διορισθέντα Φώτιο Σαμπρή).
Επίσης με το .... συμβόλαιο δωρεάς του ιδίου συμβολαιογράφου, που είχε μεταγραφεί νόμιμα, μεταβίβασε, λόγω δωρεάς, στη σύζυγό του το έτερο 1/28 εξ αδιαιρέτου του αγρού. Με τις διαδοχικές δε αυτές μεταβιβάσεις, οι οποίες έγιναν χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα, ο κατηγορούμενος αποξενώθηκε του μοναδικού περιουσιακού του στοιχείου από το οποίο θα μπορούσε να ικανοποιηθεί η σε βάρος του ως άνω αξίωση των αιτούντων στη δίκη εκείνη και του πολιτικώς ενάγοντος στην παρούσα δίκη και έτσι από πρόθεση ματαίωσε την ικανοποίησή της, αφού όταν προέβη στις απαλλοτριώσεις αυτές γνώριζε ότι με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνει την ματαίωση της ικανοποιήσεως των ως άνω αξιώσεων από αδικοπραξία των αιτούντων και του πολιτικώς ενάγοντος.
Ο τελευταίος έλαβε γνώση των απαλλοτριώσεων αυτών στις 16/7/1998 όταν επιχείρησε, σε εκτέλεση της αποφάσεως του Μονομελούς, να εγγράψει προσημείωση υποθήκης επί του ακινήτου του. Γνώση ενωρίτερα και δη 3-4 μέρες μετά την κατάρτιση των συμβολαίων, όπως καταθέτει ο ως άνω συμβολαιογράφος, ο οποίος ήταν και αυτός κατηγορούμενος για άμεση συνέργεια στην πράξη της καταδολίευσης δανειστών κατ' εξακολούθηση, που αποδίδεται στον κατηγορούμενο και απαλλάχθηκε της κατηγορίας με το παραπεμπτικό 399/2001 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Λαρίσης, δεν προκύπτει, κάτι τέτοιο δε είναι αντίθετο και προς τα πορίσματα της κοινής λογικής, αφού ο τότε δικηγόρος τους και μάρτυρας .....
δήλωσε σε δημοσίευμα της 17-7-1998 των εφημερίδων Λαρίσης ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ και ΚΗΡΥΚΑΣ, δηλαδή σε ανύποπτο χρόνο, όταν δεν υφίστατο ζήτημα εμπροθέσμου της εγκλήσεως, αφού αυτή δεν είχε καν υποβληθεί, ότι είχε λάβει γνώση των απαλλοτριώσεων και της αποξενώσεως του κατηγορουμένου από το μοναδικό περιουσιακό του στοιχείο την προηγουμένη.
Συνεπώς η υποβληθείσα στις 13-10-1998 έγκληση υπεβλήθη εμπροθέσμως. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, που προκύπτουν από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα, στοιχειοθετείται πλήρως η πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, πού προβλέπεται και τιμωρείται από τη διάταξη του άρθρου 397 παρ.1 ΠΚ, αφού μεταξύ του πολιτικώς ενάγοντος και του κατηγορουμένου υπήρχε σχέση δανειστή και οφειλέτη, αφού ο πρώτος διατηρεί κατά του δευτέρου την προαναφερθείσα αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, από την αδικοπραξία του τελευταίου (άρθρο 914, 932 ΑΚ), χωρίς να απαιτείται η απαίτηση αυτή να έχει αναγνωρισθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, έλαβε χώρα απαλλοτρίωση, τέτοια δε συνιστά και η γονική παροχή του ανωτέρω ακινήτου περιουσιακού στοιχείου του κατηγορουμένου, η οποία προκάλεσε ματαίωση της ικανοποίησης του δανειστή πολιτικώς ενάγοντος, αφού ο κατηγορούμενος δεν διαθέτει άλλα επαρκή για την ικανοποίηση του πολιτικώς ενάγοντος περιουσιακά στοιχεία, επιπροσθέτως δε ο κατηγορούμενος, ανεξάρτητα από την κοινοποίηση της αιτήσεως περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, γνώριζε, από τη στιγμή της τελέσεως της αδικοπραξίας που αποτελούσε και το πλέον σοβαρό ποινικό αδίκημα, την ύπαρξη της ως άνω απαιτήσεως του πολιτικώς ενάγοντος, όπως τούτο αναμφισβήτητα συνάγεται και από την σπουδή, χωρίς προβαλλόμενο λόγο, να προβεί, εξακολουθητικώς, στις ως άνω πράξεις απαλλοτριώσεως του μοναδικού περιουσιακού του στοιχείου, και ήθελε να ματαιώσει ολικά την ικανοποίηση της απαιτήσεως του πολιτικώς ενάγοντος, όπως βέβαια και των λοιπών οικείων του θύματος.
Ακολούθως το Εφετείο κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο της πράξης της καταδολίευσης δανειστών και του επέβαλε ποινή φυλάκισης οκτώ μηνών. 3. Με τις παραδοχές του αυτές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα, και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στην ουσιαστική διάταξη του άρθρου 397 του ΠΚ, την οποία ορθώς εφάρμοσε.
Ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση α) ότι «έσφαλε, διότι αναφέρει ότι οι μεταβιβάσεις έγιναν χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα κάτι που δεν απαιτείται διότι επρόκειτο για γονικές παροχές» και β) ότι «δεν έλαβε καθόλου υπόψη της ότι ο αναιρεσείων ήταν ιδιοκτήτης πολλών πολυτελών αυτοκινήτων η αξία των οποίων θα μπορούσε να ικανοποιήσει την αξίωση των αιτούντων στη δίκη εκείνη και του πολιτικώς ενάγοντος».
Ο λόγος αυτός κατά το πρώτο μέρος (στοιχ. Α΄ του δικογράφου) είναι αόριστος γιατί, προβαλλόμενος προφανώς ως εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 397 ΠΚ, δεν προσδιορίζει σε τι συνίσταται η παραβίαση της διάταξης αυτής, αφού και στη γονική παροχή η απαλλοτρίωση γίνεται χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα. Κατά το δεύτερο μέρος (στοιχ.
Β΄ του δικογράφου) αναφέρεται στις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, ότι δηλαδή ο αναιρεσείων δεν διαθέτει άλλα περιουσιακά στοιχεία για την ικανοποίηση του πολιτικώς ενάγοντος και ότι το απαλλοτριωθέν κατά τον εκτιθέμενο τρόπο ήταν το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο του. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις εκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ενόψει του ότι η υποβολή της έγκλησης έγινε, αφού είχε συμπληρωθεί τρίμηνο από την κατάρτιση των συμβολαίων γονικής παροχής και πώλησης, διαλαμβάνεται σε αυτή σαφής και πλήρης αιτιολογία για το χρόνο κατά το οποίο ο πολιτικώς ενάγων έλαβε γνώση της απαλλοτριωτικής πράξης, δηλαδή στις 16/7/1998, όταν επιχείρησε, σε εκτέλεση της αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου, να εγγράψει προσημείωση υποθήκης επί του ακινήτου του και επομένως εμπροθέσμως στις 13-10-1998 υποβλήθηκε η έγκληση.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά μεν τα δύο πρώτα μέρη αυτού είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, κατά δε το τρίτο μέρος, προβαλλόμενος κατ' εκτίμηση από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ, (στοιχ. Γ΄ του δικογράφου) είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, με τον οποίο υπό την επίκληση της έλλειψης αιτιολογίας και νόμιμης βάσης επιχειρείται αντίθετη αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή αμφισβητείται η κρίση του Δικαστηρίου ως προς τι προκύπτει από κάθε αποδεικτικό στοιχείο, περιέχει ανεπίτρεπτη προσβολή της αναγόμενης σε πράγματα κρίσης του Δικαστηρίου , είναι απαράδεκτος. 4.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων εκθέτει ότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο Εισαγγελέας της έδρας, αφού έλαβε τον λόγο από τον Πρόεδρο, ανέπτυξε την κατηγορία και πρότεινε να γίνει δεκτή η έγκληση ως εμπρόθεσμη και να κηρυχθεί ένοχος ο κατηγορούμενος. Όμως, συνεχίζει ο αναιρεσείων, ο Εισαγγελέας της έδρας είχε προτείνει να κηρυχθεί απαράδεκτη η ποινική δίωξη λόγω εκπροθέσμου υποβολής της έγκλησης, όπως αυτό προκύπτει από τη σημείωση στο πινάκιο δικασίμων της 21-6-2001.
Τα περιστατικά όμως αυτά, όπως εκτίθενται, δεν συγκροτούν κανένα από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 510 παρ. 1 ΚΠΔ λόγους αναίρεσης και επομένως ο σχετικός λόγος είναι απαράδεκτος. Μετά από αυτά η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, κατά το άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ, στα δικαστικά έξοδα και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος που παρέστη κατά τη συζήτηση (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ' αριθμ. 28/9-12-2005 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθμόν 1106/2005 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια δέκα (210) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος, το ύψος της οποίας ορίζει σε πεντακόσια (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαϊου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 29 Μαϊου 2006.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ