Legislator Case Law & Legislation
1273/2010 AI generated

1273/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1273/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1273/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Προς απόδειξη του πρώτου ισχυρισμού της, η αναιρεσίβλητη επικαλείται την από 16-1-2008 απόδειξη, στην οποία αναφέρεται ότι "ο υπογράφων X...έλαβα το ποσό των 19.415,80 ευρώ (μείον των νομίμων κρατήσεων)...σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση κάθε απαίτησης μου για κεφάλαιο, τόκους και έξοδα εν γένει που απορρέει από την 6308|2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών".

Keywords

AI generated
banking profession unemployment benefits of directors access to a profession banking policy rights and obligations of staff managerial position in double taxation
AI generated
749/2010
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1472/2007
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου), Χρήστο Αλεξόπουλο, Ειρήνη Αθανασίου, Σπυρίδωνα Ζιάκα και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
1027/2006
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/4/1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 329/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5960/2002 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10/3/2005 αίτησή του.
446/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέως Βασιλείου Λιβέρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
673/2012
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Ασπασία Καρέλλου, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1273 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1273/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: X, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Βλαστό, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "AMERICAN EXPRESS BANK L.T.D. (ΑΜΕΡΙΚΑΝ ΕΚΠΡΕΣ Λ.Τ.Δ." που έχει έδρα στις ..., λειτουργεί δε Υποκατάστημα της νόμιμα στην Ελλάδα, και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Λειβαδά. 2)Τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "AMERICAN EXPRESS BANKING CORP. (AEBC)" που εδρεύει στη ... και λειτουργεί νόμιμα στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της αρχικής διαδίκου "AMERICAN EXPRESS BANK L.T.D.", η οποία δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-10-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2026/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 231/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι διάδικοι με τις από 16 Μαϊου 2005 και 13 Μαϊου 2005 αντίθετες αιτήσεις τους.

Εκδόθηκε η 1483/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 6308/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών την αναίρεση της οποίας ζητά ο αναιρεσείων με την από 24-3-2009 αίτηση του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 10-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αιτήσεως.

Ο πληρεξούσιος της 1ης αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από την ... έκθεση του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ... προκύπτει ότι αντίγραφο της ένδικης αιτήσεως του X, για αναίρεση της 6308|2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, με την με αριθμό 431|27-4-2009 πράξη καταθέσεως αυτής στο αρμόδιο τμήμα του Εφετείου Αθηνών, την από 22-5-2009 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, με την οποία ορίζεται το παρόν Τμήμα αρμόδιο για την εκδίκαση της αιτήσεως και την από 22-5-2009 πράξη του Προέδρου του παρόντος Τμήματος, με την οποία ορίσθηκε δικάσιμος η 24-11-2009, επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στην δεύτερη αναιρεσίβλητη "ΑΜΕRICAN ΕΧΡRESS ΒΑΚΙΝG CΟRΡ. (ΑΕΒC). Η εκδίκαση της υπόθεσης, όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση στο οικείο πινάκιο, από την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο, αναβλήθηκε νόμιμα, ερήμην της δεύτερης αναιρεσίβλητης, για την παρούσα δικάσιμο. Επομένως, εφόσον η αναιρεσίβλητη αυτή, κατά τη νόμιμη, από τη σειρά του οικείου πινακίου, εκφώνηση της υπόθεσης, δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο ούτε, τέλος, δήλωσε παράσταση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να δικασθεί ερήμην, να ερευνηθεί όμως η υπόθεση, σαν να ήταν και αυτή παρούσα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 226 παρ. 2, 568 παρ. 4, 575 και 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297,298, 299, 573 παρ. 1 και 577 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκ μέρους του αναιρεσείοντος αποδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που καθιστά την μετά από αυτήν (αποδοχή) ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης απαράδεκτη λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος, υποδηλώνει παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης της, για την οποία δεν απαιτείται η τήρηση ορισμένου τύπου και συνεπώς μπορεί να γίνει είτε ρητώς με την τήρηση των διατυπώσεων του άρθρου 297 ΚΠολΔ.

ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου διαδίκου, είτε σιωπηρά, με πράξεις από τις οποίες υποδηλώνεται σαφώς η προς τούτο βούληση. Μετά την άσκηση, όμως, της αναίρεσης δε χωρεί πλέον σιωπηρή αποδοχή της απόφασης, αλλά μόνο ρητή, κατά τους διαγραφόμενους στο άρθρο 297 τρόπους, δηλαδή είτε με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο, που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου, καθόσον η αποδοχή στην περίπτωση αυτή υποδηλώνει και παραίτηση από την ήδη ασκηθείσα αναίρεση, η οποία μπορεί να γίνει μόνο κατά τους ανωτέρω οριζόμενους τύπους όχι δε και σιωπηρώς.

Το δικόγραφο της παραιτήσεως από το ένδικο μέσο, που ασκήθηκε, πρέπει να περιέχει τα στοιχεία του άρθρου 118 ΚΠολΔ και να επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτούμενου κατά τις διατάξεις των άρθρων 122 επ. ΚΠολΔ. Επίσης πρέπει να φέρει την υπογραφή δικηγόρου, αφού η παράσταση με δικηγόρο είναι υποχρεωτική. Στην προκείμενη περίπτωση η παριστάμενη αναιρεσίβλητη ισχυρίζεται ότι η ένδικη αίτηση είναι απορριπτέα, ως απαράδεκτη, γιατί ο αναιρεσίβλητος αποδέχθηκε την προσβαλλόμενη απόφαση, άλλως διότι αυτός παραιτήθηκε από το δικόγραφο και το δικαίωμα αυτής (αναιρέσεως).

Προς απόδειξη του πρώτου ισχυρισμού της, η αναιρεσίβλητη επικαλείται την από 16-1-2008 απόδειξη, στην οποία αναφέρεται ότι "ο υπογράφων X...έλαβα το ποσό των 19.415,80 ευρώ (μείον των νομίμων κρατήσεων)...σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση κάθε απαίτησης μου για κεφάλαιο, τόκους και έξοδα εν γένει που απορρέει από την 6308|2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών".

Όμως, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό με την αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε αυτή, το ως άνω χρηματικό ποσό, που έλαβε ο αναιρεσείων προέρχεται από απαίτηση του, η οποία αφορούσε μισθολογικές διαφορές, λόγω μετακινήσεως αυτού σε άλλη θέση και επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης από την αιτία αυτή, ενώ αντικείμενο της κρινόμενης αίτησης, αποτελεί διαφορετικό αγωγικό αίτημα, ποσού 209.517,22 ευρώ, που ζητούσε ο ενάγων να του επιδικασθεί, με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης.

Όσον αφορά την αγωγική αυτή αξίωση του αναιρεσείοντα, δεν προκύπτει ρητά, αλλά και ούτε συνάγεται σιωπηρά από την ανωτέρω "απόδειξη", ότι αυτός παραιτήθηκε, αφού, όπως σαφώς συνάγεται από το περιεχόμενο της, η σχετική δήλωση, για πλήρη εξόφληση του "κάθε απαίτησης του", αφορά την ως άνω απαίτηση του, προς ικανοποίηση της οποίας επιδικάσθηκε το ποσό των 9.552 ευρώ, πλέον τόκων υπερημερίας και λοιπών εξόδων.

Επομένως, ο περί αποδοχής της προσβαλλόμενης απόφασης, καθόσον αφορά και το αγωγικό αίτημα, για επιδίκαση στον ενάγοντα του ως άνω ποσού των 209.517,22 ευρώ ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Περαιτέρω, απορριπτέος είναι και ο περί παραιτήσεως του αναιρεσείοντα "από το δικόγραφο και το δικαίωμα" της ένδικης αιτήσεως (η οποία κατατέθηκε στις 27 Απριλίου 2009), καθόσον δεν προκύπτει ότι η επικαλούμενη παραίτηση έγινε κατά τη διαδικασία που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 297 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, προς απόδειξη του ισχυρισμού της αυτού, η αναιρεσίβλητη επικαλείται (μεταξύ άλλων): α) το ... πληρεξούσιο, που συντάχθηκε από τον συμβολαιογράφο Αθηνών Χαράλαμπο Μαρίνο, σύμφωνα με το οποίο ο αναιρεσείων έδωσε εντολή στους αναφερόμενους σ' αυτό δικηγόρους "να δηλώσουν παραίτηση από το δικαίωμα της ως άνω αίτησης...καθώς και να καταθέσουν δικόγραφο παραίτησης από αυτή" και β) την από 30-6-2009 "δήλωση παραίτησης από δικόγραφο και δικαίωμα αναίρεσης" του αναιρεσείοντα.

Όμως, α) δήλωση παραίτησης, που να έχει καταχωρισθεί πρακτικά του δικαστηρίου δεν υπάρχει (ούτε επικαλείται κάτι τέτοιο η αναιρεσίβλητη) και β) το ως άνω, με ημερομηνία 30-6-2009, επικαλούμενο από την αναιρεσίβλητη έγγραφο, δεν αποτελεί "δικόγραφο" κατά την έννοια του άρθρου 297 περ. β' ΚπολΔ, αφού δεν φέρει και την υπογραφή του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος ούτε έχει γίνει νόμιμη επίδοση αυτού στην αναιρεσίβλητη (δεν επικαλείται αυτή, άλλωστε, κάτι τέτοιο).

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα.

Αν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, πλην αυτό τα εκτίμησε κατά τρόπο διαφορετικό από ό,τι εκτιμά ο αναιρεσείων, ο λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος κατ' ουσίαν. Στην υπόθεση που κρίνεται, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά, τα οποία έγινα δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων "από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο, τις 6719|8-4-2003, 6807, 6808, 6809|9-4-2003 ένορκες βεβαιώσεις, που επικαλέσθηκε και προσκόμισε ο ενάγων και δόθηκαν στον Ειρηνοδίκη Αθηνών, τις 3596, 3597 και 3599|1-12-2006 ένορκες βεβαιώσεις, που δόθηκαν στη συμβολαιογράφο Αθηνών Όλγα Γεωργαντίδου και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν...", και το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τόσο τις ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις, που νόμιμα προσκόμισε ο αναιρεσείων όσο και τα μετ' επικλήσεως προσκομισθέντα από αυτόν έγγραφα, μεταξύ των οποίων α) κατάσταση ασφάλισης προσωπικού της αναιρεσίβλητης, β) έγγραφο υπηρεσιακό, με το οποίο ανακοινώθηκε στον αναιρεσείοντα ότι, λόγω μετακινήσεως του, θα υποστεί περικοπή των αποδοχών του, γ) τα επικαλούμενα υπ' αριθ.

σχετ.3-7 υπηρεσιακά έγγραφα, δ) εξουσιοδοτήσεις προς αυτόν πελατών της αναιρεσίβλητης και ε) το από 4-9-1995 έγγραφο της αναιρεσίβλητης, με τίτλο "Memorandum". Το γεγονός, ότι το Εφετείο δεν προέβη σε κατ' ιδίαν αξιολόγηση τόσο των ενόρκων αυτών βεβαιώσεν όσο και των λοιπών εγγράφων, που προσκόμισε ο αναιρεσείων, δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως, αφού το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο, κατά τον σχηματισμό της κρίσης του, να προβαίνει σε αξιολόγηση των κατ' ιδίαν αποδεικτικών μέσων, είτε αυτοτελώς είτε σε συσχετισμό με άλλα.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, με τον οποίο ψέγεται το Δικαστήριο της ουσίας, ότι δεν έλαβε υπόψη του τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. α' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.

Αντιθέτως, δεν αποτελούν πράγματα, οι ισχυρισμοί, που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Στην υπόθεση που κρίνεται, ο αναιρεσείων, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, προβάλλει ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθ. 8α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί έλαβε υπόψη του ισχυρισμούς της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, που δεν είχαν προταθεί νόμιμα και σύμφωνα με τους οποίους αυτή αρνήθηκε την αγωγή αφενός και αφετέρου, κατά την άσκηση εφέσεως κατά της πρωτόδικης απόφασης, επικαλέσθηκε, όχι νόμιμα, κακή εκτίμηση των αποδείξεων εκ μέρους του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και ειδικότερα ότι "...Όπως αποδείχθηκε από τις ένορκες βεβαιώσεις και τα έγγραφα, καθώς και τις καταθέσεις των μαρτύρων, ο αντίδικος δεν διέθετε υπέρτερα προσόντα των συνυπηρετούντων στο τμήμα αυτό συναδέλφων του ούτε εκτελούσε την ίδια ακριβώς εργασία με αυτούς".

Όμως οι ισχυρισμοί αυτοί δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια που προεκτέθηκε, αλλά άρνηση της αγωγής, επίκληση αποδεικτικών μέσων, επιχειρήματα ως προς την αποδεικτική τους δύναμη καθώς και κριτική των συμπερασμάτων και παραδοχών, που συνήγαγε το δικαστήριο της ουσίας από τις αποδείξεις, κατά την κυριαρχική του εκτίμηση.

Συνεπώς ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.

Κατά την από τα άρθρα 288 Α.Κ., 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος και 119 της Συνθήκης της ΕΟΚ απορρέουσα αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, η οποία έχει εφαρμογή σε κάθε παροχή, από οποιαδήποτε ενοχική σχέση και αν προέρχεται, εκείνος που χρησιμοποιεί με αμοιβή περισσότερα του ενός πρόσωπα σε εργασία, αδιακρίτως φύλου, εφόσον έχουν τα ίδια προσόντα και παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες, κάτω από τις ίδιες συνθήκες, προς εξυπηρέτηση της ίδιας κατηγορίας αναγκών του, υποχρεούται, ανεξαρτήτως του χρόνου και του τρόπου προσλήψεως καθενός, να μεταχειρίζεται τα πρόσωπα αυτά, από άποψη παροχών, κατά τρόπο ομοιόμορφο, είτε αυτές παρέχονται μονομερώς είτε συμβατικώς, εκτός εάν δικαιολογείται εξαίρεση κάποιου προσώπου έναντι των λοιπών, εξαιτίας ειδικού και σοβαρού, κατ' αντικειμενική "κρίση, λόγου (Ολ. Α.Π. 348|1985).

Συνεπώς, η ανωτέρω αρχή της ίσης μεταχείρισης, επιβάλλει στον εργοδότη, όταν προβαίνει σε οικειοθελή παροχή προς ορισμένους εργαζομένους, να μην εξαιρεί από αυτή άλλους μισθωτούς, που ανήκουν στην ίδια κατηγορία, έχουν τα ίδια προσόντα και παρέχουν τις ίδιες ή ουσιωδώς όμοιες εργασίες, κάτω από τις ίδιες συνθήκες, εκτός εάν η εξαίρεση είναι, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη δίκαιη και εύλογη.

Επομένως, αν ο εργοδότης προβεί για οποιονδήποτε αυτός κρίνει συναφή προς την επιχείρηση του λόγο, σε εκούσια παροχή προς τους μισθωτούς του, οι οποίοι έχουν ορισμένα τυπικά προσόντα ή λειτουργικά καθήκοντα, που ο ίδιος προσδιορίζει, δεν δικαιούνται την παροχή αυτή άλλοι μισθωτοί, που δεν διαθέτουν τα αυτά τυπικά προσόντα ή ασκούν διαφορετικά καθήκοντα, έστω και αν προσφέρουν την ίδια με εκείνους εργασία, κάτω από τις ίδιες συνθήκες, καθόσον στην περίπτωση αυτή δεν ανήκουν στην ίδια κατηγορία εργαζομένων, προς την οποία ο εργοδότης προέβη στην οικειοθελή παροχή (Ολ.

Α.Π. 1243| 1979). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 περ. 19 Κ.Πολ.Δ. η απόφαση είναι αναιρετέα, αν δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που έχει ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Περίπτωση ανεπαρκών αιτιολογιών υπάρχει όταν τα περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας, δεν είναι ικανά, για να ελεγχθεί αν μπορούν να συγκροτήσουν την έννομη σχέση, στην οποία στηρίζεται διατακτικό, καθόσον ουσιώδες στοιχείο του λόγου αυτού αναιρέσεως είναι η έκθεση των πραγματικών περιστατικών, θετικών ή αρνητικών, που είναι τα στοιχεία της ελάσσονος πρότασης του δικονομικού συλλογισμού και όχι η αιτιολόγηση τους από τις αποδείξεις του εξαγομένου πορίσματος.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη των πραγμάτων κρίση του, δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, τα εξής: Η εναγομένη αλλοδαπή εταιρεία με επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΜΕΡΙΚΑΝ ΕΞΠΡΕΣ ΕΤΟ" (ΑΜΕRICAΝ ΕΧΡRESS ΒΑΝΚ LTD) που εδρεύει στις Η.Π.Α. και λειτουργεί νόμιμα στην Ελλάδα με υποκαταστήματα, προσέλαβε την 7/6/1976 τον ενάγοντα, ως υπάλληλο, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, μετά τη λήξη του οποίου ο ενάγων συνέχισε να παρέχει τις υπηρεσίες του, η δε σύμβαση του κατέστη αορίστου χρόνου και συνεχίζεται έκτοτε.

Ο ενάγων προσελήφθη με προσόν απολυτήριο εξαταξίου Γυμνασίου και προϋπηρεσία επτά μηνών σε ιδιωτικές εταιρείες. Από την πρόσληψη του μέχρι τον Νοέμβριο 1986 υπηρέτησε σε διάφορες υπηρεσίες της εναγομένης (εισαγωγές-εξαγωγές, καταθέσεις, δάνεια). Παράλληλα με την εργασία του από Σεπτέμβριο 1983 έως Ιούνιο 1985 παρακολούθησε το Ελληνόφωνο Τμήμα του Κολλεγίου C.Α.Μ.

FOUΝDATION που είναι παράρτημα του INSTUTE ΟF ΜΑRΚΕΤΙΝG του ... και έλαβε δίπλωμα ιηαΓΚ6ίΐη§ και διαφήμισης, το οποίο του αναγνώρισε η εναγομένη και του χορήγησε επιστημονικό επίδομα. Τον Νοέμβριο 1986 τοποθετήθηκε στο Τμήμα Συναλλάγματος (Dealing Room/Treasury), με έξοδα δε της εναγομένης το έτος 1987 παρακολούθησε, σύμφωνα με το σύστημα που εφήρμοζε για τους υπαλλήλους της και όχι μόνο για τον ενάγοντα εκπαιδευτικό ταξίδι στο ..., στο Κεντρικό Τμήμα συναλλάγματος των εκεί καταστημάτων της.

Κατείχε τον βαθμό Τμηματάρχη Β' από το έτος 1994 και από 1/1/2002 Τμηματάρχη Α' και τον τίτλο του ανώτερου υπαλλήλου (senior clerk ή senior dealer). Στους εργαζομένους στο dealing room η εναγομένη χορηγούσε και χορηγεί ένα επίδομα με διαβαθμίσεις ανάλογα με τον χρόνο υπηρεσίας σ' αυτό, που για τους έχοντες συμπληρώσει υπηρεσία άνω των πέντε ετών είχε την ονομασία senior dealer, ελάμβανε δε τούτο και ο ενάγων.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη, παράλληλα με τους βαθμούς που προβλέπει ο οργανισμός της, ήτοι δόκιμος, Υπολογιστής Β', Υπολογιστής Α', Λογιστής Β', Λογιστής Α', Υποτμηματάρχης, Τμηματάρχης Β', Τμηματάρχης Α', Υποδιευθυντής Β', Υποδιευθυντής Α' και Διευθυντής, για τη διοικητική ιεραρχία, την αξιολόγηση των θέσεων και το σύστημα παροχών-ανταμοιβής υπαλλήλων της έχει καθιερώσει διεθνώς από το έτος 1991 και εφεξής τους ακόλουθους τίτλους:

Junior clerk (νέος υπάλληλος)-ομάδα 20, clerk (απλός υπάλληλος)-ομάδα 25, senior clerk (ανώτερος υπάλληλος)-ομάδα 30, Manager (προϊστάμενος-εξειδικευμένο στέλεχος)-ομάδα 35, Director (διευθυντής)-ομάδα 40, Senior Director (ανώτερος διευθυντής)-ομάδα 45, Executive Director (υψηλόβαθμος-εκτελεστικός διευθυντής)-ομάδα 60. Με το από 28/6/1976 πρακτικό τριμερούς συνεργασίας που υπεγράφη μεταξύ της εναγομένης, της ομοσπονδίας τραπεζοϋπαλληλικών οργανώσεων και του συλλόγου υπαλλήλων της εναγομένης συμφωνήθηκε ότι η καταβολή δώρου που η εναγομένη χορηγεί στους αξιωματούχους της είναι ανεξάρτητη από τις γενικές αυξήσεις μισθών και επιδομάτων που ισχύουν για όλο το προσωπικό.

Η εναγομένη προσδιορίζοντας την έννοια του "αξιωματούχου υπαλλήλου" και στην Ελλάδα, όρισε, όσα εφαρμόζει και διεθνώς, δηλ. ότι αξιωματούχοι υπάλληλοι είναι όσοι έχουν τον τίτλο και ασκούν λειτουργικά καθήκοντα από manager και άνω. Στους άνω αξιωματούχους υπαλλήλους της καταβάλλει τις ακόλουθες εκούσιες παροχές: 1) Παροχή Ο.P.S.Ρ (Officers Profit Sharing Plan), που σημαίνει πρόγραμμα διανομής κερδών σε αξιωματούχους και χορηγείται από το έτος 1976 μια φορά το χρόνο, σε αξιωματούχους με λειτουργικά καθήκοντα manager και άνω, σε ποσοστό που κυμαίνεται ανάλογα με τα αποτελέσματα του ομίλου της εναγομένης σε συνδυασμό με τη θέση του αξιωματούχου και τις αποδοχές του.

Από το έτος 1997 σταμάτησε η καταβολή του σε άλλους υπαλλήλους και συνέχιζαν να το λαμβάνουν μόνο όσοι το ελάμβαναν μέχρι τότε, 2) Παροχή ..., που καταβάλλεται με απόφαση της κεντρικής διοίκησης της εναγομένης, σε υπαλλήλους με λειτουργικά καθήκοντα manager και άνω, σε ποσοστό που κυμαίνεται ανάλογα με τα αποτελέσματα του ομίλου της εναγομένης και την απόδοση του υπαλλήλου, 3) Μετοχές του ομίλου της εναγομένης, που η εναγομένη χορηγούσε μέχρι το έτος 1998 σε υπαλλήλους της με λειτουργικά καθήκοντα manager και άνω, 4) Έξοδα σταθμεύσεως αυτοκινήτου, που χορηγούντο μέχρι 31/12/1997 στους υπαλλήλους με καθήκοντα manager και άνω μέχρι του ποσού, των 350.000 δρχ.

ετησίως, από δε 1/1/1998 δεν χορηγούνται σε άλλους υπαλλήλους παρά μόνο σε όσους τα ελάμβαναν προηγουμένως, 5) Έξοδα βενζίνης, ύψους 450.000 δρχ. ετησίως στους υπαλλήλους με λειτουργικά καθήκοντα Director, Senior Director. Στην υπηρεσία Dealing Room από το έτος 1990 μέχρι το έτος 2001 υπηρετούσαν διάφοροι υπάλληλοι, μεταξύ των οποίων, ο ενάγων, η γραμματέας (απλή υπάλληλος) ...) καθώς και οι κατωτέρω υπάλληλοι από τους αναφερόμενους στην αγωγή:

α) ο A, που προσελήφθη την 1/5/1973 με απολυτήριο λυκείου και προϋπηρεσία 2,5 ετών. Κατείχε τον βαθμό του Υποδιευθυντή Β' από το έτος 1994. Υπηρέτησε στο εν λόγω τμήμα από 17/11/1980 μέχρι 31/12/2001 που αποχώρησε με το πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου που εφήρμοσε η εναγομένη. Από Σεπτέμβριο 1985 ασκούσε καθήκοντα διευθυντή (director) και από Σεπτέμβριο 1989 καθήκοντα παλαιότερου διευθυντή (Senior Director), β) Ο T που προσελήφθη την 15/5/1976 με απολυτήριο εμπορικής σχολής Λευκωσίας και προϋπηρεσία σε Τράπεζα και οίκο ορκωτών ελεγκτών.

Κατείχε βαθμό τμηματάρχη Α' από το 1999 και ασκούσε από το έτος 1991 καθήκοντα director, ήταν δε έως το τέλος Δεκεμβρίου 1995, οπότε ο ενάγων μετακινήθηκε στο Τμήμα αγοραπωλησίας συναλλάγματος και τίτλων (Treasury Sales Desk) του Dealing room με προϊστάμενο τον ..., προϊστάμενος του ενάγοντος στο τμήμα ανταλλαγής νομισμάτων (Foreign Exchange Desk) του Dealing Room, γ) Η G που προσελήφθη την 1/6/1971, με απολυτήριο Λυκείου, κατείχε βαθμό τμηματάρχη Α' από το 1996, εργάζεται στην άνω υπηρεσία της εναγομένης από 1/6/1985, ασκούσε λειτουργικά καθήκοντα και είχε τον τίτλο manager, δ) Η B που προσελήφθη στην εναγομένη την 1/12/1995 με βαθμό Λογιστή Α', προκειμένου να υπηρετήσει στο dealing room και η πρόσληψη της έγινε μετά από απόφαση του Δευτεροβαθμίου Συμβουλίου Κρίσεως Προσωπικού για κάλυψη θέσεων που απαιτούν ειδικές γνώσεις.

Ειδικότερα κατά την πρόσληψη της κατείχε πτυχίο του Τμήματος Μαθηματικών και Ηλεκτρονικών Υπολογιστών του Πολυτεχνείου του Κεντρικού Λονδίνου και προϋπηρεσία εννέα ετών στο dealing room της Εθνικής Τραπέζης. Από την αρχή κατείχε τον τίτλο του manager και από 1/12/1995 τον ανώτερο τίτλο director. Η Διεύθυνση Διαχείρισης Διαθεσίμων ή Dealing Room είναι το Τμήμα της εναγομένης Τράπεζας όπου λαμβάνουν χώρα συναλλαγές Α) χρηματαγοράς και Β) ξένου συναλλάγματος.

Ειδικότερον όσον αφορά τις συναλλαγές χρηματαγοράς μέσω του dealing room επενδύονται τα διαθέσιμα κεφάλαια της Τράπεζας ή αντλούνται κεφάλαια. Οι συναλλαγές αυτές ενέχουν στοιχείο κινδύνου. Όσον αφορά τις συναλλαγές ξένου συναλλάγματος, η τράπεζα αγοράζει και πουλάει νομίσματα είτε για δικό της λογαριασμό με σκοπό την επίτευξη κέρδους, είτε για λογαριασμό πελατών.

Οι πράξεις συναλλάγματος που γίνονται για ίδιο λογαριασμό της τράπεζας ενέχουν μεγάλο κίνδυνο ζημίας για την τράπεζα με αντίστοιχη προσδοκία για μεγάλα κέρδη. Για το λόγο αυτό διενεργούνται εντός ορίων από πολύ υπεύθυνους υπαλλήλους, τους διαπραγματευτές (Dealers). Οι πράξεις συναλλάγματος που γίνονται για λογαριασμό πελατών έχουν πολύ μικρότερο κίνδυνο, διότι η τράπεζα έχει ήδη λάβει εντολή του πελάτη ότι ο πελάτης θα αγοράσει η πωλήσει το συνάλλαγμα σε συγκεκριμένη τιμή και η τράπεζα αντιστοίχως πωλεί ή αγοράζει συνάλλαγμα για να εκτελέσει την εντολή που έλαβε από τον πελάτη.

Στην περίπτωση αυτή δεν εκτίθεται σε κίνδυνο διακυμάνσεως τιμών συναλλάγματος εκτός εάν ο πελάτης αθετήσει την υποχρέωση του και δεν αγοράσει ή πωλήσει το συνάλλαγμα. Οι διαπραγματευτές (Dealers) διενεργούν συναλλαγές σύμφωνα με ειδικές οδηγίες που καθορίζονται από την εναγομένη τράπεζα. Σε κάθε dealer δίδεται από την τελευταία ένα προσωπικό "όριο", άνω του οποίου δεν επιτρέπεται να διενεργήσει συναλλαγές.

Αυτό το "όριο" είναι διαφορετικό για κάθε dealer, σύμφωνα με τα προσόντα του, ικανότητες και εμπειρία του. Το καθαρό αποτέλεσμα των καθημερινών αυτών των συναλλαγών-δηλαδή ο κίνδυνος που αναλαμβάνει η εναγομένη διαμέσου του χρόνου ως αποτέλεσμα των συναλλαγών αυτών-αποκαλείται "θέση" της τράπεζας ή "έκθεση σε κίνδυνο" αυτής.

Από τον Δεκέμβριο 1994 για λόγους καλύτερης οργανώσεως και αποδόσεως η Διεύθυνση Διαθεσίμων λειτούργησε σε τρεις (3) χωριστές μονάδες (units), ήτοι α) Τμήμα ανταλλαγής νομισμάτων (Foreign Exchange Desk) β) Τμήμα αγοραπωλησίας συναλλάγματος και τίτλων (Treasury Sales Desk) και γ) Τμήμα Συναλλαγών Τραπεζών, ρευστότητας και επιτοκίων (Money Market Desk).

Οι προαναφερόμενοι υπάλληλοι που έφεραν τους ως άνω τίτλους αντιστοίχως ήταν διαπραγματευτές (Dealers), τα δε λειτουργικά τους καθήκοντα συνίσταντο στη διενέργεια συναλλαγών σύμφωνα με τις ειδικές οδηγίες που καθορίζονται από την εναγομένη βάσει του προσωπικού τους ορίου, άνω του οποίου δεν επιτρεπόταν να διενεργήσουν συναλλαγές και ήταν διαφορετικό για κάθε διαπραγματευτή όπως κατωτέρω εκτίθεται.

Ο P ήταν έως την αποχώρηση του Διευθυντής του Dealing Room και ιεραρχικός προϊστάμενος του ενάγοντος. Άμεσος προϊστάμενος αυτού (ενάγοντος) στο Τμήμα Ανταλλαγής Νομισμάτων (Foreign Exchange Desk) ήταν ο ..., ο οποίος τοποθετήθηκε στη Διεύθυνση Διαχείρισης Διαθεσίμων (Dealing Room) από το έτος 1981 και το αντικείμενο της εργασίας του ως διαπραγματευτή ήταν να αγοράζει και να πωλεί συνάλλαγμα για λογαριασμό της εναγομένης, με σκοπό την επίτευξη κέρδους της, αναλαμβάνοντας τους αντίστοιχους κινδύνους εντός των κάτωθι ορίων, τα οποία δεν επιτρεπόταν να υπερβεί από 2/1/1997 50.000.000 δολάρια ΗΠΑ από 2/9/1997 80.000.000 δολάρια ΗΠΑ από 10/3/1998 50.000.000 δολάρια ΗΠΑ από 9/7/1998 20.000.000 δολάρια ΗΠΑ από 1/8/2000 70.000.000 ολάρια ΗΠΑ από 1/2/2001 126.000.000 δολάρια ΗΠΑ.

Η Z ασκούσε επίσης λειτουργικά καθήκοντα διαπραγματευτή (Dealer) και είχε ως αντικείμενο εργασίας τη διαχείριση εντός των επιτρεπτών ορίων (ήτοι από 2/1/1997 5.000.000 δολάρια ΗΠΑ από 9/7/1998 15.000.000 δολάρια ΗΠΑ από 1/8/2000 6.000.000 δολάρια ΗΠΑ από 6/10/2000 5.000.000 δολάρια ΗΠΑ από 1/2/2001 3.000.000 δολάρια ΗΠΑ) στο Τμήμα Αγοραπωλησίας Συναλλάγματος και Τίτλων (Treasury Sales Desk) όπου απασχολείτο με α) την παροχή ανταγωνιστικών τιμών συναλλάγματος σε πελάτες εσωτερικού και εξωτερικού, β) την παροχή ανταγωνιστικών προθεσμιακών τιμών συναλλάγματος σε πελάτες εσωτερικού και εξωτερικού, γ) την πώληση ομολόγων σε πελάτες, δ) την αγορά και διάθεση χαρτονομισμάτων ξένου νομίσματος σε πελάτες της εναγομένης, ε) την ενημέρωση και υποστήριξη των καταστημάτων της εναγομένης και των Διευθυντών σχετικά με προϊόντα που διέθετε το Τμήμα Treasury, στ) τη μηνιαία αναφορά σε ...

σχετικά με την πρόοδο των αποτελεσμάτων σύμφωνα με τον προϋπολογισμό, ζ) την ημερήσια έκδοση τιμών συναλλάγματος και η) την ημερήσια έκδοση και αποστολή στους πελάτες ενημερωτικού δελτίου των χρηματοοικονομικών αγορών. Από 1/1/2002 στην αρμοδιότητα της ήταν α) η παροχή τιμών συναλλάγματος και επιτοκίων σε πελάτες, β) η παροχή πληροφοριών σε πελάτες και στα καταστήματα χρηματοοικονομικού περιεχομένου, γ) η διαχείριση εντός των επιτρεπτών ορίων των διαθεσίμων της εναγομένης.

Η B από της προσλήψεως της στο Dealing Room της εναγομένης ασκούσε λειτουργικά καθήκοντα διαπραγματευτή (Dealer) με όρια συναλλαγών όπως: από 2/1/1997 15.000.000 δολάρια ΗΠΑ από 2/9/1997 40.000.000 δολάρια ΗΠΑ από 10/3/1998 20.000.000 δολάρια ΗΠΑ από 9/7/1998 20.000.000 δολάρια ΗΠΑ από 1/8/2000 70.000.000 δολάρια ΗΠΑ από 1/2/2001 126.000.000 δολάρια ΗΠΑ. Στα καθήκοντα της για το διάστημα από της προσλήψεως της μέχρι το

2000 (Διαπραγμάτευση Συναλλάγματος) περιλαμβάνονταν α) η δημιουργία θέσεων σε όλα τα κύρια ξένα νομίσματα και τη δραχμή με απώτερο σκοπό το κέρδος για την εναγομένη, β) η παροχή τιμών συναλλάγματος στο Τμήμα FΧ Sales του Treasury και γ) η παροχή ανταγωνιστικών τιμών συναλλάγματος σε ανταγωνίστριες τράπεζες. Ακολούθως, για το επόμενο διάστημα μέχρι και το έτος 2001 (Διαχείριση Διαθεσίμων) περιλαμβάνονταν α) η διαχείριση διαθεσίμων της τράπεζας μέσω των προϊόντων Money Market και Swaps, β) η παροχή ανταγωνιστικών τιμών στα εσωτερικά κέντρα της εναγομένης και τη Διατραπεζική αγορά, γ) η διαχείριση ιδίων λογαριασμών συναλλάγματος σε τράπεζες του εξωτερικού και την Τράπεζα της Ελλάδος και δ) η ημερήσια έκδοση και αποστολή επιτοκίων κατάθεσης πελατών στα καταστήματα της εναγομένης. Από 1/1/2002 ανέλαβε υπεύθυνη της λειτουργίας του Dealing Room και είχε ως αρμοδιότητα α) την παροχή τιμών συναλλάγματος, επιτοκίων και ομολόγων σε πελάτες, β) την παροχή πληροφοριών σε πελάτες και στα καταστήματα χρηματοοικονομικού περιεχομένου, γ) τη διαχείριση εντός των επιτρεπτών ορίων των Διαθεσίμων της εναγομένης, δ) τη μηνιαία αναφορά σε ... σχετικά με την πρόοδο των αποτελεσμάτων σύμφωνα με τον προϋπολογισμό. Από την άλλη πλευρά ο ενάγων από τον Δεκέμβριο 1994 έως τον Δεκέμβριο 1995 που υπηρέτησε στο Τμήμα ανταλλαγής

νομισμάτων (Foreign Exchange Desk), αναφερόμενος στον άμεσο Προϊστάμενο του ..., άσκησε λειτουργικά καθήκοντα διαπραγματευτή (Dealer) με όριο συναλλαγών το 1/10 του τελευταίου. Από τον Δεκέμβριο του έτους 1995 ο ενάγων μετακινήθηκε στο Τμήμα Αγοραπωλησίας Συναλλάγματος και Τίτλων(Treasury Sales Desk) με Προϊστάμενο τον .... Στο εν λόγω Τμήμα ο ενάγων δεν έκανε εργασίες διαπραγματευτή (Dealer), αλλά του είχε ανατεθεί η προσέλκυση πελατών για επένδυση σε ένα προϊόν αποκαλούμενο "Account to Account", το οποίο απέβλεπε στο να κερδίσει ο πελάτης μέσω της διακυμάνσεως των τιμών συναλλάγματος.

Δηλαδή, ο πελάτης κατέθετε σε δεσμευμένο λογαριασμό ένα ποσό συναλλάγματος, ως εγγύηση και είχε δικαίωμα να κάνει συναλλαγές (αγοραπωλησίες συναλλάγματος) πολύ μεγαλύτερου ποσού από εκείνο της κατάθεσης. Ο ενάγων τηλεφωνούσε στους πελάτες και τους ρωτούσε τι συναλλαγές θέλουν να κάνουν και αντιστοίχως τι κίνδυνο επιθυμούν να αναλάβουν.

Ακολούθως έως τον Νοέμβριο του έτους 2001, οπότε ο ενάγων μετακινήθηκε από το Dealing Room στο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Ταμείο Ασφαλίσεως Ασθένειας Προσωπικού Τραπεζών ΠΙΣΤΕΩΣ-ΓΕΝΙΚΗΣ-ΑΜΕΡ. ΕΞΠΡΕΣ-ΑΤΤΙΚΗΣ κ.α." εκτελούσε τις εντολές των πελατών. Δεν ενεργούσε ως διαπραγματευτής (Dealer), διότι δεν αναλάμβανε ο ίδιος κίνδυνο.

Τον κίνδυνο των συναλλαγών είχαν οι πελάτες. Ο ενάγων εκτελούσε απλώς τις εντολές που του έδιναν. Το προϊόν αυτό δεν πήγε καλά και σταμάτησε λόγω μειωμένης ζήτησης/απόδοσης κατά τα μέσα του έτους 1998. Οι λογαριασμοί των πελατών έκλεισαν το ίδιο έτος. Όταν σταμάτησε το προϊόν αυτό, ο ενάγων παρέμεινε στο ίδιο Τμήμα και απασχολήθηκε με ένα μέρος από την ύλη/εργασίες που διεκπεραίωνε η Z.

Ειδικότερα, έδινε τιμές συναλλάγματος στα καταστήματα της εναγομένης για πελάτες. Δηλαδή, εάν επιθυμούσε ένας πελάτης να αγοράσει δολάρια για διάφορους λόγους (εισαγωγές, εξαγωγές, τουριστικό συνάλλαγμα κλπ.) από το κατάστημα, το κατάστημα ζητούσε από τον ενάγοντα την (καλύτερη) τιμή πωλήσεως του δολαρίου, δηλαδή έκανε απλή διαβίβαση τιμών.

Υπό τα ανωτέρω εκτιθέμενα τα λειτουργικά καθήκοντα του ενάγοντος που έφερε τον τίτλο του senior clerk ήταν υποδεέστερα εκείνων που ασκούσαν οι προαναφερόμενοι αξιωματούχοι συνάδελφοι του που έφεραν τίτλο manager και άνω, κατά τα προεκτιθέμενα. Το κριτήριο που σταθερά είχε προσδιορίσει η εναγομένη, ως είχε δικαίωμα, για τη χορήγηση των ανωτέρω πέντε πρώτων εκούσιων παροχών χωρίς τούτο να απαγορεύεται από την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, ήταν οι τίτλοι manager και άνω που απένεμε στους υπαλλήλους της μετά από συνολική εκτίμηση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων τους σε συνδυασμό με την αποδοτικότητα τους και αντιστοιχούσαν σε ανώτερα λειτουργικά καθήκοντα, κατά τα προεκτεθέντα.

Επειδή ο ενάγων από το 1996 και ειδικότερα από το 1998 και εφεξής δεν είχε την καλύτερη δυνατή απόδοση, από Νοέμβριο 1998 το αρμόδιο όργανο της εναγομένης είχε ζητήσει τη μετακίνηση του από το dealing room σε άλλη υπηρεσία της, αυτός δε είναι και ο λόγος που δεν του είχαν ανατεθεί ανώτερα λειτουργικά καθήκοντα και δεν του είχε χορηγηθεί τίτλος αξιωματούχου υπαλλήλου.

Επομένως, αφού ο ενάγων δεν διέθετε τίτλο από manager και άνω ούτε ασκούσε τα αντίστοιχα ανώτερα λειτουργικά καθήκοντα που ασκούσαν οι προαναφερόμενοι αξιωματούχοι συνάδελφοι του με τίτλο manager και άνω, αλλά αντιθέτως ασκούσε υποδεέστερα λειτουργικά καθήκοντα ανωτέρου υπαλλήλου και έφερε τον υποδεέστερο του manager τίτλο του senior clerk και αν γίνει δεκτό ότι οι ως άνω συνάδελφοι του έλαβαν τις επίδικες παροχές, ο ενάγων δεν δικαιούται αυτές, καθόσον δεν ανήκει στην ίδια κατηγορία προς την οποία η εναγομένη προέβη στις εκούσιες παροχές ούτε εκτελούσε τα ίδια με αυτή καθήκοντα έστω και αν προσέφερε την εργασία του στην ίδια υπηρεσία με τους λοιπούς ανωτέρω συναδέλφους του υπό τις ίδιες συνθήκες κι έτσι δικαιολογείται κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη η εξαίρεση του από την χορήγηση των επίδικων, οικειοθελών παροχών.

Επομένως, η αγωγή ως προς το κεφάλαιο της που αφορά την επιδίκαση στον ενάγοντα των οικειοθελών παροχών της εναγομένης έπρεπε ν' απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, έκανε δεκτή την έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, στη συνέχεια δε απέρριψε την ένδικη αγωγή, καθόσον αφορά το αίτημα αυτής, για επιδίκαση στον ενάγοντα οικειοθελών παροχών που είχαν καταβληθεί από την εναγόμενη σε άλλους υπαλλήλους της.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, διέλαβε στην απόφαση του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα, περί του αν εδικαιούτο και ο αναιρεσείων να λάβει τις εν λόγω οικειοθελείς, προς άλλους υπαλλήλους της, παροχές της αναιρεσίβλητης Τράπεζας, με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης, αφού δέχθηκε ότι ο αναιρεσείων δεν διέθετε τα προς τούτο τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, ούτε ασκούσε τα αντίστοιχα ανώτερα λειτουργικά καθήκοντα, που ασκούσαν οι συνάδελφοι του, που ελάμβαναν τις παροχές αυτές και τα οποία (καθήκοντα) αναφέρονται και ότι αυτός (ενάγων) δεν ανήκε στην ίδια κατηγορία με αυτούς, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρεται στην απόφαση οι τίτλοι, που απένειμε στο προσωπικό της η αναιρεσίβλητη και με τους οποίους συνδεόταν η καταβολή των εν λόγω οικειοθελών παροχών, βάσει ποιας διαδικασίας είχαν απονεμηθεί ούτε και αν είχε καταστεί περιεχόμενο της ατομικής τους σύμβασης ένας τέτοιος όρος (οικειοθελών δηλαδή παροχών), αφού το ουσιώδες εν προκειμένω ήταν εάν ο ενάγων ασκούσε τα ίδια λειτουργικά καθήκοντα με τους συναδέλφους του, που ελάμβαναν τις παροχές αυτές, γεγονός το οποίο το Εφετείο δέχεται ότι δεν συνέτρεχε.

Επομένως οι από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ τρίτος και πέμπτος, κατά το β' μέρος, αναιρετικοί λόγοι, με τον οποίους τα αντίθετα υποστηρίζονται, είναι αβάσιμοι.

Ο από το άρθρο 559 αριθ.8 περ. β' λόγος της ένδικης αιτήσεως, σύμφωνα με τον οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν ελήφθη υπόψη ισχυρισμός του ενάγοντος, κατά τον οποίο, σύμφωνα με τον Οργανισμό Προσωπικού της αναιρεσίβλητης δεν επιτρέπεται, κατά την ανάθεση των καθηκόντων σε υπαλλήλους της, η παραβίαση της ιεραρχίας, ενώ η αναιρεσίβλητη παρεβίασε κατά τούτο τον Οργανισμό της, αναθέτοντας υπέρτερα του αναιρεσείοντος καθήκοντα στην συνάδελφο του B, η οποία έφερε τον βαθμό του Λογιστή, ενώ αυτός του Τμηματάρχη, είναι αβάσιμος, καθόσον αλυσιτελώς προτείνεται, διότι στην προκειμένη περίπτωση κρίνεται η κατά παράβαση των αρχών της ισότητας μη χορήγηση στον αναιρεσείοντα των επιδίκων επιδομάτων, που χορηγούνται στους ανωτέρω υπαλλήλους και όχι το νομότυπο ή μη της ανάθεσης σ' εκείνων των καθηκόντων τους.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 περ. α' του ΚΠολΔ., με την οποία ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση τον δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποία αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.

Στην υπόθεση που κρίνεται, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι έλαβε ως αληθινά πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς απόδειξη και ειδικότερα χωρίς να διατάξει απόδειξη, για τις προϋποθέσεις καταβολής των ανωτέρω παροχών. Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο, στην ως άνω κρίση του κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνεται στην απόφαση, των ενόρκων βεβαιώσεων των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, των ενόρκων βεβαιώσεων, μαρτύρων που αναλυτικά αναφέρονται και τα έγγραφα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι.

Επομένως, στην ως άνω παραδοχή του το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και πρέπει ο λόγος αυτός αναίρεσης να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-3-2009 αίτηση του X, για αναίρεση της 6308|2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της παριστάμενης αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Μαρτίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ