Legislator Case Law & Legislation
1273/2017 AI generated

1273/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1273/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1273/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης ανέγνωσε την από 19-1-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της 83/2013 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων, και να γίνουν δεκτοί οι πρώτος και τρίτος και να απορριφθούν οι δεύτερος και τέταρτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως.

Keywords

AI generated
challenge of administrative decisions economic hardship decision not to raise objections right to cure defect reconsideration of an earlier decision lack of economic substance
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1273 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1273/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Β. Μ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Κασιμάτη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στο Δημοτικό Διαμέρισμα ... του Δήμου ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Γ. Κ. του Β., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευστάθιο Ζάγκα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-6-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πρεβέζης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 53/2012 του ίδιου Δικαστηρίου, 83/2013 μη οριστική και 239/2015 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης, συναναιρετέας ομοίως της παρεμπιπτούσης - εν μέρει μη οριστικής - με αριθμό 83/2013 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-12-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης ανέγνωσε την από 19-1-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί ως απαράδεκτη η αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της 83/2013 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων, και να γίνουν δεκτοί οι πρώτος και τρίτος και να απορριφθούν οι δεύτερος και τέταρτος λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που προσβάλλεται με αυτήν η 83/2013 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 553 ΚΠολΔ, εφόσον η απόφαση αυτή, έχοντας διατάξει τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, ήταν μη οριστική, και κατά συνέπεια δεν υπέκειτο αυτοτελώς σε αναίρεση, ούτε την καθιστά οριστική κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως το γεγονός ότι με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε αίτηση των εκκαλούντων - εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητων για αναστολή εκτελέσεως της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ως προς τις προσωρινά εκτελεστές διατάξεις της.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτηση κατά την ως άνω έννοια νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή δικαστικής προστασίας με οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της και η οποία δημιουργεί χωριστό αντικείμενο δίκης και εκκρεμοδικία.

Τέτοια αίτηση είναι η αίτηση της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, των ενδίκων μέσων, των ανακοπών, της τριτανακοπής, όχι όμως και οι ενστάσεις, οι οποίες είναι αντικείμενο του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559, με εξαίρεση τις γνήσιες ενστάσεις, οι οποίες εισάγουν αυτοτελές αντικείμενο δίκης και αυτοτελή αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας.

Ειδικότερα, το δικαστήριο αφήνει αίτηση αδίκαστη, όταν παραλείπει να αποφανθεί ως προς αυτήν, είτε στο διατακτικό της αποφάσεως, είτε στο αιτιολογικό της με προσόντα διατακτικού. Αδίκαστη αίτηση αποτελεί και εκείνη που θεμελιώνεται σε περισσότερες -αντικειμενικώς, επικουρικώς ή και διαζευκτικώς- σωρευόμενες βάσεις, αν παρά το νόμο, δεν ερευνήθηκε μία από αυτές.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 688 - 690 ΑΚ, που καθορίζουν λεπτομερώς την ευθύνη του εργολάβου αναλόγως με τη φύση των ελαττωμάτων και ελλείψεων, τα οποία φέρει το έργο που εκτελέσθηκε από αυτόν, συνάγεται ότι ο εργοδότης δικαιούται να απαιτήσει, σε περίπτωση ουσιωδών ελαττωμάτων, τα οποία καθιστούν το έργο άχρηστο, ή ελλείψεως των συνομολογημένων ιδιοτήτων είτε τη διόρθωση είτε την ανάλογη μείωση της αμοιβής, είτε αντί αυτών την υπαναχώρηση από τη σύμβαση, σε περίπτωση δε κατά την οποία οι ελλείψεις του έργου (ελαττώματα ή συνομολογημένες ιδιότητες) οφείλονται σε υπαιτιότητα του εργολάβου, ο εργοδότης δικαιούται αντί υπαναχωρήσεως ή μειώσεως της αμοιβής να απαιτήσει αποζημίωση για μη εκτέλεση της συμβάσεως.

Έτσι, ο εργοδότης που ζητεί αποζημίωση με βάση το άρθρο 690 ΑΚ οφείλει να επικαλεσθεί την κατάρτιση της συμβάσεως, ότι το έργο που εκτελέσθηκε φέρει ελλείψεις, που οφείλονται σε υπαιτιότητα (δόλο ή αμέλεια), χωρίς να ενδιαφέρει η διάκρισή τους σε ουσιώδεις ή επουσιώδεις ή συνομολογημένες ιδιότητες και τη ζημία που υπέστη από τις ελλείψεις αυτές, η οποία τελεί σε λογική ακολουθία με το ποσό της αποζημιώσεως που ζητεί.

Επίσης, εάν ο εργοδότης κρατήσει το έργο με τις ελλείψεις του, δικαιούται, αντί για την αποζημίωση λόγω δαπανών που απαιτούνται για να αρθούν οι ελλείψεις του έργου και να καταστεί τούτο προσήκον, να ζητήσει την επανεκτέλεση του έργου. Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298 και 914 ΑΚ προκύπτει γενική αρχή του δικαίου ότι κάθε πράξη ή παράλειψη που ζημιώνει, δημιουργεί υποχρέωση για αποζημίωση, εφόσον (κατά κανόνα) έγινε από πταίσμα εκείνου που προκάλεσε τη ζημία, η δε πράξη ή παράλειψη έρχεται σε αντίθεση όχι μόνο με συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, αλλά και με το γενικότερο πνεύμα της έννομης τάξεως που επιβάλλει την υποχρέωση να μην εξέρχεται κανείς με τις πράξεις του από τα όρια που ορίζονται κάθε φορά από τα συναλλακτικά χρηστά ήθη.

Στην αντίθετη περίπτωση δημιουργείται υποχρέωση αποζημιώσεως, έστω και αν μεταξύ του δράστη και του ζημιούμενου δεν υπάρχει συμβατικός δεσμός. Εξάλλου, υπαίτια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη με την οποία παραβιάζεται σύμβαση μπορεί, πέρα από την αξίωση που πηγάζει από τη σύμβαση, να επιστηρίζει και αξίωση από αδικοπραξία, εάν και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη θα ήταν παράνομη ως αντικείμενη στο γενικό καθήκον να μην ζημιώνει κανείς υπαιτίως άλλον (Ολομ.

ΑΠ 967/1973, ΑΠ 1494/2008). Εντεύθεν έπεται ότι αυτός που αναλαμβάνει την εκτέλεση έργου ως εργολάβος υπέχει εκ των ανωτέρω διατάξεων ευθύνη προς αποζημίωση, εάν από πταίσμα αυτού κατά την εκτέλεση του έργου προξενήσει ζημία στον εργοδότη. Και ναι μεν, κατ’ αρχήν, μόνη η αθέτηση προϋφιστάμενης ενοχής δεν συνιστά αδικοπραξία, είναι όμως δυνατό μια υπαίτια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώνει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία.

Τούτο συμβαίνει, όταν η ενέργεια αυτή και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη στο γενικό κανόνα που επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ, να μην προκαλεί κάποιος σε άλλον υπαιτίως ζημία, στην έννοια της οποίας περιλαμβάνεται και κάθε προσβολή του προσώπου ή των προστατευόμενων έννομων αγαθών (υλικών ή ηθικών) του άλλου.

Στην περίπτωση αυτή, ο δικαιούχος της αποζημιώσεως αποκτά συρροή αξιώσεων, την καθεμία από τις οποίες μπορεί να επιλέξει ή να τις ασκήσει και παραλλήλως, μία όμως φορά θα αποζημιωθεί, σε τρόπο ώστε, αν ικανοποιηθεί πλήρως βάσει της μιας ευθύνης, να μην μπορεί να ζητήσει ικανοποίηση βάσει της άλλης, εκτός αν αυτή έχει αντικείμενο αποζημιώσεως μεγαλύτερο από εκείνη, οπότε σώζεται ως προς το επιπλέον.

Εξάλλου, από την ίδια διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, προκύπτει ότι επί καταστροφής πράγματος συνεπεία αδικοπραξίας η αποζημίωση μπορεί να περιλαμβάνει την διαφορά της εμπορικής αξίας του πράγματος μεταξύ των χρονικών σημείων πριν από την αδικοπραξία και μετά την αδικοπραξία, που τελεί σε αντικειμενικό αιτιώδη σύνδεσμο με την αδικοπραξία, αδιαφόρως αν η καταστροφή είναι ολική ή μερική.

Επομένως, η αγωγή με την οποία ζητείται πλήρης η εμπορική αξία λόγω ολικής καταστροφής περιλαμβάνει και την ελάσσονα αυτής μερική καταστροφή, το δε δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει μερικώς την απαίτηση χωρίς από αυτό να μεταβάλλεται η βάση της αγωγής (πρβλ. ΑΠ 493/2015, 994/1991).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων εξέθετε στην ένδικη αγωγή του ότι δυνάμει συμβάσεων έργου, που καταρτίστηκαν το μήνα Αύγουστο 2008 μεταξύ αυτού και του δευτέρου αναιρεσίβλητου, αρχιτέκτονα μηχανικού, ο τελευταίος ανέλαβε, αφενός μεν, ατομικά, τη σύνταξη της αρχιτεκτονικής και στατικής μελέτης του περιγραφόμενου στην αγωγή έργου, και ειδικότερα διώροφης οικοδομής σε οικόπεδο του αναιρεσείοντος, καθώς και τη γενική επίβλεψη της εφαρμογής της, έναντι αμοιβής 25.000 ευρώ, αφετέρου δε ως νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης αναιρεσίβλητης την κατασκευή της οικοδομής, δηλαδή τη σκυροδέτηση του ισογείου και την κατασκευή των δύο κλιμάκων ανόδου στον Α’ όροφο, με δικά της υλικά και με εργατοτεχνικό προσωπικό της επιλογής της, αντί αμοιβής 95.000 ευρώ.

Ότι οι αναιρεσίβλητοι του παρέδωσαν το ανωτέρω έργο τον Απρίλιο 2009 με τη διαβεβαίωση ότι εκτελέσθηκε αυτό σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, πλην όμως το καλοκαίρι του 2009 διαπίστωσε ότι η οικοδομή έφερε ουσιώδη ελαττώματα και ελλείψεις, που περιγράφονται στην αγωγή, οφειλόμενα σε υπαιτιότητα των αναιρεσίβλητων, που καθιστούσαν επικίνδυνη την οικοδομή από άποψη στατική και δομική, γεγονός που το γνώριζαν αυτοί και του το απέκρυψαν δολίως κατά την παράδοση του έργου.

Ότι εξαιτίας των ελαττωμάτων αυτών κρίθηκε η οικοδομή του αυθαίρετη από την αρμόδια Πολεοδομική Υπηρεσία και για το λόγο αυτό αναγκάσθηκε να διακόψει τη λειτουργία καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος που λειτουργούσε από το Σεπτέμβριο 2009 στο ισόγειο της οικοδομής, μετά την ανάκληση της άδειας λειτουργίας από το Δήμο ....

Ότι εξαιτίας της ως άνω συμπεριφοράς των αναιρεσίβλητων, ο αναιρεσείων ζημιώθηκε, πλην των άλλων, για τα οποία δεν αφορά ο παρών αναιρετικός λόγος, και τo ποσό των 332.911 ευρώ, που απαιτείται για την επανεκτέλεση του έργου, δεδομένου ότι η αποκατάσταση των ελαττωμάτων και των ελλείψεων, πέραν του ότι είναι επισφαλής και δεν είναι εφικτή χωρίς την καθαίρεση του μεγαλύτερου τμήματος της οικοδομής, είναι εξίσου δαπανηρή με την επανεκτέλεση, αφού η σχετική δαπάνη που απαιτείται για να αρθούν οι ελλείψεις του έργου ανέρχεται στο ποσό των 253.197 ευρώ, όπως οι επί μέρους εργασίες και το κόστος αυτών εκτίθενται επαρκώς στην αγωγή, με το συνυπολογισμό δε και της δαπάνης για την έκδοση άδειας επισκευής και των ασφαλιστικών εισφορών του Ι.Κ.Α.

το συνολικό κόστος ήθελε ανέλθει στο ποσό των 300.000 ευρώ τουλάχιστον. Με βάση το ιστορικό αυτό ο αναιρεσείων ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, καθένας εις ολόκληρον, να του καταβάλουν για θετική και αποθετική ζημία, διαφυγόντα κέρδη και χρηματική ικανοποίηση το συνολικό ποσό των 506.318 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού απέρριψε το κονδύλιο της αποθετικής ζημίας ως αόριστο, δέχθηκε κατά τα λοιπά ότι το έργο που κατασκεύασαν για λογαριασμό του αναιρεσείοντος οι αναιρεσίβλητοι δεν είχε τέτοια ελαττώματα και ελλείψεις συνομολογημένων ιδιοτήτων, που να το καθιστούν άχρηστο, ώστε να δικαιολογείται η επανεκτέλεση του έργου, και μετά την εξαφάνιση της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε επιδικάσει αποζημίωση για ολική καταστροφή, απέρριψε την αγωγή, παραλείποντας ωστόσο να ερευνήσει και να αποφανθεί για τα κονδύλια της αγωγής που αναφέρονταν στις δαπάνες επισκευής του κτιρίου, μη λαμβάνοντας δηλαδή υπόψη το εμπεριεχόμενο στην παραπάνω μείζονα αγωγική απαίτηση (της ολικής καταστροφής) έλασσον αίτημα της επιδίκασης αποζημίωσης για τις δαπάνες επισκευής, ενώ συνέτρεχαν και οι λοιπές προϋποθέσεις της αντισυμβατικής και αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των αναιρεσίβλητων, και υπήρξε ζημία του αναιρεσείοντος από τα ελαττώματα του έργου και την έλλειψη συνομολογημένων ιδιοτήτων.

Κατ’ ακολουθίαν τούτων και κατ’ εφαρμογή των όσων εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη είναι βάσιμος ο από το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ (και όχι από τον αρ. 8) κατ’ εκτίμηση, πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, ή δεν συντρέχουν ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ ΑΠ 12/1995).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... Κατά την κατάρτιση της ως άνω σύμβασης συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ότι το σκυρόδεμα το οποίο θα χρησιμοποιούνταν θα ήταν κατηγορίας C20/25, αφού, κατά ρητή διαβεβαίωση του δευτέρου εναγομένου, αυτό θα εξασφάλιζε τη μέγιστη αντοχή της οικοδομής, ότι η θεμελίωσή της θα γινόταν με μια νέα μέθοδο "ραντιέ" και ότι η σκυροδέτηση της πλάκας οροφής του ισογείου θα γινόταν σε μια φάση ..." και στη συνέχεια ότι "...

παρότι η έκθεση πραγματογνωμοσύνης δέχεται ότι η ποιότητα του σκυροδέματος αντιστοιχούσε σε C20/25 και όχι σε C16/20, που πράγματι χρησιμοποιήθηκε, το δικαστήριο κρίνει ότι, αν και η ποιότητα αυτή ήταν κατώτερη από αυτή που είχε ζητήσει ο ενάγων και προέβλεπε η στατική μελέτη, δεν αποδείχθηκε ότι αυτό επηρεάζει δυσμενώς την αντοχή του κτιρίου και τη στατική επάρκεια αυτού, και σε κάθε περίπτωση η διαφορά στην ποιότητα του σκυροδέματος μπορεί να αποκατασταθεί με περαιτέρω ενίσχυσή του και όχι με την καθαίρεσή του", και περαιτέρω "...

Η εφαρμογή της στατικής μελέτης παρουσιάζει αποκλίσεις σε σχέση με την εγκεκριμένη στατική μελέτη, και συγκεκριμένα υπάρχει παράλειψη των δοκών Δ37 και Δ38 στον ημιυπαίθριο χώρο και της δοκού Δ18. Παράλληλα εμφανίζονται μεγαλύτερες διατομές στις περιμετρικές δοκούς και στο κυρίως σώμα της οικοδομής, καθώς και στους ημιυπαίθριους χώρους (έχουν προστεθεί κυκλικά φέροντα υποστυλώματα) και την πέργολα.

Επίσης ο κύριος οπλισμός ορισμένων υποστυλωμάτων είναι μεγαλύτερος από αυτόν της εγκεκριμένης στατικής μελέτης", υιοθετώντας δε στη συνέχεια την άποψη του πραγματογνώμονα, δέχεται ότι "η παράλειψη των τριών δοκών, ήτοι των Δ37 και Δ38 στον ημιυπαίθριο χώρο και Δ18 στον κύριο χώρο της οικοδομής δεν εμπνέει ανησυχία, αφού οι αντίστοιχες πλάκες Π7, Π8 και Π9 πατούν σε δοκούς περιμετρικά (Δ22, Δ23, Δ24, Δ25, Δ26, Δ36, Δ1, Δ14, Δ13) και μάλιστα μεγαλυτέρων διατομών", και περαιτέρω "...

Στο εμπρόσθιο τμήμα της οικοδομής ... έχει κατασκευασθεί πέργολα από οπλισμένο σκυρόδεμα, το οποίο δεν συμβαδίζει με το σχέδιο ξυλοτύπου οροφής ισογείου, στο οποίο φαίνεται να υπάρχουν οι τετραέρειστες πλάκες Π10, Π11 και Π12", και τέλος "κατ’ απόκλιση από την εγκεκριμένη στατική μελέτη ... η σκυροδέτηση της πλάκας οροφής του ισογείου έγινε σε δύο διαφορετικές φάσεις, και συγκεκριμένα η σκυροδέτηση της οροφής του ισογείου πραγματοποιήθηκε σε μία φάση, ενώ η πέργολα σκυροδετήθηκε σε μεταγενέστερο χρόνο" και καταλήγει το Εφετείο στην κρίση ότι οι αποκλίσεις από την εγκεκριμένη στατική μελέτη δεν αποδείχθηκε ότι επηρεάζουν την οικοδομική αντοχή και στατική επάρκεια του κτιρίου, καθόσον από κανένα απολύτως στοιχείο δεν προέκυψε κάτι τέτοιο.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες σχετικά με την έλλειψη ευθύνης των αναιρεσίβλητων ως προς τις επικαλούμενες ελλείψεις συνομολογημένων ιδιοτήτων και τα ουσιώδη ελαττώματα στο κτίριο του αναιρεσείοντος, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 688 - 690 και 914 ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε και το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, α) ενώ στην προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται δεκτό ότι χρησιμοποιήθηκε για την ανέγερση της οικοδομής σκυρόδεμα κατώτερης ποιότητας από εκείνο της εγκεκριμένης στατικής μελέτης, δεν αιτιολογείται, γιατί τούτο δεν επηρεάζει τη στατική της επάρκεια, β) ενώ γίνεται δεκτό ότι ναι μεν παραλείφθηκαν τρεις δοκοί, πλην όμως το γεγονός αυτό δεν εμπνέει ανησυχία, αφού οι αντίστοιχες πλάκες πατούν σε δοκούς περιμετρικά και μάλιστα μεγαλυτέρων διατομών, δεν διευκρινίζεται ωστόσο, πόση είναι η αύξηση της διατομής και πώς μπορεί να συμβάλλει αυτή στην ανάληψη φορτίων από την παράλειψη κατασκευής των τριών δοκών, η μία των οποίων είναι στον κυρίως χώρο της οικοδομής, και γ) δεν αιτιολογείται, γιατί οι αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση αποκλίσεις από την εγκεκριμένη στατική μελέτη δεν επηρεάζουν την οικοδομική αντοχή και στατική επάρκεια του κτιρίου.

Κατ’ ακολουθίαν τούτων ο τρίτος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι βάσιμος.

Συνακόλουθα των όσων έγιναν δεκτά παραπάνω, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως και να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τα πληττόμενα και αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαιά της να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό, παρέλκει δε κατόπιν τούτου η έρευνα των λοιπών αναιρετικών λόγων. Οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττώμενοι διάδικοι, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος (άρθρο 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, η επιστροφή του οικείου παραβόλου στον αναιρεσείοντα, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1 Δεκεμβρίου 2015 αίτηση του Β. Μ. για αναίρεση της 83/2013 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων.

Αναιρεί εν μέρει, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαιά της, την 239/2015 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων.

Παραπέμπει την εκδίκαση της υποθέσεως κατά το αναιρούμενο μέρος στο ίδιο δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος που ορίζει στις τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιουλίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ