Supreme Court dismisses appeal due to lack of specific grounds under Article 559 of the Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the final judgment of the Athens Court of Appeal. The appellant argued that the lower court erred in accepting a set-off defense and failing to award interest on a specific claim, but failed to identify the precise legal error required by Article 559 of the Civil Procedure Code. Consequently, the court found no grounds for review and ordered the appellant to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552 and 553 of the Civil Procedure Code; Article 559 of the Civil Procedure Code: An appeal against a final judgment must specify the exact legal error alleged; vague or general complaints regarding the application of the law or facts do not constitute a valid ground for cassation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1272 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1272/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα, Αναστασία Μουζάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 Μαρτίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Δ…….. Α.Ε." (….. Α.Ε.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ελευθέριο Καστρήσιο και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "P……" με το διακριτικό τίτλο "P….. ΑΕ" ως Ειδικού Εκκαθαριστή της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "Η….." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Ευανθία Κατσίγιαννη και Γεώργιο Ορφανίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/7/1991 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2655/1992 μη οριστική και 9004/1996 του ίδιου Δικαστηρίου και 4613/1997 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσείουσα με την από 25/8/1997 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 746/1998 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 4613/1997 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5514/1999 μη οριστική και 7956/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζήτησε η ήδη αναιρεσίβλητη με την από 29/8/2006 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 1968/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 7956/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4093/2009 μη οριστική και 3680/2014 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των ανωτέρω εφετειακών αποφάσεων ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16/6/2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 552 και 553 παρ.1 περιπτ. β' του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι οι αποφάσεις των Εφετείων, για να μπορεί να προσβληφθούν με αναίρεση, πρέπει να είναι οριστικές. Οι μη οριστικές αποφάσεις, όπως είναι και εκείνη, με την οποία το δικαστήριο διατάζει πραγματογνωμοσύνη δεν υπόκεινται αυτοτελώς σε αναίρεση, αλλά θεωρούνται ότι έχουν προσβληθεί μαζί με την οριστική και αν δεν απευθύνεται κατ' αυτών η αναίρεση αρκεί, βέβαια, να υπάρχει λόγος αναίρεσης κατά της μη οριστικής απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 566 παρ.1 ΚΠολΔ.
Κατά συνέπεια, η υπό κρίση από 16-6-2017 αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος, με το οποίο προσβάλλεται αυτοτελώς η υπ' αριθ. 4093/2009 μη οριστική απόφαση του Εφετείου, η οποία δεν είναι οριστική, αφού, όπως από αυτή προκύπτει, το δικαστήριο δεν αποφάνθηκε επί της έφεσης της αναιρεσείουσας, αλλά με αυτή διέταξε συμπληρωματική λογιστική πραγματογνωμοσύνη, χωρίς όμως να προβάλλεται συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης που να αφορά την εν λόγω μη οριστική απόφαση, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ.
Κατά τα λοιπά η υπό κρίση από 16-6-2017 αίτηση αναίρεσης κατά της αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσας κατά την τακτική διαδικασία με αριθ. 3680/2014 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να παρατίθεται, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος, ο χρόνος πρότασης ή επαναφοράς του στο εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο, αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, αφού μη νόμιμοι, αόριστοι και απαράδεκτοι ισχυρισμοί δεν είναι για τους λόγους αυτούς ουσιώδεις και δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1399/2017, ΑΠ 1995/2017, 1401/2008, ΑΠ 1334/2005).
Ειδικότερα, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται, ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο εκείνος στηρίζεται είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο με λόγο έφεσης (κύριο ή πρόσθετο) ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 168/2015, ΑΠ 142/2013).
Όπως δε περαιτέρω προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους αναίρεσης, ακόμη και σε εκείνους των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1059/2017, ΑΠ 142/2013, ΑΠ 967/2010, ΑΠ 99/2010). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της αίτησης αναίρεσης αποδίδει στο Εφετείο πλημμέλειες από τους αριθ. 19 και 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αντίστοιχα και συγκεκριμένα για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, εξαιτίας παντελούς έλλειψης αιτιολογιών αυτής, καθόσον δέχτηκε την ύπαρξη σύμβασης αλληλόχρεου λογαριασμού για κάθε μία από τις έξι δανειακές συμβάσεις, που είχαν καταρτισθεί κατά το χρονικό διάστημα 1985-1988 μεταξύ αυτής και της αναιρεσίβλητης, χωρίς όμως να εκθέτει τα αναγκαία πραγματικά περιστατικά για την πλήρωση των προϋποθέσεων της έννοιας αυτού (αλληλόχρεου λογαριασμού) και συγκεκριμένα εάν υπήρχε μεταξύ των συμβαλλομένων συμφωνία, ότι οι απαιτήσεις από τη βασική σχέση και οι έναντι αυτών καταβολές θα καταχωρούνται στο σχετικό λογαριασμό ως απλά χρεωστικά και μη αυτοτελώς απαιτητά κονδύλια και ότι οι αμοιβαίες απαιτήσεις και καταβολές θα συμψηφίζονται μεταξύ τους στο χρόνο που όρισαν τα μέρη, καθώς και εάν υπήρχε δυνατότητα εκατέρωθεν αποστολών στον αλληλόχρεο λογαριασμό από αμφότερα τα μέρη, αλλά και για εσφαλμένη εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 112 παρ. 2 εδ. 2 ΕισΝΑΚ, καίτοι, κατά τα παραπάνω, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, με συνέπεια τον χαρακτηρισμό των άνω δανειακών συμβάσεων, που είχε συμφωνηθεί τα ποσά τους να αποδίδονται σε δόσεις καταβλητέες σε ορισμένες ημερομηνίες και επρόκειτο συνεπώς για συμβάσεις τοκοχρεωλυτικών δανείων, ως δανειακών συμβάσεων με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και εντεύθεν την περαιτέρω παραδοχή, ότι η αναιρεσίβλητη είχε το δικαίωμα, σύμφωνα με το άρθρο 112 παρ. 2 εδ. 2 ΕισΝΑΚ, να προβεί σε οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού αυτών (δανειακών συμβάσεων) και να απαιτήσει το κατάλοιπο και ακολούθως να απορρίψει την αγωγή της κατά το αίτημά της περί αναγνώρισης του οριστικού κλεισίματος του λογαριασμού των δανειακών συμβάσεων με την από 17-6-1991 εξώδικη δήλωση της αναιρεσίβλητης ως ακύρου και να δεχθεί περαιτέρω και την προβληθείσα από αυτή ένσταση συμψηφισμού, ενώ, αν εφάρμοζε ορθά την άνω διάταξη, έπρεπε να δεχθεί ότι η αναιρεσίβλητη δεν είχε το δικαίωμα αυτό, όπως αυτή προέβαλε με την από 2-10-1996 έφεσή της (σελ. 13 επ) και εντεύθεν να αναγνωρίσει την ακυρότητα του οριστικού κλεισίματος του λογαριασμού των δανειακών συμβάσεων, να δεχθεί την αγωγή της και να αναγνωρίσει ότι κατά το χρόνο άσκησης αυτής (αγωγής) η ένδικη απαίτησή της κατά της αναιρεσίβλητης ανερχόταν στο ποσό του 1.268.027.987 δραχμών, απορρίπτοντας εντεύθεν και την ένσταση συμψηφισμού της ανταπαίτησης της τελευταίας, ύψους 2.532.936.698 δραχμών από τις άνω δανειακές συμβάσεις.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Η αναιρεσείουσα με την από 22-7-1991 αγωγή της κατά της αναιρεσίβλητης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ισχυρίσθηκε, ότι με την από 3-5-1976 σύμβαση μίσθωσης έργου αορίστου διαρκείας, που καταρτίσθηκε μεταξύ τους, ανέλαβε η τελευταία την επ' αμοιβή είσπραξη από τους καταναλωτές του αντιτίμου των εκδιδομένων από αυτή λογαριασμών κατανάλωσης ρεύματος δια των ανά την Ελλάδα καταστημάτων και υποκαταστημάτων της, ότι τα εισπραττόμενα ποσά η αναιρεσίβλητη είχε υποχρέωση να τα αποδίδει ατόκως, ανά εργάσιμη ημέρα, σε πίστωση υφιστάμενου λογαριασμού της όψεως στο κεντρικό κατάστημα της Εμπορικής Τράπεζας και δη μέσα στις λεπτομερώς οριζόμενες από τη σύμβαση προθεσμίες, ότι συμφωνήθηκε επίσης συμπληρωματικώς και ατύπως η αναιρεσίβλητη να αποδέχεται καθημερινώς δια των ως άνω καταστημάτων και υποκαταστημάτων της, τα ποσά των εισπραττομένων από κατά τόπους ανά τη χώρα εισπρακτικά γραφεία της αναιρεσείουσας λογαριασμών κατανάλωσης ρεύματος και στη συνέχεια να αποδίδει αυτά ατόκως και χωρίς αμοιβή σ' αυτή, κατά τα προεκτεθέντα, ότι για τη διακίνηση των παραπάνω χρημάτων τηρήθηκε τελικά ο με αριθ. ...
λογαριασμός όψεως, στον οποίο πιστώνονταν καθημερινά τα εισπραττόμενα από την αναιρεσίβλητη ποσά, ότι οι ανωτέρω συμφωνίες και διαδικασία εφαρμόσθηκαν επί σειρά ετών μέχρι το έτος 1988, οπότε στις 19-10-1988 με την με αριθ. 1375/1988 πράξη του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος διορίσθηκε στην αναιρεσίβλητη προσωρινός επίτροπος, ο οποίος όλες τις οφειλές της αναιρεσίβλητης προς αυτή (αναιρεσείουσα) από τις παραπάνω συμβάσεις, που ανέρχονταν στις 8-6-1989 στο ποσό των 2.345.856.032 δραχμών, υπήγαγε με την με αριθ. 21/9-6-1989 πράξη του στις ρυθμίσεις του άρθρου 11 παρ. 6 του ν. 1858/1989 και μετέτρεψε το άνω ποσό σε συμμετοχή της αναιρεσείουσας στη γενόμενη αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της αναιρεσίβλητης με την έκδοση νέων προνομιούχων μετοχών, κατά 189.000.000 δραχμών και σε δάνειο προς αυτή κατά 2.156.856.032 δραχμές πενταετούς διάρκειας, με ετήσιο επιτόκιο 17,5%, ότι η μετατροπή αυτή των οφειλών της αναιρεσίβλητης είναι άκυρη και ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική, κατά τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 2 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος, σε κάθε δε περίπτωση και εάν ήθελε γίνει δεκτό, ότι οι άνω απαιτήσεις της κατά της αναιρεσίβλητης υπόκεινται στην άνω ρύθμιση, το υποκείμενο στη ρύθμιση αυτή ποσό πρέπει να περιοριστεί στο υπόλοιπο του πιο πάνω λογαριασμού κατά την ημερομηνία διορισμού του προσωρινού επιτρόπου, στις 18-10-1988, που ανέρχονταν στο ποσό των 17.000.000 δραχμών, άλλως στο ποσό των 340.455.000 δραχμών, δεδομένου, ότι τα εισπραχθέντα από την αναιρεσίβλητη ποσά των λογαριασμών κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος μετά την 19-10-1988 εισπράχθηκαν και κατακρατήθηκαν από αυτή αντισυμβατικά και παράνομα, αφού με την από 11-11-1988 εξώδικη δήλωσή της η αναιρεσείουσα είχε καταγγείλει τις συμβάσεις αυτές και απαγόρευσε στην αναιρεσίβλητη να προβαίνει έκτοτε σε εισπράξεις των άνω λογαριασμών, ότι το υπόλοιπο του ειρημένου με αριθ. ...
λογαριασμού όψεως της αναιρεσείουσας διαμορφώθηκε στις 27-2-1989, μετ' αφαίρεση των λεπτομερώς αναφερομένων στην αγωγή ποσών των επιταγών, συνολικού ποσού 354.732.637 δραχμών, που δέχθηκε και εξόφλησε η αναιρεσίβλητη συμψηφιστικά, στο ποσό των 2.394.267.363 δραχμών για την καταβολή του οποίου οχλήθηκε η τελευταία με την από 17-3-1989 εξώδικη δήλωσή της, αλλά παρανόμως αρνήθηκε την απόδοσή του, ότι στη συνέχεια με έγγραφες δηλώσεις της η αναιρεσείουσα προέβη σε συμψηφισμό ανταπαιτήσεων της αναιρεσίβλητης προς αυτήν, προερχομένων από δανειακές συμβάσεις, με τη μείζονα απαίτησή της από τις ένδικες οφειλές, όπως αναλυτικά αναφέρονται στην αγωγή τα αναγκαία στοιχεία (κατ' αριθμούς, χρόνους και ποσά μετά των τόκων) των δανειακών συμβάσεων και των γενομένων συμψηφισμών και ότι το απομένον, μετά τους συμψηφισμούς, υπόλοιπο από τον ανωτέρω λογαριασμό όψεως, που οφείλει η αναιρεσίβλητη ανέρχεται σε 2.175.137.896 δραχμές, οι δε λοιπές οφειλές της αναιρεσίβλητης από τις εισπράξεις των λογαριασμών κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος, από τα αναφερόμενα στην αγωγή επαρχιακά καταστήματά της ανέρχονται στο ποσό των 27.262.259 δραχμών και ότι μολονότι αυτή (αναιρεσείουσα) εκπλήρωσε τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις της, που πηγάζουν από τις πιο πάνω δανειακές συμβάσεις και προέβη νομίμως στους άνω συμψηφισμούς, η αναιρεσίβλητη κατά τρόπο αντιβαίνοντα στην καλή πίστη με το από 17-6-1991 εξώδικο έγγραφό της δήλωσε σ' αυτήν ότι προέβη από 10-6-1991 στο οριστικό κλείσιμο των λογαριασμών των εν λόγω δανειακών συμβάσεων και ζητεί από αυτή μη οφειλόμενα ποσά.
Μετά από αυτά, και μετά παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής, η αναιρεσείουσα ζήτησε Α) να αναγνωρισθεί α) ότι είναι μη νόμιμη και άκυρη η υπ' αριθ. 21/9-6-1989 πράξη του προσωρινού επιτρόπου της αναιρεσίβλητης τράπεζας, με την οποία πιστοποιήθηκε η συμμετοχή της στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της και στο αναγκαστικό, εκ του νόμου, δάνειο προς αυτήν, άλλως ότι η συμμετοχή της περιορίζεται στο ποσό των 17.000.000 δραχμών και όλως επικουρικώς στο ποσό των 340.455.000 δραχμών και β) η ακυρότητα του οριστικού κλεισίματος των πιο πάνω δανειακών συμβάσεων και Β) 1) να αναγνωρισθεί, ότι η αναιρεσίβλητη ήταν υποχρεωμένη κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής να της καταβάλει για τις πιο πάνω αιτίες τα ποσά των 2.175.137.896 δραχμών και 27.262.259 δραχμών (ενόψει του ότι η αναιρεσείουσα συνέχισε να άγει σε συμψηφισμό, με έγγραφες δηλώσεις της προς την αναιρεσίβλητη, τις ένδικες απαιτήσεις της προς περαιτέρω, μετά την άσκηση της υπό κρίση αγωγής, ανταπαιτήσεις της τελευταίας από τις άνω δανειακές συμβάσεις, ώστε να έχουν ήδη καλυφθεί τα πιο πάνω ποσά, πλην των τόκων επιδικίας) και 2) να υποχρεωθεί η εναγομένη, να της καταβάλει τους νομίμους τόκους υπερημερίας επί των πιο πάνω ποσών από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, με βάση τις προμνημονευθείσες συμβάσεις και τους γενόμενους συμψηφισμούς, καθώς και κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, ως αποζημίωση, γιατί τα προστηθέντα όργανα της αναιρεσίβλητης παράνομα και υπαίτια παρακρατούν και δεν αποδίδουν σ' αυτήν τα εισπραχθέντα πιο πάνω χρηματικά ποσά, επικουρικά δε κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, γιατί κατέστη αυτή (αναιρεσίβλητη) πλουσιότερη, χωρίς νόμιμη αιτία κατά τα άνω ποσά, σε βάρος της περιουσίας της αναιρεσείουσας.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αρχικά η υπ' αριθ. 2655/1992 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία διατάχθηκαν αποδείξεις για την επικαλούμενη αδικοπραξία των προστηθέντων οργάνων της αναιρεσίβλητης αναφορικά με την παράνομη κατακράτηση του ποσού των 27.262.259 δραχμών, ενώ με οριστική διάταξη της εν λόγω απόφασης απορρίφθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη ως προς τα λοιπά πιο πάνω αιτήματά της.
Ειδικότερα ως προς το αίτημα της αγωγής να αναγνωρισθεί ότι είναι μη νόμιμη και άκυρη η υπ' αριθ. 21/9-6-1989 πράξη του προσωρινού επιτρόπου της αναιρεσίβλητης τράπεζας, με την οποία πιστοποιήθηκε η συμμετοχή της αναιρεσείουσας στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της και στο αναγκαστικό, εκ του νόμου, δάνειο προς αυτήν, δέχθηκε, ότι ορθώς ο επίτροπος για τον καθορισμό του ποσού του εν λόγω δανείου έλαβε ως βάση την 9-6-1989 και τις μέχρι τότε εισπράξεις για λογαριασμό της αναιρεσείουσας ποσού 2.345.856.032 δραχμών και από το ποσό αυτό αφαίρεσε το ποσό των 189.000.000 δραχμών που διατέθηκε για την αγορά μετοχών για λογαριασμό της αναιρεσείουσας, ενώ ως προς το αίτημα της αγωγής να αναγνωρισθεί η ακυρότητα του οριστικού κλεισίματος των δανειακών συμβάσεων, που είχαν καταρτισθεί μεταξύ αυτής και της αναιρεσίβλητης και έγινε με την από 17-6-1991 εξώδικη δήλωση της τελευταίας, έκρινε ότι είναι μη νόμιμο και πρέπει να απορριφθεί, γιατί "αφού υπήρχε ανοικτός αλληλόχρεος λογαριασμός από δανειακές συμβάσεις, σύμφωνα με το άρθρο 112 παρ. 2 εδ. 2 ΕισΝΑΚ, καθένα από τα μέρη μπορεί οποτεδήποτε με καταγγελία του να θεωρήσει, ότι ο λογαριασμός έκλεισε οριστικά, οπότε ο δικαιούχος του καταλοίπου έχει δικαίωμα να απαιτήσει το υπόλοιπο".
Μετά τη διεξαγωγή των αποδείξεων εκδόθηκε η υπ' αριθ. 9004/1996 οριστική απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή κρίθηκε ως μη νόμιμη και κατά το πιο πάνω αίτημα ως προς το οποίο διατάχθηκαν αποδείξεις και έτσι αυτή απορρίφθηκε στο σύνολό της, ανακληθείσας, κατά τούτο της προγενέστερης υπ' αριθ. 2655/1992 απόφασης.
Στη συνέχεια η αναιρεσείουσα άσκησε κατά των παραπάνω πρωτόδικων αποφάσεων την από 2-10-1996 έφεσή της, με τον έκτο λόγο της οποίας έβαλε κατά της υπ' αριθ. 2655/1992 εν μέρει οριστικής απόφασης σε σχέση με την απόρριψη του αιτήματος της αγωγής περί αναγνώρισης ως μη νομίμου και ακύρου του οριστικού κλεισίματος των στην αγωγή της δανειακών συμβάσεων με την από 17-6-1991 εξώδικη δήλωση της αναιρεσίβλητης για το λόγο, ότι οι ανταπαιτήσεις της κατά της αναιρεσίβλητης ήταν ενεργοί, ληξιπρόθεσμες και αμέσως απαιτητές, μη υπαγόμενες στη ρύθμιση της διάταξης του άρθρου 11 παρ. 6 του Ν. 1858/1989 και συνεπώς οι στην αγωγή λεπτομερώς αναφερόμενοι συμψηφισμοί των ανταπαιτήσεων αυτών προς τις απαιτήσεις της αναιρεσίβλητης από τις δανειακές συμβάσεις ήταν καθόλα έγκυροι και κατ' ακολουθίαν δεν υπήρχε δικαίωμα της αναιρεσίβλητης για το άνω κλείσιμο, αφού κάθε σχετική απαίτησή της από τις δανειακές συμβάσεις είχε εξοφληθεί από αυτή (αναιρεσείουσα) και αποσβεσθεί δια των συμψηφισμών αυτών κανονικώς και εμπροθέσμως.
Επί της έφεσης αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 4613/1997 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή η έφεση, αλλά απορρίφθηκε κατ' ουσίαν. Ως προς το απορριφθέν δε πρωτοδίκως ως άνω αίτημα της αγωγής περί αναγνώρισης της ακυρότητας του οριστικού κλεισίματος των δανειακών συμβάσεων και σε σχέση με τον προαναφερόμενο έκτο λόγο της έφεσης, το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, δεχόμενο ομοίως, ότι "καθόσον αφορά τις δανειακές συμβάσεις, που λειτούργησαν με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, νομίμως η αναιρεσίβλητη προέβη στις 10-6-1991 στο οριστικό κλείσιμο αυτού, το οποίο δήλωσε στην αναιρεσείουσα με τα από 17-6-1991 και 5-7-1991 εξώδικα έγγραφά της, κατ' εφαρμογή του άρθρου 112 παρ. 2 εδ. 2 του ΕισΝΑΚ, που ορίζει ότι επί αλληλοχρέου λογαριασμού καθένα από τα μέρη μπορεί οποτεδήποτε με καταγγελία του να θεωρήσει ότι ο λογαριασμός έκλεισε οριστικά, οπότε ο δικαιούχος του καταλοίπου έχει το δικαίωμα να το απαιτήσει αμέσως".
Με βάση τα παραπάνω οι άνω πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης αναίρεσης από τους αριθ. 19 και 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτοι, διότι ο ισχυρισμός στον οποίο θεμελιώνει η αναιρεσείουσα τους λόγους αυτούς προτάθηκε το πρώτον με την υπό κρίση αναίρεσή της, αφού δεν προκύπτει, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα, ότι προτάθηκε από αυτή, ως εκκαλούσα, στο εφετείο με την έφεσή της, μετά την απόρριψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο του αιτήματος της αγωγής της περί αναγνώρισης της ακυρότητας του οριστικού κλεισίματος των δανειακών συμβάσεων, με την αιτιολογία ότι οι δανειακές συμβάσεις, λειτούργησαν με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και νομίμως η αναιρεσίβλητη προέβη στις 10-6-1991 στο οριστικό κλείσιμο αυτού, το οποίο δήλωσε στην αναιρεσείουσα με τα από 17-6-1991 και 5-7-1991 εξώδικα έγγραφά της, κατ' εφαρμογή του άρθρου 112 παρ. 2 εδ. 2 του ΕισΝΑΚ, δεδομένου, ότι τα παράπονα που υποβλήθηκαν με τον άνω έκτο λόγο της έφεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης και της απόρριψης του αιτήματος της αγωγής περί αναγνώρισης της ακυρότητας του οριστικού κλεισίματος των επίμαχων δανειακών συμβάσεων, περιορίστηκαν, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, στο ότι η αναιρεσείουσα εξυπηρετούσε κανονικά τις δανειακές της υποχρεώσεις έναντι της αναιρεσίβλητης, διότι οι ανταπαιτήσεις της κατ' αυτής ήταν ενεργοί, ληξιπρόθεσμες και αμέσως απαιτητές, μη υπαγόμενες στη ρύθμιση της διάταξης του άρθρου 11 παρ. 6 του Ν. 1858/1989 και κάθε σχετική απαίτηση της αναιρεσίβλητης από τις δανειακές συμβάσεις είχε εξοφληθεί από αυτή (αναιρεσείουσα) και αποσβεσθεί δια των συμψηφισμών αυτών κανονικώς και εμπροθέσμως.
Πρέπει, επιπροσθέτως, να σημειωθεί ότι η μη επαναφορά του ισχυρισμού αυτού της αναιρεσείουσας στο εφετείο, με λόγο έφεσης, όπως έπρεπε κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, προκύπτει και από τα ακόλουθα: Κατά της άνω υπ' αριθ. 4613/1997 απόφασης του εφετείου η αναιρεσείουσα άσκησε την από 25-8-1997 αίτηση αναίρεσης, με την οποία ουδόλως έπληξε το επίμαχο κεφάλαιο και την παραδοχή, ότι οι μεταξύ των διαδίκων δανειακές συμβάσεις, λειτούργησαν με τη μορφή ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού και ότι η αναιρεσίβλητη προέβη στο οριστικό κλείσιμο αυτών στις 17-6-1991, αλλά προσέβαλε την απόφαση αυτή κατά το ποσό που έπρεπε οι καταθέσεις της αναιρεσείουσας να μετατραπούν σε δάνειο προς την αναιρεσίβλητη, ως προς το οποίο και έγινε δεκτή η αναίρεση και με την υπ' αριθ. 746/1998 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε εν μέρει η άνω εφετειακή απόφαση κατά το κεφάλαιο αυτό (για τις μετά την 19-10-1988 καταθέσεις) και αντιστοίχως παραπέμφθηκε για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών, καθόσον έγινε δεκτό, ότι ορθώς μεν ο προσωρινός επίτροπος έλαβε ως βάση το ποσό των καταθέσεων της αναιρεσείουσας κατά την ημέρα διορισμού του (19-10-1988), το οποίο, μετά των απαιτητών τόκων, ανερχόταν συνολικώς στο ποσό των 340.455.000 δραχμών, πλην όμως έπρεπε στη συνέχεια από το ποσό αυτό να αφαιρέσει το ποσό των 189.000.000 δραχμών, που διατέθηκε για την αγορά μετοχών για λογαριασμό της αναιρεσείουσας και να θεωρήσει, ότι μετατράπηκε σε δάνειο της αναιρεσείουσας προς την αναιρεσίβλητη το απομένον εντεύθεν υπόλοιπο, μετά των τόκων αυτού μέχρι 9-6-1989, ημέρα μεταβολής των καταθέσεων.
Ακολούθως, εισήχθη για συζήτηση στο Εφετείο η έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, αναφορικά μόνον με το πιο πάνω αντικείμενο της αγωγής και το Εφετείο με την υπ' αριθ. 5514/1999 απόφασή του, έκανε εν μέρει δεκτή την έφεση ως βάσιμη κατ' ουσίαν, εξαφάνισε τις συνεκκαλούμενες αποφάσεις του πρωτόδικου δικαστηρίου, κατά το μέρος που απορρίφθηκε με αυτές η αγωγή ως μη νόμιμη και ως προς τις μετά την 19-10-1988 καταθέσεις της αναιρεσείουσας και στη συνέχεια, αφού έκρινε νόμιμη την αγωγή κατά το αναιρεθέν ως άνω μέρος και δέχθηκε ομοίως, όπως και η υπ' αριθ. 4613/1997 απόφασή του, ότι οι εν λόγω δανειακές συμβάσεις λειτούργησαν με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό και ότι η αναιρεσίβλητη προέβη στις 10-6-1991 στο οριστικό κλείσιμο αυτού, το οποίο δήλωσε στην αναιρεσείουσα με τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από 17-6-1991 και 5-7-1991 εξώδικα έγγραφά της, κατ' εφαρμογή του άρθρου 112 παρ.2 εδ. 2 ΕισΝΑΚ, διέταξε τη διεξαγωγή αποδείξεων για τα αναφερόμενα ειδικότερα στην απόφαση θέματα και ιδίως σε σχέση με τις επίμαχες δανειακές συμβάσεις μόνον ως προς το ύψος του ποσού των απαιτήσεων της αναιρεσίβλητης κατά της αναιρεσείουσας, κατά το οριστικό κλείσιμο στις 10-6-1991 του σχετικού με αυτές αλληλόχρεου λογαριασμού, καθώς και τη διενέργεια λογιστικής πραγματογνωμοσύνης, μετά τη διεξαγωγή των οποίων, εκδόθηκε η με αριθ. 7956/2005 οριστική απόφασή του, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή της αναιρεσείουσας.
Κατά της απόφασης αυτής η αναιρεσίβλητη άσκησε την από 29-8-2006 αίτηση αναίρεσης και τους από 4-9-2007 πρόσθετους λόγους της, η οποία έγινε δεκτή με την με αριθ. 1968/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, κατά παραδοχή του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ και αναιρέθηκε η άνω με αριθ. 7956/2005 εφετειακή απόφαση στο σύνολό της και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο.
Στη συνέχεια το Εφετείο με την με αριθ. 4093/2009 μη οριστική απόφασή του, με την οποία ομοίως δέχθηκε, ότι οι άνω δανειακές συμβάσεις λειτούργησαν με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, διέταξε συμπληρωματική λογιστική πραγματογνωμοσύνη, μετά τη διενέργεια της οποίας, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία ομοίως περιέλαβε στις παραδοχές της, ότι "...καθεμία από τις συμβάσεις αυτές λειτούργησε με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό (βλ.
και τις σχετικές παραδοχές ως προς το ζήτημα αυτό στις αποφάσεις του Δικαστηρίου τούτου με τους αριθμούς 4613/1997, 5514/1999 και 4093/2009), ενώ επίσης ορθά έλαβε χώρα το κλείσιμο του λογαριασμού, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 112 παρ. 2 εδ, β του ΕισΝΑΚ, που ορίζει, ότι καθένα από τα μέρη μπορεί οποτεδήποτε, με καταγγελία του, να θεωρήσει, ότι ο αλληλόχρεος λογαριασμός έκλεισε οριστικά, οπότε ο δικαιούχος του καταλοίπου έχει δικαίωμα να το απαιτήσει αμέσως".
III. Οι λόγοι αναίρεσης που αντιφάσκουν προς αλλήλους δεν είναι απαράδεκτοι, αν προτείνονται επικουρικά έναντι αλλήλων, οπότε ερευνάται ο προτασσόμενος, μάλιστα δε και αν ακόμη δεν υπάρχει ρητή επικουρικότητα στην πρόταση των αντιφατικών λόγων, δεν απορρίπτονται και οι δύο, αλλά μόνον ο δεύτερος από αυτούς (ΑΠ 579/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, γιατί ακόμη και εάν ήθελε θεωρηθεί ότι υπήρχε μεταξύ των διαδίκων αλληλόχρεος λογαριασμός από τις άνω δανειακές συμβάσεις, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και συγκεκριμένα, ενώ απέρριψε την αγωγή, εφαρμόζοντας τη διάταξη του άρθρου 112 παρ. 2 εδ. 2 ΕισΝΑΚ, σύμφωνα με την οποία, εφόσον η εξυπηρετούμενη με τον αλληλόχρεο λογαριασμό βασική σχέση είναι σύμβαση δανείου ορισμένου χρόνου, αποκλείεται το κατά την εν λόγω διάταξη δικαίωμα του δανειοδότη να καταγγείλει τον αλληλόχρεο λογαριασμό, χωρίς τη συνδρομή του στοιχείου της υπερημερίας του δανειολήπτη ως προς την καταβολή κάποιας δόσης, δεν προκύπτει από το αιτιολογικό της, αν κατά το χρόνο του οριστικού κλεισίματος του επίδικου λογαριασμού αυτή (αναιρεσείουσα) είχε καταστεί υπερήμερη ως προς τις έναντι της αναιρεσίβλητης τράπεζας οφειλές της από τις παραπάνω δανειακές συμβάσεις και συνεπώς δεν μπορεί να κριθεί αν η τελευταία είχε το κατ' άρθρο 112 ΕισΝΑΚ δικαίωμα να προβεί στο οριστικό κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού.
Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, γιατί είναι αντιφατικός έναντι των εξεταζομένων παραπάνω πρώτου και δεύτερου λόγων της αίτησης. Τούτο διότι, ενώ με τους προαναφερόμενους λόγους προβάλλεται, όπως ήδη αναφέρθηκε, η αδυναμία ύπαρξης των επίμαχων δανειακών συμβάσεων με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, με τον παρόντα λόγο γίνεται δεκτή η συνύπαρξη αυτών (δανειακών συμβάσεων) με αλληλόχρεο λογαριασμό.
IV. Εάν τα περιστατικά που προβάλλονται με τους λόγους αναίρεσης δεν αποτέλεσαν, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, αντικείμενο έρευνας από το δικαστήριο, τότε οι σχετικές προς θεμελίωση των λόγων αυτών αναίρεσης αιτιάσεις στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και οι λόγοι αναίρεσης απορρίπτονται ως απαράδεκτοι (ΑΠ 58/2018, ΑΠ 2090/2017, ΑΠ 255/2010).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τους τέταρτο και πέμπτο λόγους της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθ. 19 και 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αντίστοιχα και συγκεκριμένα για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, εξαιτίας ανεπαρκών αιτιολογιών σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, καθόσον δέχτηκε ότι το κατ' άρθρο 112 παρ. 2 εδ. 2 ΕισΝΑΚ δικαίωμα της αναιρεσίβλητης περί οριστικού κλεισίματος του λογαριασμού των δανειακών συμβάσεων και απαίτησης του καταλοίπου, που ανερχόταν την 1-7-1991 στο ποσό των 2. 532.936.698 δραχμών, δεν ασκήθηκε καταχρηστικά, χωρίς όμως να αναφέρει, ότι κατά το χρόνο του κλεισίματος συνέτρεχε προς τούτο κάποιος ιδιαίτερος λόγος και ότι συνδεόταν με την ενέργεια αυτή η ικανοποίηση κάποιου εύλογου συμφέροντος της αναιρεσίβλητης και ιδίως αν κατά το χρόνο εκείνο υπήρχαν ληξιπρόθεσμες οφειλές της προς την αναιρεσίβλητη από τις δανειακές συμβάσεις, αλλά και για εσφαλμένη μη εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, με περαιτέρω συνέπεια να δεχθεί ως βάσιμη κατ' ουσίαν την ένσταση συμψηφισμού της άνω απαίτησης της αναιρεσίβλητης κατά της αγωγικής απαίτησης αυτής, που ανερχόταν κατά τις παραδοχές της, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής (22-7-1991) στο ποσό των 1.268.027.987 δραχμών και να απορρίψει την αγωγή της, δεχόμενο ότι η απαίτησή της αποσβέσθηκε ολοσχερώς δια του συμψηφισμού αυτού, ενώ, αν εφάρμοζε ορθά την άνω διάταξη, έπρεπε να δεχθεί ότι η αναιρεσίβλητη άσκησε καταχρηστικά το δικαίωμά της, όπως αυτή προέβαλε με την αγωγή της, αλλά και με την από 2-10-1996 έφεσή της (σελ. 13 επ), καθώς και με τις έγγραφες προτάσεις της, κατά τη συζήτηση της έφεσής της επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 4093/2009 μη οριστική απόφαση του Εφετείου, αλλά και η προσβαλλόμενη απόφαση και εντεύθεν να αναγνωρίσει την ακυρότητα του οριστικού κλεισίματος του λογαριασμού των δανειακών συμβάσεων, να δεχθεί την αγωγή της και να αναγνωρίσει ότι κατά το χρόνο άσκησης αυτής (αγωγής) η ένδικη απαίτησή της κατά της αναιρεσίβλητης ανερχόταν στο ποσό του 1.268.027.987 δραχμών, απορρίπτοντας εντεύθεν και την ένσταση συμψηφισμού της ανταπαίτησης της τελευταίας, ύψους 2.532.936.698 δραχμών από τις άνω δανειακές συμβάσεις.
Οι ανωτέρω λόγοι της κρινόμενης αίτησης στηρίζονται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης και είναι απαράδεκτοι. Ήτοι, στο ότι το Εφετείο απέρριψε τον επίμαχο ισχυρισμό εκ του άρθρου 281 ΑΚ της αναιρεσείουσας. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν συνέβη, στην προκειμένη περίπτωση, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αγωγής και της έφεσης της αναιρεσείουσας, δεν είχε προταθεί πρωτοδίκως ούτε ενώπιον του Εφετείου σχετικός ισχυρισμός από το άρθρο 281 ΑΚ, όπως διατυπώνεται παραπάνω, παρά μόνον, ότι η αναιρεσίβλητη, παρά τις υποχρεώσεις της προς αυτή να της αποδώσει τα οφειλόμενα ποσά, βάσει των μεταξύ τους συμβάσεων, άλλως των διατάξεων περί αδικοπραξιών και όλως επικουρικώς του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ενόψει ότι η ίδια είχε εκπληρώσει προς αυτή κάθε ληξιπρόθεσμη υποχρέωσή της, από τις δανειακές συμβάσεις, προς αντιπερισπασμό και παρά πάσαν έννοιαν καλής πίστης προέβη με τα από 17-6-1991 και 5-7-1991 έγγραφά της, που της κοινοποιήθηκαν, στο οριστικό κλείσιμο των άνω δανειακών συμβάσεων από 10-6-1991 και γι' αυτό ζήτησε να αναγνωρισθεί το μη νόμιμον, άκυρον, ανίσχυρον και αβάσιμον του δια του άνω από 17-6-1991 εξωδίκου της οριστικό κλείσιμο των δανειακών συμβάσεων.
Στην περίπτωση δε αυτή, ότι δηλαδή η άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης έγινε καθ' υπέρβαση της καλής πίστης, οι άνω λόγοι είναι και αβάσιμοι, καθόσον το Εφετείο δεχόμενο, ότι: "η καταγγελία του λογαριασμού δεν θεωρείται ότι προσκρούει στην καλή πίστη, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η ενάγουσα, στο μέτρο που από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα προκύπτει ότι κατά το χρόνο εκείνο υφίσταντο οφειλές της ενάγουσας προς την εναγομένη, το ποσό των οποίων υπερέβαινε τα δυόμισι δισεκατομμύρια δραχμές", δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αφού ορθώς έκρινε ότι η αναιρεσίβλητη προέβη στο οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού των δανειακών συμβάσεων με τις άνω εξώδικες δηλώσεις της, κατ' άρθρο 112 παρ. 2 εδ. 2 ΕισΝΑΚ και η καταγγελία του δεν προσκρούει στην καλή πίστη, αφού προέκυψε, ότι κατά το χρόνο εκείνο οι οφειλές της αναιρεσείουσας προς την αναιρεσίβλητη υπερέβαιναν τα 2.500.000.000 δραχμές.
V. Με τον έκτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι υπήρχε ληξιπρόθεσμη απαίτηση της αναιρεσίβλητης κατά της αναιρεσείουσας από το οριστικό κλείσιμο του μεταξύ τους ανοικτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού, με συνέπεια να προβεί στη συνέχεια στην παραδοχή ως κατ' ουσίαν βάσιμης της προβληθείσας από την αναιρεσίβλητη (εναγόμενη) ένστασης συμψηφισμού, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 440 και 441 εδ.2 του ΑΚ.
Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι εφόσον, κατά τα παραπάνω, κρίθηκε, ότι κάθε μία από τις μεταξύ των διαδίκων επίμαχες δανειακές συμβάσεις λειτούργησε με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, ότι η καταγγελία αυτών και το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού, έγινε, σύμφωνα με το άρθρο 112 παρ. 2 εδ. 2 ΕισΝΑΚ και ότι δεν προσκρούει στην καλή πίστη, δεν ήταν δηλαδή άκυρη, αυτή πλέον είχε ως αποτέλεσμα, ότι ο λογαριασμός έκλεισε οριστικά, οπότε η αναιρεσίβλητη, ως δικαιούχος του καταλοίπου είχε το δικαίωμα να απαιτήσει το υπόλοιπο και να προβάλλει την ανταπαίτησή της αυτή σε συμψηφισμό έναντι της απαίτησης της αναιρεσείουσας.
Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο παραπονείται η αναιρεσείουσα, ότι εσφαλμένα η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε, ότι η κρινόμενη αγωγή της "...πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν ως προς το αίτημα της (με το στοιχ. Γ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα νομίμους τόκους (επιδικίας) για τα ποσά των 2.175.137.896 δραχμών και των 27.262.259 δραχμών", που ζητούσε με την αγωγή της "δεδομένου, ότι η ολοσχερής απόσβεση, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, της κύριας απαίτησης της ενάγουσας έχει επιφέρει ως περαιτέρω έννομη συνέπεια και την απόσβεση της παρεπόμενης απαίτησης για την καταβολή τόκων επιδικίας, ήδη από το χρόνο συνύπαρξης της απαίτησης και της ανταπαίτησης που τοποθετείται στο χρόνο άσκησης της αγωγής", ενώ έπρεπε να δεχθεί ότι η ένδικη απαίτησή της, για την οποία δέχθηκε, ότι κατά το χρόνο άσκησης της κρινόμενης αγωγής ανέρχεται στο ποσό των 1.268.027.987 δραχμών, δεν αποσβέσθηκε με την ένσταση συμψηφισμού που πρότεινε η αναιρεσίβλητη και ως εκ τούτου έπρεπε να δεχθεί το αγωγικό αίτημα να υποχρεωθεί αυτή να της καταβάλει νομίμους τόκους επιδικίας για το ποσό, που προκύπτει από την αφαίρεση από το άνω ποσό των 1.268.027.987 δραχμών των τόκων υπερημερίας επί του ποσού των 1.254.706.688 δραχμών από 17-3-1989 μέχρι την άσκηση της αγωγής (22-07-1991)...", είναι απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, ποιο λόγο από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ προβάλλει η αναιρεσείουσα.
VI. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 16-6-2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 3680/2014 οριστικής απόφασης του Εφετείου Αθηνών, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-6-2017 αίτηση της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Δ…..Α.Ε" (…. ΑΕ) για αναίρεση της υπ' αριθ. 3680/2014 οριστικής απόφασης και της υπ' αριθ. 4093/2009 μη οριστικής απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2700)ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαρτίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιουλίου 2022.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ