1273/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1273/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ότι σε εκτέλεση αποφάσεως του Δικαστηρίου της Τεχεράνης, επλήρωσε στη δανείστρια αλλοδαπή τράπεζα, λόγω καταπτώσεως των αντεγγυητικών επιστολών, το προαναφερόμενο ποσό αυτών, που αντιστοιχούσε σε 42.490.286 δραχμές, μετά δε από αίτηση της ιδίας εξεδόθη διαταγή πληρωμής, σε εκτέλεση της οποίας η εναγομένη, εντολέας της ως προς την έκδοση των αντεγγυητικών επιστολών, της κατέβασε νομιμοτόκως το ανωτέρω χρηματικό ποσό αυτών.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1273 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1273/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΕΣ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ-Φ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Σοφιαλίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Τσαντίνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-9-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 41458/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 139/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 24-3-2010 αίτησή της και τους από 13-12-2011 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός, ανέγνωσε την από 15-11-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης και των προσθέτων λόγων.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η ήδη αναιρεσίβλητος, στην ένδικη αγωγή της ιστορούσε: Ότι η εναγόμενη και νυν αναιρεσείουσα είχε συνάψει με την εδρεύουσα στο Ιράν εταιρεία, με την επωνυμία "Iranian Tobbacco", σύμβαση πωλήσεως καπνού και ότι για την περίπτωση αθετήσεως από την εναγομένη των συμβατικών της υποχρεώσεων, η εδρεύουσα στο Ιράν (μη διάδικος) τράπεζα "MELLI IRAN", είχε εκδώσει υπέρ της τελευταίας προς την αγοράστρια, δύο εγγυήσεις καλής εκτελέσεως συνολικού ποσού 148.000 δολαρίων ΗΠΑ, ενώ αυτή (ενάγουσα), κατόπιν εντολής της εναγομένης, εγγυήθηκε έναντι της εγγυήτριας αλλοδαπής τραπέζης, ότι θα εκπληρωθούν οι προς αυτήν υποχρεώσεις της πρωτοφειλέτιδος εταιρείας από την σύμβαση εγγυήσεως, με την έκδοση των αναφερομένων στην αγωγή δυο ίσης συνολικής αξίας αντεγγυητικών επιστολών.
Ότι σε εκτέλεση αποφάσεως του Δικαστηρίου της Τεχεράνης, επλήρωσε στη δανείστρια αλλοδαπή τράπεζα, λόγω καταπτώσεως των αντεγγυητικών επιστολών, το προαναφερόμενο ποσό αυτών, που αντιστοιχούσε σε 42.490.286 δραχμές, μετά δε από αίτηση της ιδίας εξεδόθη διαταγή πληρωμής, σε εκτέλεση της οποίας η εναγομένη, εντολέας της ως προς την έκδοση των αντεγγυητικών επιστολών, της κατέβασε νομιμοτόκως το ανωτέρω χρηματικό ποσό αυτών.
Ότι με απόφαση του Δικαστηρίου της Τεχεράνης, συμπληρωματική της αρχικής τοιαύτης, υποχρεώθηκε αυτή (ενάγουσα), αλλά και η εναγομένη να καταβάλουν στην αλλοδαπή τράπεζα το ποσό των 305.139,20 δολαρίου ΗΠΑ, ως αποζημίωση, λόγω καθυστερήσεως πληρωμής του ποσού των αντεγγυητικών επιστολών, για το διάστημα από 12-1-1982 έως την έκδοση της ως άνω αποφάσεως του αλλοδαπού δικαστηρίου την 13-2-1999.
Ότι, κατόπιν συμβάσεως συμβιβασμού που συνήψε με την ως είρηται αλλοδαπή τράπεζα το ανωτέρω χρηματικό ποσό περιορίστηκε σ' αυτό των 152.570 δολαρίων ΗΠΑ, που αντιστοιχούσε στο ποσό των 61.890.009 δραχμών, το οποίο και κατέβαλε στην εν λόγω τράπεζα, μαζί με το ποσό των 1.500.000 δραχμών, που αφορούσε αμοιβή της δικηγόρου αυτής.
Με βάση τα περιστατικά αυτά και την επί πλέον επίκληση της μη αποδόσεως από την εναγομένη εντολέα της-πρωτοφειλέτρια των ανωτέρω χρηματικών ποσών, εζήτησε με την αγωγή να υποχρεωθεί η τελευταία στην προς αυτήν καταβολήν τούτων, ανερχομένου συνολικώς, σε 186.030,84 ευρώ, νομιμοτόκως από της καταβολής του, άλλως, από της επίδοση της αγωγής.
Με την πρωτόδικη απόφαση απερρίφθη η αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, κατά παραδοχήν του ισχυρισμό της εναγομένης ότι η ενάγουσα υπαιτίως παρεβίασε τις υποχρεώσεις της τόσο εκ της συμβάσεως εντολής, όσο εκ της φύσεως των αντεγγυητικών επιστολών, με τη ρήτρα "σε πρώτη ζήτηση". Η ανωτέρω απόφαση εξηφανίσθη, κατά παραδοχήν εφέσεως της εναγούσης, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, με την οποίαν έγινε δεκτή η αγωγή και υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 186.030,84 € με το νόμιμο τόκο από την 26-6-2001.
Η τελευταία αυτή απόφαση πλήττεται από την ηττηθείσα διάδικο (εφεσίβλητη-εναγομένη), με την ένδικη αίτηση και τους παραδεκτώς ασκηθέντας προσθέτους λόγους αναιρέσεως, περί των οποίων γίνεται ειδικότερα λόγος κατωτέρω.
Επειδή, η με την έκδοση εγγυητικής επιστολής δημιουργούμενη τριμερής σχέση μεταξύ του οφειλέτου, του εγγυητού και του δανειστού αποτελεί ιδιόμορφη σύμβαση, που καταρτίζεται στο πλαίσιο της ελευθερίας των συμβάσεων και διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 847 επ. Α.Κ. περί εγγυήσεως, εφόσον οι διατάξεις αυτές συμβιβάζονται με την εν λόγω σχέση.
Ειδικότερα, οι παρά των τραπεζών συνήθως εκδιδόμενες εγγυητικές επιστολές, αποτελούν ιδιαίτερο είδος και τύπο εγγυήσεως, δημιούργημα της συναλλακτικής πρακτικής των τελευταίων ετών (ΑΚ 361), που διέπεται από τις διατάξεις περί παραγγελίας του Εμπ.Ν. και εντολής του Α.Κ... Χαρακτηριστικό της εγγυητικής επιστολής είναι ότι με αυτήν οι συναλλασσόμενοι δεν αποβλέπουν στην απόκτηση προσθέτου φερεγγυότητας, αλλά στην άμεση καταβολή από την τράπεζα στο δανειστή του καλυπτομένου μ' αυτήν ποσού με απλή ειδοποίηση του δανειστού, χωρίς ο τελευταίος να προσφύγει στα δικαστήρια και στη χρονοβόρο συνήθους διαδικασία, τους.
Περαιτέρω, η εγγυητική επιστολή με ρήτρα πληρωμής "σε πρώτη ζήτηση", έχει την έννοια, ότι η τράπεζα εγγυάται προς τον δανειστή την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του πρωτοφειλέτου με την καταβολή του ποσού της εγγυητικής επιστολής, χωρίς δυνατότητα ελέγχου του υπαρκτού ή του εγκύρου οφειλής και του λόγου καταπτώσεως της εγγυήσεως, καθώς και της προβολής ενστάσεως διζήσεως.
Έτσι, επί εγγυητικής επιστολής, όπως και επί εγγυήσεως του Α.Κ., λόγω της ενδοτικού χαρακτήρα των εν λόγω διατάξεων και της θεσπιζόμενης με το άρθρο 361 Α.Κ. αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων, μπορεί να συμφωνηθεί μεταξύ των ενδιαφερομένων ότι η παρέχουσα την εγγυητική επιστολή τράπεζα υποχρεούται να καταβάλει το αναγραφόμενο στην εγγυητική επιστολή ποσό χωρίς αντιρρήσεις και χωρίς το δικαίωμα προβολής της ενστάσεως διζήσεως, καθώς και κάθε άλλης μη προσωποπαγούς ενστάσεως του πρωτοφειλέτου.
Στην περίπτωση αυτή επέρχεται ευρεία αποσύνδεση της εγγυητικής επιστολής και της εξ αυτής υποχρεώσεως από τη βασική σχέση. Δεν καθίσταται όμως η εγγυητική επιστολή αφηρημένη υπόσχεση χρέους, ούτε αποβάλλει τον χαρακτήρα της ως συμβάσεως εξασφαλιστικής των δικαιωμάτων του δανειστού από τη βασική σχέση και με την έννοια αυτή η τράπεζα δεν υποχρεούται να καταβάλει στον δανειστή για αιτία, η οποία δεν καλύπτεται από την εγγυητική επιστολή (ΑΠ. 1793/2008, 358/2004, 983/1999, 1433/1998, 48/1996).
Περαιτέρω, οι ίδιες, ως άνω, διατάξεις εφαρμόζονται και επί αντεγγυήσεως, η οποία αποτελεί ιδιαίτερο είδος εγγυήσεως και στην οποία ο αντεγγυητής αναλαμβάνει έναντι του εγγυητού την ευθύνη ότι ο πρωτοφειλέτης θα εκπληρώσει τις έναντι αυτού υποχρεώσεις του και ότι θα ικανοποιηθεί η κατά του πρωτοφειλέτου απαίτησή του, η οποία θα αποκτηθεί με την τυχόν εκ μέρους αυτού (εγγυητού) ικανοποίηση του δανειστού από τη γένεση αντιστοίχου δικαιώματος αναγωγής ή από υποκατάσταση κατ' άρθρο 858 Α.Κ.
στα δικαιώματα του δανειστού. Ο αντεγγυητής δηλαδή είναι εγγυητής της αναγωγής του εγγυητού κατά του πρωτοφειλέτου. Στην περίπτωση αυτή το καταβαλλόμενο ποσό της εγγυήσεως συνιστά δαπάνη του εγγυητού για την κανονική εκτέλεση της συμβάσεως ανάμεσα σ' αυτόν και τον πρωτοφειλέτη, είναι δε αποδοτέο στον πρώτο, σύμφωνα με τα άρθρα 361 και 722 του Α.Κ.
και τοκοφόρο, κατ' άρθρο 301 Α.Κ., από το χρόνο της δαπάνης. Κανονική δε εκτέλεση της εντολής υφίσταται εφόσον ο εντολοδόχος εκτελεί την υποχρέωση του σύμφωνα με τη σύμβαση, συμμορφούμενος προς ρητές ή επιτακτικές οδηγίες του εντολέως ή, αν αυτές είναι ενδεικτικές, εφόσον έπραξε κάθε τι που επέβαλλε η φύση της υποθέσεως που του ανατέθηκε (Ολ.
Α.Π. 10/1992, Α.Π. ΑΠ 862/1996, 682/1995).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος των, τα εξής: "Την 23-4-1980 η εναγόμενη εταιρία συνήψε με την εδρεύουσα στο Ιράν αλλοδαπή εταιρεία, με την επωνυμία "Iranian Tobbacco", συμβάσεις πωλήσεως, δυνάμει των οποίων, συμφώνησε να της πωλήσει ποσότητα καπνού 400 τόνων ... , αντί τιμήματος 3,10 δολαρίων ΗΠΑ το κιλό και συνολικά 1.240.000 δολαρίων ΗΠΑ, καθώς και ποσότητα καπνού 100 τόνων της ιδίας ποιότητος αντί του ίδιου ανά κιλό τιμήματος και συνολικά αντί 310.000 δολαρίων ΗΠΑ.
Για την καλή εκτέλεση των όρων των άνω πωλήσεων από την εναγόμενη πωλήτρια, και μετά τη μεσολάβηση της ενάγουσας που ενεργούσε κατ' εντολή της τελευταίας ... , η εδρεύουσα στο Ιράν τράπεζα με την επωνυμία "MELLI IRAN" (μη διάδικος) είχε εκδώσει προς την άνω αλλοδαπή αγοράστρια εταιρία, υπέρ της εναγόμενης, δύο εγγυητικές επιστολές ποσού 124.000 και 24.800 δολαρίων ΗΠΑ αντίστοιχα, ενώ παράλληλα η ενάγουσα, κατ' εντολή της εναγομένης εγγυήθηκε εγγράφως, ως αντεγγυήτρια προς την αλλοδαπή τράπεζα την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της εντολέως της (εναγόμενης) από τις παραπάνω εγγυητικές επιστολές.
Ειδικότερα, δυνάμει των από 10/3/1980 και 17/7/1980 συμβάσεων που καταρτίστηκαν μεταξύ της εναγόμενης και της ενάγουσας, η τελευταία εξέδωσε υπέρ της πρώτης (εναγόμενης) τις υπ' αριθ. ... - ... και ... - ... αντεγγυητικές επιστολές ποσού 124.000 και 24.800 ... δολαρίων ΗΠΑ, αντίστοιχα, απευθυνόμενες προς την εκδότρια των αντίστοιχων δύο εγγυητικών επιστολών, αλλοδαπή τράπεζα "MELLI IRAN" με τις οποίες, ως αντεγγυήτρια, εγγυήθηκε προς την ανωτέρω, την ευθύνη της εναγόμενης από τις παραπάνω εγγυητικές επιστολές.
Σύμφωνα με το περιεχόμενο των άνω ... επιστολών, η πρώτη των οποίων ίσχυε μέχρι την 11/6/1980 και η δεύτερη μέχρι την 11/9/1980, η ενάγουσα ανέλαβε την "ανέκκλητη και άνευ όρωv υποχρέωση" να αποζημιώσει τη λήπτρια αυτών αλλοδαπή τράπεζα για κάθε απώλεια, έξοδα ή ζημία που θα προέκυπτε από τις εγγυητικές επιστολές που η ανωτέρω είχε εκδώσει προς την αγοράστρια εταιρία, την οποία θα κάλυπτε "χωρίς καθυστέρηση και σε πρώτη ζήτηση", της αλλοδαπής τράπεζας, χωρίς την προσκόμιση οποιουδήποτε αποδεικτικού στοιχείου ή δικαστικών αποφάσεων ή διοικητικοί ενεργειών για τη στήριξη της αξίωσης της, ενώ συμφώνησε ότι οποιοδήποτε ποσό αξιώσει η δικαιούχος των εγγυητικών επιστολών εταιρία ""Iranian Tobbacco", θα αποτελούσε επαρκή εξουσιοδότηση για την ίδια (ενάγουσα), για να προβεί στην πληρωμή.
Από το άνω περιεχόμενο των δύο αντεγγυητικών επιστολών προκύπτει ότι πρόκειται για αντεγγυητικές επιστολές με τη ρήτρα πληρωμής "σε πρώτη ζήτηση". Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι, με την 870/65/20.7.1993 απόφαση του πολιτικού Δικαστηρίου της Τεχεράνης που εκδόθηκε επί των ασκηθεισών ενώπιον του αγωγής της αλλοδαπής αγοράστριας εταιρίας ""Iranian Tobbacco", κατά της εναγόμενης και της αλλοδαπής τράπεζας ""MELLI ΙRAN" και προσεπίκλησης της τελευταίας κατά της ενάγουσας τράπεζας, υποχρεώθηκαν, η άνω αλλοδαπή τράπεζα και η εναγόμενη να καταβάλουν στην αγοράστρια το ποσό των 148.800 δολαρίων ΗΠΑ, που αντιπροσώπευε το ποσό των εγγυητικών επιστολών που η αλλοδαπή τράπεζα είχε εκδώσει προς την αγοράστρια εταιρία και αντίστοιχα η ενάγουσα, να καταβάλλει στην αλλοδαπή τράπεζα το ίδιο ποσό, με βάση τις άνω δύο αντεγγυήσεις που είχε χορηγήσει σ' εκείνη.
Η αλλοδαπή αυτή απόφαση κηρύχθηκε εκτελεστή στην Ελλάδα με την 11020/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης από το περιεχόμενο της οποίας προκύπτουν τα όσα αναφέρθηκαν σχετικά με τις αγωγές που δικάστηκαν στο πολιτικό Δικαστήριο της Τεχεράνης. Σε εκτέλεση της απόφασης αυτής η ενάγουσα, την 13/1/1999 κατέβαλε στην αλλοδαπή τράπεζα το από 148.800 δολάρια ΗΠΑ ποσό και αντιστοιχούσε στο από 42.490.286 ισόποσο σε δραχμές, ενώ ακολούθως το ίδιο ποσό, σε εκτέλεση της 8851/1999 διαταγής πληρωμής που εκδόθηκε μετά από αίτηση της ενάγουσας κατέβαλε σ' αυτήν (ενάγουσα) η εναγόμενη, λόγω πληρωμής από την τελευταία των αντεγγυητικών επιστολών, του ποσού αυτών, προς την αλλοδαπή τράπεζα.
Αποδείχθηκε επίσης ότι την 13/2/1999, μετά από νέα αγωγή των άνω εταιριών "Iranian Tobbacco", και "MELLI IRAN" κατά των ενάγουσας και εναγόμενης εταιριών, εκδόθηκε η 870/9/65/13-2-1999 απόφαση του ίδιου άνω Δικαστηρίου της Τεχεράνης, που αποτελεί συμπληρωματική της αρχικής απόφασης αυτού, με την οποία υποχρεώθηκαν οι δύο τελευταίες να καταβάλλουν αποζημίωση σε ποσοστό 12% ετησίως, λόγω καθυστέρησης πληρωμής από την 12 Ιανουαρίου 1982, η οποία από το χρόνο αυτό μέχρι την έκδοση της δεύτερης αυτής απόφασης υπολογίστηκε ότι ανέρχεται στο ποσό των 305.139.20 δολαρίων ΗΠΑ ...
η ανωτέρω απόφαση κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα, η οποία ... δέχθηκε την προτεινόμενη από την αλλοδαπή τράπεζα συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς, με τον περιορισμό της επιδικασθείσας απαίτησης της τελευταίας στο 50% αυτής, ανερχόμενη πλέον σε 152.570 δολάρια ΗΠΑ. Ακολούθως και αφού προηγουμένως η ενάγουσα, κάλεσε την εναγομένη να παραστεί στη διαδικασία του συμβιβασμού, πλην η τελευταία δεν ανταποκρίθηκε ...
προχώρησε στη σύναψη σύμβασης συμβιβασμού με την αλλοδαπή τράπεζα ... Με τη σύμβαση αυτή για την οποία συντάχθηκε ταυτόχρονο ιδιωτικό συμφωνητικό, συμφωνήθηκε μεταξύ των ανωτέρω, να καταβάλει η ενάγουσα στην αλλοδαπή τράπεζα προς πλήρη απόσβεση της άνω απαίτησης αποζημίωσης της τελευταίας από την 12/1/1982, το ποσό των 152.570 δολαρίων ΗΠΑ.
Όπως δε η ενάγουσα συνομολογεί στην αγωγή της η άνω αποζημίωση που επιδικάστηκε σε βάρος της με τη δεύτερη ... απόφαση του παραπάνω αλλοδαπού Δικαστηρίου, οφειλόταν σε καθυστέρηση πληρωμής των επίμαχων αντεγγυητικών επιστολών από την ίδια στην αλλοδαπή τράπεζα "MELLI IRAN" για το χρονικό διάστημα από 12/1/1982 μέχρι 13/2/1999 ...), η παραπάνω αποζημίωση αντιπροσωπεύει ουσιαστικά τους τόκους του οφειλόμενου ποσού των εγγυητικών επιστολών, του πιο πάνω χρονικού διαστήματος.
Από τα ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι οι επίμαχες αντεγγυητικές επιστολές ... κατέπεσαν σε βάρος της ενάγουσας την 12/1/1982, αφού μόνο για το λόγο αυτό επιδικάστηκε σε βάρος της το άνω ποσό "ως τόκοι" ... Το σε δραχμές ισόποσο των 152.570 δολαρίων ΗΠΑ, όπως αυτό διαμορφώθηκε κατά τον άνω συμβιβασμό, ανερχόμενο σε 61.890.009 δραχμές, κατέβαλε την 25/6/2001 η ενάγουσα στη ...
αλλοδαπή τράπεζα, λήπτρια τωv αντεγγυητικών επιστολών, δια, της προαναφερόμενης δικηγόρου, ενώ στην τελευταία κατέβαλε αυτή, ως αμοιβή της για την κατάρτιση της σύμβασης συμβιβασμού, το ποσό των 1.500.000 δραχμών. Κατόπιν αυτών, η ενάγουσα, ... στρεφόμενη με την ένδικη αγωγή της κατά της εναγόμενης, ζήτησε να υποχρεωθεί η τελευταία να της αποδώσει τα παραπάνω ποσά, ανερχόμενα ήδη συνολικά, σε 186.034,84 ευρώ τα οποία δαπάνησε αυτή για την κανονική εκτέλεση της δοθείσας σ' αυτήν εντολής, νομιμότοκα από την 26/6/2001, επόμενη της καταβολής τους.
Η εναγόμενη, αρνούμενη την υποχρέωση της ... προέβαλε, κατ' εκτίμηση, ότι αυτές προκλήθηκαν αποκλειστικά από υπαιτιότητα της ενάγουσας, η οποία παραβίασε τις υποχρεώσεις της από τη μεταξύ τους σύμβαση εντολής, αλλά και αυτές από τις συμβάσεις των άνω αντεγγυητικών επιστολών, αφού δεν προέβη στην πληρωμή αυτών παρά.
την κατάπτωση τους την 12/1/1982, αν και είχε αυτοτελή προς τούτο νομική υποχρέωση, αλλά, την 14/1/1999, μετά δηλαδή από δεκαεπτά (17) έτη, με αποτέλεσμα να επιβαρυνθούν με το άνω ποσό. Προς αντίκρουση του άνω νόμιμου ισχυρισμού, η ενάγουσα αντέτεινε ότι, η μη πληρωμή, κατά τον άνω χρόνο, του ποσού των αντεγγυητικών επιστολών, οφειλόταν στο γεγονός ότι η εναγόμενη της είχε απαγορεύσει να πληρώσει το ποσό αυτών, δυνάμει των αναφερομένων εκεί δικαστικών αποφάσεων.
Συγκεκριμένα, αναφορικά με τον ισχυρισμό αυτού αποδείχθηκαν τα εξής: Μετά την υπ' αριθ.κατ. 5656/1981 αίτηση της εναγόμενης, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και της άνω αλλοδαπής εταιρίας ""Iranian Tobbacco", εκδόθηκε ερήμην της τελευταίας, η 4740/30.11.1981 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία διατάχθηκε για τη διασφάλιση απαίτησης της εναγόμενης ποσού 12.064.416 δραχμών, προερχόμενης, κατά την απόφαση, "το μεν εκ της μη πληρωμής μέρους του τιμήματος των γενομένων προς την καθ' ης διαδοχικών πωλήσεων καπνού την 11/8/1980 και 8-9/5.1981, το δε εξ αποζημιώσεως δια την ζημίαν ην υπέστη αυτή εκ του μη έγκαιρου διακανονισμού των πωλήσεων τούτων με την Εθνική Τράπεζαν, κατέβαλεν αύτη τόκον εκ 10,50%", η συντηρητική κατάσχεση μέχρι το ποσό των 12.500.000 δραχμών, πάσης στην Ελλάδα εις χείρας τρίτου κινητής της περιουσίας.
Αντίγραφο της εν λόγω απόφασης επέδωσε η εναγόμενη προς την ενάγουσα την 2/12/1981, επιτάσσοντας την τελευταία να μην πληρώσει στην "Iranian Tobbacco", κάθε απαίτηση της που πηγάζει, όπως αναφέρει στην σχετική παραγγελία του τότε πληρεξούσιου δικηγόρου της εναγόμενης Νίκου Τσώκου, από "τις 90530 και 90368 εγγυητικές επιταγές" (επίδικες), της ενάγουσας Τράπεζας υπέρ της άνω αλλοδαπής εταιρίας.
Ακολούθως, μετά την υπ' αριθ. κατ. 5720/1986 αίτηση της εναγόμενης, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά της ίδιας παραπάνω αλλοδαπής εταιρίας "Iranian Tobbacco", εκδόθηκε ερήμην της τελευταίας, η 5216/1986 απόφαση του άνω δικαστηρίου, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία διατάχθηκε για τη διασφάλιση απαίτησης της εναγόμενης ποσού 162.166 δολαρίων ΗΠΑ, που κατά την απόφαση, αντιπροσώπευε ζημία της εναγόμενης "από υπαίτιες καθυστερήσεις φορτώσεων και πληρωμής καπνών από μέρους της καθ' ης", η συντηρητική κατάσχεση κάθε απαίτησης ή κινητού της παραπάνω αλλοδαπής εταιρίας που βρίσκεται στην Ελλάδα στα χεριά τρίτου, μέχρι του άνω ποσού.
Αντίγραφο της απόφασης αυτής επέδωσε η εναγόμενη προς την ενάγουσα, επιτάσσοντας την τελευταία, με τη σχετική παραγγελία του ίδιου άνω πληρεξούσιου δικηγόρου της, "να μην παραδώσει στην "Iranian Tobbacco" μετρητά ή άλλα κινητά πράγματα ή αξίες μέχρι του ποσού των 162.166 δολαρίων ΗΠΑ, να διαφυλάξει αυτά εις χείρας της ως μεσεγγυούχος και να αποδώσει αυτά στο νόμιμο δικαιούχο που θα ορίσει η τελεσίδικος απόφαση που θα εκδοθεί".
Τέλος, μετά την υπ' αριθ. κατ. 133/23.1.1987 αγωγή της εναγόμενης κατά της ... "Iranian Tobbacco", ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης εκδόθηκε ερήμην της τελευταίας η 1856/1987 απόφαση του Δικαστηρίου εκείνου, η οποία έκανε δεκτή, λόγω του συναγομένου εκ της ερημοδικίας της εκεί εναγόμενης εταιρίας, τεκμηρίου ομολογίας, ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή.
Μ' αυτή, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της απόφασης, η εδώ εναγόμενη εξέθετε, ότι α] είχε συνάψει με την ""Iranian Tobbacco" την 23/4/1980 σύμβαση δυνάμει της οποίας ανέλαβε να πωλήσει και να παραδώσει σ' εκείνη 400 τόνους καπνού ποικιλίας "κάμπα κουλάκ", ελληνικής καταγωγής 1977, έναντι συμφωνηθέντος τιμήματος 3,10 δολαρίων ΗΠΑ, ότι ενώ η αγοράστρια εταιρία παρέλαβε έγκαιρα το εμπόρευμα, κατέστη υπερήμερη ως προς το τίμημα δεδομένου ότι, ενώ είχε συμφωνηθεί να καταβληθεί την 23/9/1980, ποσό που αντιστοιχούσε σε ποσοστό 80% του τιμήματος και την 11/1/1980 ποσό που αντιστοιχούσε στο υπόλοιπο ποσοστό 20% του τιμήματος, κατέβαλε αυτό με καθυστέρηση 216 ημερών με αποτέλεσμα να οφείλει τόκους υπερημερίας προς την εναγόμενη (και εκεί ενάγουσα), συνολικού ποσού 57.752 δολαρίων ΗΠΑ και β] την 9/5/1984 σε εκτέλεση νέας σύμβασης πώλησης, απέστειλε προς την εκεί εναγόμενη ""Iranian Tobbacco" ποσότητα 80 τόνων από την οποία η τελευταία όφειλε ως υπόλοιπο τιμήματος το ποσό των 49.600 δολαρίου ΗΠΑ και τόκους υπερημερίας ποσού 57.056 δολαρίων ΗΠΑ.
Με την εν λόγω οριστική απόφαση επιδικάστηκε, για τις παραπάνω αιτίες, στην εναγόμενη (εκεί ενάγουσα) το ποσό των 164.408 δολαρίων ΗΠΑ, αντίγραφο δε αυτής κοινοποιήθηκε με επιμέλεια της τελευταίας, στην ενάγουσα την 25/9/1987. Τελικά, η άνω απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ανατράπηκε με απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, το οποίο, έκανε δεκτή ανακοπή ερημοδικίας της τότε εναγόμενης ""Iranian Tobbacco" και απέρριψε την άνω εναντίον της αγωγή, δεχόμενη ότι δεν υπήρχε διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικώv δικαστηρίων για την εκδίκαση της διαφοράς εκείνης, μεταξύ των εκεί διαδίκων, η απόφαση δε αυτή κατέστη τελεσίδικη, μετά την απόρριψη της ασκηθείσας κατ' αυτής από την εκεί ενάγουσα, έφεσης.
Με τα δεδομένα αυτά είναι φανερό ότι, στη μη πληρωμή των ενδίκων αντεγγυητικών επιστολών, κατά τον άνω χρόνο της κατάπτωσής τους, προέβη η ανωτέρω, μετά την εντολή της πελάτισσας της εναγόμενης, κατά τους ισχυρισμούς της οποίας είχε εκλείψει ο λόγος έκδοσής τους στις επιτακτικές οδηγίες της οποίας, ενεργώντας σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη συμμορφώθηκε αυτή, αποβλέποντας δε αποκλειστικά και μόνο στην προάσπιση των συμφερόντων εκείνης και με σκοπό τη μείωση της ζημίας της εναγόμενης, προέβη αυτή σε συμβιβαστικό περιορισμό, με την αλλοδαπή τράπεζα, του οφειλόμενου στην τελευταία ποσού, που επιδικάστηκε με την προαναφερόμενη συμπληρωματική απόφαση του Δικαστηρίου της Τεχεράνης.
Επομένως, τα άνω καταβληθέντα ποσά παριστάνουν δαπάνες της ενάγουσας για την κανονική επέλευση της εντολής ανάμεσα σ' αυτή και την πρωτοφειλέτρια εναγόμενη, για τα οποία η αγωγή έπρεπε να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν. Κρίνοντας διαφορετικά το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή, έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, αλλά και περί την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού.
Περαιτέρω, αναφορικό, με τους λοιπούς ισχυρισμούς που πρωτοδίκως είχε προβάλει η εναγόμενη επιδιώκοντας την απόρριψη της αγωγής, οι οποίοι δεν ερευνήθηκαν και τους οποίους αυτή επαναφέρει, ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, πρέπει να λεχθούν τα εξής: 1] 0 ισχυρισμός ότι κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 281 Α.Κ.
άσκησε την κρινόμενη αγωγή της η ενάγουσα, αφού αυτή με πράξεις και παραλείψεις της δημιούργησε την πεποίθηση, μετά δεκαεπτά έτη, ότι δεν υπήρχε πρόβλημα από τις ένδικες αντεγγυητικές επιστολές, ενόψει των όσων παραπάνω έγιναν δεκτά, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος και απορριπτέος. 2] O ισχυρισμός της ίδιας ότι η αξίωση της δικαιούχου των αντεγγυητικών επιστολών αλλοδαπής τράπεζας από την καθυστέρηση της πληρωμής τους, αφορώντας ουσιαστικά σε τόκους είχε υποπέσει στην πενταετή παραγραφή κατά το ελληνικό δίκαιο και επομένως, μη νόμιμα κατέβασε μέρος αυτών η ενάγουσα με τον προαναφερόμενο συμβιβασμό, είναι απορριπτέος ως αόριστος.
Διότι, αφενός δεν προσδιορίζεται το μη οφειλόμενο, λόγω της επικαλούμενης παραγραφής, μέρος της απαίτησης της αλλοδαπής τράπεζας, ως και το χρονικό διάστημα στο οποίο αφορούσε αυτή, αφετέρου, διότι τα παραπάνω προβληθέντα συνδυαζόμενα, εσφαλμένα με τη διάταξη του άρθρου 250 περ. 15 του ΑΚ του ελληνικού δικαίου, που όμως στην προκείμενη περίπτωση δεν τύγχανε εφαρμογής, στις σχέσεις των άνω συμβληθέντων στην έκδοση των ενδίκων αντεγγυητικών επιστολών, αφού με όρο που διαλαμβάνεται στο κείμενο αυτών, συμφωνήθηκε όπως, όλα τα σχετικά μ' αυτές ζητήματα διέπονται και αποφασίζονται σύμφωνα με τη νομοθεσία του ΙΡΑΝ. 3] Ο ισχυρισμός ότι η δεύτερη υπ' αριθ. 870/9/65/13.2.1999 απόφαση του αλλοδαπού δικαστηρίου, που αποτέλεσε τη βάση του συμβιβασμού, δεν είχε κηρυχθεί εκτελεστή στην Ελλάδα και συνεπώς, μη νόμιμα αποδέχθηκε η ενάγουσα να καταβάλει την απορρέουσα από αυτή αξίωση της αλλοδαπής τράπεζας, αλυσιτελώς προβάλλεται, αφού η άνω υποχρέωση της εναγόμενης υπήρχε με την έκδοση της άνω απόφασης του αλλοδαπού Δικαστηρίου.
Το γεγονός ότι αυτή δεν κηρύχθηκε εκτελεστή στην Ελλάδα, είναι αδιάφορο, διότι αυτό ανάγεται στην εκτέλεση της απόφασης σε περίπτωση μη συμμόρφωσης της ανωτέρω στο διατακτικό της απόφασης αυτής. Ενόψει όλων των παραπάνω πρέπει, αφού γίνει δεκτή η έφεση, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση και αφού κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο τούτο και δικασθεί αυτή, να γίνει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν, υποχρεωθεί δε η εναγόμενη να καταβάλει.
στην ενάγουσα, για τις ανωτέρω αιτίες, συνολικά ποσό 186.030,84 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από 26/6/2001, καταδικαζομένης αυτής λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας".
Υπό τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τον νόμο και δεν παρεβίασε τις εφαρμοσθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, διέλαβε δε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων και δεν υπέπεσε σε οποιαδήποτε εκ των αποδιδομένων στην απόφαση αυτή δια της κρινομένης αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αναιρετικών πλημμελειών εκ των διατάξεων του άρθρου 559 αριθμ. 1, 14, 8, 10 και 19 Κ.Πολ.Δ.
Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα επικεντρώνει κατά κύριο λόγο τις αιτιάσεις της κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως στην απόρριψη του θεμελιώδους και καταλυτικού της αγωγής ισχυρισμού της ότι οι συνιστώσες το αντικείμενο της αγωγής δαπάνες, προκλήθηκαν από υπαιτιότητα της αναιρεσιβλήτου-εναγούσης, η οποία παρεβίασε τις εκ των συμβάσεων εντολής και εγγυητικών επιστολών υποχρεώσεις της, αφού δεν προέβη στην έγκαιρη, κατά την κατάπτωση αυτών πληρωμή των εγγυητικών επιστολών, αν και είχε αυτοτελή προς τούτο νομική υποχρέωση, αλλά με καθυστέρηση δέκα επτά (17) ετών με αποτέλεσμα να επιβαρυνθούν κατά το επίδικο χρηματικό ποσό.
Την απορριπτική του ως άνω ισχυρισμού της κρίση του Εφετείου πλήττει επαλλήλως με την υπό κρίση αίτηση και τους προσθέτους λόγους αυτής η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη συνάμα την συντέλεση αναιρετικών παραβάσεων εκ των προειρημένων διατάξεων του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. Έτσι με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια εκ της με αριθμό 1 διατάξεως του ως άνω άρθρου, λόγω παραβιάσεως ευθέως του άρθρου 722 του Α.Κ., τόσο αυτοτελούς όσο και σε συνδυασμό προς το άρθρο 871 του Α.Κ., αφού αρκέσθηκε σε λιγότερες και διαφορετικές προϋποθέσεις από αυτές που πράγματι απαιτούνται για την εφαρμογή της ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεως.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι δεν αμφισβητείται δι' αυτού η υφισταμένη μεταξύ των διαδίκων έννομη σχέση της εντολής, ώστε να στοιχειοθετείται η παραβίαση της εν λόγω διατάξεως, δια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 722 του Α.Κ, αλλά πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη παραδοχή της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι το επίδικο χρηματικό ποσό συνιστά δαπάνη, στην οποία υπεβλήθη η αναιρεσίβλητη για την κανονική εκτέλεση της εντολής, ενώ, κατά την αναιρεσείουσα, αποτελεί ζημία την οποία υπέστη η τελευταία από την εξ υπαιτιότητας της αντικανονική εκτέλεση της εντολής, της οποίας την αποκατάσταση δεν δικαιούται να ζητήσει παρ' αυτής και για τον πρόσθετο λόγο ότι δια της συνάψεως της συμβάσεως του εξωδίκου συμβιβασμού απεκόπη η σχέση των συμβληθεισών τραπεζών με τις επίμαχες εγγυητικές επιστολές και συνεπώς το συμφωνηθέν ως καταβλητέο ποσό δεν καλύπτεται από την σχέση εντολής και η απόδοσή του δεν θεμελιώνεται στο άρθρο 722 του Α.Κ.
Περαιτέρω με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια επίσης εκ της με αριθμό 1 διατάξεως του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. συνισταμένη στην παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 713 επ. 722, 724, 361 και 847 επ. του Α.Κ., καθόσον η προσβαλλομένη απόφαση αρκέσθηκε σε λιγότερες και διαφορετικές των προβλεπομένων για την εφαρμογή τους προϋποθέσεις.
Ειδικότερα, με τον λόγο αυτό, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, κατά λέξιν, τα ακόλουθα: "Το εφετείο, με βάση τα περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, αν ερμήνευε και εφάρμοζε ορθά το άρθρο 722 ΑΚ, σε συνδυασμό και προς τις διατάξεις των άρθρων 713 επ. ΑΚ, 847 επ. και 361 ΑΚ και 982 επ. ΚΠολΔ, έπρεπε να δεχθεί ότι η εταιρία μας δεν ήταν κατά νόμο σε θέση να "απαγορεύσει" στην ενάγουσα "να πληρώσει το ποσό των αντεγγυητικών.
επιστολών", δυνάμει των δικαστικών αποφάσεων περί συντηρητικής κατασχέσεως κάθε κινητής περιουσίας της αγοράστριας των καπνών εταιρίας και περί καταδίκης της σε καταβολή αποζημίωσης προς την εταιρία μας, ούτε δυνάμει των ενεργειών της εταιρίας μας, τις οποίες επικαλείται ως αποδεδειγμένες η προσβαλλόμενη απόφαση για να θεμελιώσει το αντίθετο κρίσιμο συμπέρασμα της.
Πράγματι οι αξιώσεις από τις επίμαχες αντεγγυητικές επιστολές δεν αποτελούσαν περιουσιακά στοιχεία της αγοράστριας εταιρίας (καθ' ης οι δύο αιτήσεις συντηρητικής κατασχέσεως και εναγόμενης στην αντίστοιχη κύρια δίκη), αλλά της ιρανικής τράπεζας "MELLI IRAN", η οποία δεν ήταν διάδικος στις αντίστοιχες δίκες, αφού οι επιστολές αυτές είχαν εκδοθεί υπέρ της ιρανικής τράπεζας και όχι υπέρ της αγοράστριας.
Αφού δε κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι επίμαχες εγγυητικές επιστολές εκδόθηκαν προς την ιρανική τράπεζα, το εφετείο έπρεπε να δεχθεί ότι η εναχθείσα και καθ' ης οι κρίσιμες αιτήσεις συντηρητικής κατάσχεσης αγοράστρια εταιρία, εναντίον της οποίας η δική μας εταιρία προέβαλε βάσιμες αξιώσεις, δεν είχε καμία αξίωση έναντι της αναιρεσίβλητης από τις επίμαχες αντεγγυητικές επιστολέ.
Περαιτέρω οι επιδόσεις των ως άνω αποφάσεων και οι "επιταγές" της εταιρίας μας προς την αναιρεσίβλητη, στις οποίες στηρίζει τις αντίθετες κρίσεις της η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν μπορούσαν να επιφέρουν κατά νόμο καμία απολύτως δέσμευση της ενάγουσας περί μη πληρωμής των επίμαχων αντεγγυητικών επιστολών, αφού με τις μεν δύο δικαστικές αποφάσεις ασφαλιστικών μέτρων δεν είχε επιτραπεί η συντηρητική κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων της ιρανικής τράπεζας, η οποία και μόνο ήταν δικαιούχος τωv εκ των επίμαχων αντεγγυητικών επιστολών αξιώσεων έναντι της αναιρεσίβλητης, ενώ με την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου επί της κυρίας δίκης καταδικάστηκε μόνο η αγοράστρια των καπνών αλλοδαπή εταιρία και όχι και η δικαιούχος των επίμαχων αντεγγυητικών επιστολών ιρανική τράπεζα.
Άλλωστε, με βάση τα περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα η προσβαλλόμενη απόφαση, με τις ανωτέρω "επιταγές" που απευθύναμε προς την αναιρεσίβλητη, επιδίδοντας προς εκείνη τις δύο αποφάσεις συντηρητικής κατάσχεσης, ζητήσαμε να μη γίνουν καταβολές στην εταιρία "Iranian Tobbacco" και όχι στην ιρανική τράπεζα, έναντι της οποίας και μόνο, κατά την προσβαλλόμενη απόφαση, είχαν αναληφθεί οι κρίσιμες υποχρεώσεις της αναιρεσίβλητης από τις επίμαχες αντεγγυητικές επιστολές, που είχαν εκδοθεί μετά από την αντίστοιχη και επίδικη σύμβαση εντολής μεταξύ της αναιρεσειούσης.
Τέλος, η απλή "κοινοποίηση" προς την αναιρεσίβλητη της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε εκδοθεί επί της κυρίας αγωγής αυτής εναντίον της ερήμην δικασθείσης εναγομένης "Iranian Tobbacco" δεν ήταν σε θέση να προκαλέσει κατά νόμο καμία απολύτως νομική δέσμευση και υποχρέωση σε βάρος της, αφού η απόφαση αυτή, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν ήταν τελεσίδικη ούτε είχε κηρυχθεί προσωρινώς εκτελεστή και φυσικά δεν συνοδευόταν από καμία πράξη αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος ή στα χέρια της αναιρεσίβλητης.
Ανεξαρτήτως δε όλων των ανωτέρω, η εταιρία μας δεν μπορούσε να απαγορεύσει" την κατάπτωση των επίμαχων αντεγγυητικών επιστολών ούτε την πληρωμή τους εκ μέρους της εναγούσης προς την ιρανική τράπεζα. Πράγματι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 361, 713 επ. και 847 επ. ΑΚ, οι υποχρεώσεις του εγγυητή (και αντεγγυητή) από εγγυητικές (και αντεγγυητικές) επιστολές "σε πρώτη ζήτηση", όπως ήταν -κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως- οι επίμαχες, δεν εξαρτώνται από ενδεχόμενες "αντιρρήσεις" του υπέρ ου η εγγύηση ή αντεγγύηση (στην προκειμένη περίπτωση της υπέρ ης οι επίμαχες αντεγγυητικές επιστολές εταιρίας μας).
Εξάλλου, ενδεχόμενη αντίθετη εντολή του υπέρ ου η εγγύηση ή αντεγγύηση, ισοδυναμεί με ανάκληση της αρχικής εντολής που είχε δοθεί και δυνάμει της οποίας είχαν εκδοθεί οι μη υποκείμενες σε ανάκληση εγγυητικές ή αντεγγυητικές επιστολές. Παρόμοια ανάκληση, όμως, δεν παράγει έννομες συνέπειες και είναι ανίσχυρη μετά την έκδοση και παράδοση των εγγυητικών ή αντεγγυητικών επιστολών "σε πρώτη ζήτηση" προς τον λήπτη αυτών, όπως συνάγεται, σαφώς από τις εφαρμοστέες εν προκειμένω διατάξεις των άρθρων 361, 713 επ.
και 724 ΑΚ.
Για τους λόγους αυτούς η προσβαλλομένη απόφαση έπρεπε να απορρίψει ως μη νόμιμους τους ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης ότι δεν πλήρωσε έγκαιρα τα ποσό των αντεγγυητικών επιστολών προς την ιρανική τράπεζα, επειδή δήθεν συμμορφώθηκε σε αντίστοιχη "εντολή" και σε αντίστοιχες "επιτακτικές οδηγίες" της εταιρίας μας".
Με τους ανωτέρω ισχυρισμούς της η αναιρεσείουσα αντιτιθέμενη πλήρως προς την προηγηθείσα δική της συμπεριφορά που οδήγησε στην δημιουργία της επιδίκου διαφοράς, επιδιώκει να υποβαθμίσει και απαξιώσει τις έννομες συνέπειες των ενεργειών της και να απαλλαγεί των εξ αυτών ευθυνών της, μεταθέτοντας αυτές στην αντίδικό της αναιρεσίβλητη.
Και είναι μεν αληθές ότι οι προδιαληφθείσες αποφάσεις που η αναιρεσείουσα επέδωσε στην αναιρεσίβλητη με την επιταγή να μη πληρώσει τα χρηματικά ποσά των αντεγγυητικών επιτολών στην ιρανική τράπεζα δεν εδέσμευαν τυπικά την τελευταία, αφού αφορούσαν διαφορετικούς διαδίκους και είχαν ως αντικείμενο την εκ της συμβάσεως πωλήσεως βασική σχέση της αναιρεσειούσης με την ιρανική αγοράστρια εταιρεία και όχι τις εντεγγυητικές επιστολές, την πληρωμή των οποίων δεν μπορούσε βεβαίως τυπικώς να απαγορεύσει στην αναιρεσίβλητη η αναιρεσείουσα.
Ωστόσο καθοριστικό στοιχείο στην προκειμένη περίπτωση αποτελούσε η μεταξύ των τελευταίων υφισταμένη σύμβαση εντολής, δυνάμει της οποία η αναιρεσίβλητη ενεπλάκη στη συγκεκριμένη υπόθεση, διαμεσολαβώντας στην ιρανική τράπεζα για την χορήγηση εγγυητικών επιστολών στην αγοράστρια εταιρεία για λογαριασμό της εντολέως της αναιρεσειούσης και χορηγώντας η ίδια αντεγγυητικές επιστολές στην ιρανική τράπεζα για την διασφάλιση αυτής εκ των ως είρηται εγγυητικών επιστολών της.
Έτσι δυνάμει της συμβάσεως εντολής η αναιρεσίβλητη είχε υποχρέωση, στα πλαίσια της καλής εκτελέσεως αυτής, με βάση και τις αρχές της καλής πίστεως και των χρηστών συναλλακτικών ηθών, να συμμορφωθεί στις ρητές επιταγές της εντολέως της αναιρεσειούσης για μη πληρωμή των επίμαχων αντεγγυητικών επιστολών, ενόψει μάλιστα του ότι οι επιταγές αυτές συνοδεύονταν και με δικαστικές αποφάσεις που επιβεβαίωναν τους ισχυρισμούς της ότι η αγοράστρια ιρανική εταιρεία δεν είχε εκπληρώσεις τις συμβατικές υποχρεώσεις και ως εκ τούτου είχε εκλείψει ο λόγος χορηγήσεως των εγγυητικών και συνακολούθως αντεγγυητικών επιστολών και τυχόν πληρωμή τούτων θα προκαλούσε βλάβη στα συμφέροντα της.
Επομένως, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση που διέλαβε τις ίδιες ως άνω σκέψεις και παραδοχές, δεν παρεβίασε τις προειρημένες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου και δεν υπέπεσε στην εκ της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 1 διατάξεως του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια που της αποδίδεται με το δεύτερο ως άνω λόγο αναιρέσεως, ο οποίος κατά συνέπειαν τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος.
Αβάσιμος ωσαύτως τυγχάνει και ο υπό στοιχείο (Β) πρόσθετος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται την προσβαλλομένη απόφαση ότι με βάση τις ανωτέρω κρίσεις και παραδοχές της υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλια, διαλαμβάνοντας ανεπαρκείς αιτιολογίες επί του κρισίμου ζητήματος της εξ υπαιτιότητας ή μη αυτής προκλήσεως των αγωγικών δαπανών. Τούτο δε διότι από την παράθεση στην προβαλλόμενη απόφαση των αποφάσεων που εξεδόθησαν από τα ελληνικά δικαστήρια και αφορούσαν την μεταξύ της αναιρεσειούσης και της αγοραστρίας ιρανικής εταιρείας συναλλαγή και εκείνες που εξεδόθησαν από τα ιρανικά δικαστήρια και αφορούσαν τις αντεγγυητικές επιστολές, δεν προκύπτει αντίφαση και σε κάθε περίπτωση αντιφατική και πλημμελής αιτιολογία δεν εντοπίζεται στο εκ των αποδείξεων πόρισμα της προσβαλλομένης αποφάσεως, το οποίο είναι διατυπωμένο με σαφήνεια, λογική ακολουθία και πληρότητα οι δε περί του αντιθέτου αιτιάσεις ανάγονται στην ουσία της υποθέσεως και στην εκτίμηση των αποδείξεων, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως υποστηρίζει ότι η προσβαλλομένη απόφαση με τις ίδιες ως άνω παραδοχές της, ότι δηλαδή η αναιρεσίβλητη, δεν επλήρωσε τις επίδικες αντεγγυητικές επιστολές, κατά τον χρόνο της καταπτώσεώς των, μετά από εντολή της αναιρεσειούσης, πελάτισσάς της, κατά τους ισχυρισμούς της οποίας είχε εκλείψει ο λόγος εκδόσεως αυτών, στις επιτακτικές δε οδηγίες και εντολές της τελευταίας είχε υποχρέωση να συμμορφωθεί, βάσει της μεταξύ των εννόμου σχέσεως, αλλά και σύμφωνα με τις αρχές της καλή πίστεως και τα συναλλακτικών ηθών και ότι αποσκοπώντας επί πλέον στην προάσπιση των συμφερόντων εκείνης και στη μείωση της εκτάσεως της ζημίας της, προέβη σε συμβιβαστικό περιορισμό, με την αλλοδαπή τράπεζα, του επιδικασθέντος σ' αυτήν, με την συμπληρωματική απόφαση του Δικαστηρίου της Τεχεράνης, ποσού, υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ.
πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής κανόνων ουσιαστικού δικαίου, με τη μορφή της παραβάσεως των διδαγμάτων κοινής πείρας και της εσφαλμένης εξειδικεύσεως των αόριστων νομικών εννοιών της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών. Και αυτό διότι τα διδάγματα της κοινής πείρας και οι επιταγές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών επέβαλαν διαφορετική συμπεριφορά της αναιρεσιβλήτου.
Δηλαδή να μην λάβει υπόψη της την δήλωση της εντολέως της ότι είχε εκλείψει ο λόγος εκδόσεως των αντεγγυητικών επιστoλώv και να μην συμμoρφωθεί στην εντολή αυτής να μη προβεί στην πληρωμή τους, αλλά αν πράγματι ήθελε να προστατεύσει τα συμφέροντα της πελάτισσάς της Θα έπρεπε να συμμορφωθεί η ίδια πλήρως και εμπροθέσμως στις υποχρεώσεις της από τις αντεγγυητικές επιστολές, απαλλάσσοντας έτσι την τελευταία από τον κίνδυνο να επιβαρυνθεί με υπερβολικούς τόκους και να φροντίσει εν συνεχεία, όπως έχει τη δυνατότητα με τους μηχανισμούς νομικής και οικονομικής στηρίξεως που ως τράπεζα διαθέτει, λαμβάνοντας υπόψη τις ενδεχόμενες αντίθετες εντολές ή οδηγίες της πελάτισσάς της, να εξασφαλίσει κατά το δυνατό την ενδεχόμενη αξίωση επιστροφής των αντιστοίχων ποσών από την αλλοδαπή τράπεζα, η οποία τελικώς τα εισέπραξε και η οποία κατά τεκμήριο ήταν φερέγγυα, ενώ οι δικαστικές αποφάσεις των ελληνικών δικαστηρίων, δεν μπορούν να στηρίξουν τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως περί συμφώνου προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη συμμορφώσεως της αναιρεσιβλήτου προς "εντολές" και "επιτακτικές οδηγίες" της ιδίας (αναιρεσειούσης), αφού η αξίωση για καταβολή των ποσών των επίμαχων αντεγγυητικών επιστολών δεν αποτελούσε περιουσιακό στοιχείο της αγοράστριας ιρανικής εταιρείας, κατά της οποίας είχαν εκδοθεί όλες οι ανωτέρω αποφάσεις, αλλά ανήκε στην ιρανική τράπεζα, ούτε μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο συντηρητικής ή αναγκαστικής κατασχέσεως στα χέρια της αναιρεσιβλήτου.
Τέλος και με τον εξώδικο συμβιβασμό στον οποίο προέβη η αναιρεσίβλητη εξυπηρέτησε πρωτίστως το δικό της συμφέρον και όχι το συμφέρον της αναιρεσειούσης, αφού μ' αυτόν εκάλυψε τις ευθύνες της έναντι της ιρανικής τραπέζης αλλά και έναντι διαφόρων ελεγκτικών αρχών (εθνικών και διεθνών) από την παράνομη, αντισυμβατική και υπαίτια άρνηση της να πληρώσει έγκαιρα τα ποσά των επίμαχων αντεγγυητικών επιστολών και συγχρόνως επέρριψε στην ίδια (αναιρεσείουσα) τις συνέπειες των δικών της επιλογών και σφαλμάτων, ώστε τελικά να έχει ενεργήσει εκ του ασφαλούς και χωρίς καμία απώλεια, ζημία ή κίνδυνο για την ίδια, συμπεριφορά που δεν συνάδει προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.
Οι ισχυρισμοί αυτοί της αναιρεσειούσης, που επαναλαμβάνονται και με τον υπό στοιχείο (Ζ) πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, αντιτιθέμενοι ευθέως, ως προελέχθη, προς την προγενεστέρα ιδία αυτής συμπεριφορά, ελέγχονται ως αβάσιμοι, διότι με τις προειρημένες σκέψεις και παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι η αναιρεσίβλητη είχε υποχρέωση στα πλαίσια της σχέσεως εντολής που την συνέδεε με την αναιρεσείουσα, να συμμορφωθεί στις υποδείξεις και επιταγές της εντολέως της και να μην προβεί στην πληρωμή ων αντεγγυητικών επιστολών, δεν παρεβιάσθησαν οι κανόνες της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών και τα διδάγματα της κοινής πείρας. Αντιθέτως μάλιστα μη ανεκτή από τους κανόνες και τις αρχές αυτές που επιβάλλουν την ευθύτητα και εντιμότητα στις συναλλαγές, πρέπει να θεωρείται η επιδιωκόμενη επίρριψη ευθυνών στην εντολοδόχο αναιρεσίβλητη για το ότι δεν αρνήθηκε να συμμορφωθεί στις επιταγές και υποδείξεις της αναιρεσειούσης εντολέως της περί μη πληρωμής των επίμαχων αντεγγυητικών επιστολών. Επομένως το Εφετείο με τις ανωτέρω παραδοχές του δεν υπέπεσε στην αποδιδομένη σ' αυτό πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., και οι αντίστοιχοι τρίτος λόγος αναιρέσεως και υπό στοιχείο (Ζ) πρόσθετος λόγος είναι αβάσιμοι.
Με τον επόμενο τέταρτο κατά σειράν και τελευταίο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, καθώς και με τον ταυτόσημο υπό στοιχείο (Δ) λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναιρέσεως, αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες εκ των με αριθμούς 1, 14 και 19 διατάξεων του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., που συντελέσθηκαν με την απόρριψη ως κατ' ουσίαν αβασίμου της ενστάσεως της περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αναιρεσιβλήτου να διεκδικήσει το επίδικο χρηματικό ποσό, ως αορίστου δε της ενστάσεως της περί παραγραφής της επιδίκου αξιώσεως της και ως αλυσιτελώς προβληθέντος του ισχυρισμού της ότι η συμπληρωματική ως άνω απόφαση του ιρανικού δικαστηρίου δεν είχε κηρυχθεί εκτελεστή στην Ελλάδα. Και οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως (κύριος και πρόσθετος) είναι αβάσιμοι, διότι, όπως σαφώς προκύπτει από τις διαλαμβανόμενες στο προπαρατεθέν περιεχόμενο της πληττομένης αποφάσεως σχετικές παραδοχές αυτής, το Εφετείο με ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και με επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές διατυπώσεις αιτιολογίες εχώρησε στην απόρριψη των ανωτέρω αυτοτελών ισχυρισμών της αναιρεσειούσης, και οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις αυτής ελέγχονται ως αβάσιμες.
Αβάσιμος επίσης τυγχάνει ο πρώτος (υπό στοιχείο Α) λόγος του προσθέτου δικογράφου σύμφωνα με τον οποίο ο ισχυρισμός της αναιρεσιβλήτου ότι της είχε απαγορευθεί από την αναιρεσείουσα η πληρωμή των επίμαχων αντεγγυητικών επιστολών ήταν απαράδεκτος, το μεν διότι προεβλήθη εκπροθέσμως με την προσθήκη στις προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το δε διότι ήταν αντιφατικός με τον αγωγικό ισχυρισμό ότι η κατάπτωση των επίμαχων αντεγγυητικών επιστολών έλαβε χώρα την 13-1-1999, και συνεπώς το Εφετείο αποδεχόμενο το συγκεκριμένο ισχυρισμό υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια. Τούτο διότι ο ως άνω ισχυρισμός δεν αποτελούσε στοιχείο της ενδίκου αγωγής, αλλά προετάθη από την αναιρεσίβλητη ως απάντηση (άρνηση) του δια των προτάσεων της αναιρεσειούσης προβληθέντος ισχυρισμού ότι η μη έγκαιρη πληρωμή των επίμαχων αντεγγυητικών επιστολών οφείλεται σε υπαιτιότητα της τελευταίας και συνεπώς παραδεκτώς προεβλήθη με την προσθήκη στις προτάσεις της, ενώ η αποδιδομένη σ' αυτόν αντίφαση με τον αναφερόμενο στην αγωγή ως χρόνο καταπτώσεως των αντεγγυητικών επιστολών δεν τον καθιστά απαράδεκτο.
Περαιτέρω, οι υπό στοιχείο Δ1 πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, σύμφωνα με τους οποίους η προσβαλλομένη απόφαση έσφαλε με τις παραδοχές της ότι υπήρξε κανονική από την αναιρεσίβλητη εκτέλεση της εντολής, μολονότι δέχθηκε ότι η κατάπτωση των αντεγγυητικών επιστολών έλαβε χώρα το έτος 1982 και ότι με την κατά τον χρόνο αυτό επελθούσα κατάπτωση των αντεγγυητικών επιστολών, δημιουργήθηκε η υποχρέωση της αναιρεσειούσης προς καταβολή του επιδίκου χρηματικού ποσού στην αναιρεσίβλητη , μολονότι η τελευταία είχε ισχυρισθεί στην αγωγή της ότι η κατάπτωση, των επιστολών έγινε την 13-1-1999, τυγχάνουν απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι υπό την επίκληση πλημμελειών εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 και 8 του Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση των αποδείξεων και η, βάσει αυτών, διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος.
Επίσης αβάσιμοι τυγχάνουν και οι υπό στοιχείο Γ 2 και 3 τελευταίοι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση εσφαλμένη κρίση ως προς την νομική θεμελίωση της αγωγής στις περί εντολής διατάξεις, τις οποίες η αναιρεσίβλητη δεν είχε επικαλεσθεί με την αγωγή της, καθόσον η σχέση εντολής, πέραν του ότι ρητώς αναφέρεται στην αγωγή, προκύπτει σαφώς και από το όλο περιεχόμενο αυτής, κατά την ορθή δε εκτίμηση τούτου, το Εφετείο διεμόρφωσε την περί νομικής θεμελιώσεώς της κρίση του.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως, όπως διαμορφώθηκε και με τους προσθέτους λόγους αυτής πρέπει να απορριφθεί? να καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα ως ηττωμένη (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου, όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-3-2010 αίτηση και τους από 13-12-2011 προσθέτους λόγους της εταιρίας "Εμπορικές Επιχειρήσεις Φ. ΑΕ" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 139/2010 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 10η Δεκεμβρίου 2013.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 12η Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ