Supreme Court dismisses appeal against insurance company's liability judgment due to procedural non-appearance and admissible evidence evaluation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against the lower court's liability judgment. The appellant failed to appear in court and did not submit a written declaration as required by law, while the court properly evaluated all evidence presented by the heirs. Consequently, the court ruled that the lower court's assessment of the evidence was lawful and the appeal lacked merit.
Legislator headnote
AI generatedArticles 242(2), 573(1), 576(2), 297, 298, 300, 330, 559(11)(a), 671(1), 495(4), 76, 183 of the Code of Civil Procedure; The court must proceed with the appeal hearing despite the absent party's non-appearance if no written declaration is filed, and the evaluation of evidence by the court of first instance is not subject to appeal if it considered all admissible means lawfully presented.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1273 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1273/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Βασίλειο Λαμπρόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ Η ΕΘΝΙΚΗ, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ιωάννη Αρνέλλο και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Σ. Β. του Σ., 2 Μ. Β. του Θ. και 3 Κ. Β. του Θ., κατοίκων ... υπό την ιδιότητα των ως κληρονόμων του αποβιώσαντος Σ. Θ. Β., εκ των οποίων ο 2ος δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, οι 1ος και 3ος εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Δημοσθένη Χατζόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/11/2010 αγωγή του ήδη αποβιώσαντος αναιρεσείοντα, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:13/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 19/2012 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13/10/2012 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Ρουμπής, ανέγνωσε την από 13/3/2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των 1ου και 3ου αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα υπ'αριθ. .../14-11-2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείου Ξάνθης … προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης με την πράξη ορισμού δικασίμου της αναφερομένης στην αρχή της παρούσας απόφασης και κλήση για εμφάνιση κατά τη συζήτηση αυτής επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα με επιμέλεια της αναιρεσείουσας στο δεύτερο αναιρεσίβλητο (Μ. Β. του Θ.). Ο τελευταίος όμως, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, δεν εμφανίστηκε ενώπιον αυτού, όταν εκφωνήθηκε η υπόθεση με τη σειρά της από το πινάκιο. Εξάλλου, από τα ίδια ως άνω πρακτικά προκύπτει ότι αυτός δεν έχει καταθέσει έγγραφη δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει το Δικαστήριο αυτό να προχωρήσει στη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία του δεύτερου αναιρεσιβλήτου (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, για να καταλήξει στο συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Εξάλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 914 και 300 του ΑΚ προκύπτει ότι, όταν στη γένεση ή την επέλευση της ζημίας από αδικοπραξία συντέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος κατά την έννοια του άρθρου 330 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος, ή να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.
Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 929 του ΑΚ "σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει ήδη επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξηση των δαπανών του. Υποχρέωση αποζημίωσης υπάρχει και προς τον τρίτο, ο οποίος είχε κατά νόμο δικαίωμα να απαιτήσει παροχή υπηρεσιών από τον παθόντα και τις στερείται".
Ακόμα κατά την πρώτη παράγραφο του επόμενου άρθρου 930 ΑΚ η αποζημίωση των δύο προηγουμένων άρθρων που αναφέρεται στο μέλλον καταβάλλεται σε χρηματικές δόσεις κατά μήνα. Όταν υπάρχει σπουδαίος λόγος η αποζημίωση μπορεί να επιδικασθεί σε κεφάλαιο εφάπαξ". (ΑΠ 321/2011, ΑΠ 625/2010).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ "η αναπηρία ή η παραμόρφωση που στον παθόντα λαμβάνεται υπόψη κατά την επιδίκαση της αποζημίωσης αν επιδρά στο μέλλον του". Η διάταξη αυτή θεμελιώνει επιδίκαση από το δικαστήριο χρηματικής παροχής στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση, εφόσον συνεπεία αυτών επηρεάζεται το μέλλον του.
Η χρηματική αυτή παροχή δεν αποτελεί αποζημίωση, εφόσον η τελευταία εννοιολογικώς συνδέεται με την επίκληση και απόδειξη ζημίας περιουσιακής, δηλαδή διαφοράς μεταξύ της περιουσιακής καταστάσεως μετά το ζημιογόνο γεγονός και εκείνης που θα υπήρχε χωρίς αυτό. Η συνεπεία της αναπηρίας ή παραμορφώσεως ανικανότητα προς εργασία, εφόσον προκαλεί στον παθόντα περιουσιακή ζημία, αποτελεί βάση αξιώσεως προς αποζημίωση, που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 929 Α.Κ. (αξίωση διαφυγόντων εισοδημάτων).
Όμως, η αναπηρία ή παραμόρφωση ως τοιαύτη δεν σημαίνει κατ' ανάγκη πρόκληση στον παθόντα περιουσιακής ζημίας. Δεν μπορεί να γίνει πρόβλεψη, ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση θα προκαλέσει στον παθόντα συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία. Είναι όμως βέβαιο, ότι η αναπηρία ή παραμόρφωση ανάλογα με το βαθμό της και τις λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ηλικία, φύλο, κλίσεις και επιθυμίες του παθόντος) οπωσδήποτε θα έχει δυσμενή επίδραση στην κοινωνική - οικονομική εξέλιξη τούτου, κατά τρόπο όμως που δεν δύναται επακριβώς να προσδιορισθεί.
Η δυσμενής αυτή επίδραση είναι δεδομένη και επομένως δεν δικαιολογείται εμμονή στην ανάγκη προσδιορισμού του ειδικού τρόπου της επιδράσεως αυτής και των συνεπειών της στο κοινωνικό, οικονομικό μέλλον του παθόντος. Προέχον και κρίσιμο είναι το γεγονός της αναπηρίας ή παραμορφώσεως ως βλάβης του σώματος ή της υγείας του προσώπου, ως ενός αυτοτελούς έννομου αγαθού, που απολαύει και συνταγματικής προστασίας, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 6 του άρθρου 21 του Συντάγματος, όχι μόνο στις σχέσεις των πολιτών προς το Κράτος, αλλά και στις μεταξύ τους σχέσεις, χωρίς αναγκαίως η προστασία αυτή να συνδέεται με αδυναμία οικονομικών ωφελημάτων ή πλεονεκτημάτων επιδικαζόμενου εύλογου χρηματικού ποσού εξευρίσκεται με βάση το είδος και τις συνέπειες της αναπηρίας ή παραμορφώσεως αφενός και την ηλικία του παθόντος αφετέρου, καθώς και με συνεκτίμηση του ποσοστού συνυπαιτιότητας του τελευταίου στην πρόκληση της αναπηρίας ή της παραμορφώσεως του, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της κατά τη διάταξη του άρθρου 932 Α.Κ.
αξιώσεως χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης. Επομένως, για τον υπολογισμό της χρηματικής παροχής της διατάξεως του άρθρου 931 Α.Κ. δεν έχουν εφαρμογή τα ισχύοντα επί της αξιώσεως αποζημιώσεως του άρθρου 929 του ίδιου Κώδικα, όπου για τον καθορισμό αυτής προσδιορίζεται κατ' αρχήν το ύψος της θετικής και αποθετικής ζημίας του παθόντος βλάβη του σώματος ή της υγείας του και το ποσοστό αυτής μειώνεται κατά το ποσοστό της συνυπαιτιότητας του τελευταίου, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, η χρηματική παροχή της πρώτης διατάξεως δεν αποτελεί αποζημίωση, δεν συνδέεται δηλαδή με συγκεκριμένη μελλοντική περιουσιακή ζημία, αλλά δίδεται για το γεγονός και μόνο της αναπηρίας ή παραμορφώσεως και προσδιορίζεται κατά την εύλογη κρίση του δικαστηρίου με βάση τους προεκτεθέντες προσδιοριστικούς παράγοντες. (ΑΠ 525/2011).
Ακόμα, το δικαστήριο της ουσίας στα πλαίσια της διακριτικής εξουσίας που έχει από το άρθρο 932 ΑΚ υποχρεούται να καθορίσει το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης του δικαιούχου, με βάση τους οικείους προσδιοριστικούς παράγοντες, μεταξύ των οποίων είναι το πταίσμα του υποχρέου και το συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου, του βαθμού της σωματικής βλάβης του τελευταίου, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων μερών, εκτός της ασφαλιστικής εταιρίας της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική (ΑΠ 495/2012).
Εξάλλου η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας σχετικά με τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (Ολ ΑΠ 19/2011). Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠοΛΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας αυτός παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, η οποία υπάρχει, αν ο κανόνας δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.
Ακόμα η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνον αν τα διδάγματα αυτά, εκτός άλλων, αφορούν την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στους κανόνες δικαίου που εφάρμοσε το δικαστήριο της ουσίας. Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ λόγος για αναίρεση απόφασης επειδή δεν έχει νόμιμη βάση ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της τα περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με το χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναγόμενου απ' αυτές συμπεράσματος, ως είναι και η κρίση Εφετείου ως προς το ποσοστό συνυπαιτιότητας εκατέρου των εμπλεκομένων στο ατύχημα προσώπων, γιατί το δικαστήριο προβαίνει στην κρίση του αυτή, ανέλεγκτα (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτόν είναι αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη ως προς την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων κρίση του (άρθρο 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τις αποδείξεις: "Στις 25-12-2009 και περί ώρα 13.30' ο Λ. Π. (μη διάδικος), στερούμενος αδείας ικανότητος οδηγήσεως, οδηγούσε το υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, στο οποίο επέβαινε και ο (ήδη αποβιώσας την 8-10-2012 και κληρονομηθείς από τους αναιρεσίβλητους που υπεισήλθαν στη θέση του) ενάγων (εκκαλών - εφεσίβλητος) Σ. Β. στη θέση πίσω από αυτή του συνοδηγού, φέροντας ζώνη ασφαλείας, ήταν δε ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην εναγομένη (ήδη εκκαλούσα-εφεσίβλητη) ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία "Εθνική Α.
Ε. Ε. Γ. Α.", στην Ε. Ο. ... με κατεύθυνση προς … Στο 8° χιλιομετρικό σημείο η άνω οδός είναι ευθεία σε μεγάλο μήκος, ασφαλτοστρωμένη, διπλής κατευθύνσεως, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, πλάτος οδοστρώματος 7,90 μέτρων και εκατέρωθεν ερείσματα, πλάτους 0,50 μέτρων, ως προς την πορεία των κινουμένων στο ρεύμα κυκλοφορίας προς … και 0,30 μέτρων, ως προς την πορεία των κινουμένων στο ρεύμα κυκλοφορίας προς ….
Κατά τον ως άνω χρόνο υπήρχε επαρκής φυσικός φωτισμός, η κατάσταση της οδού ήταν υγρή, λόγω ασθενούς βροχοπτώσεως, η κυκλοφορία των οχημάτων κανονική, η ορατότητα δεν περιοριζόταν από φυσικά ή τεχνητά εμπόδια, το ανώτατο δε όριο ταχύτητας των οχημάτων στο σημείο εκείνο ήταν 50 χλμ/ώρα, σύμφωνα με ρυθμιστική πινακίδα (Ρ-32).
Όταν ο προαναφερόμενος οδηγός (Λ. Π.) έφθασε στο ύψος του 8ου χιλιομέτρου της άνω Ε. Ο., όπου στην πορεία του επί του οδοστρώματος υπήρχε διαγράμμιση αποτελούμενη από συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή, αφού ανέπτυξε ταχύτητα μεγαλύτερη του άνω επιτρεπομένου ορίου (50χλμ/ωρα), μη προσδιορισθείσα επακριβώς, λόγω ελλείψεως ιχνών πεδήσεως, εκτιμώμενη όμως τουλάχιστον σε 100 χλμ/ωρα, επιχείρησε, εισερχόμενος στο αντίθετο ρεύμα, να προσπεράσει το προπορευόμενο υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Β. Σ. (μη διάδικος). Κατά την ολοκλήρωση της υπέρβασης και ενώ επιχειρούσε να επαναφέρει το αυτοκίνητό του στο δικό του ρεύμα κυκλοφορίας (προς …) από εσφαλμένη εκτίμηση της θέσεως του παραπάνω προπορευόμενου αυτοκινήτου προσέκρουσε με την πλάγια δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου του στην εμπρόσθια αριστερή πλευρά αυτού (προπορευόμενου), με αποτέλεσμα αμφότερα τα οχήματα να εκτραπούν από την πορεία τους, να κινηθούν ανεξέλεγκτα και τελικώς να ακινητοποιηθούν εκτός οδοστρώματος, δεξιά σε σχέση με την πορεία τους, το μεν υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο (του Λ. Π.) σε απόσταση 80,20 μέτρων από το σημείο εκκίνησης της εκτροπής του και 8,40 μέτρων από το άκρο του ερείσματος, καθέτως ως προς στον άξονα του οδοστρώματος, το δε υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο (του Β. Σ.) σε απόσταση 62 μέτρων από το σημείο εκκίνησης της εκτροπής του και 10,50 μέτρων από το άκρο του ερείσματος, λοξά ως προς στον άξονα του οδοστρώματος.
Συνεπεία του ατυχήματος προκλήθηκαν υλικές ζημίες στα προαναφερόμενα οχήματα, ενώ τραυματίστηκε σοβαρά ο ενάγων, υποστάς βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, κατά τα κατωτέρω αναφερόμενα. Το ατύχημα και ο εξ αυτού τραυματισμός του ενάγοντος οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού Λ. Π.. Ειδικότερα, η αμελής συμπεριφορά αυτού συνίσταται στο ότι, οδηγώντας το προαναφερόμενο αυτοκίνητο, χωρίς να έχει την κατά νόμο άδεια οδηγήσεως, στερούμενος ως εκ τούτου των απαραιτήτων γνώσεων και εμπειρίας περί την οδήγηση, παρέβη τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 17 παρ. 1 και 6, 19 παρ.1 και 20 παρ. 1 του ΚΟΚ), ήτοι:
α) δεν οδηγούσε με σύνεση και έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση του οχήματός του, β) δεν ασκούσε τον αναγκαίο έλεγχο και την εποπτεία επ' αυτού, ώστε να μπορεί ανά πάσα στιγμή να εκτελεί τους αναγκαίους χειρισμούς, γ) δεν ρύθμισε την ταχύτητα του οχήματός του, λαμβάνοντας υπόψη το μέγιστο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας (50 χλμ/ωρα) και τις επικρατούσες συνθήκες (ολισθηρότητα οδοστρώματος λόγω βροχοπτώσεως), αλλά, αντίθετα, ανέπτυξε ταχύτητα για την πραγματοποίηση της υπέρβασης, μη προσδιορισθείσα επακριβώς, λόγω ελλείψεως ιχνών πεδήσεως, εκτιμώμενη τουλάχιστον σε 100 χλμ/ωρα, περιστατικό το οποίο συνάγεται από την ανεξέλεγκτη κίνηση του αυτοκινήτου του εκτός του οδοστρώματος και την ακινητοποίηση αυτού σε απόσταση (82,20 μέτρων) από το σημείο εκκίνησης της εκτροπής του, δ) δεν βεβαιώθηκε προηγουμένως, εφόσον είχε πρόθεση να προσπεράσει προπορευόμενο όχημα, ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας των λοιπών χρηστών της οδού, όφειλε δε, μετά το προσπέρασμα, να επαναφέρει το όχημα του πλησίον του δεξιού άκρου του οδοστρώματος, ακινδύνως για εκείνον τον οποίο προσπερνά.
Υπάρχει επομένως αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της άνω αμελούς συμπεριφοράς του παραπάνω οδηγού (Λ. Π.) και του τραυματισμού του ενάγοντος, αφού αυτή ήταν ικανή να επιφέρει το επελθόν αποτέλεσμα, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήτοι κατά την συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων. Αντιθέτως, στην επέλευση του παραπάνω ατυχήματος δεν συνετέλεσε πταίσμα του οδηγού του ...
ΙΧΕ αυτοκινήτου (Β. Σ.), δεδομένου ότι αυτός οδηγούσε το αυτοκίνητο του με σύνεση και προσοχή στο ρεύμα πορείας του από κανένα δε στοιχείο δεν απεδείχθη ότι ο παραπάνω οδηγός δεν είχε την ενδεδειγμένη από τις περιστάσεις θέση επί του οδοστρώματος, ότι δηλαδή το όχημα του κινούνταν πιο αριστερά από ότι όφειλε και ότι αυτό συνετέλεσε στην πρόκληση του ατυχήματος.
Επομένως, ο ισχυρισμός της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, περί συνυπαιτιότητας του παραπάνω οδηγού (Β. Σ.) στην πρόκληση του ατυχήματος, πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμος......
Περαιτέρω, από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προαναφέρθηκαν, αποδείχτηκε, ότι, κατά τον αμέσως προ του ατυχήματος χρόνο, ο ενάγων (Σ. Β.) επιβιβάστηκε στο παραπάνω όχημα γνωρίζοντας ότι ο οδηγός του (Λ. Π.) στερείται αδείας ικανότητας οδηγήσεως για το εν λόγω όχημα, και ότι δεν έχει, συνεπώς, τις ικανότητες και τις γνώσεις, για ασφαλή και σύμφωνη με τους ισχύοντες κανόνες οδήγηση, αφού ήταν φίλοι, συνομήλικοι και κάτοικοι του ιδίου χωριού (...).
Έτσι, αφού δέχτηκε να μετακινηθεί με το παραπάνω όχημα, το οποίο θα οδηγούσε ο Λ. Π., καίτοι αυτός στερούνταν αδείας ικανότητας οδηγού, περιστατικό το οποίο γνώριζε, αναδέχτηκε τον κίνδυνο, τον οποίο συνεπαγόταν η υπό τις συνθήκες αυτές μετακίνησή του με το παραπάνω όχημα. Δεδομένου δε, ότι κατά τη μετακίνησή τους αυτή συνέβη το επίδικο τροχαίο ατύχημα από αποκλειστική υπαιτιότητα του Λ.
Π., λόγω των παραπάνω παραβάσεων από μέρους του των κανόνων οδικής συμπεριφοράς, εξαιτίας ακριβώς της αδυναμίας του να οδηγεί, σύμφωνα με τους κανόνες αυτούς, κατ' αυτό δε (ατύχημα) τραυματίσθηκε σοβαρά ο ενάγων, ο τελευταίος, λόγω της ανωτέρω συμπεριφοράς του, είναι υπαίτιος του τραυματισμού του, κατά ποσοστό 20%.
Επομένως, η ένσταση της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας ότι στον τραυματισμό του συνετέλεσε και ο παθών - ενάγων για το λόγο ότι δέχθηκε να επιβιβασθεί και μεταφερθεί με οδηγό τον προαναφερθέντα αυτοδιακινδυνεύοντας την ασφαλή μεταφορά του, πρέπει να γίνει δεκτή, ως ουσιαστικά βάσιμη.
.......Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων από τον τραυματισμό του υπέστη βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, κατάγματα σπλαγχνικού κρανίου, υπαραχνοειδή αιμορραγία, αιμορραγική θλάση διαμέτρου 1,5 cm και εγκεφαλικό οίδημα, συνεπεία δε αυτών των βλαβών περιήλθε σε κωματώδη κατάσταση, από την οποία δεν ανένηψε έως και το χρόνο συζητήσεως της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου.
Μεταφέρθηκε αρχικά στο Γενικό Νοσοκομείο Ξάνθης και αυθημερόν διακομίσθηκε διασωληνωμένος και σε καταστολή στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Αλεξανδρούπολης, όπου νοσηλεύθηκε έως την 5-2-2010. Στη Μ.Ε.Θ. του έγινε προοδευτική μείωση και διακοπή της καταστολής. Υποβλήθηκε σε διαδερμική τραχειοτομή και γαστροστομία και στη συνέχεια αποδεσμεύτηκε από τη μηχανική υποστήριξη της αναπνοής.
Η κατάστασή του, προ της εξόδου του από τη Μ.ΕΘ., όσον αφορά το κεντρικό νευρικό σύστημα, ήταν η εξής: αυτόματο ανοιγοκλείσιμο οφθαλμών, κόρες με μέση θέση με κφ φωτοκινητικό αντανακλαστικό, χωρίς αντίληψη, χωρίς εκτέλεση εντολών. Μετά την έξοδό του από τη Μ.Ε.Θ. διακομίσθηκε στη Νευροχειρουργική Κλινική του άνω Νοσοκομείου, όπου νοσηλεύθηκε έως τις 9-3-2010, με διάγνωση κρανιοεγκεφαλική κάκωση και παρατηρήσεις θλάση στελέχους εγκεφάλου, σπαστική τετραπάρεση, απαλλικό κώμα.
Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του στην εν λόγω Κλινική υποβλήθηκε σε τοποθέτηση ενδοκοιλιακής μέτρησης ICP και παρουσίασε θρομβοπενία. Στις 9-3-2010 μεταφέρθηκε εκ νέου στο Γενικό Νοσοκομείο Ξάνθης, όπου στις 13-3-2010 έγινε νευρολογική εκτίμηση και διαπιστώθηκε κωματώδης κατάσταση, περιστασιακό άνοιγμα των οφθαλμών (ενίοτε μετά από παραγγελία), κόρες ισομεγέθεις και αντιδρώσες στο φως, εντόπιζε επώδυνα ερεθίσματα και αντιδρούσε με απόσυρση.
Τα κάτω άκρα ήταν σε έκταση, τα άνω (άκρα) σε θέση έντονης σύγκαμψης (δυστονικά). Στις 12-4-2010 έγινε ΩΡΛ εκτίμηση και διαπιστώθηκε απουσία καταποτικών κινήσεων και αδυναμία αφαίρεσης τραχειοστομίας. Στις 10-5-2010 έγινε επανάληψη της νευρολογικής εξέτασης και δεν διαπιστώθηκε μεταβολή σε σχέση με την προηγούμενη εξέταση.
Στις 17-5-2010 παρουσίασε γαστροπάρεση, έγινε συριγγογραφία μέσω της γαστροστομίας και διαπιστώθηκε γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση και αδυναμία διέλευσης του σκιαστικού πέραν της αγκύλης του δωδεκαδάκτυλου και έγινε CT κοιλίας. Μεταφέρθηκε στην Α' Χειρουργική Κλινική του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Αλεξανδρούπολης, όπου νοσηλεύθηκε έως τις 19-5-2010 και εξήλθε με διάγνωση οισοφαγίτις.
Στις 19-5-2010 μεταφέρθηκε εκ νέου στο Γενικό Νοσοκομείο Ξάνθης, όπου στις 27-5-2010 ελήφθη καλλιέργεια βροχικών εκκρίσεων διαμέσου της τραχειοστομίας και προέκυψαν pseud.aeruginosa και klebs pneumonia, χορηγήθηκε δε φαρμακευτική αγωγή. Στις 9-6-2010 διαπιστώθηκε έντονη απίσχναση, κατάκλιση κόκκυγα με μερική αποκάλυψη του οστού και κατακλίσεις κατά τις πτέρνες και τις γαστροκνημίες άμφω.
Τα άνω άκρα είχαν ελαφρά υπερτονία, με εύρος κίνησης 170/95/0 (Δε) και 145/45/0 (Αρ) πέραν του οποίου συναντάτο μαλακό block. Τα κάτω άκρα παρουσίαζαν χαλαρή παράλυση. Κατά τη νευρολογική εκτίμηση (στις 9-6-2010) διαπιστώθηκε κωματώδης κατάσταση. Τενόντια αντανακλαστικά παράγονταν μόνον στα άνω άκρα. Όλα τα παραπάνω σε σχέση με την έκταση και τη φύση των σωματικών βλαβών και τις συνέπειές τους προκύπτουν κατά τρόπο σαφή από όλα τα νομίμως προσκομιζόμενα με επίκληση ιατρικά πιστοποιητικά, βεβαιώσεις εξετάσεων και έγγραφα νοσηλείας του......
Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι ο ενάγων (εκκαλών-εφεσίβλητος), κατά το χρονικό διάστημα από 5-2-2010 (οπότε εξήλθε από τη Μ.Ε.Θ. του Νοσοκομείου Αλεξανδρούπολης) έως και τις 1-11-2010 οπότε εξήλθε από το Νοσοκομείο Ξάνθης, δηλαδή για 269 ημέρες, λόγω της σοβαρότητας της καταστάσεως της υγείας του, αδυνατούσε πλήρως να αυτοεξυπηρετηθεί και είχε ανάγκη της διαρκούς φροντίδας τρίτου (πέραν των νοσηλευτών) προσώπου (αποκλειστικής νοσοκόμου), επί 24ωρου βάσεως. Τις υπηρεσίες αυτές, το παραπάνω διάστημα, παρείχαν η μητέρα του και ο αδελφός του, οι οποίοι, με υπερένταση των προσπαθειών τους, ήταν καθημερινά (και όλες τις ώρες) κοντά του. Για τις υπηρεσίες αυτές, εάν απασχολούσε με αμοιβή τρίτο πρόσωπο, θα κατέβαλε το ποσό των 100 ευρώ την ημέρα, ως εκ της αναγκαίας 24ωρης απασχόλησης, το οποίο συνήθως καταβάλλεται σε ανάλογες περιπτώσεις για την προσφορά των ίδιων υπηρεσιών και συνολικά το ποσό των 26.900 ευρώ (=269 ημέρες Χ 100 ευρώ την ημέρα). Το παραπάνω ποσό ο ενάγων δικαιούται να αξιώσει, έστω και αν πράγματι δεν το κατέβαλε στη μητέρα και τον αδελφό του, διότι η μη καταβολή αμοιβής στην προκειμένη περίπτωση δεν μπορεί να οδηγήσει σε ωφέλεια των υπόχρεων προς αποζημίωση και σε αποφυγή απ' αυτούς της σχετικής αποζημιώσεως.....
Ακόμη, λόγω της σοβαρότητας της καταστάσεως της υγείας του και της πλήρους αδυναμίας του να αυτοεξυπηρετηθεί, τις ίδιες, ως άνω, υπηρεσίες, επί 24ωρου βάσεως, παρείχαν στον ενάγοντα η μητέρα του και ο αδελφός του και κατά το χρονικό διάστημα από 2-11-2010 (επομένη της εξόδου του από το Νοσοκομείο Ξάνθης) έως το χρόνο σύνταξης της αγωγής (10-11-2010), που παρέμεινε κλινήρης στην οικία του, στο ... δηλαδή για 8 ημέρες. Για τις υπηρεσίες αποκλειστικής νοσοκόμου θα δαπανούσε το ποσό των 100 ευρώ την ημέρα και συνολικά για το παραπάνω διάστημα το ποσό των 800 ευρώ (=8 ημέρες Χ 100 ευρώ), το οποίο επίσης δικαιούται να αξιώσει ο ενάγων.
Συνεπώς, για την ανωτέρω αιτία πρέπει να επιδικασθεί στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 27.700 ευρώ (=26.900+800). Το εν λόγω όμως ποσό πρέπει να μειωθεί κατά το άνω ποσοστό συνυπαιτιότητας αυτού στον τραυματισμό του (20%) και, επομένως, ο ενάγων δικαιούται το υπόλοιπο ποσό, ανερχόμενο σε 22.160 ευρώ) (=27.700X80%), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Περαιτέρω αποδείχθηκε, σύμφωνα με τα παραπάνω, ότι και κατά το επόμενο χρονικό διάστημα, της δεκαετίας, από 10-11-2010 έως 9-11-2020, ο ενάγων με βεβαιότητα θα εξακολουθήσει να έχει ανάγκη υπηρεσιών τρίτου προσώπου (αποκλειστικής νοσοκόμου), επί 24ωρου βάσεως, καθημερινώς, αφού δεν αναμένεται να βελτιωθεί η κατάσταση της υγείας του και θα αδυνατεί πλήρως να αυτοεξυπηρετηθεί.
Για τις υπηρεσίες αυτές θα δαπανήσει το ποσό των 100 ευρώ την ημέρα και συνολικά για το παραπάνω διάστημα το ποσό των 360.000 ευρώ (10 έτη Χ 12 μήνες Χ 30 ημέρες Χ 100 ευρώ την ημέρα). Για το διάστημα από 10-11-2010 έως 9-5-2012 το ποσό των 54.000 ευρώ (18 μήνες Χ 30 ημέρες Χ 100 ευρώ την ημέρα), πρέπει να επιδικασθεί σε εφάπαξ κεφάλαιο, διότι ενόψει της προοπτικής νοσηλείας του σε εξειδικευμένο νευροχειρουργικό κέντρο της αλλοδαπής (Γερμανία), η εφάπαξ καταβολή εξυπηρετεί καλλίτερα τα συμφέροντά του.
Το εν λόγω όμως ποσό πρέπει να μειωθεί κατά το άνω ποσοστό συνυπαιτιότητας αυτού στον τραυματισμό του (20%) και, επομένως, ο ενάγων δικαιούται το υπόλοιπο ποσό, ανερχόμενο σε 43.200 ευρώ (=54.000X80%), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Για το υπόλοιπο επίδικο χρονικό διάστημα (από 10-5-2012 έως 9-11-2020), το συνολικό ποσό των 306.000 ευρώ (102 μήνες Χ 30 ημέρες Χ 100 ευρώ την ημέρα), πρέπει να αναγνωρισθεί ότι δικαιούται ο ενάγων σε μηνιαίες ισόποσες (3.000 ευρώ) δόσεις.
Το εν λόγω όμως ποσό πρέπει να μειωθεί κατά το άνω ποσοστό συνυπαιτιότητας αυτού στον τραυματισμό του (20%) και, επομένως, πρέπει να αναγνωρισθεί ότι ο ενάγων δικαιούται το ποσό των 2.400 ευρώ μηνιαίως (3.000 X 80%), με το νόμιμο τόκο από καθυστέρηση κάθε απαιτητής δόσης, αφού τα προηγούμενα κονδύλια, που επιδικάζονται υπέρ αυτού, επαρκούν για την κάλυψη της νοσηλείας του σε εξειδικευμένο νευροχειρουργικό κέντρο της αλλοδαπής (Γερμανία) και δεν συντρέχει, επομένως, σπουδαίος λόγος για εφάπαξ καταβολή του εν λόγω ποσού.
Κατά το επόμενο χρονικό διάστημα, από 10-11-2020 έως 16-1-2063, με βάση το προκύψαν αποδεικτικό υλικό, δεν είναι βέβαιο ότι ο ενάγων θα εξακολουθήσει να έχει την ανάγκη υπηρεσιών αποκλειστικής νοσοκόμου, επί 24ωρου βάσεως, καθημερινώς, διότι η περαιτέρω εξέλιξη της υγείας του θα εξαρτηθεί και από τη νοσηλεία του σε εξειδικευμένο νευροχειρουργικό κέντρο της αλλοδαπής και την αντιμετώπιση αυτής με προηγμένες επιστημονικές μεθόδους.
Συνεπώς, για το παραπάνω διάστημα (από 10-11-2020 έως 16-1-2063), η σχετική αξίωση πρέπει να απορριφθεί ως πρόωρη. Κατά το διάστημα από 26-12-2009 έως 4-2-2010, δηλαδή της νοσηλείας του ενάγοντος στη Μ. Ε. Θ. του Νοσοκομείου Αλεξανδρούπολης, η σχετική αξίωση (απασχόληση αποκλειστικής νοσοκόμου), πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.....Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του επιδίκασε στον ενάγοντα για την παραπάνω αιτία το ποσό των 99,12 ευρώ την ημέρα αντί των 100 ευρώ, καθόρισε το διάστημα, κατά το οποίο ο ενάγων θα έχει ανάγκη υπηρεσιών αποκλειστικής νοσοκόμου, έως την 7-5-2012 και επιδίκασε για την αιτία αυτή το ποσό των 68.432,45 ευρώ συνολικά, για το διάστημα από 26-12-2009 έως 7-5-2012 (στο οποίο περιλαμβάνεται και το διάστημα της νοσηλείας του στη Μ.
Ε. Θ.), εσφαλμένα τις αποδείξεις εκτίμησε και το νόμο εφάρμοσε και, συνεπώς, οι σχετικοί και αντίστοιχοι λόγοι εφέσεως του ενάγοντος (τέταρτος) και της εναγομένης (πέμπτος και έβδομος), πρέπει να γίνουν δεκτοί, ως ουσιαστικά βάσιμοι. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων προ του τραυματισμού του εργαζόταν ως ανειδίκευτος εργάτης οικοδομοτεχνικών έργων στην ανώνυμη κατασκευαστική εταιρία με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΙΑ Κ/Ξ- ΑΕΓΕΚ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ IMPREGILO A", η οποία, κατά το χρόνο εκείνο, δραστηριοποιείτο στην κατασκευή του μετρό της Θεσσαλονίκης, αντί μικτού ημερομισθίου 52,35 ευρώ και καθαρού 42,17 ευρώ, μετά από τις κρατήσεις για την καταβολή της ασφαλιστικής εισφοράς του (βλ.
από 28-9-2010 βεβαίωση εργοδότη). Στην ανωτέρω εταιρία είχε προσληφθεί στις 12-11-2009 αλλά δεν είχε αποκτήσει βιβλιάριο ασφάλισης, ώστε να δικαιούται ασφαλιστική κάλυψη και γι' αυτό δεν έλαβε καμία παροχή από το Ίδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Αν δεν μεσολαβούσε ο τραυματισμός του, με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα αποκόμιζε από την εργασία του αυτή, κατά το διάστημα από 1-1-2010 έως και 10-11-2010 (σύνταξη της αγωγής), το ποσό των 1.054,25 ευρώ μηνιαίως (25 ημέρες Χ 42,17 ευρώ την ημέρα) κατά μέσο όρο.
Εξαιτίας της ολικής ανικανότητάς του προς εργασία, κατά το παραπάνω διάστημα, απώλεσε το συνολικό ποσό των 10.879,86 ευρώ [(10 μήνες Χ 25 ημέρες Χ 42,17 ευρώ την ημέρα) + (8 ημέρες Χ 42,17 ευρώ την ημέρα)]. Το εν λόγω όμως ποσό πρέπει να μειωθεί κατά το άνω ποσοστό συνυπαιτιότητας αυτού στον τραυματισμό του (20%) και, επομένως, ο ενάγων δικαιούται το υπόλοιπο ποσό, ανερχόμενο σε 8.704 ευρώ (10.879,86 Χ80%), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Περαιτέρω, ο ενάγων που γεννήθηκε στις 16-1-1988 και ήταν κατά χρόνο του ατυχήματος 22 ετών και με καλή υγεία, θα συνέχιζε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων να εργάζεται και μετά τις 10-11-2010, ως ανειδίκευτος εργάτης οικοδομοτεχνικών έργων, στην ίδια επιχείρηση ή σε άλλη παρεμφερή, αν δεν συνέβαινε το ατύχημα, πραγματοποιώντας 15 ημερομίσθια το μήνα κατά μέσο όρο, λόγω του πλήγματος που έχει υποστεί ο κατασκευαστικός κλάδος, συνεπεία της τρέχουσας οικονομικής ύφεσης, αντί καθαρού ημερομισθίου 42,17 ευρώ κατά μέσο όρο.
Συνεπεία του ενδίκου τραυματισμού του και της προαναφερόμενης καταστάσεως της υγείας του, η ολική ανικανότητά του προς εργασία, θα διαρκέσει με βεβαιότητα μέχρι τις 12-11-2049 και ως εκ τούτου θα ζημιωθεί μηνιαίως κατά το ποσό των 632,55 ευρώ κατά μέσο όρο. Για το διάστημα από 11-11-2010 έως 31-12-2013 ο ενάγων θα ζημιωθεί κατά το συνολικό ποσό των 23.720,62 ευρώ (37,5 μήνες Χ 632,55 μηνιαίως), το οποίο πρέπει να του επιδικασθεί σε εφάπαξ κεφάλαιο, διότι η εφάπαξ καταβολή εξυπηρετεί καλλίτερα τα συμφέροντά του, ενόψει της ολικής ανικανότητάς του προς εργασία.
Το εν λόγω όμως ποσό πρέπει να μειωθεί κατά το άνω ποσοστό συνυπαιτιότητας αυτού στον τραυματισμό του (20%) και, επομένως, ο ενάγων δικαιούται το υπόλοιπο ποσό, ανερχόμενο σε 18.976,5 ευρώ (23.720,62 Χ 80%), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Για το υπόλοιπο επίδικο διάστημα (από 1-1-2014 έως 12-11-2049) ο ενάγων θα ζημιωθεί κατά το ποσό των 632,55 ευρώ μηνιαίως, το οποίο πρέπει να αναγνωρισθεί ότι δικαιούται σε μηνιαίες δόσεις, αφού τα προηγούμενα κονδύλια, που επιδικάζονται υπέρ αυτού, επαρκούν για την κάλυψη των οικονομικών αναγκών του.
Το εν λόγω όμως ποσό πρέπει να μειωθεί κατά το άνω ποσοστό συνυπαιτιότητας αυτού στον τραυματισμό του (20%) και, επομένως, πρέπει να αναγνωρισθεί ότι ο ενάγων δικαιούται το ποσό των 506 ευρώ μηνιαίως (632,55 X 80%), με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση καταβολής κάθε απαιτητής δόσης μέχρι την εξόφληση. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που καθόρισε το διάστημα της ολικής ανικανότητας του ενάγοντος προς εργασία έως τις 31-12-2013 και επιδίκασε σ' αυτόν για το διάστημα από 1-1-2010 έως 31-12-2013 το συνολικό ποσό των 40.483,20 ευρώ εφάπαξ, εσφαλμένα τις αποδείξεις εκτίμησε και το νόμο εφάρμοσε και, συνεπώς, οι σχετικοί και αντίστοιχοι λόγοι εφέσεως του ενάγοντος (πέμπτος) και της εναγομένης (έκτος και έβδομος), πρέπει να γίνουν δεκτοί ως ουσιαστικά βάσιμοι.
Περαιτέρω, η αξίωση επιδίκασης αποζημιώσεως, λόγω απώλειας συντάξεως γήρατος, κατά το διάστημα από την επομένη της αναμενόμενης συνταξιοδοτήσεως του ενάγοντος (13-12-2049) έως την 16-1-2063, πρέπει να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμη, καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι αυτός θα κατοχύρωνε συνταξιοδοτικό δικαίωμα λήψεως πλήρους ή μειωμένης συντάξεως γήρατος, ενόψει μάλιστα ότι μέχρι το χρόνο του ατυχήματος δεν είχε υπαχθεί στην ασφάλιση συγκεκριμένου ασφαλιστικού φορέα.....Όπως προαναφέρθηκε ο ενάγων κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν 22 ετών και υγιής.
Εξαιτίας του σοβαρού τραυματισμού του νοσηλεύθηκε επί μακρόν στο νοσοκομείο, υποβλήθηκε σε χειρουργικές επεμβάσεις και συνεχείς ιατρικές εξετάσεις, ενώ η βαρεία κρανιοεγκεφαλική κάκωση που υπέστη είχε ως επίπτωση τη μόνιμη αναπηρία του και τη μη αναστρέψιμη βλάβη της υγείας του.
Συνεπώς, ο ενάγων από το ατύχημα και τον τραυματισμό του υπέστη ηθική βλάβη και δικαιούται χρηματικής ικανοποιήσεως. Το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τις παραπάνω συνθήκες του ατυχήματος, το βαθμό υπαιτιότητας (αποκλειστική) του οδηγού Λ. Π. στην πρόκληση του ατυχήματος, το βαθμό υπαιτιότητας (συνυπαιτιότητας) του ενάγοντος στην πρόκληση των σωματικών βλαβών της υγείας του, της σοβαρότητας και του είδους του τραυματισμού του, της μακράς νοσηλείας του, της υποβολής του σε χειρουργικές επεμβάσεις και συνεχείς ιατρικές εξετάσεις, της μόνιμης αναπηρίας του, της σωματικής και ψυχικής ταλαιπωρίας του, του νεαρού της ηλικίας του, της καλής μέχρι τότε καταστάσεως της υγείας του, της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεώς του (μέτρια, χωρίς ιδιαίτερα εισοδήματα ή περιουσία, αφού δεν γίνεται άλλη επίκληση επ'αυτού), εκτός της ασφαλιστικής εταιρίας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική, το Δικαστήριο κρίνει ότι συντρέχει περίπτωση επιδικάσεως στον παθόντα ενάγοντα χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω της ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη από τον ως άνω τραυματισμό του, η οποία, κατ'εκτίμηση των ως άνω κατά νόμο στοιχείων, ανέρχεται στο ποσό των 250.000 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο (άρθρο 932 του ΑΚ).
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που επιδίκασε στον ενάγοντα για την αιτία αυτή το μικρότερο ποσό (των 100.000 ευρώ), εσφαλμένα τις αποδείξεις εκτίμησε και, συνεπώς, πρέπει, ο σχετικός (δεύτερος) λόγος εφέσεως του ενάγοντος, με τον οποίο υποστηρίζει ότι έπρεπε να επιδικασθεί ολόκληρο το αιτούμενο ποσό (των 500.000 ευρώ εκ του οποίου 100.000 ευρώ αναγνωριστικώς), να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος και να απορριφθεί ο σχετικός (τρίτος) λόγος εφέσεως της εναγομένης (κατά το δεύτερο σκέλος του), με τον οποίο υποστηρίζει ότι δεν έπρεπε να επιδικασθεί καθόλου ή να επιδικασθεί μικρότερο ποσό, ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Εξάλλου, η ολική μόνιμη αναπηρία του ενάγοντος, ηλικίας κατά το χρόνο του ατυχήματος 22 ετών, και μη αναστρέψιμη βλάβη της υγείας του, θα επιδράσει οπωσδήποτε, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αρνητικά στο οικονομικό ιδίως αλλά και στο επαγγελματικό και κοινωνικό του μέλλον, αφού δεν θα μπορεί να εργασθεί και δεν θα είναι πλέον σε θέση να απολαμβάνει τις δραστηριότητες της καθημερινής ζωής.
Αλλά και η κοινωνική και προσωπική του ζωή επηρεάζεται άμεσα, αφού η ως άνω κατάσταση της υγείας του, αποκλείει τις κοινωνικές του συναναστροφές και τη δημιουργία σχέσεων με το άλλο φύλο. Οι συνέπειες αυτές δεν μπορούν να καλυφθούν εντελώς με τις παροχές των άρθρων 929 και 932 του ΑΚ. Το Δικαστήριο τούτο, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις πιο πάνω περιστάσεις (ηλικία, φύλο, σοβαρότητα και είδος του τραυματισμού, δια βίου αναπηρία και επιπτώσεις αυτής, κοινωνική και οικονομική κατάσταση αυτού κ.λ.π), κρίνει ότι για την παραπάνω αιτία πρέπει να επιδικασθεί στον ενάγοντα, ως πρόσθετη αποζημίωση (του άρθρου 931 του ΑΚ), το ποσό των 120.000 ευρώ.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που επιδίκασε στον ενάγοντα για την αιτία αυτή μικρότερο ποσό (των 100.000 ευρώ), εσφαλμένα τις αποδείξεις εκτίμησε και, συνεπώς, πρέπει, ο σχετικός (τρίτος) λόγος εφέσεως του ενάγοντος, με τον οποίο υποστηρίζει ότι έπρεπε να επιδικασθεί ολόκληρο το αιτούμενο ποσό (των 250.000 ευρώ, εκ του οποίου 100.000 ευρώ αναγνωριστικώς), να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος και να απορριφθεί ο σχετικός (τέταρτος) λόγος εφέσεως της εναγομένης (κατά το δεύτερο σκέλος του), με τον οποίο υποστηρίζει ότι δεν έπρεπε να επιδικασθεί καθόλου ή να επιδικασθεί μικρότερο ποσό, ως ουσιαστικά αβάσιμος." Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο και ενόψει του ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε δεχθεί την ένδικη αγωγή επιδικάζοντας στον ενάγοντα διαφορετικά εν μέρει χρηματικά ποσά εκείνων που επιδίκασε υπέρ αυτού κατά την κρίση του, κατέληξε με την προσβαλλόμενη απόφαση στην εξαφάνιση της εκκαλουμένης υπ' αριθ. 13/2012 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης και στην παραδοχή της ένδικης αγωγής κατά ένα μέρος (τόσο ως προς τα καταψηφιστικά αιτήματά της όσο και ως προς το αναγνωριστικό αίτημά της και τον περιορισμό της ευθύνης της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας μέχρι το ποσό των 500.000 ευρώ).
'Ετσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου (αστικού δικαίου, ν. ΓΠΝ/1911 του ν. 2696/1999 και του ν. 489/1976), τους οποίους ορθά εφάρμοσε, διέλαβε δε στην απόφασή του αυτή πλήρεις, σαφείς, επαρκείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα το Εφετείο κατέληξε στην ως άνω κρίση του λαμβάνοντας υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν σ' αυτό και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, τα οποία συνεκτίμησε και συναξιολόγησε, διέλαβε δε πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την αποκλειστική υπαιτιότητα του Λ. Π. (οδηγού του ζημιογόνου και ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία αυτοκινήτου για την πρόκληση του επιδίκου αυτοκινητικού τροχαίου ατυχήματος και τη συνυπαιτιότητα του παθόντος Σ.
Β. κατά ποσοστό 20% για τον βαρύτατο τραυματισμό του (και στη συνέχεια μετά το πέρας της δευτεροβάθμιας δίκης (28-8-2012) εξαιτίας της μη αναστρέψιμης κατάστασης της υγείας του θάνατό του στη Γερμανία) διαλαμβάνοντας με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά που επέδειξε ο ως άνω οδηγός στην πρόκληση του επιδίκου τροχαίου αυτοκινητικού ατυχήματος, σε συνδυασμό με τις παραβάσεις διατάξεων του ΚΟΚ (ν. 2696/1999), η οποία βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με τα ζημιογόνα αποτελέσματα και θεμελιώνει την ύπαρξη απαιτήσεων για καθορισμό αποζημίωσης για διαφυγόντα κέρδη, για την εφάπαξ επιδίκαση μέρους αυτών, και την επιδίκαση ιδιαίτερης αποζημίωσης και εύλογης χρηματικής ικανοποίησης κατά τα άρθρα 931 και 932 του Α.Κ.
υπέρ του ήδη αποβιώσαντος Σ. Β. του Θ. (αρχικού ενάγοντος, εκκαλούντος και εφεσιβλήτου και ήδη κληρονομηθέντος από τους αναιρεσιβλήτους, μητέρα και δύο αδελφούς αυτού που υπεισήλθαν στη θέση του παραδεκτά και σύννομα στην προκειμένη αναιρετική δίκη). Επομένως οι δεύτερος, τρίτος και πέμπτος λόγοι της αναίρεσης με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι δεν έγινε ορθή εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου και ειδικώτερα εκείνων των άρθρων 931 και 932 τουΑΚ ως προς το στοιχειοθέτηση των αντίστοιχων δικαιωμάτων του ενάγοντος ενόψει της βαρύτατης κατάστασης της υγείας του που ζούσε κατά την εκδίκαση της αγωγής από τα δικαστήρια της ουσίας (πρωτοβάθμιο και δευτεροβάθμιο) και ότι αιτιολογία της απόφασης αυτής είναι ανεπαρκής και αντιφατική, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ σε συνδυασμό και με τα άρθρα 671 παρ.1 και 681Α'ΚΠολΔ, προκύπτει ότι όταν το δικαστήριο εκδικάζει και τις διαφορές από αυτοκινητικά ατυχήματα και από τη σύμβαση ασφάλειάς τους, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση συνεκτιμά ελεύθερα όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα οι διάδικοι για την απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Και έχει μεν υποχρέωση το δικαστήριο να αιτιολογήσει την απόφασή του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία καθενός από τα επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη.
Αν το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της κρίσης του επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, όπως είναι και τα επιτρεπόμενα (άρθρο 559 αρ11 περ.α' ΚΠολΔ) έγγραφα τα οποία ο διάδικος νομίμως επικαλέστηκε και προσκόμισε σ' αυτό, δεν ιδρύεται ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ.
α' του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο που την εξέδωσε, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, όπως σ' αυτή βεβαιώνεται, επί του ουσιώδους ζητήματος της αποθετικής ζημίας του ενάγοντος Σ. Β. του Θ. μεταξύ των λοιπών εγγράφων που εκείνος επικαλέστηκε και προσκόμισε στα δικαστήρια της ουσίας και την από 28/9/2010 απλή βεβαίωση της τότε εργοδότριάς του εταιρείας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΙΑ Κ/Ξ ΑΕΓΕΚ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ IMPREGILO A" στην οποία αναφέρονται οι τότε ημερήσιες αποδοχές του (42,17 ευρώ καθαρά), ενώ για τον προσδιορισμό του χρονικού διαστήματος μέχρι τις 12-11-2049 που θα εργαζόταν ο ανωτέρω στο μέλλον ως ανειδίκευτος εργάτης οικοδομικών έργων, έλαβε υπόψη του και όλα τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.
Επομένως η ως άνω απλή βεβαίωση που λήφθηκε υπόψη μόνο για την προσωρινή απασχόλησή του και για το ύψος του ημερομισθίου του (Σ. Β.) δεν αποτελεί ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο και σύννομα (άρθρο 671 παρ.1 ΚΠολΔ) αξιολογήθηκε και συνεκτιμήθηκε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Γι' αυτό είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο τέταρτος από το άρθρο 559 αρ. 11 περ.
α' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως με τον οποίον η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του το ως άνω αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει, υπολαμβάνουσα πεπλανημένα ότι πρόκειται περί βεβαιώσεως του άρθρου 8 παρ.1 του ν. 1599/1986 (βλ. σχ. ΑΠ 743/2011).
Κατ'ακολουθίαν όλων των αι ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης σο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα ως ηττωμένη στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων (άρθρα 76 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-10-2012 αίτηση της ασφαλιστική εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ Η ΕΘΝΙΚΗ" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 19/2012 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέβαλε η αναιρεσείουσα στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της πρώτης και του τρίτου των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Απριλίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιουνίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ