1273/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Γεωργέλλη), Μαρία Χυτήρογλου, Αρτεμισία Παναγιώτου - Εισηγήτρια, Χρήστο Βρυνιώτη και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1273/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης υπ’ αριθμ. 312/2015 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, μετά την εκφώνηση των ονομάτων των κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων, που απουσίαζαν και τη νομιμοποίηση του συνηγόρου της πρώτης εξ αυτών Α.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1273 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1273/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Γεωργέλλη), Μαρία Χυτήρογλου, Αρτεμισία Παναγιώτου - Εισηγήτρια, Χρήστο Βρυνιώτη και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Μαΐου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Ακριτίδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1)Α. Μ. του Ε., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Βασιλακόπουλο και 2)Α. Μ. του Δ., κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Βασιλακόπουλο, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 312/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Καβάλας. Με πολιτικώς ενάγουσα την Δ. Ρ. Μ. Σ., κάτοικο ....
Το Τριμελές Πλημ/κείο Καβάλας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 1 Σεπτεμβρίου 2015 κοινή αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 957/2015.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 1 -9-2015 κοινή αίτηση των Α. Μ. του Ε. και Α. Μ. του Δ. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 312/2015 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 501 παρ. 1 και 349 ΚΠΔ, προκύπτει ότι παρέχεται δικαίωμα στον εκκαλούντα κατηγορούμενο να ζητήσει την αναβολή της δίκης όταν για σοβαρούς λόγους υγείας που αποδεικνύονται με έγγραφο νοσηλευτικού ιδρύματος ή από λόγους ανωτέρας βίας δεν μπορεί να εμφανισθεί στο δικαστήριο και να υποστηρίξει την έφεση του. Η παραδοχή του αιτήματος αυτού απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, όμως, όταν απορρίπτει το αίτημα της αναβολής, πρέπει να αιτιολογεί ειδικά και εμπεριστατωμένα την παρεμπίπτουσα απορριπτική απόφαση του σύμφωνα με τις επιταγές των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, διαφορετικά ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Έλλειψη αιτιολογίας της εν λόγω παρεμπίπτουσας απόφασης υπάρχει όταν το δικαστήριο δεν αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχτηκαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους κατέληξε στην απορριπτική του αιτήματος αναβολής κρίση του.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλομένης υπ’ αριθμ. 312/2015 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, μετά την εκφώνηση των ονομάτων των κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων, που απουσίαζαν και τη νομιμοποίηση του συνηγόρου της πρώτης εξ αυτών Α.
Μ., με πρόταση της Εισαγγελέα εξετάστηκε ενόρκως ο μάρτυρας Δ. Μ., ο οποίος κατέθεσε τα εξής : "Ο δεύτερος κατηγορούμενος είναι πατέρας μου. Δεν μπορεί να έρθει σήμερα στο δικαστήριο για λόγους υγείας. Έχει πρόβλημα με την καρδιά του. Στο παρελθόν έχει κάνει μπαλονάκι. Έχει συχνά ταχυκαρδία. Για το λόγο αυτό ζητάει αναβολή της κρινόμενης υπόθεσης, προκειμένου να μπορέσει να παραστεί ο ίδιος στο δικαστήριο", προσκόμισε δε την από 2-2-2015 ιατρική βεβαίωση-γνωμάτευση του ειδικού καρδιολόγου Ι.
Σ., η οποία και αναγνώσθηκε. Το Δικαστήριο, κατόπιν σύμφωνης πρότασης της Εισαγγελέα, απέρριψε το αίτημα αναβολής με την ακόλουθη, κατά πιστή μεταφορά, αιτιολογία : " Στην κρινόμενη υπόθεση, από όσα κατέθεσε ο προαναφερθείς μάρτυρας, αλλά και από το έγγραφο που αυτός προσκόμισε και αναγνώσθηκε δημόσια στο ακροατήριο αποδείχτηκε ότι ο δεύτερος κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μεν προβλήματα υγείας (καρδιολογικά), αυτά όμως δεν είναι έκτακτα και αιφνίδια, αλλά χρόνια.
Εφόσον δε δεν συνιστούν γεγονός ανωτέρας βίας, που τον εμπόδισε να εξουσιοδοτήσει κάποιο δικηγόρο να τον εκπροσωπήσει στην παρούσα δίκη, ούτε προσκομίζεται έγγραφο νοσηλευτικού ιδρύματος, που να αποδεικνύει την ύπαρξη σοβαρού λόγου υγείας στο πρόσωπο του, το αίτημα αναβολής πρέπει να απορριφθεί πρωτίστως ως μη νόμιμο και να διαταχθεί η πρόοδος της δίκης".
Με αυτά που δέχτηκε το Δικαστήριο, διέλαβε στην ανωτέρω παρεμπίπτουσα απόφαση του την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον διαλαμβάνεται σ’ αυτήν ότι, εφόσον δεν προσκομίστηκε, ως κατά νόμο απαιτείται (αρθρ. 349 παρ. 2 ΚΠΔ), έγγραφο νοσηλευτικού ιδρύματος, που να αποδεικνύει την ύπαρξη σοβαρού λόγου υγείας στο πρόσωπο του ως άνω κατηγορουμένου, το υποβληθέν αίτημα αναβολής ήταν απορριπτέο πρωτίστως ως μη νόμιμο, ως εκ περισσού δε (εφόσον το αίτημα ήταν μη νόμιμο), το Δικαστήριο διέλαβε στο σκεπτικό του και ότι ο αιτών δεν αντιμετωπίζει έκτακτα και αιφνίδια αλλά χρόνια προβλήματα υγείας (καρδιολογικά), που δεν συνιστούν γεγονός ανωτέρας βίας που τον εμπόδισε να εξουσιοδοτήσει κάποιον δικηγόρο προκειμένου να τον εκπροσωπήσει.
Επομένως, ο πρώτος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας ως προς την απορριπτική του ως άνω αιτήματος αναβολής κρίση της, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Οι εκτιθέμενες στο λόγο αυτό λοιπές αιτιάσεις περί εσφαλμένης εκτίμησης των αποδεικτικών μέσων, που προσκομίστηκαν προς υποστήριξη του αιτήματος αναβολής, καθόσον εξ αυτών συνάγονται, κατά τους αναιρεσείοντες, αντίθετα συμπεράσματα από αυτά στα οποία κατέληξε το Δικαστήριο της ουσίας, είναι απαράδεκτες καθόσον αφορούν την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου, την οποία και επιχειρούν να πλήξουν με την επίφαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
Κατά το άρθρο 1 του ΝΔ 3424/1955 "περί ευθύνης των αγοραστών γεωργικών προϊόντων", όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 του Ν. 1406/1983, "αγοραστής γεωργικών προϊόντων, όπως αυτά καθορίζονται στην παράγραφο 1 του άρθρου 22 Ν. 992/1979, για μεταπώληση, εξαγωγή ή βιομηχανοποίηση, που καθίσταται υπερήμερος για την καταβολή του τιμήματος στους πωλητές παραγωγούς ή συνεταιρισμούς τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή μέχρι 500.000 δραχμές".
Κατά δε το άρθρο 2 του ίδιου ΝΔ 3424/1955, "εάν ο αγοραστής γεωργικών προϊόντων είναι εταιρεία ευθύνεται ο με οποιοδήποτε τίτλο εκπρόσωπος αυτής, ως και ο δια λογαριασμό της εταιρείας συμβληθείς αντιπρόσωπος. Την αυτήν ευθύνη υπέχει και ο ενεργήσας την αγοράν δια λογαριασμόν άλλου ως αντιπρόσωπος αυτού. Ο αντιπρόσωπος απαλλάσσεται της ποινικής ευθύνης, εάν αποδείξει την ύπαρξιν εγγράφου εντολής του αγοραστού προς σύναψιν της αγοραπωλησίας".
Εξάλλου, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 992/1979 γεωργικά προϊόντα νοούνται τα προϊόντα εδάφους, της κτηνοτροφίας, της αλιείας, της δασοπονίας, της θηραματοπονίας και των παντός είδους εκτροφών, ως και τα προερχόμενα εκ του πρώτου σταδίου επεξεργασίας ή μεταποιήσεως αυτών. Τέλος, κατά το άρθρο 340 ΑΚ ο οφειλέτης ληξιπρόθεσμης παροχής γίνεται υπερήμερος αν προηγήθηκε δικαστική ή εξώδικη όχληση του δανειστή, εκτός αν για την εκπλήρωση της παροχής συμφωνήθηκε ορισμένη δήλη ημέρα οπότε ο οφειλέτης γίνεται υπερήμερους με μόνη την παρέλευση της ημέρας αυτής (αρ. 341 παρ. 1 ΑΚ).
Περαιτέρω, η δικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ίδιου Κώδικα προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ’ αυτήν, προκειμένου περί καταδικαστικής αποφάσεως, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά καθώς και οι σκέψεις, με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά.
Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Η ύπαρξη του δόλου που απαιτείται, κατά το άρθρο 26 παρ. 1 ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, δεν είναι κατ’ αρχήν ανάγκη να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι προκύπτει από την πραγμάτωση των περιστατικών τούτων, ο δε νόμος στην προκειμένη περίπτωση (αρθρ. 1 ΝΔ 3424/1955) δεν αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για την ύπαρξη δόλου.
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καβάλας, που την εξέδωσε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε ανελέγκτως στο σκεπτικό του, μετά από εκτίμηση των αναφερομένων κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Το Σεπτέμβριο του έτους 2008 στη ..., οι Μ.
και Θ. Σ., σύζυγοι των εγκαλουσών Δ. Ρ. και Ε. Γ. αντίστοιχα, συνήψαν, ως αντιπρόσωποι και για λογαριασμό των συζύγων τους, με το δεύτερο κατηγορούμενο Α. Μ., ο οποίος ενεργούσε ως αντιπρόσωπος και για λογαριασμό της συζύγου του και πρώτης κατηγορουμένης Α. Μ., η οποία ασχολείτο με την εμπορία αγροτικών προϊόντων, συμφωνία πώλησης για μεταπώληση μεγάλων ποσοτήτων ελιών τύπου Χαλκιδικής, τις οποίες παρήγαγαν οι ίδιες (εγκαλούσες) ως αγρότισσες.
Ο δεύτερος κατηγορούμενος παρουσιάστηκε στους πωλητές μαζί με τον υιό του και ενήργησε ως αντιπρόσωπος της αγοράστριας συζύγου του και όχι ως μεσίτης, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι κατηγορούμενοι, επικαλούμενοι ότι πραγματικός αγοραστής είναι ο Ι. Κ., ο οποίος διατηρεί στην ... εργοστάσιο επεξεργασίας, τυποποίησης, συσκευασίας και εμπορίας ελαιών.
Τούτο προκύπτει από τα κατωτέρω γεγονότα: α) ο κατηγορούμενος εγχείρισε στους πωλητές τιμοκατάλογο προϊόντων, στην κεφαλίδα του οποίου αναγραφόταν "..." μαζί με αριθμούς τηλεφώνου και φαξ (δηλαδή στο έγγραφο που έδιναν στους υποψήφιους πωλητές αναγραφόταν η λέξη εμπορία και όχι μεσιτεία), β) τα πωληθέντα προϊόντα παρελήφθησαν από τον/υιό των κατηγορουμένων Μ.
Δ., ο οποίος τα μετέφερε με φορτηγό της επιχείρησης της μητέρας του (οι κατηγορούμενοι δεν απέδειξαν τον ισχυρισμό τους γιατί ο Κ., που είχε μεγάλο εργοστάσιο, δεν διέθετε φορτηγά μεταφοράς ελαιών, ενώ οι ίδιοι, που, κατά τους ισχυρισμούς τους, είχαν απλώς μία αποθήκη και παρήγαγαν και πωλούσαν ελιές, διέθεταν δύο φορτηγά), γ) τα κατωτέρω αναφερόμενα τιμολόγια - δελτία αποστολής εκδόθηκαν στο όνομα της Α.
Μ., στη σφραγίδα της οποίας αναγράφεται "εμπόριο αγροτικών προϊόντων" και όχι μεσιτεία, δ) ο τόπος προορισμού στα περισσότερα από τα προσκομισθέντα και αναγνωσθέντα τιμολόγια - δελτία αποστολής είναι ο ... ήτοι η έδρα της ατομικής επιχείρησης της πρώτης κατηγορουμένης. Βέβαια, σε μερικά από τα τιμολόγια - δελτία αποστολής (βλ.
τα υπ’ αριθμ. .../3-10-2008, .../7-10-2008, .../11-10-2008, .../5-10-2008, .../7-10-2008 και .../9-10-2008) αναγράφεται ως τόπος προορισμού η ..., όπου βρίσκεται το εργοστάσιο Του Ι. Κ.. Ωστόσο, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν απεδείχθη ότι ο τελευταίος αγόρασε ελιές απευθείας από τις εγκαλούσες, οι οποίες, ως προελέχθη, συνήψαν συμφωνία πώλησης με τους κατηγορούμενους (με την πρώτη εξ αυτών ως αγοράστρια διατηρούσα ατομική επιχείρηση εμπορίας αγροτικών προϊόντων και με το δεύτερο εξ αυτών συμβληθέντα ως αντιπρόσωπο για λογαριασμό της αγοράστριας συζύγου του).
Απλώς, οι κατηγορούμενοι συνεργάζονταν με τον Ι. Κ., εφόσον είχαν συναφές αντικείμενο δραστηριότητας, και του μεταπώλησαν τις αγορασθείσες από τις εγκαλούσες ποσότητες ελιών, για εξαγωγή ή για άλλο σκοπό, δυνάμει ιδιαίτερης μεταξύ τους συμφωνίας. Επίσης, μολονότι ο εξετασθείς ως μάρτυρας υιός των κατηγορουμένων κατέθεσε ότι ο πατέρας του κάνει μεσιτείες για περισσότερα από 20 χρόνια, δεν προσκομίσθηκε κανένα σχετικό έγγραφο για απόδειξη του εν λόγω ισχυρισμού.
Όσον αφορά τις επίδικες συμφωνίες πώλησης μεταξύ εγκαλουσών και κατηγορουμένων, το τίμημα εξοφλήθηκε εν μέρει από τους κατηγορούμενους (ήτοι καταβλήθηκε το ποσό των 31.428,55 € προς τη Δ. Ρ. και το ποσό των 31.996,52 € προς την Ε. Γ.), ενώ για το υπόλοιπο τίμημα (ήτοι 30.000 € προς τη Δ. Ρ. και 40.000 € προς την Ε. Γ.), το οποίο πιστώθηκε (με δήλη ημέρα καταβολής την 20-6-2009 προς τη Δ.
Ρ. και την 30-5-2009 προς την Ε. Γ.), η πρώτη κατηγορουμένη οπισθογράφησε και παρέδωσε στις εγκαλούσες επιταγές έκδοσης του Ι. Κ. (ήτοι τις υπ’ αριθμ. ... επιταγές της Τράπεζας Πειραιώς) και μάλιστα, για να μην ανησυχούν αυτές για την είσπραξη ή μη των εν λόγω επιταγών, ο δεύτερος κατηγορούμενος τους σύστησε τον ίδιο τον εκδότη τους και τις πήγε και στο εργοστάσιο του Κ., ώστε να πεισθούν ότι πρόκειται για φερέγγυο μεγαλέμπορο.
Το γεγονός ότι ο Κ. εξέδωσε επιταγές εις διαταγήν της Α. Μ. και όχι των εγκαλουσών - πωλητριών των ελιών δεν αποδεικνύει ότι οι επίδικες συμβάσεις πώλησης συνήφθησαν με τον ίδιο ως αγοραστή και με τους κατηγορούμενους ως μεσίτες, όπως αναληθώς ισχυρίζονται οι κατηγορούμενοι, αλλά ότι αυτοί (Κ. και Μ.) συνδέονταν μεταξύ τους με κάποια άλλη έννομη σχέση.
Αλλιώς δεν υπήρχε λόγος να εκδίδονται τιμολόγια και να φορολογείται η Μ. και όχι ο Κ., αν αυτός ήταν όντως ο αγοραστής. Εξάλλου, το γεγονός ότι ο Κ. ήδη καταδικάσθηκε για την έκδοση δύο ακάλυπτων επιταγών εις διαταγήν της Μ. και οπισθογραφείσες στις ήδη εγκαλούσες δεν αναιρεί την ευθύνη των εδώ κατηγορουμένων για την πράξη της υπερημερίας καταβολής τιμήματος γεωργικών προϊόντων, δεδομένου ότι πρόκειται για διαφορετικά εγκλήματα.
Συνεπώς, εφόσον από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα απεδείχθη ότι η μεν πρώτη των κατηγορουμένων Μ. Α. του Ε., ως έμπορος αγοράστρια αγροτικών προϊόντων, ο δε δεύτερος ως ενεργήσας την αγορά για λογαριασμό της συγκατηγορουμένης του ως αντιπρόσωπος της, ενεργώντας με δόλο, 1) κατά το χρονικό διάστημα από 22-9-2008 έως 11-10-2008 αγόρασαν από την εγκαλούσα γεωργό Δ.
Ρ. σύζ. Μ. Σ., κάτοικο ... Ν. Καβάλας, σύμφωνα μετά υπ’ αριθ. .../22-9-2008, .../24-9-2008, .../27-9-2008, .../27-9-2008, .../28-9-2008, .../1-10-2008, .../3-10-2008, .../5-10-2008, .../5-10-2008, .../7-10-2008, .../7-10-2008 και .../11-10-2008 τιμολόγια - δελτία αποστολής, τις επ’ αυτών αναφερόμενες ποσότητες βρώσιμης ελιάς, ποικιλίας "Χαλκιδικής" με τις αντίστοιχες τιμές αγοράς, συνολικής καθαρής αξίας 61.428,55 ευρώ, έναντι της οποίας κατεβλήθη το χρηματικό ποσό των 31.428,55 ευρώ και απέμεινε υπόλοιπο προς πληρωμή το χρηματικό ποσό των 30.000 ευρώ, η εξόφληση του οποίου, ενώ είχε συμφωνηθεί μεταξύ των κατηγορουμένων και της εγκαλούσας στις 20-6-2009, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της εγκαλούσας, οι κατηγορούμενοι δεν εξόφλησαν το τίμημα μέχρι και την 17-6-2010, ημερομηνία υποβολής της εγκλήσεως κατά των κατηγορουμένων, και έτσι κατέστησαν υπερήμεροι ως προς το ποσό των 30.000 ευρώ, το οποίο δεν κατέβαλαν στην πιο πάνω εγκαλούσα και 2) ενώ κατά το χρονικό διάστημα από 22-9-2008 έως 11-10-2008 αγόρασαν από την εγκαλούσα γεωργό Ε.
Γ. σύζ. Θ. Σ., κάτοικο ... Ν. Καβάλας, σύμφωνα μετά υπ’ αριθ. .../22-9-2008, .../24-9-2008, .../25-9-2008, .../27-9-2008, .../28-9-2008, .../1-10-2008, .../3-10-2008, .../5-10-2008, .../3-10-2008, .../7-10-2008, .../9-10-2008 και .../11-10-2008 τιμολόγια - δελτία αποστολής, τις επ’ αυτών αναφερόμενες ποσότητες βρώσιμης ελιάς, ποικιλίας "Χαλκιδικής" με τις αντίστοιχες τιμές αγοράς, συνολικής καθαρής αξίας 71.996,52 ευρώ, έναντι της οποίας κατεβλήθη το χρηματικό ποσό των 31.996,52 ευρώ και απέμεινε υπόλοιπο προς πληρωμή το χρηματικό ποσό των 40.000 ευρώ, η εξόφληση του οποίου, ενώ είχε συμφωνηθεί μεταξύ των κατηγορουμένων και της εγκαλούσας στις 30-5-2009, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της εγκαλούσας, οι κατηγορούμενοι δεν εξόφλησαν το τίμημα μέχρι και την 17-6-2010, ημερομηνία υποβολής της εγκλήσεως κατά των κατηγορουμένων, και έτσι κατέστησαν υπερήμεροι ως προς το ποσό των 40.000 ευρώ, το οποίο δεν κατέβαλαν στην πιο πάνω εγκαλούσα, αυτοί πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι για την πράξη που τους αποδίδεται με το κατηγορητήριο".
Ακολούθως το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κήρυξε τους κατηγορούμενους-αναιρεσείοντες ενόχους, του ότι: "Στη ..., στους κάτωθι αναφερόμενους χρόνους, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, αμφότεροι οι κατηγορούμενοι, ενεργώντας με δόλο, όντας αγοραστές για μεταπώληση γεωργικών προϊόντων (όπως αυτά καθορίζονται στο άρθρο 22 παρ 1 του Ν. 992/79), κατέστησαν υπερήμεροι για την καταβολή του τιμήματος στον πωλητή παραγωγό. Συγκεκριμένα, η μεν πρώτη των κατηγορουμένων Μ. Α. του Ε., ούσα έμπορος αγροτικών προϊόντων, ο δε δεύτερος ως ενεργήσας την αγορά για λογαριασμό της συγκατηγορουμένης του, ως αντιπρόσωπος της, 1)
ενώ κατά το χρονικό διάστημα από 22-9-2008 έως 11-10-2008 είχαν αγοράσει από την εγκαλούσα γεωργό Δ. Ρ. σύζ. Μ. Σ., κάτοικο ... Ν. Καβάλας, σύμφωνα με τα υπ’ αριθ. .../22-9-2008, .../24-9-2008, .../27-9-2008, .../27-9-2008, .../28-9-2008, .../1-10-2008, .../3-10-2003, .../5-10-2008, .../5-10-2008, .../7-10-2008, .../7-10-2008 και .../11-10-2008 τιμολόγια - δελτία αποστολής, τις επ’ αυτών αναφερόμενες ποσότητες βρώσιμης ελιάς, ποικιλίας "Χαλκιδικής" με τις αντίστοιχες τιμές αγοράς, συνολικής καθαρής αξίας 61.428,55 ευρώ, έναντι της οποίας κατεβλήθη το χρηματικό ποσό των 31.428,55 ευρώ και απέμεινε υπόλοιπο προς πληρωμή το χρηματικό ποσό των 30.000 ευρώ, η εξόφληση του οποίου, ενώ είχε συμφωνηθεί μεταξύ των κατηγορουμένων και της εγκαλούσας στις 20-6-2009, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της εγκαλούσας, οι κατηγορούμενοι δεν εξόφλησαν το τίμημα μέχρι και την 17-6-2010, ημερομηνία υποβολής της εγκλήσεως κατά των κατηγορουμένων, και έτσι κατέστησαν υπερήμεροι ως προς το ποσό των 30.000 ευρώ, το οποίο δεν κατέβαλαν στην πιο πάνω εγκαλούσα. Και 2)
ενώ κατά το χρονικό διάστημα από 22-9-2008 έως 11-10-2008 είχαν αγοράσει από την εγκαλούσα γεωργό Ε. Γ. σύζ. Θ. Σ., κάτοικο ... Ν, Καβάλας, σύμφωνα με τα υπ’ αριθ. .../22-9-2008, .../24-9-2008, .../25-9-2008, .../27-9-2008, .../28-9-2008, .../1-10-2008, .../3-10-2008, .../5-10-2008, .../3-10-2008, .../7-10-2008, .../9-10-2008 και .../11-10-2008 τιμολόγια - δελτία αποστολής, τις επ’ αυτών αναφερόμενες ποσότητες βρώσιμης ελιάς, ποικιλίας "Χαλκιδικής" με τις αντίστοιχες τιμές αγοράς, συνολικής καθαρής αξίας 71.996,52 ευρώ, έναντι της οποίας κατεβλήθη το χρηματικό ποσό των 31.996,52 ευρώ και απέμεινε υπόλοιπο προς πληρωμή το χρηματικό ποσό των 40.000 ευρώ, η εξόφληση του οποίου, ενώ είχε συμφωνηθεί μεταξύ των κατηγορουμένων και της εγκαλούσας στις 30-5-2009, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της εγκαλούσας, οι κατηγορούμενοι δεν εξόφλησαν το τίμημα μέχρι και την 17-6-2010, ημερομηνία υποβολής της εγκλήσεως κατά των κατηγορουμένων, και έτσι κατέστησαν υπερήμεροι ως προς το ποσό των 40.000 ευρώ, το οποίο δεν κατέβαλαν στην πιο πάνω εγκαλούσα".
Με τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του την κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξεως της υπερημερίας αγοραστή αγροτικών προϊόντων κατ’ εξακολούθηση, για την οποία καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 2 εδ.β’ του ΝΔ 3424/1955, 26, 27 και 98 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου με αντιφατικές παραδοχές ή αιτιολογίες.
Ειδικότερα, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καβάλας με πληρότητα και με σαφήνεια παρέθεσε τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την εγκληματική συμπεριφορά των αναιρεσειόντων, η οποία συνιστά και τυποποιεί το ως άνω αδίκημα, αφού, παρά τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις αυτών (αναιρεσειόντων), εκτίθενται στην προσβαλλομένη απόφαση οι συμβάσεις αγοραπωλησίας γεωργικών προϊόντων και δη βρώσιμων ελαιών, που οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι, από τους οποίους ο δεύτερος ενήργησε ως αντιπρόσωπος και για λογαριασμό της πρώτης που ήταν έμπορος γεωργικών προϊόντων, συνήψαν με κάθε μία από τις πωλήτριες-παραγωγούς, η αξία των πωληθέντων από κάθε παραγωγό ποσοτήτων ελαιών, το μέρος τους τιμήματος που καταβλήθηκε και ότι οι αναιρεσείοντες κατέστησαν υπερήμεροι για την καταβολή του υπολοίπου τιμήματος , ύψους 30.000 ευρώ προς την Δ.
Ρ. και 40.000 ευρώ προς την Ε. Γ., αφού τούτο είχε συμφωνηθεί να καταβληθεί σε δήλη ημέρα, ήτοι στις 20-6-09 και 30-5-09 αντίστοιχα και δεν εξοφλήθηκε μέχρι την 17-6-09, ημέρα υποβολής της σε βάρους τους εγκλήσεως. Αναφορικά δε με το δόλο τους, δεν υπήρχε, κατά τούτο, ανάγκη περαιτέρω ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αφού, ως προαναφέρθηκε, αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, για το οποίο καταδικάστηκαν και εξυπακούεται ότι υπάρχει από την πραγμάτωσή τους.
Επομένως, ο σχετικός, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ, τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την καταδικαστική για τους αναιρεσείοντες κρίση της, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 171 ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, η οποία λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, προκαλείται αν ο πολιτικώς ενάγων παρέστη παράνομα στη διαδικασία του ακροατηρίου. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι απόλυτη ακυρότητα προκαλείται από την παράνομη παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στη διαδικασία του ακροατηρίου και όχι από το περιεχόμενο της δηλώσεως παραστάσεως του.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 500, 502 παρ. 2 και 486 παρ. 1 περ. γ του ΚΠΔ προκύπτει ότι, σε περίπτωση αθώωσης του κατηγορουμένου και ασκήσεως εφέσεως από τον αρμόδιο Εισαγγελέα, αυτός που νομίμως παρέστη ως πολιτικώς ενάγων πρωτοδίκως, δικαιούται να παρασταθεί με την αυτή ιδιότητα και στην κατ’ έφεση δίκη, αλλά μόνο προς υποστήριξη της κατηγορίας και της ενοχής του κατηγορουμένου, από την οποία απορρέουν οι πολιτικές απαιτήσεις του, την επιδίωξη των οποίων, όμως, δεν μπορεί να επιδιώξει στο Εφετείο.
Τούτο δε διότι η έφεση του Εισαγγελέα προσβάλλει το ποινικό μέρος της υπόθεσης, ως προς το οποίο μόνο μεταβιβάζεται η υπόθεση στο Εφετείο. Εάν, παρά ταύτα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο προβεί στην επιδίκαση της απαιτήσεως του πολιτικώς ενάγοντος, υπερβαίνει την εξουσία του και ιδρύεται ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Η’ ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως. Η δήλωση του πολιτικώς ενάγοντος στην κατ’ έφεση δίκη ότι αιτείται την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης δεν ασκεί επιρροή, αφού στη δήλωση αυτή εξυπακούεται ότι περιλαμβάνεται και η παράσταση για την υποστήριξη της κατηγορίας, η οποία αποτελεί το λογικώς πρότερον έναντι της επιδικάσεως της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, οι αναιρεσείοντες κατηγορούμενοι παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας προκειμένου να δικασθούν για υπερημερία καταβολής τιμήματος γεωργικών προϊόντων κατ’ εξακολούθηση.
Κατά την εκδίκαση της υποθέσεως ενώπιον του ανωτέρω Δικαστηρίου την 17-6-2013, εμφανίστηκε η εγκαλούσα Δ. Ρ., σύζυγος Μ. Σ., η οποία δήλωσε ότι παρίσταται ως πολιτικώς ενάγουσα κατά των κατηγορουμένων και ζήτησε να υποχρεωθούν να της καταβάλουν το ποσό των 44 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από τα σε βάρος της αδικήματα, διόρισε δε πληρεξούσιο δικηγόρο της τον δικηγόρο Καβάλας Γ.
Κ.. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ’ αριθμ. 352/2013 απόφασή του αθώωσε τους κατηγορουμένους. Κατά της αθωωτικής αυτής αποφάσεως η Εισαγγελέας Πρωτοδικών Καβάλας άσκησε νομοτύπως και εμπροθέσμως έφεση. Κατά την εκδίκαση της εφέσεως, η πρωτοδίκως νομίμως παραστάσα ως πολιτικώς ενάγουσα ανωτέρω Δ. Ρ., εμφανίστηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ν.
Τ., επανέλαβε τη δήλωση της για παράσταση πολιτικής αγωγής και ζήτησε να υποχρεωθούν οι κατηγορούμενοι να της καταβάλουν το ποσό των 44 ευρώ. Το Δικαστήριο παρά την παραπάνω δήλωση, δέχτηκε τη παράσταση της πολιτικώς ενάγουσας μόνο για την υποστήριξη της κατηγορίας, χωρίς στη συνέχεια, μετά την καταδίκη των κατηγορουμένων, να της επιδικάσει κάποιο χρηματικό ποσό ως χρηματική ικανοποίηση λόγοι ηθικής βλάβης.
Επομένως, εφόσον το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν προέβη στην επιδίκαση της απαιτήσεως της πολιτικώς ενάγουσας, δεν υπερέβη την εξουσία του. Οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α’ ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης αιτιώνται την προσβαλλομένη απόφαση ισχυριζόμενοι ότι, εφόσον η εγκαλούσα δεν υπέβαλε ρητά δήλωση ότι παρίσταται για την υποστήριξη της κατηγορίας, δεν νομιμοποιείτο να παραστεί ως πολιτική αγωγή κατά τούτο και επομένως μη νομίμως το Δικαστήριο δέχτηκε την παράσταση της έστω και μόνο προς υποστήριξη της κατηγορίας, με αποτέλεσμα να επέλθει απόλυτη ακυρότητα στο ακροατήριο.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, όπως προαναφέρθηκε, απόλυτη ακυρότητα προκαλείται από την παράνομη παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος στο ακροατήριο και όχι από το περιεχόμενο της δηλώσεως παραστάσεως του, επιπλέον δε η δήλωση αυτού στην κατ’ έφεση δίκη ότι αιτείται την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης δεν ασκεί επιρροή, αφού στη δήλωση αυτή εξυπακούεται ότι περιλαμβάνεται και η παράσταση για την υποστήριξη της κατηγορίας.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του ν. 2943/2001 "Τα χρηματικά ποσά σε δραχμές που αναγράφονται σε υφιστάμενες διατάξεις νόμων, νομοθετικών, βασιλικών και προεδρικών διαταγμάτων, αποφάσεων ή άλλων κανονιστικών πράξεων, οι οποίες ρυθμίζουν θέματα αρμοδιότητας Υπουργείου Δικαιοσύνης, μετατρέπονται σε ευρώ και στρογγυλοποιούνται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 4 και 5 του Κανονισμού (ΕΚ) 1103/1997 του Συμβουλίου της 17ης Ιουνίου 1997 και του άρθρου 2 του ν. 2842/2000 (ΦΕΚ 207 Αλ) ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 5 του ίδιου νόμου "Όπου σε διάταξη της παραπάνω νομοθεσίας αναγράφεται ποσό σε δραχμές, το ποσό σε ευρώ που προκύπτει μετά από τη μετατροπή των δραχμών σε ευρώ αναπροσαρμόζεται ως εξής : 1
5. Αν το προκύπτον ποσό σε ευρώ είναι μεγαλύτερο των 1.000 ευρώ και δεν υπερβαίνει τα 10.000 ευρώ, η αναπροσαρμογή γίνεται στην πλησιέστερη ανώτερη ή κατώτερη εκατοντάδα ευρώ, αναλόγως του αν τα δύο τελευταία ακέραια ψηφία του προκύπτοντος ποσού σε ευρώ είναι μεγαλύτερα ή μικρότερα του αριθμού 50. Αν τα δύο τελευταία ακέραια ψηφία του προκύπτοντος ποσού σε ευρώ είναι ίσα με τον αριθμό 50, η αναπροσαρμογή γίνεται στην πλησιέστερη ανώτερη εκατοντάδα ευρώ".
Στην προκειμένη περίπτωση, οι κατηγορούμενοι και ήδη αναιρεσείοντες κηρύχθηκαν ένοχοι για παράβαση του άρθρου 1 του ΝΔ 3424/1955, η οποία τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή μέχρι 500.000 δραχμές, τους επιβλήθηκε δε ποινή φυλακίσεως δέκα (10) μηνών και χρηματική ποινή χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ στον καθένα. Οι 500.000 δραχμές μετατρεπόμενες σε ευρώ ανέρχονται σε 1467,35 ευρώ που αναπροσαρμοζόμενα σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στην πλησιέστερη ανώτερη εκατοντάδα ανέρχονται σε 1.500 ευρώ, όση δηλαδή η χρηματική ποινή που τους επιβλήθηκε. Επομένως, οι αιτιάσεις αυτών για υπέρβαση εξουσίας, για το λόγο ότι το Δικαστήριο τους καταδίκασε σε μεγαλύτερη από την προβλεπόμενη από το ανωτέρω άρθρο 1 του ΝΔ 3424/1955 χρηματική ποινή στερούνται βασιμότητας όπως και ο σχετικός τρίτος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η’ ΚΠΔ, λόγος αναίρεσης, ο οποίος πρέπει ν’ απορριφθεί.
Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ.
Απορρίπτει την από 1-9-2015 κοινή αίτηση των Α. Μ. του Ε. και Α. Μ. του Δ., κατοίκων ..., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 312/2015 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καβάλας. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ για τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιουνίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2016.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ