Legislator Case Law & Legislation
1273/2018 AI generated

1273/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1273/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1273/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αντίθετα η ποσοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1273 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1273/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Σακκά, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου - Εισηγητή και Γεώργιο Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Π. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Πρατικάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Χ. Τ. του Κ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αιμίλιο Φακιδάρη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-2-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1405/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 4199/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16-7-2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας, αντιστοίχως, νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.

Αντίθετα η ποσοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ.

Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση στην αγωγή των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 216 §§ 1 και 2 ΚΠολΔ και 690 ΑΚ, όπως το τελευταίο ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 § 2 του ν.3043/2002, η αγωγή, με την οποία ο εργοδότης που επιδιώκει αποζημίωση με βάση το άρθρο 690 ΑΚ, πρέπει να περιέχει: α) την κατάρτιση της συμβάσεως έργου, β) ότι το έργο εκτελέσθηκε, γ) ότι το εκτελεσθέν έργο έχει ελλείψεις, χωρίς να ενδιαφέρει η διάκριση τους σε ουσιώδεις και επουσιώδεις και δ) την ζημία που υπέστη από τις ελλείψεις του έργου, η οποία τελεί σε λογική ακολουθία με το ποσό της αποζημιώσεως που ζητεί.

Η αποζημίωση περιλαμβάνει κατ' αρχήν τη δαπάνη στην οποία πρέπει να υποβληθεί ο εργοδότης για να αποκαταστήσει τις ελλείψεις του έργου, καθώς επίσης το διαφυγόν κέρδος και κάθε περαιτέρω ζημία (ΑΠ 156/2001). Απαιτείται ακόμη για την ευθύνη του εργολάβου προς αποζημίωση και υπαιτιότητά του, την οποία όμως δεν υποχρεούται να επικαλεσθεί και αποδείξει ο εργοδότης αλλά αρνητικά ο εργολάβος, επικαλούμενος έλλειψη υπαιτιότητας του ιδίου ή των προσώπων που χρησιμοποίησε για να εκτελέσει το έργο (ΑΠ 985/2015, ΑΠ 156/2001).

Στην προκειμένη περίπτωση με την από 2-2-2010 αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εκθέτει τα ακόλουθα: Μεταξύ αυτής και της συνιδιοκτήτριας (μη διαδίκου) Σ. Κ. ως εργοδοτριών και του εναγομένου (ήδη αναιρεσείοντος) εργολάβου καταρτίσθηκε το έτος 2002 σύμβαση έργου, με την οποία αυτές ανέθεσαν στον εναγόμενο και εκείνος ανέλαβε την ανέγερση πενταόροφου κτιρίου με το σύστημα της αντιπαροχής στο επί της …..ακίνητό τους.

Ότι μεταξύ των οριζοντίων ιδιοκτησιών που συμφωνήθηκε ότι θα περιέλθουν στην ενάγουσα ως αντάλλαγμα ήταν και τα δύο διαμερίσματα του 5ου ορόφου, τα οποία ο εναγόμενος κατά μήνα Νοέμβριο του 2003 παρέδωσε αποπερατωμένα, πλην όμως αυτά είχαν τα λεπτομερώς αναφερόμενα στην αγωγή πραγματικά ελαττώματα, τα οποία για πρώτη φορά εκδηλώθηκαν τον Ιανουάριο του 2008 με την αποκόλληση των πλακιδίων δαπέδου, οφειλόμενα σε υπαιτιότητα του εργολάβου.

Ότι για τα ελαττώματα αυτά απέστειλε σ' αυτόν την από 29-7-2008 εξώδικη δήλωσή της, τάσσοντάς του προθεσμία ενός μηνός για τη διόρθωσή τους, προθεσμία η οποία παρήλθε άπρακτη. Ότι μετά ταύτα προέβη με δικά της έξοδα στη διόρθωση των ελαττωμάτων, δαπανώντας για το σκοπό αυτό συνολικό ποσό 24.684,61 €, όπως τούτο αναλύεται διεξοδικά στην αγωγή.

Με βάση τα ανωτέρω ζήτησε, μεταξύ άλλων που δεν είναι αντικείμενα της παρούσης δίκης, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει το ποσό αυτό ως αποζημίωση. Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή είναι ορισμένη, καθόσον περιέχει όλα τα απαιτούμενα από τον νόμο στοιχεία, όπως αυτά αναλύθηκαν στην αρχή, ήτοι την κατάρτιση της σχετικής συμβάσεως, το εκτελεσθέν έργο, την ύπαρξη σ' αυτό ουσιωδών ελαττωμάτων και τη ζημία της ενάγουσας.

Επομένως, εφόσον το Εφετείο δέχθηκε ότι η αγωγή είναι ορισμένη και ερεύνησε κατ' ουσίαν αυτήν, ορθώς δεν εκήρυξε ακυρότητα και ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, (κατά τη νοηματική του εκτίμηση) είναι αβάσιμος. Ειδικότερα, δεν ήταν απαραίτητο για το ορισμένο της αγωγής να αναφέρονται, ποιες θα ήταν οι οριζόντιες ιδιοκτησίες που θα λάμβανε η ετέρα συνιδιοκτήτρια τα κατ'ιδίαν ημερομίσθια, ο αριθμός των εργατών η δαπάνη του Ι.Κ.Α.

Εξ άλλου με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, για έλλειψη επαρκών αιτιολογιών, υπό την επίφαση της επικλήσεως της αναιρετικής πλημμέλειας από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων παραπονείται ευθέως για την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, και συγκεκριμένα παραπονείται εν εκτάσει για πλημμελή εκτίμηση από το Εφετείο του αποδεικτικού υλικού (κυρίως των καταθέσεων των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως και του περιεχομένου της από 20-9-2009 "εκθέσεως αυτοψίας" του μηχανικού Κ.

Μ., που αποτελεί όμως ιδιωτική γνωμοδότηση, αλλά και της από 18-12-2008 δηλώσεως του Ε. Μ.), πλην όμως κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, σύμφωνα με το άρθρο 561 § 1 του ΚΠολΔ, δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Κατά συνέπεια ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Κατά το άρθρο 693 του ΑΚ, "οι αξιώσεις του εργοδότη εξαιτίας ελλείψεων του έργου παραγράφονται όταν περάσουν δέκα χρόνια από τότε που έγινε η παραλαβή του, αν πρόκειται για οικοδομήματα ή άλλες ακίνητες εγκαταστάσεις, αλλιώς παραγράφονται σε έξι μήνες", κατά δε το άρθρο 558 του ίδιου Κώδικα, στο οποίο ρητά παραπέμπει το άρθρο 693 ΑΚ, ο αγοραστής δύναται και μετά την συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής να ασκήσει, κατ' ένσταση, τα δικαιώματά του από το ελάττωμα ή την έλλειψη της συμφωνημένης ιδιότητας, εφόσον ειδοποίησε γι' αυτά τον πωλητή, μέσα στο χρόνο της παραγραφής.

Εξ άλλου, κατά τους ορισμούς του άρθρου 683 ΑΚ "όταν πρόκειται για σύμβαση κατασκευής έργου, σε περίπτωση αμφιβολίας, αν την ύλη που απαιτείται για το σκοπό αυτό τη χορηγεί ο εργολάβος, εφαρμόζονται οι διατάξεις για την πώληση, και αν την χορηγεί ο εργοδότης οι διατάξεις για σύμβαση έργου". Η εν λόγω διάταξη του άρθρου 683 ΑΚ έχει εφαρμογή όταν συντρέχουν δύο προϋποθέσεις, από τις οποίες η μία είναι η ύλη για την κατασκευή έργων να χορηγείται από τον εργολάβο και η δεύτερη να υπάρχει αμφιβολία για το ποια σύμβαση (πώληση ή σύμβαση έργου) θέλησαν οι συμβαλλόμενοι.

Σε περίπτωση, όμως, κατασκευής έργου σε ακίνητο (ΑΚ 948) που ανήκει στον εργοδότη με υλικά (κινητά) που χορηγεί ο εργολάβος, η κύρια ύλη είναι το ακίνητο, τα δε κινητά που χρησιμοποιήθηκαν για την ανέγερση του κτίσματος ή μόνιμα συναρμολογήθηκαν σ' αυτό (ΑΚ 954) αποτελούν συστατικά του ακινήτου. Κύρια παροχή του εργολάβου είναι η κατασκευή και η παράδοση σε καλή λειτουργία του όλου έργου, η δε προμήθεια των υλικών αποτελεί το μέσο για την πραγμάτωση αυτής της παροχής.

Από όσα προαναφέρθηκαν, είναι προφανές ότι σε περίπτωση κατασκευής από τον εργολάβο με δικά του υλικά μόνιμου έργου σε ακίνητο του εργοδότη, δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 683 ΑΚ, γιατί, αφενός η πρώτη ύλη (το ακίνητο) χορηγείται απ' αυτόν και, αφετέρου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην κατασκευή και παράδοση του έργου ως κύρια παροχή, που σημαίνει ότι οι συμβατικές σχέσεις ρυθμίζονται από όσα συμφωνήθηκαν (ΑΚ 3, 361), καθώς και από τις διατάξεις των άρθρων 681 επ.

ΑΚ (ΑΠ 559/2013). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

Α.Π. 7/2006, 4/2005).

Εν προκειμένω το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι ο επαναφερόμενοι με τον πρώτο λόγο εφέσεως ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος περί του ότι ήταν παραγεγραμμένη η ένδικη απαίτηση της αναιρεσίβλητης: α) διότι είχε συμφωνηθεί ετήσια προθεσμία ευθύνης του για τυχόν ελλείψεις του έργου, με αφετηρία το χρόνο παραδόσεώς του και β) διότι οι μεταξύ τους σχέσεις διέπονται από τις διατάξεις περί πωλήσεως, που προβλέπουν πενταετή παραγραφή των σχετικών αξιώσεων, με αφετηρία το ίδιο χρονικό σημείο, ήταν μη νόμιμοι, καθόσον οι σχετικές διατάξεις (ΑΚ 554 και 556) δεν έχουν εφαρμογή στη σύμβαση έργου με αντικείμενο την κατασκευή οικοδομής επί ακινήτου του εργοδότη, δεδομένου ότι η κύρια ύλη που χορηγεί ο τελευταίος είναι το ακίνητο. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις ως άνω διατάξεις και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση του αναιρεσείοντος, να διαταχθεί κατ' άρθρ. 495 § 3 ΚΠολΔ η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), η οποία κατέθεσε προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16 Ιουλίου 2016 αίτηση του Δ. Π. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4199/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Ιουνίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 10 Ιουλίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ