Legislator Case Law & Legislation
1273/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appellate court's rejection of counterclaim in commercial contract dispute.

Case Number 1273/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by four companies against the Thessaloniki Court of Appeals' decision rejecting their counterclaim. The appellants argued that the lower court failed to provide sufficient reasoning regarding the validity of a guarantee and the legal status of the parties. The court ruled that the appellate court had provided adequate justification for its findings and that the appeal lacked any other grounds for review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(14), 577(1), 3 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews appeals only for specific procedural defects, and an appeal is inadmissible if the lower court's decision lacks a substantive ruling on the contested issue.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal admissibility insufficient reasoning counterclaim rejection commercial contract dispute guarantee validity costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1), 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure
Articles 22(1), 852, 858, 862, 863, 867 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1273 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1273/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Ευτύχιο Νικόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "GENSTAR ΓΕΝΙΚΗ ΠΡΟΜΗΘΕΥΤΙΚΗ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΩΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στο 6ο χλμ Θεσσαλονίκης - Ωραιοκάστρου και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ν. Ο. του Π., κατοίκου ..., 3) Κ. Ο. του Π., κατοίκου ... και 4) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΜΕΤΑΛΧΗΜΙΚΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΕΣΟΓΕΙΟΥ", που εδρεύει στο 6ο χλμ Θεσσαλονίκης - Ωραιοκάστρου και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεμιστοκλή Μύρτσο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Χαλβατζάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-11-2017 ανακοπή των ήδη πρώτης, δεύτερου και τέταρτης αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10795/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 2196/2020 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-6-2021 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 2196/2020 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων και επικύρωσε την υπ' αριθ. 10795/2018 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε απορριφθεί η από 10.11.2017 ανακοπή των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμόν .../2017 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).

Ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κλπ) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (ΟλΑΠ 1 /2019, ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 1383/2021).

Έτσι, με τον ανωτέρω, από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της ασκήσεως των ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/2008), των προσθέτων λόγων εφέσεως, της αντεφέσεως, των ανακοπών (άρθρα 583 επ. 632, 933 ΚΠολΔ) και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (ΑΠ 1206/2019, ΑΠ 2081/2018).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων, 626, 630 και 631 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η διαταγή πληρωμής, αποτελεί μόνο τίτλο εκτελεστό και δεν είναι δικαστική απόφαση με τη στενή έννοια, αλλά πράξη του δικαστή (οιονεί απόφαση) και επομένως δεν είναι αναγκαίο να έχει πλήρες αιτιολογικό για να είναι έγκυρη (ΑΠ 674/2020).

Ειδικότερα, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 630 εδ. δ και ε, ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του, με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ορίζει ότι, η διαταγή πληρωμής πρέπει να περιέχει, πλην άλλων στοιχείων, την αιτία της πληρωμής και το ποσό των χρημάτων ή χρεογράφων που πρέπει να καταβληθεί, προκύπτει ότι η διαταγή πληρωμής, που κατά τα προεκτεθέντα, δεν είναι δικαστική απόφαση, αλλά μόνο τίτλος εκτελεστός, δεν απαιτείται να περιλαμβάνει πλήρεις και εμπεριστατωμένες αιτιολογίες, αλλά αρκεί ο συνοπτικός σ' αυτή προσδιορισμός του γενεσιουργού λόγου της απαίτησης, κατά τρόπο που αυτή απλώς να εξατομικεύεται και να μη δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητά της, δηλαδή δεν απαιτείται πλήρης περιγραφή όλων των περιστατικών που την συγκροτούν.

Αρκεί δηλαδή να προσδιορίζεται η σχέση από την οποία απορρέει η απαίτηση των χρημάτων, για την οποία ζητήθηκε η έκδοσή της, έστω και συνοπτικά (ΑΠ 1094/2006, ΑΠ 1215/1995, ΑΠ 54/1990). Η αναφορά, ειδικότερα, στη διαταγή πληρωμής του καταβλητέου ποσού χρημάτων απαιτείται προκειμένου η σχετική απαίτηση να είναι εκκαθαρισμένη κατά την έννοια του άρθρου 916 ΚΠολΔ και να μπορεί έτσι η διαταγή πληρωμής να λειτουργήσει πράγματι ως εκτελεστός τίτλος, είναι δε εκκαθαρισμένη η απαίτηση, όταν από τον τίτλο προκύπτει αυτή κατά ποσό και ποιόν (ΑΠ 196/2020, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1202/2018, ΑΠ 1349/2013).

Εκκαθαρισμένη, επίσης, είναι η χρηματική απαίτηση και όταν μπορεί να καθορισθεί κατά ποσό με απλό αριθμητικό υπολογισμό ή σύμφωνα με τα περιλαμβανόμενα στον τίτλο στοιχεία, όπως είναι ο υπολογισμός των τόκων, των οποίων η έναρξη και το ποσοστό ορίζεται από τον τίτλο ή από το νόμο (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1202/2018, ΑΠ 1349/2013, ΑΠ 1094/2006).

Ενόψει αυτών, το επιτόκιο υπολογισμού των τόκων, συμβατικών και υπερημερίας, δεν αποτελεί αναγκαίο περιεχόμενο της διαταγής πληρωμής, αλλά μπορεί να εξαχθεί και από τα επισυναπτόμενα για την έκδοσή της απαιτούμενα έγγραφα (ΑΠ 1006/2022).Από την παράλειψη ενός από χα στοιχεία που αναφέρονται στο προαναφερθέν άρθρο 630 ΚΠολΔ, δημιουργείται λόγος ακυρότητας της διαταγής πληρωμής, πλην, όμως, αυτή δεν επέρχεται αυτοδικαίως, αφού ο νόμος δεν ορίζει τούτο, αλλά θεμελιώνεται λόγος ανακοπής, με βάση τον οποίο θα κριθεί η προβαλλόμενη ακυρότητα της διαταγής πληρωμής (ΑΠ 196/2020, ΑΠ 1202/2018).

Η παραβίαση δετής ανωτέρω διάταξης ιδρύει τον από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο (ΑΠ 1369/2022, ΑΠ 196/2020).

Εξάλλου, διαταγή πληρωμής μπορεί να εκδοθεί και για το κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού, εφόσον αποδεικνύονται εγγράφως η σύμβαση ανοίγματος του αλληλόχρεου λογαριασμού, η κίνησή του, το κλείσιμο και το κατάλοιπο αυτού (ΑΠ 368/2019), στην πληρωμή του οποίου, με τις νόμιμες επιβαρύνσεις, υποχρεούται και ο εγγυητής, εκτός αν από την έγγραφη σύμβαση εγγύησης προκύπτει σχετικός περιορισμός της υποχρέωσής του (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 370/2012). Η ενοχή δε για το κατάλοιπο, που προκύπτει από το κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού, γεννάται ανεξαρτήτως των ιδιαίτερων κονδυλίων του, όταν ο οφειλέτης αφηρημένως υποσχέθηκε, πριν κλείσει ο λογαριασμός, την εξόφληση της οφειλής του από το κατάλοιπο ή αναγνώρισε, αφού έκλεισε ο λογαριασμός ή και πριν το κλείσιμο, την οφειλή αυτή (ΑΠ 1850/2011, ΑΠ 192/05, ΑΠ 27/2010, ΑΠ 1524/1991, ΑΠ 1226/1982). Αν αναγνωρίσθηκε το κατάλοιπο δεν απαιτείται να αναφέρονται στην αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής τα σχετικά κονδύλια του λογαριασμού, αλλά αρκεί να γίνεται επίκληση της αναγνώρισης (ΑΠ 1009/2021, ΑΠ 1850/2011, ΑΠ 192/2005, ΑΠ 27/2010, ΑΠ 1524/1991).

Στην περίπτωση δε που, κατά το περιοδικό ή ενδιάμεσο κλείσιμο του λογαριασμού, αναγνωρίσθηκε από τον οφειλέτη το προσωρινό υπόλοιπο, που προέκυψε απ" αυτό, το υπόλοιπο αυτό αποτελεί το πρώτο κονδύλιο του λογαριασμού της νέας περιόδου, με συνέπεια, κατά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού της νέας περιόδου, να μην απαιτείται εκκαθάριση αυτού και παράθεση στην αίτηση για έκδοση διαταγής πληρωμής του οριστικού υπολοίπου των κονδυλίων του λογαριασμού για την περίοδο, στην οποία αναφέρεται η πιο πάνω αναγνώριση (ΑΠ 1106/ 1994).

Συνεπώς, για την εγκυρότητα της διαταγής πληρωμής, με την οποία διατάσσεται ο καθ' ου να πληρώσει, ως εγγυητής, το κατάλοιπο κλεισθέντος αλληλόχρεου λογαριασμού, που τηρήθηκε στα πλαίσια συμβάσεως παροχής πιστώσεως από Τράπεζα σε τρίτον, αρκεί να αναφέρεται, έστω και συνοπτικά, η κατάρτιση της συμβάσεως πιστώσεως από την αιτούσα δανείστρια Τράπεζα με τρίτον, η εκ μέρους του καθ' ου παροχή εγγυήσεως για την πληρωμή του καταλοίπου, το κλείσιμο του λογαριασμού, καθώς και ότι το ποσό, το οποίο διατάσσεται ο καθ' ου να πληρώσει, αποτελεί το σε βάρος του πρωτοφειλέτου κατάλοιπο (ΑΠ 1346/2022, ΑΠ 674/2020, ΑΠ 1579/2013, ΑΠ 1215/1995), δίχως να απαιτείται η πλήρης αναφορά της κίνησης των χρεωπιστωτικών κονδυλίων του λογαριασμού της σύμβασης, σε περίπτωση δε αύξησης της αρχικής πίστωσης με μεταγενέστερες συμβάσεις δεν είναι ανάγκη να αναφέρεται στη διαταγή πληρωμής το συγκεκριμένο ποσό, κατά το οποίο αυξήθηκε με κάθε μερικότερη σύμβαση η αρχική πίστωση, αλλά αρκεί να αναφέρεται το τελικό ποσό της πίστωσης και η κάλυψη αυτού από την εγγύηση του καθ' ου η διαταγή πληρωμής (ΑΠ 1579/2013). Επίσης, όπως ήδη εκτέθηκε, δεν απαιτείται να αναφέρεται στη διαταγή πληρωμής το επιτόκιο που εφαρμόσθηκε κατά καιρούς από την Τράπεζα για τον υπολογισμό των τόκων.

Στην προκείμενη περίπτωση, για την έκδοση της ανακοπτόμενης υπ' αριθμόν .../2017 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του περιεχομένου της, ελήφθησαν υπόψη τα εξής έγγραφα: 1) η υπ' αριθμόν ....2009 σύμβαση πίστωσης δι' ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού, 2) η από 10.6.2010 πρόσθετη πράξη της υπ' αριθμόν ....2009 σύμβαση πίστωσης δι' ανοικτού αλληλόχρεου λογαριασμού, 3) η υπ' αριθμόν ....2011 πρόσθετη πράξη ρύθμισης οφειλών, 4) απόσπασμα από τον υπ' αριθμόν ...

λογαριασμό της ΑΓΡΟΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, 5) νόμιμα εξηγμένο και επικυρωμένο απόσπασμα από τα επίσημα βιβλία της αιτούσας (αναιρεσίβλητης) του λογαριασμού (με κωδικό δανείου ...), ο οποίος εξυπηρετούσε το δάνειο από την 21.6.1013 μέχρι και το οριστικό κλείσιμο του την 13.6.2017, 6) η από 29.8.2017 βεβαίωση της αναιρεσίβλητης περί μεταβιβάσεως της με αριθμό ....2009 σύμβασης από την ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ, 7 α - δ) οι υπ' αριθμόν ....2017, ....2017, ....2017 και ....2017 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Α.

Κ., 8) το ΦΕΚ τ. Β' αριθ. φύλλο 2209/27.7.2012 στο οποίο δημοσιεύθηκε η υπ' αριθ. 4/1/27.7.2012 απόφαση της Επιτροπής Μέτρων Εξυγίανσης της Τράπεζας περί μεταβίβασης στοιχείων ενεργητικού και παθητικού πιστωτικού ιδρύματος Α.Τ.Ε. στην Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα: "Με τον πρώτο λόγο ανακοπής, τον οποίο επαναφέρουν και πάλι προς κρίση με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της ένδικης έφεσης, οι ανακόπτοντες εξέθεταν, ότι η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής πρέπει να ακυρωθεί λόγω αοριστίας, διότι δεν αναγράφεται σ' αυτή, λεπτομερώς, όπως θα έπρεπε, το ύψος του επιτοκίου υπερημερίας, δυνάμει του οποίου, η καθ' ης η ανακοπή τράπεζα υπολόγισε το ποσό των τόκων, με αποτέλεσμα να μην προκύπτει με σαφήνεια το ύψος και ο τρόπος υπολογισμού του τελικώς οφειλόμενου ποσού, που επιτάσσονται να καταβάλλουν στην καθ' ης η ανακοπή.

Ο λόγος αυτός της ανακοπής, συνιστάμενος στην αοριστία του εκτελεστού τίτλου, είναι νόμω αβάσιμος αφού το επικαλούμενο, από τους ανακόπτοντες ελλείπον στοιχείο (το ύψος δηλαδή του επιτοκίου βάσει του οποίου υπολογίστηκαν οι τόκοι) δεν αποτελεί... αναγκαίο περιεχόμενο της διαταγής πληρωμής, δεδομένου ότι, στο δικόγραφο της αίτησης έκδοσης διαταγής πληρωμής, δεν απαιτείται η έκθεση του συνόλου των γενεσιουργών περιστατικών της απαίτησης, αλλά αρκεί μόνο η έκθεση των πραγματικών περιστατικών που εξατομικεύουν την απαίτηση από άποψη αντικειμένου, είδους και τρόπου γέννησης της απαίτησης και δικαιολογούν την ύπαρξη αντίστοιχης συγκεκριμένης οφειλής, εκείνου κατά του οποίου απευθύνεται η αίτηση.

Πρέπει να σημειωθεί ότι σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 293 εδ. γ' ΑΚ, που ορίζει ότι το ποσοστό του νόμιμου τόκου ή του τόκου υπερημερίας προσδιορίζεται όπως ορίζει ο νόμος, δεν καθίσταται αόριστο το αίτημα επιδικάσεως τόκων υπερημερίας ορισμένου ποσού κεφαλαίου και για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, ακόμη και αν οι τόκοι δεν προσδιορίζονται κατά ποσό, ούτε είναι αόριστη η διαταγή πληρωμής που επιδικάζει τόκους με τον ανωτέρω τρόπο, αφού οι τόκοι μπορούν ευχερώς να εξευρεθούν με βάση τη χρονική περίοδο εκτοκισμού και το επιτόκιο υπερημερίας που ορίζει ο νόμος." Με την αιτιολογία αυτή το Εφετείο απέρριψε τον σχετικό λόγο εφέσεως και επικύρωσε την προαναφερόμενη απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία είχε απορριφθεί ο αντίστοιχος περί αοριστίας λόγος ανακοπής που είχαν προβάλει οι αναιρεσείοντες με την ανακοπή τους.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, όχι παρά το νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής, αφού σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρεται το επιτόκιο που εφαρμόσθηκε κατά καιρούς από την Τράπεζα για τον υπολογισμό των τόκων, περαιτέρω δε γίνεται μνεία σ' αυτή α) του ποσού των 308.378,97 ευρώ το οποίο αναγνώρισαν εγγράφως ως οφειλή τους οι αναιρεσείοντες στις 24.10.2011 κατά την υπογραφή της υπ' αριθμόν ....2001 Πρόσθετης Πράξης Ρύθμισης Οφειλής, β) του ετήσιου συνολικού κυμαινόμενου επιτοκίου ύψους 10,10% και του επιτοκίου υπερημερίας ανερχόμενου σε ποσοστό 2,50% πλέον του συμφωνημένου επιτοκίου, από το συνδυασμό των οποίων με τον διαδραμόντα χρόνο εξάγεται με απλή μαθηματική πράξη το μετά την αναγνώριση οφειλόμενο ποσό.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι και από τους αριθμούς 1 και 19 του ίδιου άρθρου), με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε άκυρη λόγω αοριστίας την υπ' αριθμόν .../2017 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, διότι οε αυτήν δεν αναφερόταν εάν στο επιδικασθέν κεφάλαιο περιλαμβάνονταν, πλην του κεφαλαίου, και ποσά που αντιστοιχούν σε συμβατικούς (κατά τη διάρκεια λειτουργίας της πιστώσεως) τόκους, σε νόμιμους τόκους υπερημερίας και τόκους από ανατοκισμό ούτε τα εφαρμοσθέντα εκάστοτε κατά αναπροσαρμογή επιτόκια ούτε έγινε αναφορά στο επιτόκιο που ισχύει για το χρονικό αυτό διάστημα, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 9 γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα της δίκης. Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου. Επίσης, τέτοια αίτηση είναι αυτή, με την οποία ο διάδικος ζητεί τη διενέργεια υποχρεωτικής για το δικαστήριο διαδικαστικής πράξης(ΑΠ 353/2020, ΑΠ 123/2016). Η παντελής σιωπή του δικαστή, είτε στο αιτιολογικό, είτε στο διατακτικό, ιδρύει τον εξεταζόμενο λόγο αναιρέσεως, υπό το παρόν σκέλος του.

Αντίθετα, ο ανωτέρω εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 Κ. Πολ. Δ.), προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη και απέρριψε για οιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, την αίτηση δικαστικής προστασίας, έστω και εάν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα, από το ότι το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει κατ' ουσίαν εκ των πραγμάτων την "αίτηση" αυτή, δεχόμενο ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς εκείνα που την συγκροτούν ή που αποτελούν προϋπόθεση της έρευνας ή βασιμότητάς της ή όταν από τη μη απάντηση στο αίτημα συνάγεται "σιγή" απόρριψη αυτού (ΑΠ 353/2020).

Συνεπώς, αν από το διατακτικό προκύπτει ότι η αίτηση δικαστικής προστασίας απορρίφθηκε στο σύνολο της μολονότι δεν υπάρχει ειδική αιτιολογία ως προς όλα τα αιτήματα (σιωπηρή απόρριψη) δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος (ΑΠ 528/09), τούτο δε μπορεί να συμβαίνει και όταν απορρίπτεται ανακοπή στο σύνολο της, χωρίς να περιλαμβάνεται σε αυτήν ειδική αιτιολογία για την απόρριψη συγκεκριμένου λόγου ανακοπής (ΑΠ 360/2010), πολύ δε περισσότερο δεν ιδρύεται αυτός αν από την επισκόπηση της απόφασης (αρ. 561 § 2 Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι το δικαστήριο προέβη σε εξέταση και ακολούθως στην απόρριψη της υποβληθείσας αίτησης δικαστικής προστασίας (ΑΠ 109/2019, ΑΠ 920/2009).

Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 9 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστο το σκέλος του πρώτου λόγου εφέσεως με το οποίο παραπονούνταν ότι η αναιρεσίβλητη χρέωνε τους λογαριασμούς με παράνομους ανατοκισμούς, καθόσον κεφαλαιοποιούσε την εισφορά του ν. 128/1975 κάθε φορά που χρέωνε τόκους πάσης φύσεως και ακολούθως ανατόκιζε τα ποσά αυτά αφού στο εκάστοτε προκύπτον υπόλοιπο κεφάλαιο υπολόγιζε τόκους περιέχοντες και ποσά εισφοράς του ν. 128/ 1975.

Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα κατά το μέρος που αφορά την αναιρετική διαδικασία: "Με τον τέταρτο λόγο της ένδικης ανακοπής τους, τον οποίο επαναφέρουν και πάλι προς κρίση με τον τέταρτο λόγο της ένδικης έφεσης, και το περιεχόμενο του συναφούς ο' αυτόν σκέλους του πρώτου λόγου της ένδικης εφέσεως, οι ανακόπτοντες και ήδη εκκαλούντες, ζήτησαν την ακύρωση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, επικαλούμενοι ότι η απαίτηση για την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής δεν είναι εκκαθαρισμένη, καθόσον, με όρο της δανειακής συμβάσεως συμφωνήθηκε να επιβαρύνονται αυτοί με την εισφορά του ν. 128/1975, στην οποία όμως έλαβε χώρα υπέρβαση του εκάστοτε ισχύοντος νόμιμου ανώτατου ύψους του επιτοκίου, με συνέπεια να μην προκύπτει το βέβαιο και εκκαθαρισμένο της σε βάρος τους απαίτησης.

Ο λόγος αυτός, κρίνεται, ενόψει άλλωστε και των ήδη προαναφερομένων, σε άλλους λόγους ανακοπής, ως αόριστος, και, ως εκ τούτου, απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι οι ανακόπτοντες, για το ορισμένο του υπό κρίση λόγου ανακοπής τους, θα έπρεπε να υπολογίζουν τα αμφισβητούμενα ποσά, ως προς τα οποία και μόνο, άλλωστε, θα μπορούσε να τύχει ακύρωσης η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, στην περίπτωση που οι ισχυρισμοί τους κρίνονταν ως νόμω και ουσία βάσιμοι.

Γενική αμφισβήτηση της ορθότητας του σε βάρος τους χρεωστικού καταλοίπου από τις επίδικες συμβάσεις, χωρίς να προσβάλλουν συγκεκριμένα επιμέρους κονδύλια του τηρηθέντος λογαριασμού και χωρίς να επικαλούνται ποιο είναι το παρανόμως επιδικασθέν ποσό, δεν αρκεί. Πρέπει να σημειωθεί, ότι η προβλεπόμενη από την ένδικη δανειακή σύμβαση μετακύλιση της εισφοράς του ν. 128/1975 στην πιστούχο με συμβατικό όρο είναι σύννομη.

Εξάλλου, ο ειδικότερος προσδιορισμός των κονδυλίων που προσβάλλονται είναι απαραίτητος και για τον πρόσθετο λόγο ότι η τυχόν ακυρότητα κάποιου κονδυλίου συνεπάγεται ακυρότητα αντίστοιχου ποσού της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, η οποία αποτελείται από περισσότερα επιμέρους κονδύλια, χωρίς να πλήττει αυτήν στο σύνολο της... Πέραν των προαναφερομένων, πρέπει να αναφερθεί, σύμφωνα και με την παραπάνω νομική σκέψη, ότι ο υπολογισμός του ποσοστού της εισφοράς του ν. 128/1975 για τον καθορισμό του επιτοκίου είναι νόμιμος, γιατί δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 1 παρ.3 του ν. 128/1975, η οποία καθιερώνει απαγορευτικό κανόνα δικαίου κατ' άρθρο 174 ΑΚ, ούτε σε άλλον απαγορευτικό κανόνα δικαίου. Η επιβολή της εισφοράς αυτής στον πιστούχο μπορεί να ελεγχθεί μόνο από άποψη διαφάνειας, ιδίως όταν επιβάλλεται χωρίς προηγούμενη επαρκή ενημέρωση ή κατά τρόπο κεκαλυμμένο.

Στην προκείμενη, όμως, περίπτωση, όπως εκθέτουν οι ανακόπτοντες με τον παραπάνω λόγο, έγινε αναφορά με σχετικό όρο της σύμβασης για την χρέωση τους, με την ειδική εισφορά του ως άνω νόμου, οπότε και ικανοποιήθηκαν οι απαιτήσεις διαφάνειας και ενημέρωσης. Τέλος, όπως ήδη προαναφέρθηκε, το βέβαιο και εκκαθαρισμένο της απαίτησης δυνάμει της οποίας εκδίδεται η διαταγή πληρωμής, δεν αναιρείται από το γεγονός ότι απαιτείται να λάβει χώρα υπολογισμός ποσών...". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε τον τέταρτο λόγο εφέσεως και το συναφές με αυτόν σκέλος του πρώτου λόγου εφέσεως και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Επομένως, το Εφετείο δεν άφησε αδίκαστη αίτηση και δη το οικείο σκέλος του πρώτου λόγου εφέσεως, αλλά ερεύνησε αυτόν και ρηχά τον απέρριψε. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη ίου άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νόμιμης βάσης της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα κατά το μέρος που αφορά την αναιρετική διαδικασία: "Με τον έκτο λόνο της ένδικης έφεσης οι ανακόπτοντες και ήδη εκκαλούντες επαναφέρουν και πάλι προς κρίση τον έκτο λόγο της ένδικης ανακοπής, για την προσβολή του οποίου νομιμοποιείται η τέταρτη από αυτούς, με τον οποίο, ισχυρίστηκαν όχι η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής τυγχάνει ακυρωτέα ως προς αυτήν, καθώς η εγγύηση που παρέσχε, για την εκπλήρωση των όρων της επίδικης δανειακής σύμβασης, είναι άκυρη διότι:

α) στο καταστατικό της δεν υπάρχει ρήτρα ότι μπορεί να εγγυάται για ξένο χρέος, β) στο πρακτικό του Δ.Σ. αυτής, με το οποίο εξουσιοδοτήθηκε ο Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος αυτής να εγγυηθεί υπέρ της πρώτης ανακόπτουσας δεν αναφέρεται ποια ακριβώς σύμβαση θα εγγυηθεί και το ακριβές ποσό αυτής, ενώ, επιπλέον, δεν εξουσιοδοτήθηκε να παραιτηθεί των ενστάσεων και δικαιωμάτων των άρθρων 853, 858, 862, 863, 866, 867 και 868 ΑΚ και γ) η εγγύηση δεν εξυπηρετεί ούτε και έμμεσα τον εταιρικό σκοπό της.

Με το περιεχόμενο που αναφέρθηκε, ο ως άνω λόγος ανακοπής τυγχάνει απορριπτέος ως μη νόμιμος, ως προς το πρώτο σκέλος του, καθώς το διοικητικό συμβούλιο ανώνυμης εταιρίας μπορεί να ενεργεί κάθε πράξη που ανάγεται στη διαχείριση της περιουσίας της εταιρίας, στη διοίκηση αυτής και γενικά στην επιδίωξη του σκοπού της, υπό την προϋπόθεση ότι σε κάθε περίπτωση με τις πράξεις αυτές εξυπηρετείται ο εταιρικός σκοπός, ή αποβλέπουν αυτές στην προαγωγή τούτου.

Τούτο ισχύει και στην περίπτωση παροχής εγγυήσεως για πίστωση ή δάνειο που δίδεται σε τρίτον, χωρίς να υπάρχει ανάγκη εγγραφής σχετικού όρου στο καταστατικό της. Σε κάθε περίπτωση, από την επισκόπηση του καταστατικού της προκύπτει ότι με το άρθρο 15 αυτού παρέχεται η δυνατότητα στο Δ.Σ. αυτής να παρέχει εγγυήσεις υπέρ τρίτων.

Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος ανακοπής, κατά τα λοιπά σκέλη του πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος, καθόσον από τα προσκομιζόμενα με επίκληση από του διαδίκους έγγραφα, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Δυνάμει της ...-2009 σύμβασης πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, που υπογράφηκε μεταξύ της πρώτης ανακόπτουσας και ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΤΕ BANK ΑΕ", ειδική διάδοχος της οποίας είναι η καθ' ης η ανακοπή, τους δε όρους της εγγυήθηκαν οι λοιποί ανακόπτοντες, χορηγήθηκε πίστωση στην πρώτη ανακόπτουσα, για τους επιχειρηματικούς σκοπούς της, μέχρι του ποσού των 300.000 ευρώ.

Η τέταρτη ανακόπτουσα (ανώνυμη εταιρία), προέβη στην υπογραφή της ανωτέρω σύμβασης, ως εγγυήτρια δυνάμει του άρθρου 15 του καταστατικού της (με το οποίο παρέχεται η δυνατότητα στο Δ.Σ. αυτής να παρέχει εγγυήσεις υπέρ τρίτων), του άρθρου 17 του καταστατικού της (με το οποίο δίδεται η αρμοδιότητα στον Πρόεδρο και στον Διευθύνοντα Σύμβουλο αυτής, μετά από εξουσιοδότηση του Δ.Σ., να ασκούν τα δικαιώματα του άρθρου 15) και του ...-2009 πρακτικού συνεδριάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της, με το οποίο εξουσιοδότησε τον Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο αυτής (Π.

Ο.) να εγγυηθεί υπέρ της πρώτης ανακόπτουσας σύμβαση δανείου από την ΑΤΕ BANK ΑΕ. Η επίδικη σύμβαση πίστωσης, υπογράφηκε από τον Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο αυτής (Π. Ο.), ο οποίος, ενεργούσε ως υποκατάστατο όργανο αυτής, κατόπιν σχετικής καταστατικής πρόβλεψης, στις 9-7-2009, ήτοι την επόμενη ημέρα από τη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου της.

Συνεπώς, είναι προφανές ότι η εγγύηση αφορά την επίδικη σύμβαση πίστωσης, με δεδομένο ότι δεν προέκυψε ότι η πρώτη ανακόπτουσα υπόγραψε έτερη δανειακή σύμβαση στο ενδιάμεσο χρονικό διάστημα (ούτε άλλωστε επικαλείται κάτι τέτοιο η τέταρτη ανακόπτουσα). Εξάλλου, η χορηγηθείσα εξουσιοδότηση περιλαμβάνει, προφανώς, την υπογραφή της επίδικης σύμβασης με τους αναγραφόμενους σε αυτή όρους και συνεπώς και την παραίτηση από τα δικαιώματα των άρθρων 853, 858, 862, 863, 866, 867 και 868 ΑΚ. Περαιτέρω, η τέταρτη ανακόπτουοα, είχε συμφέρον από την παροχή της εγγυήσεως, διότι εξυπηρετούσε και προήγαγε την εταιρική της επιχείρηση, καθώς η πρώτη ανακόπτουσα έχει μεταξύ των σκοπών της και την εμπορία εργαλείων, ειδών προστασίας εργαζομένων και μετάλλων, ενώ η τέταρτη ανακόπτουσα την εμπορία πλαστικών ειδών οικοδομικής χρήσης και ειδών σιδηροβιομηχανίας. Η έδρα τους δε είναι κοινή, με κοινή δομή και οργάνωση, ενώ πρόκειται ουσιαστικά για επιχειρήσεις της ίδιας οικογένειας καθώς στο Δ.Σ. της πρώτης ανακόπτουσας συμμετείχαν οι Κ. Ο. του Π. και ο Ν. Ο. του Π. ενώ στης τέταρτης ανακόπτουσας ο Π. Ο. και οι Κ. Ο. του Π. και ο Ν. Ο. του Π." Με βάση τις ανωτέρω σκέψεις και παραδοχές, το Εφετείο απέρριψε τον έκτο λόγο της ένδικης έφεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες επανέφεραν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο τον έκτο λόγο της ένδικης ανακοπής τους.

Με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, ως προς τα λοιπά, πλην του πρώτου, σκέλη του έκτου λόγου της ανακοπής, περιέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς αιτιολογίες, που δικαιολογούν το άνω αποδεικτικό του πόρισμα περί απόρριψης του πιο πάνω λόγου της ένδικης ανακοπής της τέταρτης των αναιρεσειόντων για ακύρωση της εκδοθείσας με αριθμό .../2017 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 22 παρ. 1 ν. 2190/1920, 852, 858, 862, 863, 867 ΑΚ, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την ειδικότερη αιτίαση ότι διέλαβε ελλιπείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της χορηγηθείσας εκ μέρους της τέταρτης αναιρεσείουσας εγγυήσεως υπέρ της πρώτης τούτων και ειδικά ως προς το ζήτημα της παραιτήσεώς της από τα δικαιώματα εκ των άρθρων 853, 858, 862, 866 και 868 ΑΚ, είναι αβάσιμος.

Ο ίδιος αναιρετικός λόγος, καθό μέρος αφορά την απόρριψη του πρώτου σκέλους του ανωτέρω λόγου ανακοπής, είναι απαράδεκτος, διότι ο λόγος αυτός, κατά το σκέλος αυτό, απορρίφθηκε ως μη νόμιμος και, ως εκ τούτου, δεν ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ., αφού το δικαστήριο δεν διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ). Επίσης πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, ενιαίως, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρ. 106, 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15.6.2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμόν 2196/2020 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσειόντων τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Ιουνίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και τούτου, καθώς και του αρχαιότερου Αρεοπαγίτη αποχωρησάντων, ο αμέσως αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Σεπτεμβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ