Legislator Case Law & Legislation
1272/2023 AI generated

Supreme Court allows appeal against appellate court failure to consider evidence on public land status.

Case Number 1272/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision regarding a property dispute involving public land. The appellant argued that the First Instance Court failed to properly evaluate specific documents proving the land's public status and tax history. The Court ruled that the appellate court was obligated to specifically refute these significant pieces of evidence rather than ignoring them, leading to the annulment of the lower judgment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11)γ' and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The appellate court must specifically refute evidence adduced by the appellant regarding the nature of the property, and failure to do so constitutes a procedural error warranting annulment.

Keywords

AI generated
appellate review public land status failure to consider evidence property ownership dispute annulment of judgment

Cited Legislation

AI generated
Article 559(11)γ' of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) of Law 3693/1957
Common Decision of the Ministers of Finance and Justice 134423/1992

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1272 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1272/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 16η Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., που εκπροσωπείται νόμιμα από τον ……., κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Όλγα Παπαχρήστου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Μ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταμάτιο Πεπόνα και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ... αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4811/2014 μη οριστική, 1932/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 446/2020 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 2-11-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 2-11-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 446/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης:

Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ... την από ... αγωγή, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί η κυριότητά του επί ενός ακινήτου εμβαδού 348 τ.μ., που βρίσκεται έξω από το εγκεκριμένο σχέδιο πόλης, στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της πρώην κοινότητας ... και το οποίο αποτελείται από τμήμα εμβαδού 240 τ.μ., το οποίο απέκτησε με το αναφερόμενο συμβόλαιο πώλησης και από έτερο τμήμα εμβαδού 108 τ.μ., το οποίο απέκτησε με έκτακτη χρησικτησία.

Ζήτησε, επίσης, να διαταχθεί η διόρθωση της ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία του ..., όπου το ακίνητό του έχει καταχωρηθεί ως αποτελούμενο από δύο διακεκριμένα αγροτεμάχια με δύο ΚΑΕΚ, που έχουν εγγραφεί ως ανήκοντα στο Δημόσιο. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 4811/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης προκειμένου να διαπιστωθεί αν το ακίνητο περιλαμβάνεται εν όλω ή εν μέρει στους τίτλους των δικαιοπαρόχων του ενάγοντος, ή αν περιλαμβάνεται εν όλω ή εν μέρει εντός των ...

δημόσια κτήματα. Μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης εκδόθηκε η 1932/2018 οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης το εναγόμενο άσκησε την από 9-11-2018 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η ανωτέρω προσβαλλόμενη 446/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, που απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Η νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παραβίαση από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αν το Δικαστήριο για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίσης του αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέσθηκε σε λιγότερα (Ολ ΑΠ 18/1998).

Η δε ποιοτική αοριστία, δηλαδή, η επίκληση των στοιχείων του νόμου, χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία, δηλαδή η μη αναφορά όλων των στοιχείων που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχονται από τους αριθμούς 8 και 14, αντιστοίχως, του άρθρου 559 ΚΠοΛΔ (Ολ ΑΠ 15/2000), αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα που δεν αναφέρονται σ` αυτή ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή μη λαμβάνοντας υπόψη τέτοια γεγονότα.

Περαιτέρω, ο ισχυρισμός περί αοριστίας της αγωγής, για να είναι παραδεκτός, πρέπει να προτείνεται νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ και ειδικότερα, αν ο αναιρεσείων έχει ηττηθεί στον πρώτο βαθμό η νόμιμη επαναφορά του ισχυρισμού του στο Εφετείο μπορεί να γίνει μόνο με λόγο έφεσης, κύριο ή πρόσθετο (ΑΠ 852/2021, ΑΠ 29/2021, ΑΠ 142/2013).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωσή της, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας, είτε κατόπιν προβολής της σχετικής ένστασης, είτε και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.

Προκειμένου ειδικότερα περί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής της κυριότητας ακινήτου αγωγής απαιτείται, για το ορισμένο αυτής, εκτός από τα απαιτούμενα κατά το άρθρο 1094 ΑΚ στοιχεία, και ακριβής περιγραφή του επίδικου ακινήτου, δηλαδή ο προσδιορισμός του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια και, μάλιστα τόσο λεπτομερής, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του.

Όταν το διεκδικούμενο ακίνητο φέρεται στην αγωγή ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, ο ενάγων έχει υποχρέωση, εκτός από την έκταση του διεκδικούμενου αυτού τμήματος, να προσδιορίσει τη θέση του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο, ούτως ώστε να είναι δυνατόν στο μεν εναγόμενο να αντιτάξει άμυνα περί συγκεκριμένου και όχι ασαφούς επιδίκου αντικειμένου, στο δε δικαστήριο να εκδώσει απόφαση δεκτική εκτέλεσης.

Η περιγραφή του ακινήτου από την οποία να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητά του μπορεί να γίνεται και με την αποτύπωσή του με τοπογραφικό διάγραμμα υπό κλίμακα, από το οποίο προκύπτει πλην του σχήματος, οι πλευρές του, η θέση του, ο προσανατολισμός του και το εμβαδόν του, εφόσον το τοπογραφικό διάγραμμα τούτο ενσωματώνεται στο δικόγραφο της αγωγής (ΑΠ 1319/2020, ΑΠ1597/2018, 305/2017, ΑΠ 781/2016 ).

Το γεγονός όμως ότι το μνημονευόμενο τοπογραφικό διάγραμμα, στο οποίο εμφαίνεται το επίδικο ακίνητο, δεν προσαρτήθηκε στην αγωγή, δεν την καθιστά αόριστη ως προς την περιγραφή του, αν από την όλη περιγραφή του ακινήτου στο δικόγραφο της αγωγής δεν γεννιέται αμφιβολία για την ταυτότητά του ( ΑΠ 166/2023, ΑΠ 9/2020, ΑΠ 301/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, ισχυρίζεται το αναιρεσείον ότι είχε προβάλλει πρωτοδίκως με τις προτάσεις του την ένσταση αοριστίας της αγωγής, επειδή δεν προσδιορίζεται σ' αυτήν το επίδικο ακίνητο σε σχέση με τη μείζονα έκταση των 18 στρεμμάτων, από την οποία φέρεται ότι προήλθε και επί πλέον, επειδή το από Νοέμβριο του 1963 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Θ.

Μ., στο οποίο παρέπεμπε, δεν ήταν συνημμένο στην αγωγή. Ότι τον ισχυρισμό αυτό, που δεν έγινε δεκτός από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επανέφερε με λόγο έφεσης και ενώπιον του Εφετείου, το οποίο όμως, απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό, κρίνοντας ορισμένη την αγωγή και υποπίπτοντας έτσι στην παράβαση του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, επειδή δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή λόγω της αοριστίας της.

Όπως, όμως, προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της πιο πάνω αγωγής του αναιρεσιβλήτου, τα δύο τμήματα από τα οποία αποτελείται το επίδικο ακίνητο, επί του οποίου ο τελευταίος ζήτησε την αναγνώριση της κυριότητάς του, περιγράφονται στην αγωγή πλήρως, ώστε να μην προκύπτει καμία αμφιβολία ως προς την ακριβή τους ταυτότητα.

Ειδικότερα, ο ενάγων αναφέρει στην αγωγή του ότι με το ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Λ., σε συνδυασμό με το ... συμβόλαιο της αυτής ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκαν νόμιμα, απέκτησε την κυριότητα, νομή και κατοχή ενός αγροτεμαχίου, το οποίο βρίσκεται εκτός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλης και στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της πρώην κοινότητας ....

Ότι το αγροτεμάχιο αυτό, μέσα στο οποίο είναι κτισμένη μία οικία εμβαδού 30 τ.μ. με στεγασμένη βεράντα επιφάνειας 60 τ.μ., εμφαίνεται με τα περιμετρικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Α στο από μηνός ... τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Θ. Μ., το οποίο έχει προσαρτηθεί στο ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ι.

Π.. Ότι το αγροτεμάχιο αυτό έχει έκταση 240 τ.μ., όπως εμφαίνεται με τα περιμετρικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Α στο από μηνός Οκτωβρίου 1977 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Ι. Μ., το οποίο έχει προσαρτηθεί στο ανωτέρω αναφερόμενο ... συμβόλαιο και συνορεύει βόρεια με πλευρά Α-Ε μήκους 19 μέτρων με οδό πλάτους 5 μέτρων, νότια με πλευρά μήκους 17 μέτρων με δημόσιο χώρο και ανατολικά με πλευρά τεθλασμένη Α-Β-Γ συνολικού μήκους 13 μέτρων με ιδιοκτησία ..., ενώ άλλα 108 τ.μ.

περίπου αποτελούν το προς βορράν τμήμα του, ώστε τα δύο αυτά τμήματα αποτελούν το επίδικο ακίνητο συνολικού εμβαδού 348 τ.μ. Αναφέρεται στη συνέχεια στην αγωγή ότι σύμφωνα με τη γενόμενη κτηματογράφηση από τον ΟΚΧΕ, το επίδικο ακίνητο έχει έκταση 348,00 τ.μ. και φέρει δύο ΚΑΕΚ μετά από αυθαίρετη κατάτμησή του, ήτοι προσδιορίζεται στο κτηματολόγιο με τους αριθμούς ..., που έχουν εγγραφεί ως ανήκοντα στο ....

Εκτίθεται δε στη συνέχεια στην αγωγή ότι το επίδικο ακίνητο αποτελούσε τμήμα ευρύτερης έκτασης 18 στρεμμάτων, που ανήκε στον Π. Γ. του Κ., ο οποίος απέκτησε την κυριότητά της με έκτακτη χρησικτησία, καθώς τη νεμόταν από το έτος 1900 και ο οποίος στη συνέχεια κατέτμησε την έκταση αυτή και μεταβίβασε κατά κυριότητα του επίδικο ακίνητο, που προήλθε από την κατάτμηση αυτή, στον Ν.

Π. το έτος 1963 με το αναφερόμενο συμβόλαιο και τελικά το επίδικο περιήλθε στον ενάγοντα, μέσω των αναφερόμενων δικαιοπαρόχων του. Ενόψει των ανωτέρω, η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη ως προς την περιγραφή του επιδίκου ακινήτου, καθώς αναφέρεται η θέση του, όπως επίσης αναφέρονται οι πλευρικές του διαστάσεις, οι συνορίτες του, καθώς και το εμβαδόν των τμημάτων του και το συνολικό του εμβαδόν, ενώ αναφέρονται και οι ...

με βάση τους οποίους το ακίνητο έχει καταχωρηθεί στο κτηματολόγιο, ώστε να μην προκύπτει καμία αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του. Δεν ήταν δε αναγκαίο για την πληρότητα της αγωγής να προσδιοριστεί η θέση του επιδίκου μέσα στην ανωτέρω έκταση των 18 στρεμμάτων, από την οποία προήλθε, καθώς αυτό δεν διεκδικείται ως μέρος της ευρύτερης αυτής έκτασης, αλλά ως αυθύπαρκτο και αυτοτελές ακίνητο, με συγκεκριμένο προσδιορισμό της θέσης και των ορίων του, ενώ αυτό προσδιορίζεται και από την καταχώρησή του στο κτηματολόγιο με συγκεκριμένους ....

Η μη ενσωμάτωσε δε στην αγωγή των αναφερομένων ανωτέρω τοπογραφικών διαγραμμάτων, δεν καθιστά αυτήν αόριστη, δεδομένου ότι, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, το επίδικο ακίνητο προσδιορίζεται πλήρως στην αγωγή. Κατά συνέπεια, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε το σχετικό λόγο της έφεσης που αναιρεσείοντος περί αοριστίας της αγωγής, όχι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο και επομένως, ο τα αντίθετα υποστηρίζων πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 γ' του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (Ολ ΑΠ 23/2008).

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ ΑΠ 2/2008) ή κατ' άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ ΑΠ 14/2005) ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.

Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (Ολ ΑΠ 8/2016, ΑΠ 1517/2021, ΑΠ 645/2021, ΑΠ 26/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία παραδεκτά επισκοπείται για την έρευνα του αναιρετικού λόγου (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι έγιναν δεκτά από το Εφετείο τα ακόλουθα:

Ότι το επίδικο ακίνητο είναι ένα αγροτεμάχιο, έκτασης 348 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της πρώην κοινότητας ... και ταυτίζεται σε θέση, έκταση και όρια με τα δύο γεωτεμάχια με .... και ... Ότι ειδικότερα, η έκταση των 240 τ.μ., για την οποία ο ενάγων επικαλείται παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας, καλύπτει όλο το ανωτέρω γεωτεμάχιο των 179 τ.μ.

και τμήμα του γεωτεμαχίου των 169 τ.μ., ενώ η έκταση των 108 τ.μ., για την οποία ο ενάγων επικαλείται πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας, εντοπίζεται στο σύνολό της εντός του πιο πάνω γεωτεμαχίου των 169 τ.μ. Ότι με το ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Λ., που μεταγράφηκε νόμιμα, ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος και ο αδελφός του Π.

Μ. απέκτησαν κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου έκαστος, την πλήρη κυριότητα, λόγω αγοράς από τους αδελφούς Β. Π. και Χ. Π., ενός αγροτεμαχίου έκτασης 240 τ.μ., που αποτελεί τμήμα του επιδίκου, μετά της εντός αυτού οικίας 30 τ.μ. με στεγασμένη βεράντα 60 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στην πιο πάνω αναφερόμενη θέση "..." .... Στη συνέχεια με το ...

αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο Π. Μ. μεταβίβασε λόγω πώλησης στον ενάγοντα αδελφό του το ανήκον σε αυτόν ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου επί του ως άνω ακινήτου και έτσι ο τελευταίος κατέστη αποκλειστικός κύριος αυτού. Ότι στους δικαιοπαρόχους του ενάγοντος Β.

Π. και Χ. Π. το ανωτέρω ακίνητο των 240 τ.μ. είχε περιέλθει κατά κυριότητα και κατ' ισομοιρία, από κληρονομία του αποβιώσαντος την 11-3-1995, χωρίς διαθήκη, πατέρα τους Ι. Π., του οποίου την εξ αδιαθέτου κληρονομία αποδέχθηκαν με την ... δήλωση αποδοχής κληρονομίας της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα.

Ότι στον ως άνω κληρονομούμενο το εν λόγω ακίνητο είχε περιέλθει κατά κυριότητα, λόγω αγοράς από τον προηγούμενο αληθή κύριο αυτού Α. Π. του Ν. με το ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου ... Μ. Μ.-Γ., που μεταγράφηκε νόμιμα και ότι στον ως άνω πωλητή Α. Π. το εν λόγω ακίνητο είχε περιέλθει κατά πλήρη κυριότητα ως εξ αδιαθέτου κληρονόμο του αποβιώσαντος την ...

χωρίς διαθήκη πατέρα του Ν. Π., του οποίου την κληρονομία αποδέχθηκε με την ... πράξη αποδοχής κληρονομίας της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Ότι στον ως άνω κληρονομούμενο το ακίνητο αυτό είχε περιέλθει κατά πλήρη κυριότητα, λόγω αγοράς, από τον προηγούμενο αληθή κύριο αυτού Π. Γ.

με το ... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ι. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα. Ότι σύμφωνα με το τελευταίο αυτό συμβόλαιο, ο ως άνω πωλητής Π. Γ. είχε καταστεί κύριος του εν λόγω ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, με την άσκηση επ' αυτού πράξεων νομής, όπως καλλιέργεια με σιτάρι, φύλαξη και επίβλεψη, με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα πέραν της πεντηκονταετίας.

Ότι επίσης, σύμφωνα με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα Γ. Τ., αγρονόμου-τοπογράφου μηχανικού, υπάρχει ταυτότητα του επιδίκου ακινήτου με βάση τους επικαλούμενους από τον ενάγοντα διαδοχικούς τίτλους κτήσης κυριότητας. Ότι ειδικότερα, όπως αποδείχθηκε, ο ενάγων και όλοι οι προαναφερόμενοι προκάτοχοί του νέμονταν έκταση μεγαλύτερη από αυτήν των 240 τ.μ.

και συγκεκριμένα νέμονταν όλη την έκταση αφενός μεταξύ της οδού πλάτους 5 μ., που αποτελεί το σταθερό και αμετάβλητο βόρειο όριο του ακινήτου και της βραχώδους ακτογραμμής, που αποτελεί το νότιο όριο της ευρύτερης έκτασης και αφετέρου μεταξύ του δυτικού ορίου του ακινήτου, δηλαδή του κοινού συνόρου με την ιδιοκτησία Κ.

και του ανατολικού ορίου, που αποτελείται εν μέρει από πρανές και πέραν αυτού από αμμώδη παραλία και εν μέρει από βραχώδη ακτογραμμή. Ότι, όπως αποδείχθηκε περαιτέρω, τόσο ο ενάγων, όσο και οι προαναφερόμενοι δικαιοπάροχοί του, κατείχαν με διάνοια κυρίου μεγαλύτερη έκταση από αυτήν των 240 τ.μ. και συγκεκριμένα νέμονταν και επιπλέον έκταση 108 τ.μ., δηλαδή νέμονταν το επίδικο ακίνητο έκτασης 348 τ.μ.

Ότι ως προς το όλο επίδικο ακίνητο των 348 τ.μ., όπως αποδείχθηκε, αυτό αποτελούσε τμήμα της ευρύτερης έκτασης των 18 στρεμμάτων, που ανήκε στον προαναφερόμενο απώτερο δικαιοπάροχο του ενάγοντος Π. Γ., ο οποίος απέκτησε την κυριότητα της έκτασης αυτής με έκτακτη χρησικτησία, αφού από το έτος 1900 και μετέπειτα ασκούσε επ' αυτής πράξεις φυσικής εξουσίασης με καλή πίστη, ήτοι πιστεύοντας ότι δεν προσέβαλε την κυριότητα τρίτου και με διάνοια κυρίου, αφού την χρησιμοποιούσε για καλλιέργεια σιτηρών, ενώ την έκταση αυτή πριν περιέλθει στη νομή του, την νέμονταν, καλλιεργώντας την, μέλη της οικογένειάς του, ήτοι ο πατέρας του Κ.

Γ. του Χ., ο παππούς του Χ. Γ. του Δ. και ο προπάππος του Δ. Γ. από το έτος 1850 περίπου. Ότι η νομή της μεγαλύτερης αυτής έκτασης από τον Π. Γ. προκύπτει και από το προσκομιζόμενο από το ίδιο το εναγόμενο απόσπασμα του βιβλίου καταγραφής κτημάτων της Εφορίας ..., όπου εμφαίνονται τα με αριθμ. ... καταγεγραμμένα δημόσια κτήματα και με βάση το από ...

τοπογραφικό διάγραμμα των μηχανικών του Δημοσίου Π. και Κ., που αποτυπώνει την ευρύτερη περιοχή του "..." της κτηματικής περιοχής ..., αναφέρεται: α) ως κάτοχος, ο Β., του αγρού με ... και διαγράμματος … εμβαδού 18 στρεμμάτων και 280 τ.μ., εντός του οποίου βρίσκεται το επίδικο και β) ως κάτοχος, ο Π. Γ., του αγρού με ...

και διαγράμματος…., που βρίσκεται βορειότερα του αγρού 10, εμβαδού 8 στρεμμάτων και 560 τ.μ., πλην όμως, σύμφωνα με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, οι προαναφερόμενοι νομείς νέμονταν τα ως άνω εδαφικά τμήματα αντίστροφα και συγκεκριμένα ο Β. το βόρειο τμήμα με αριθμό …. (αντί του …. που αναφέρεται στον κτηματολογικό πίνακα και ο Π.

Γ. το νότιο τμήμα με αριθμό…., εντός του οποίου βρίσκεται και το επίδικο τμήμα. Ότι συνεπώς, την ευρύτερη έκταση, εντός της οποίας βρίσκεται το επίδικο ακίνητο, νεμόταν ήδη από το έτος 1900 περίπου ο Π. Γ. και πριν από αυτόν οι ανωτέρω πρόγονοί του. Ότι αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι η επίδικη έκταση δεν υπήρξε ποτέ δημόσιο κτήμα, καθώς, αποδείχθηκε αντίθετα ότι η έκταση αυτή είχε πάντα ιδιωτικό και συγκεκριμένα αγροτικό χαρακτήρα.

Ότι και το ίδιο το εναγόμενο Δημόσιο, κατά το έτος 1939, στον προαναφερόμενο κτηματολογικό πίνακα αναφέρει την έκταση ως "αγρό", δηλαδή συνομολογεί τη νομή και καλλιέργεια αυτής από ιδιώτες, τους οποίους βέβαια χαρακτηρίζει ως καταπατητές, διεκδικώντας όλη την έκταση της ... .... Ότι περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα συμπεράσματα τόσο του πραγματογνώμονα Γ.

Τ., όσο και του τεχνικού συμβούλου του εναγομένου Δημοσίου Γ. Χ., το επίδικο ακίνητο εμπίπτει κατά ένα μέρος εντός του δημοσίου κτήματος 59 (το γεωτεμάχιο με ... και κατά ένα μέρος εντός του δημοσίου κτήματος …. (το γεωτεμάχιο με ...), πλην όμως ο χαρακτηρισμός μίας έκτασης από το Δημόσιο ως δημόσιας και η καταγραφή της ως δημοσίου κτήματος, δεν αρκούν, μόνο αυτά, για να αποκτήσει κυριότητα το Δημόσιο.

Ότι ενισχυτικό της κρίσης του Δικαστηρίου ότι η επίδικη έκταση ήταν ιδιωτική, αποτελεί και το γεγονός ότι με την υπ' αριθμ. ... κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Εμπορικής Ναυτιλίας ανακλήθηκε προγενέστερη αναγκαστική απαλλοτρίωση της ευρύτερης περιοχής του νότιου ημίσεως του ακρωτηρίου Κυνοσούρας ..., λόγω δημόσιας ωφέλειας, συνισταμένης στην επέκταση της χερσαίας ζώνης του λιμένος Πειραιώς, που αφορούσε, μεταξύ άλλων, και το επίδικο ακίνητο, όπως τούτο προκύπτει από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, καθώς και από το απόσπασμα του υπ' αριθ. ...

κτηματολογικού διαγράμματος που συνοδεύει την απόφαση της απαλλοτρίωσης, σε συνδυασμό και με την υπ' αριθ. 93/1974 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς (διαδικασία απαλλοτριώσεων), που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδας και στην οποία αναφέρεται ως φερόμενος δικαιούχος αποζημίωσης ο δικαιοπάροχος του ενάγοντος και τότε κύριος του ακινήτου Ν.

Π.. Ότι λαμβανομένου υπόψη ότι μία περιοχή δύναται να κηρυχθεί απαλλοτριωτέα μόνο αν ανήκει σε τρίτο ιδιοκτήτη και όχι στην περιουσία του ..., συνάγεται ότι το επίδικο ακίνητο, που κατά τα ανωτέρω, κηρύχθηκε απαλλοτριωτέο, είναι, κατά λογική και νομική αναγκαιότητα, αδύνατο να ανήκει κατά κυριότητα στο εναγόμενο.

Ότι η ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου ενισχύεται και από την κατάθεση στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο του μάρτυρα του ενάγοντος Γ. Λ., ο οποίος, ως έχων ακίνητο στην ίδια περιοχή με το επίδικο, αλλά λόγω της ηλικίας του (κατά την κατάθεσή του ήταν 68 ετών), έχοντας άμεση γνώση από διηγήσεις γνωστών του και πιο ηλικιωμένων ανθρώπων, κατέθεσε για τις πράξεις νομής που ασκούσε στην επίδικη έκταση ο Π.

Γ. και η οικογένειά του ήδη από το έτος 1850. Ότι η κτηματική περιοχή στην οποία βρίσκεται το επίδικο ακίνητο κηρύχθηκε υπό κτηματογράφηση στο πλαίσιο των εργασιών για τη δημιουργία Εθνικού Κτηματολογίου, σύμφωνα με το Ν. 2308/1995, η δε διαδικασία ήδη περαιώθηκε. Ότι, όμως, κατά τη διαδικασία κτηματογράφησης εμφιλοχώρησαν τα ακόλουθα σφάλματα:

α) τμήμα του όλου επιδίκου αγροτεμαχίου, έκτασης 348 τ.μ., από το κτηθέν παραγώγως με τους προαναφερόμενους τίτλους κτήσης, αποτελεί γεωτεμάχιο με ..., έκτασης 179 τ.μ. και β) τμήμα του κτηθέντος εν μέρει παραγώγως με τους προαναφερόμενους τίτλους κτήσης και εν μέρει με έκτακτη χρησικτησία, αποτελεί το γεωτεμάχιο με ..., έκτασης 169 τ.μ., στα κτηματολογικά φύλλα των οποίων καταχωρήθηκε ως δικαιούχος το εναγόμενο ..., αντί του ενάγοντος και συνεπώς οι αρχικές αυτές εγγραφές του κτηματολογικού φύλλου, οι οποίες αφορούν το επίδικο ακίνητο, είναι ανακριβείς ως προς το καθεστώς κυριότητας, αφού με βάση όσα προαναφέρθηκαν, αυτό ανήκει στην κυριότητα του ενάγοντος.

Με βάση τις παραδοχές αυτές και αφού προηγουμένως το Εφετείο απέρριψε την ένσταση ιδίας κυριότητας του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ..., που στηριζόταν σε πολλαπλές βάσεις, απέρριψε την έφεση του εναγομένου και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε εκφέρει όμοια κρίση ως προς την κυριότητα του ενάγοντος επί του επιδίκου ακινήτου και τη αναγκαία διόρθωση της πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά φύλλα του Κτηματολογίου.

Με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για παράβαση του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα κατωτέρω αναφερόμενα έγγραφα και συγκεκριμένα: 1) Το υπ' αριθμ. πρωτ. ... έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιά, με το συνημμένο σε αυτό με αριθμ.

πρωτοκ. ... έγγραφο της ίδιας Υπηρεσίας (Τεχνικού Τμήματος) και το συνημμένο σε αυτό από ... τοπογραφικό διάγραμμα των συνταξάντων μηχανικών της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιά Γ. Α. (αγρονόμου-τοπογράφου μηχανικού) και Δ. Σ. (πολιτικού μηχανικού), το οποίο θεωρήθηκε από τον Προϊστάμενο του Τεχνικού Τμήματος της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιά. 2) Την υπ' αριθμ.

πρωτοκ. 13341/14-3-2003 ένσταση της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιά προς τον Οργανισμό Κτηματογραφήσεων και Χαρτογραφήσεων Ελλάδος (Ο.Κ.Χ.Ε.) 3) Απόσπασμα από το βιβλίο καταγραφής κτημάτων της Εφορίας ..., στο οποίο εμφαίνονται τα υπ' αριθμ. ... καταγεγραμμένα δημόσια κτήματα και από το γενικό βιβλίο καταγραφής. 4) Τα από 20-3-1940 πρωτόκολλα γνωμοδοτήσεως της Οικονομικής Εφορίας ..., που αφορούν τα γεωργικά έτη από το 1926 έως και το έτος 1929, καθώς και τα από 7-3-1940 πρωτόκολλα γνωμοδοτήσεως της Οικονομικής Εφορίας ...

που αφορούν τα γεωργικά έτη από το 1933 έως και το έτος 1939. 5) Προκηρύξεις δημοπρασιών ετών 1932 και 1934, πρακτικά επαναληπτικών δημοπρασιών του έτους 1934 και αποδεικτικά δημοσίευσης. Και 6) Το από ... και με αριθμό πρωτοκ. ... π.ε. έγγραφο της Δ/νσης Δασών Πειραιά, σύμφωνα με το οποίο τα επίδικα γεωτεμάχια με ΚΑΕΚ εμπίπτουν σε ευρύτερη δασική έκταση.

Ότι τα έγγραφα αυτά τα είχε επικαλεστεί και προσκομίσει με τις προτάσεις του τόσο ενώπιον του πρωτοβάθμιου, όσο και ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου και προσκομίζει και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ενόψει του γεγονότος ότι τόσο με τις πρωτόδικες προτάσεις του, όσο και με τον έβδομο λόγο της έφεσής του, αρνήθηκε αιτιολογημένα την ιστορική βάση της αγωγής και επιπροσθέτως προέβαλε την ένσταση ιδίας κυριότητας του επιδίκου, καθώς αυτό εμπίπτει εντός καταγεγραμμένων δημοσίων κτημάτων και συγκεκριμένα εντός των ...

δημοσίων κτημάτων. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η ένσταση ιδίας κυριότητας που προέβαλε το αναιρεσείον επί του επιδίκου ακινήτου, όπως ήδη αναφέρθηκε, απορρίφθηκε από την προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς αυτή κατά το εν λόγω μέρος της και κατά τις σχετικές παραδοχές της για την απόρριψη αυτής της ένστασης να προσβάλλεται με λόγο αναίρεσης.

Επίσης, με το δεύτερο μέρος του δευτέρου λόγου αναίρεσης το αναιρεσείον προβάλλει τον ισχυρισμό ότι από τα ανωτέρω αναφερόμενα έγγραφα που προσκόμισε πρωτοδίκως και κατ' έφεση, αποδεικνύεται ότι τα δημόσια κτήματα με ... φέρουν και δασικό χαρακτήρα και ότι το επίδικο εμπίπτει σε ευρύτερες εκχερσωμένες εκτάσεις, όπως τούτο προκύπτει και από το, σε ορθή επανάληψη την ..., από ...

και με αριθμό πρωτοκ. ... π.ε. έγγραφο της Δ/νσης Δασών Πειραιά, το οποίο δεν έλαβε υπόψη του το Εφετείο. Ο λόγος, όμως αυτός κατά το ως άνω μέρος του (δεύτερο) είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, αφού το αναιρεσείον δεν ισχυρίζεται ότι τον ισχυρισμό αυτό περί δασικού χαρακτήρα του επιδίκου ακινήτου προέβαλε με λόγο έφεσης ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου (ΑΠ 2/2023, ΑΠ 1968/2022, ΑΠ 1597/2018, ΑΠ 884/2017).

Σε κάθε δε περίπτωση, ο λόγος αυτός κατά το ως άνω μέρος του (δεύτερο) είναι απαράδεκτος κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, επιπλέον και επειδή, όπως προκύπτει από την από 9-11-2018 έφεση του αναιρεσείοντος, που παραδεκτά επισκοπείται (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), δεν προβλήθηκε με αυτήν λόγος έφεσης που να αφορά το δασικό χαρακτήρα του επιδίκου ακινήτου.

Περαιτέρω, ως προς τον ίδιο λόγο (δεύτερο) και κατά το πρώτο μέρος του το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα που αναφέρεται ανωτέρω, σύμφωνα με την διαλαμβανόμενη στην απόφασή του βεβαίωση, αφού έλαβε υπ` όψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, την 383/29-6-2015 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος με τη μη οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου πραγματογνώμονα Γ.

Τ., αγρονόμου-τοπογράφου μηχανικού, την από 18-12-2015 τεχνική έκθεση του Γ. Χ., πολιτικού μηχανικού, διορισμένου τεχνικού συμβούλου του αναιρεσείοντος, καθώς και όλα τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, με τη σημείωση ότι η τυχόν αναφορά στη συνέχεια της απόφασης ορισμένων από τα έγγραφα αυτά είναι απλώς ενδεικτική, συμπεριλαμβανομένων στα έγγραφα και των τοπογραφικών διαγραμμάτων και των φωτοτυπημένων φωτογραφιών, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας.

Από την γενική, όμως, αυτή βεβαίωση του Εφετείου, σε συνδυασμό και με τις λοιπές παραπάνω αιτιολογίες της απόφασης, που παραδεκτά επισκοπήθηκε, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, αλλά καταλείπονται αμφιβολίες αν το δικαστήριο της ουσίας, κατά το σχηματισμό του πιο πάνω αποδεικτικού του πορίσματος σχετικά με την κτηθείσα κυριότητα του απώτατου δικαιοπαρόχου του αναιρεσιβλήτου με έκτακτη χρησικτησία από το έτος 1900 και μετά, έλαβε υπόψη του και τα πιο πάνω αναφερόμενα έγγραφα και ιδίως α) το απόσπασμα από το βιβλίο καταγραφής κτημάτων της Εφορίας ..., στο οποίο είναι καταχωρημένα τα με αριθμούς ...

δημόσια κτήματα, έκτασης 18 στρεμμάτων και 280 τ.μ. το πρώτο και 288 στρεμμάτων και 180 τ.μ. το δεύτερο, β) τα από 20-3-1940 πρωτόκολλα γνωμοδοτήσεως της Οικονομικής Εφορίας ... τα οποία αφορούν τα γεωργικά έτη από το 1926 έως και το έτος 1929 και με τα οποία η αρμόδια επιτροπή της εν λόγω Εφορίας προσδιορίζει το ετήσιο μίσθωμα που πρέπει να καταβάλει για το καθένα από τα παραπάνω γεωργικά έτη η Κ.

Κ. για αυθαίρετη χρήση δημοσίου κτήματος έκτασης 18 στρεμμάτων και 280 τ.μ., δηλαδή του ΒΚ 59 δημόσιου κτήματος, που βρίσκεται στη θέση "...". γ) τα από 7-3-1940 πρωτόκολλα γνωμοδοτήσεως της ίδιας ως άνω Εφορίας, που αφορούν τα γεωργικά έτη από το 1933 έως και το έτος 1939 και με τα οποία η ίδια αρμόδια επιτροπή της εν λόγω Εφορίας προσδιορίζει το ετήσιο μίσθωμα που πρέπει να καταβάλει για το καθένα από τα παραπάνω γεωργικά έτη η Κ.

Κ. για αυθαίρετη χρήση δημοσίου κτήματος έκτασης 18 στρεμμάτων και 280 τ.μ., δηλαδή του ΒΚ 59 δημόσιου κτήματος, που βρίσκεται στη θέση "..." της Κοινότητας ... ... και δ) προκηρύξεις δημοπρασιών του Οικονομικού Εφόρου ... των ετών 1932 και 1934, πρακτικά επαναληπτικών δημοπρασιών του έτους 1934 και αποδεικτικά δημοσίευσης αυτών για δημόσιο κτήμα στη θέση "..." ....

Σημειωτέον ότι το με αριθμό 6 έγγραφο που αναφέρεται στον ανωτέρω αναιρετικό λόγο (το από ... και με αριθμ. πρωτοκ. ... π.ε. έγγραφο της Δ/νσης Δασών Πειραιά) συνέχεται με τον ισχυρισμό του Δημοσίου περί του δασικού χαρακτήρα του επιδίκου ακινήτου, που δεν προτάθηκε στο Εφετείο με λόγο έφεσης και στηρίζει τον απορριφθέντα για το λόγο αυτό, κατά τα προαναφερθέντα, δεύτερο αναιρετικό λόγο κατά το δεύτερο μέρος του.

Παρά δε το γεγονός ότι το Εφετείο δεν δεσμεύεται από τα ανωτέρω έγγραφα, τα οποία εκτιμώνται ελεύθερα, ενόψει της σοβαρότητας των εν λόγω αποδεικτικών στοιχείων έπρεπε να τα αντικρούσει ειδικά, και συνακόλουθα δεν προκύπτει με βεβαιότητα ότι τα έλαβε υπόψη. Έτσι, όμως, η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων που το αναιρεσείον είχε επικαλεστεί και προσκομίσει νόμιμα (ΑΠ 1517/2021, ΑΠ 26/2020, ΑΠ 46/2019, ΑΠ 363/2018).

Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτός, ως βάσιμος, ο από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' του ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του, παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας της βασιμότητας του τρίτου λόγου αναίρεσης. Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολο της η προσβαλλόμενη απόφαση, και ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλη δικαστή, εκτός από εκείνη που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, ο αναιρεσίβλητος που νικήθηκε στη δίκη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα οποία ωστόσο θα καταλογισθούν μειωμένα κατά το άρθρο 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957, σε συνδυασμό με την 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 446/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιουνίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Αυγούστου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ