Legislator Case Law & Legislation
1273/2011 AI generated

1273/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1273/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1273/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στις 7.8.2004 πέθανε στην Αθήνα, σε ηλικία 86 ετών, ο Δ. Χ. του Π. και Μ., κάτοικος όσο ζούσε, ....Ο θάνατος του προήλθε από έμφραγμα του μυοκαρδίου. Κατά το χρόνο του θανάτου του άφησε, ως μοναδικό πλησιέστερο συγγενή του, την ενάγουσα, γνήσιο τέκνο του από το μοναδικό του γάμο με τη Μ.

Keywords

AI generated
child benefit eligibility medical care requirements duty of support foster parent care allowance home help
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1273 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1273/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: N. G. του G., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αργύριο Βράττη.

Της αναιρεσίβλητης: Α. Χ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Συκαρά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-1-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3472/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 7073/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13-5-2009 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 23-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου και την απόρριψη των υπολοίπων λόγων αναίρεσης της υπό κρίση αίτησης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 178 ΑΚ, η διάταξη της τελευταίας βουλήσεως είναι άκυρη αν το περιεχόμενο αυτής αντιβαίνει στα χρηστά ήθη. Ως κριτήριο των χρηστών ηθών χρησιμεύει το περί ηθικής συναίσθημα του κατά γενική αντίληψη χρηστού, έμφρονα και υγιώς σκεπτόμενου κοινωνικού ανθρώπου και για την κρίση περί της αντιθέσεως της διατάξεως τελευταίας βουλήσεως στα χρηστά ήθη, λαμβάνονται υπόψη το περιεχόμενο και τα αποτελέσματα της διαθήκης, τα αίτια που ώθησαν τον διαθέτη, ο σκοπός που αυτός επεδίωκε και γενικά το σύνολο των περιστάσεων και συνθηκών που συνοδεύουν τη διάταξη αυτή.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 24/1992).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Στις 7.8.2004 πέθανε στην Αθήνα, σε ηλικία 86 ετών, ο Δ. Χ. του Π. και Μ., κάτοικος όσο ζούσε, ....Ο θάνατος του προήλθε από έμφραγμα του μυοκαρδίου. Κατά το χρόνο του θανάτου του άφησε, ως μοναδικό πλησιέστερο συγγενή του, την ενάγουσα, γνήσιο τέκνο του από το μοναδικό του γάμο με τη Μ.

θυγ. Σ. Γ., η οποία είχε πεθάνει πριν απ' αυτόν στις 7.4.2000. Ο παραπάνω αποβιώσας κατέλιπε την .../9.7.2004 δημόσια διαθήκη του, που συντάχτηκε στην οικία του [... στην ...], ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Αθηνάς Μιχ. Καραμανλή, και που δημοσιεύθηκε νόμιμα από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με το 6468/17.12.2004 πρακτικό του.

Με τη διαθήκη αυτή, ο διαθέτης εγκατέστησε κληρονόμο του την εναγομένη, στο σύνολο σχεδόν της κινητής και ακίνητης περιουσίας του, ορίζοντας, κατά λέξη, τα εξής: "... Μετά το θάνατό μου αφήνω το σπίτι που μένω τώρα στην οδό ... στην κυρία Ν. Γ. του Γ. που με φροντίζει από το έτος 2000 χωρίς να παίρνει καμιά αμοιβή.

Αν στο μεταξύ το έχω πουλήσει, ό,τι βρεθεί από το τίμημα, να το πάρει η κυρία Ν. Γ.. Επίσης η κυρία Ν. Γ. να πάρει όσα χρήματα ή κινητά πράγματα βρεθούν στην ιδιοκτησία μου την στιγμή του θανάτου μου. Αυτά όλα θα είναι η αμοιβή της που τόσα χρόνια με φρόντιζε. Στην θετή μου κόρη Α. Χ., στην οποία έχω δώσει κατά καιρούς χρήματα για ν' αγοράσει σπίτι και αυτοκίνητο και την σπούδασα στην Θεσσαλονίκη και Γερμανία, αφήνω το σπίτι μου στην ...

στην οδό ...". Η εν λόγω κληρονόμος-εναγομένη, που έχει τη ρωσική υπηκοότητα, είχε προσληφθεί, με τη διαμεσολάβηση της ενάγουσας, ως εσωτερική οικιακή βοηθός του διαθέτη, μετά το θάνατο της συζύγου του στις 7.4.2000, προκειμένου να του παρέχει όλες τις υπηρεσίες μιας οικιακής βοηθού, (αγορά τροφίμων, φαρμάκων, οικιακών ειδών, παρασκευή φαγητού, καθαριότητα του ίδιου και της οικίας του κ.λ.π.], καθώς αυτός διέμενε, πλέον μονός του, στο ιδιόκτητο διαμέρισμά του στην ..., στην οδό ... .

Οι μηνιαίες αποδοχές της εναγομένης ανέρχονταν στο ποσό των 400 ευρώ και της καταβάλλονταν ανελλιπώς από τον κληρονομούμενο. Εξάλλου, ο κληρονομούμενος είχε καταστήσει την εναγομένη συνδικαιούχο σε λογαριασμό που τηρούσε στην Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ [με αριθμό ...], όπου κατετίθετο η μηνιαία σύνταξη του των 700 ευρώ περίπου [είχε εργαστεί ως κλητήρας στην υπηρεσία παραλαβής και παράδοσης αποσκευών της αεροπορικής εταιρείας SWISSAIR], προκειμένου να αντιμετωπίζονται ευχερέστερα τα τρέχοντα έξοδα.

Ο παραπάνω κληρονομούμενος έπασχε από αναιμία με συνέπεια να έχει πολύ χαμηλό αιματοκρίτη, που κυμαινόταν από 19,4 έως 26,1, αντί του φυσιολογικού για άνδρες 41-52, και από αποφρακτική αρτηριοπάθεια κάτω άκρων, ενώ κατά μήνα Δεκέμβριο 2001, είχε υποστεί παροδικό ισχαιμικό εγκεφαλικό επεισόδιο. Ενόψει της προαναφερόμενης κατάστασης της υγείας του κληρονομουμένου, αλλά και της μεγάλης ηλικίας του [είχε γεννηθεί στις 28.5.1918], αυτός είχε απόλυτη ανάγκη από τις υπηρεσίες της εναγομένης ως οικιακής βοηθού και με την πάροδο του χρόνου δημιουργήθηκε μια σχέση εξάρτησής του απ' αυτή, η οποία, σταδιακά αυξανόταν.

Από το άλλο μέρος, η ενάγουσα ενδιαφερόταν για τον πατέρα της, αλλά, λόγω των αυξημένων επαγγελματικών της υποχρεώσεων ως καθηγήτριας Πανεπιστημίου [στο μάθημα της Εγκληματολογίας], αδυνατούσε να έχει καθημερινή φυσική παρουσία στην οικία του, ενώ και εκείνος δεν ήθελε να διαμείνει στην οικία της κόρης του-ενάγουσας, διότι, όπως χαρακτηριστικά κατέθεσε ο μάρτυρας της τελευταίας -σύζυγός της, δεν ήθελε "ν' αφήσει την ησυχία του, το δωμάτιο του" ,όπως συμβαίνει συχνά σε ηλικιωμένους ανθρώπους.

Οι σχέσεις, πάντως, του κληρονομουμένου με την ενάγουσα και την οικογένειά της [σύζυγό της και παιδί τους] ήταν άριστες, χωρίς ν αποδειχθεί ότι υπήρξε ποτέ διατάραξή τους, άλλωστε, ούτε η εναγομένη επικαλείται κάτι το αντίθετο. Η τελευταία, όμως, εκμεταλλευόμενη την ανάγκη που είχε ο κληρονομούμενος από τις υπηρεσίες της και, συνακόλουθα, την εξάρτησή του απ' αυτή, προέτρεψε και έπεισε αυτόν να προβεί στη σύνταξη της επίμαχης διαθήκης, με το περιεχόμενο που προεκτέθηκε, εξαναγκάζοντας τον, στην πραγματικότητα, να την εγκαταστήσει κληρονόμο του στο σύνολο, σχεδόν, της περιουσίας του, παρά το γεγονός, βέβαια, ότι η βούληση του διαθέτη, πρέπει να είναι ανεπηρέαστη από οποιοδήποτε, έστω και έμμεσο, εξαναγκασμό, προκειμένου αυτός να ρυθμίσει, με τη διαθήκη του, κυρίως τις περιουσιακές του σχέσεις, όπως εκείνος επιθυμεί για το χρόνο μετά το θάνατό του.

Η εναγομένη μάλιστα, εκμεταλλεύτηκε και το γεγονός ότι την ίδια ημέρα που καταρτίστηκε η διαθήκη [9.7.2004] η ενάγουσα είχε μεταβεί με το σύζυγό της-μάρτυρα, επίσης καθηγητή Πανεπιστημίου, στη Γερμανία για επαγγελματικούς λόγους. Ενισχυτικό της κρίσης του Δικαστηρίου για το ότι η επίμαχη διαθήκη δεν υπήρξε προϊόν ελεύθερης βούλησης του διαθέτη αποτελούν, εκτός από τη σαφή και κατηγορηματική κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας που δεν αναιρείται από την κατάθεση του μαρτυρά της εναγομένης και τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα που επικαλείται και προσκομίζει η τελευταία, και τα εξής στοιχεία: 1] στην πιο πάνω διαθήκη ο διαθέτης αναφέρει την ενάγουσα ως θετή κόρη του, ενώ τούτο δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, όπως προεκτέθηκε και 2] στην ίδια διαθήκη ο διαθέτης δηλώνει ότι η εναγομένη, "τον φροντίζει από το έτος 2000 χωρίς να παίρνει καμιά αμοιβή" πράγμα επίσης αναληθές, κατά τα προαναφερόμενα, αφού και η ίδια η εναγομένη συνομολογεί ότι αμειβόταν με 300 ευρώ μηνιαίως.

Εξάλλου, ναι μεν ο διαθέτης όρισε στη διαθήκη ότι "αφήνει το σπίτι του στη ... στην οδό ..." στην ενάγουσα, στην οποία, όπως αναφέρει, "είχε δώσει κατά καιρούς χρήματα για ν' αγοράσει σπίτι και αυτοκίνητο" πλην, όμως, α]το εν λόγω ακίνητο-διαμέρισμα της ..., όπως και ένα άλλο της ίδιας πολυκατοικίας, αποτελεί ακόμη αντικείμενο αντιδικίας της εναγουσας, ως καθολικής διαδόχου των γονέων της, με τον εργολάβο Δ.

Γ. [στον οποίο είχε ανατεθεί από τη συγκυρία του οικοπέδου μητέρα της Μ. συζ. Δ.Χ. η ανέγερση πολυκατοικίας με το σύστημα της αντιπαροχής], που άρχισε το έτος 1984 και συνεχίζεται, μετά την έκδοση της 511/2007 απόφασης του Αρείου Πάγου που επικύρωσε την 8816/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών [με την οποία κηρύχτηκε άκυρη η 2/2001 διαιτητική απόφαση] και, συνακόλουθα, μετά την εν λόγω ακύρωση της διαιτητικής διαδικασίας, πρόκειται ν' αρχίσει μια νέα, ενδεχομένως, μακρόχρονη, χωρίς η ενάγουσα να μπορεί να παραλάβει και να έχει οποιαδήποτε ωφέλεια από το διαμέρισμα αυτό και β] δεν αποδείχθηκε ότι ο διαθέτης είχε οποιαδήποτε οικονομική συμβολή στην αγορά του διαμερίσματος και του αυτοκινήτου της ενάγουσας και ειδικά το εν λόγω διαμέρισμα [με στοιχ.

Ε-2 του πέμπτου ορόφου πολυκατοικίας, που βρίσκεται στο ..., επί των οδών ... και ...], εμβαδού 98 τετρ. μέτρων, αγοράστηκε, από κοινού, από την ενάγουσα και τον πιο πάνω σύζυγο της, καθηγητές Πανεπιστημίου, όπως προαναφέρθηκε, αντί [αναγραφόμενου] τιμήματος 13.500.000 δρχ. που πιστώθηκε και που καταβλήθηκε από ισόποσο δάνειο που τους χορηγήθηκε από την Εθνική Κτηματική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ.

Κατόπιν αυτών και ενόψει του γεγονότος ότι οι σχέσεις της ενάγουσας [και της οικογένειάς της] με τον πατέρα της ήταν άριστες, δεν δικαιολογείται το ότι αυτή δεν τιμήθηκε, στην πραγματικότητα, με την πατρική διαθήκη. Η εναγομένη ισχυρίζεται, βέβαια, ότι το περιεχόμενο της διαθήκης ανταποκρίνεται στην πραγματική βούληση του διαθέτη που ήθελε να εκφράσει την αγάπη και την ευγνωμοσύνη του προς αυτή, εγκαθιστώντας την κληρονόμο του, ενόψει και του ότι εργαζόταν ανελλιπώς για τριάμισι έτη, σε 24ωρη σχεδόν βάση, χωρίς "ρεπό" και τις Κυριακές και τις αργίες, λαμβάνοντας πενιχρό μισθό και χωρίς να είναι ασφαλισμένη στο ΙΚΑ και, συνεπώς, ήθελε να την ανταμείψει για τις υπηρεσίες της αυτές.

Ο ισχυρισμός της όμως αυτός, για το ότι δηλαδή ο διαθέτης την εγκατέστησε, πραγματικά, κληρονόμο του για να την ανταμείψει, δεν κρίνεται βάσιμος, γιατί κάτι τέτοιο δεν αποδείχτηκε, ούτε από την κατάθεση του μάρτυρα της εναγομένης, αλλά αντίθετα, αποδείχτηκε, σύμφωνα με όσα προπαρατέθηκαν, ότι η διατύπωση της επιθυμίας του διαθέτη οφείλεται στην προαναφερόμενη αιτία.

Το αν η εναγομένη αμειβόταν με πενιχρό μισθό, σε σχέση με τις υπηρεσίες που παρείχε, είναι άλλο ζήτημα και δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας δίκης, ούτε αποδείχτηκε, σε κάθε περίπτωση, ότι συνδέεται με την εγκατάσταση της ως κληρονόμου, όπως προεκτέθηκε. Να σημειωθεί ακόμη, ότι λίγες ημέρες μετά την κατάρτιση της διαθήκης και συγκεκριμένα στις 3.8.2004,0 διαθέτης πούλησε και μεταβίβασε το εν λόγω διαμέρισμα του, εμβαδού 105,50 τετρ.

μέτρων [που βρίσκεται στον πρώτο, πάνω από το ισόγειο, όροφο, της επί της οδού ... πολυκατοικίας στην ...], στη Θ. Α. Τ., που κατοικεί σε άλλο διαμέρισμα της ίδιας πολυκατοικίας, με το .../3.8.2004 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Μελπομένης Μπαρλαμά, αντί αναγραφόμενου τιμήματος 65.000 ευρώ [η εναγομένη υποστηρίζει ότι το πραγματικό τίμημα ανέρχεται σε 105.000 ευρώ], με την επιπλέον συμφωνία ο πωλητής να παραμείνει στη χρήση του διαμερίσματος, χωρίς κανένα αντάλλαγμα, το αργότερο μέχρι τις 31.5.2005.

Και το συμβόλαιο αυτό καταρτίστηκε στην οικία του διαθέτη-πωλητή, τέσσερις ημέρες πριν πεθάνει, και ενώ η ενάγουσα και ο σύζυγός της απουσίαζαν ακόμη στη Γερμανία. Επίσης την ίδια ημέρα καταρτίστηκε από την ίδια πιο πάνω συμβολαιογράφο, στην οικία του διαθέτη, και το .../3.8.2004 πληρεξούσιο του τελευταίου προς την εναγομένη." Ακολούθως το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτή η ένδικη αγωγή και αναγνωρίστηκε άκυρη η επίμαχη διαθήκη.

Με αυτά, που δέχτηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, περιέλαβε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της εκμετάλλευσης της ανάγκης του διαθέτη και της εξάρτησης του από τις υπηρεσίες της αναιρεσείουσας ως οικιακής βοηθού, εν όψει της προχωρημένης ηλικίας του και της όχι καλής σωματικής και ψυχικής υγείας του, καθώς και του πειθαναγκασμού του διαθέτη προς κατάρτιση της επίμαχης διαθήκης και έτσι, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, επομένως ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθ.19 του άρθρου 559, με τον οποίο προσάπτεται η αιτίαση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ως άνω κρίσιμο ζήτημα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αρ.8, 106, 335, 338 και 341 παρ.2 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι "πράγματα", κατά την έννοια της πρώτης απ' αυτές, η μη λήψη υπόψη των οποίων από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, όχι δε τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα.

Επομένως ο δεύτερος, μέρος πρώτο, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ.8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την κατάθεση του μάρτυρά της αναιρεσείουσας καθώς, και του μάρτυρα της αναιρεσιβλήτου από τις οποίες προκύπτει, ότι ο μηνιαίος μισθός της αναιρεσείουσας ως οικιακής βοηθού του διαθέτη ανερχόταν σε 300 ευρώ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού "πράγμα", κατά την προεκτεθείσα έννοια, δεν αποτελούν τα αποδεικτικά μέσα.

Επειδή ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν. Κατά τη σαφή έννοια του αριθμού 1 παραγρ. 2 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η παραβίαση των διδαγμάτων αυτών ιδρύει λόγο αναιρέσεως μόνο εάν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών. Έτσι αποκλείεται η αναίρεση για εσφαλμένη χρησιμοποίηση τους προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν.

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο, μέρος δεύτερο, λόγο της αίτησης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ήτοι της παραβιάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας και ειδικότερα ότι το Εφετείο παρεβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία το απομένον ποσό των 400 ευρώ μηνιαίως, μετά από αφαίρεση του ποσού των 300 ευρώ, που ελάμβανε ως μισθό η αναιρεσείουσα, από τη σύνταξη των 700 ευρώ μηνιαίως, που ελάμβανε ο διαθέτης, θα μπορούσε να καλύψει τις στοιχειώδεις ανάγκες του (διαθέτη), τα οποία -διδάγματα- αν εφαρμόζει το Εφετείο, θα δεχόταν ότι υπήρχε ηθική και νομική υποχρέωση απέναντι στην αναιρεσείουσα από τον εργοδότη της διαθέτη να την εγκαταστήσει κληρονόμο του με την επίμαχη διαθήκη, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού τα ως άνω αναφερόμενα δεν έχουν χαρακτήρα διδάγματος κοινής πείρας και σε κάθε περίπτωση δεν χρησιμοποιήθηκαν από το δικαστήριο της ουσίας κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13-5-2009 αίτηση της N. G. του G., για αναίρεση της 7073/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1 Ιουνίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Ιουλίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ