Legislator Case Law & Legislation
1272/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment for procedural inadmissibility and cost errors.

Case Number 1272/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a public law entity against a final judgment of the Athens Court of Appeal. The appellants argued the appeal was admissible and that the lower court erred in awarding full legal fees to the respondents. The court ruled the appeal inadmissible because it raised procedural objections regarding the timing of claims and the calculation of legal fees that fall under specific rules for public law entities, which cannot be reviewed via this appeal mechanism.

Legislator headnote

AI generated

Articles 520, 525, 527 of the Code of Civil Procedure; Article 559 of the Code of Civil Procedure: Procedural objections raised for the first time on appeal regarding the timing of claims or the calculation of legal fees for public law entities are inadmissible as they do not constitute substantive violations reviewable under Article 559.

Keywords

AI generated
procedural inadmissibility public law entity legal fees reduction appeal review scope code of civil procedure costs allocation procedural law

Cited Legislation

AI generated
Articles 520, 525, 527 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 28 of Law 2579/1998
Article 22 of Law 3693/1957
Article 5 of Law 1738/1987
Circular Decision 134423/1992

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 88/2011
Supreme Court Case 1372/2010
Supreme Court Case 299/2012
Supreme Court Case 819/2011

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1272 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1272/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Γεωργιάδη και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Θ. θυγατέρας Ι. Ζ., 2) Ε. συζύγου Ι. Ζ., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Χαρίκλεια Παπαδοπούλου και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/12/1992 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5504/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 539/2018 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 29/1/2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 29-1-2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 539/2018 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την από 31-7-2006 έφεση των αναιρεσιβλήτων-εναγομένων, εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 5504/2003 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε δεχθεί την από 2-12-1992 αγωγή του αναιρεσείοντος και διέταξε τη διάρρηξη της εκεί αναφερόμενης καταδολιευτικής δικαιοπραξίας, και στη συνέχεια αφού διακράτησε την υπόθεση, απέρριψε την ως άνω αγωγή του. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.3 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της ( άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των άρθρων 520, 525 και 527 ΚΠολΔ προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι οι ενστάσεις του εναγομένου που δεν είχαν προταθεί πρωτοδίκως ή είχαν προταθεί αλλά είχαν απορριφθεί, επαναφέρονται στο Εφετείο από τον εκκαλούντα - εναγόμενο, εφόσον αποβλέπουν στην εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, μόνο με λόγο έφεσης περιεχόμενο στο εφετήριο ή στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων της έφεσης, διαφορετικά, αν προταθούν με τις προτάσεις, είναι απαράδεκτοι ( ΑΠ 88/2011, 1372/2010).

Άλλως έχουν τα πράγματα προκειμένου περί ενστάσεων που προτείνονται για πρώτη φορά στο Εφετείο από τον εκκαλούντα - εναγόμενο όχι προς εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης αλλά προς απόρριψη της αγωγής μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης βάσει άλλου λόγου έφεσης και τη διακράτηση της υπόθεσης από το Εφετείο οπότε μπορούν να προταθούν με τις προτάσεις ( ΑΠ 1440/2010, 1372/2010).

Περαιτέρω κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών, που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός εάν .... 2) γεννήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο...Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν.

Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 3/1997) και ειδικώς η ένσταση παραγραφής και η αντένσταση διακοπής αυτής. Προς τους μη προταθέντες ισχυρισμούς, εξομοιώνονται και εκείνοι που προτείνονται μη νομίμως ή απαραδέκτως, ακόμα και όταν προτείνονται για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη.

Η ερμηνεία αυτή δεν αποκλείεται από το ότι η διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ ανάγει σε ιδιαίτερο λόγο αναίρεσης και την από το δικαστήριο παρά το νόμο μη κήρυξη απαραδέκτου, διότι η διάταξη αυτή, που καλύπτει πολλές περιπτώσεις δικονομικών απαραδέκτων, άσχετων προς τη διάταξη του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου, συμπορεύεται με την τελευταία στην περίπτωση κατά την οποία έχουν ληφθεί υπόψη πράγματα που προτάθηκαν απαραδέκτως, δεδομένου ότι δεν υπάρχει δικαιολογία για να αποκλειστεί η παράλληλη εφαρμογή και των δύο λόγων αναίρεσης στην περίπτωση αυτή (ΑΠ 736/2019, 376/2018, 1146/2018).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α)για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Τέλος, στα σφάλματα που προκύπτουν από την ίδια την απόφαση υπάγονται κυρίως λόγοι αναίρεσης, που θεμελιώνονται σε έλλειψη τυπικών στοιχείων της απόφασης ή σε διαδικαστικά σφάλματα, που αποδεικνύονται αμέσως από την απόφαση, χωρίς ανάγκη προσφυγής σε άλλα έγγραφα καθώς και οι λόγοι των αριθ. 1, 2, 3, 4, 17 και 19 του άρθρου 559 (ΑΠ 1449/2014, 1620/2005).

Και στις περιπτώσεις όμως αυτές για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημοσία τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα, στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (ΑΠ 177/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 8 περ. α ΚΠολΔ, που κατά τα ανωτέρω συρρέει με τον λόγο του αριθμ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί, ως παραδεκτό τον ισχυρισμό των αναιρεσιβλήτων περί παραγραφής εν επιδικία της αγωγής διάρρηξης κατ' άρθρο 946 ΑΚ, να δεχθεί στη συνέχεια την ως έφεση και να εξαφανίσει την πρωτόβαθμη απόφαση και συνακόλουθα να απορρίψει την αγωγή του αναιρεσείοντος, ενώ η ως άνω ένσταση προτάθηκε απαραδέκτως, για πρώτη φορά στο Εφετείο με λόγο που περιείχετο στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης και όχι με το δικόγραφο της έφεσης ή το πρόσθετο δικόγραφο λόγων έφεσης υπέπεσε στην από το άνω άρθρο 559 αριθμ. 14 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι το αναιρεσείον τον παραπάνω ισχυρισμό της περί απαραδέκτου υποβολής της ένστασης παραγραφής του αναιρεσιβλήτου δεν τον είχε προτείνει, ως εφεσίβλητο με νόμιμο τρόπο στο Εφετείο, ήτοι με την αντίκρουση στις προτάσεις του, που υπέβαλε κατά τη συζήτηση σ' αυτό της έφεσης των αντιδίκων του, αρκούμενο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτής (προσθήκης-αντίκρουσης) να ζητήσει την απόρριψη της ως άνω ένστασης, επειδή η αγωγή διάρρηξης αποτελεί άσκηση διαπλαστικού δικαιώματος για το οποίο δεν εφαρμόζεται το άρθρο 261 ΑΚ, ισχυρισμό που απέρριψε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται μόνο επί παραβίασης κανόνων ουσιαστικού δικαίου και ελλείψεων της νόμιμης βάσης της απόφασης, που σχετίζονται με την εφαρμογή τέτοιων κανόνων όχι δε και όταν παραβιάζεται εκ πλαγίου κανόνας δικονομικού δικαίου (Α.Π. 996/2010, Α.Π. 1583/2007, Α.Π. 1104/2006).

Κατ' ακολουθίαν, ο δεύτερος λόγος της ένδικης αναίρεσης συνιστάμενος στο ότι το Εφετείο δεν αιτιολόγησε το παραδεκτό της υποβολής του οψιγενούς ισχυρισμού της παραγραφής με τις προτάσεις μη αναφέροντας καν τις διατάξεις των άρθρων 527 και 520 παρ. 1, 2, 524 παρ. 1 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος, διότι η αποδιδόμενη εκ πλαγίου παραβίαση λόγω έλλειψης αιτιολογιών αφορά διατάξεις δικονομικού δικαίου.

Οι διατάξεις των άρθρων 28 παρ. 4 του ν. 2579/1998, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 285 του ν. 2717/1999, 22 του ν. 3693/1957, 5 του 1738/1987 και Κ.Υ.Α 134423/1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, περί μείωσης της αμοιβής του πληρεξουσίου δικηγόρου και περί συμψηφισμού της δικαστικής δαπάνης σε περίπτωση κοινής υπαιτιότητας ή μερικής νίκης και ήττας, έχουν εφαρμογή μόνο στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, η νομική υπηρεσία των οποίων διεξάγεται από το Ν.Σ.Κ.

Περαιτέρω οι λόγοι αναίρεσης από τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ προϋποθέτουν εφαρμογή ουσιαστικών και όχι δικονομικών διατάξεων νόμου, όπως είναι οι προβλεπόμενες από τις διατάξεις των άρθρων 176, 178 και 179 του ΚΠολΔ και των προαναφερθεισών στις δίκες του Δημοσίου ή των ν.π.δ.δ. που απολαύουν των προνομίων αυτού.

Εξ άλλου, η καταψήφιση στα δικαστικά έξοδα του διαδίκου που νικήθηκε δεν έχει ανάγκη ειδικής αιτιολογίας και είναι συνέπεια της αρχής της ήττας (άρθρ. 176 ΚΠολΔ) (ΑΠ 299/2012, 819/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον πλήττει με επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 176 ΚΠολΔ, 22 του ν. 3693/1957, 5 του 1738/1987 και Κ.Υ.Α 134423/1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, διότι επιδικάστηκε δικαστική δαπάνη στις αναιρεσίβλητες ποσού 600 ευρώ για την αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου, ενώ έπρεπε να επιδικαστεί ποσό 300 ευρώ, εν όψει του ότι τούτο εκπροσωπήθηκε από δικαστικό πληρεξούσιο του ΝΣΚ.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει, κατά τα προεκτεθέντα, να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού, η περί δικαστικών εξόδων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, δεν μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικώς με βάση το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, ανεξάρτητα του ότι εδώ το Εφετείο επιδίκασε τη δικαστική δαπάνη των 600 ευρώ (300+300 ευρώ) για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας μετά την εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας απόφασης συνεπεία αποδοχής της έφεσης εφαρμόζοντας ορθά τις ως άνω διατάξεις.

Συνεπώς, η ένδικη αναίρεση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί το αναιρεσείον λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν προτάσεις μειωμένα όμως κατά το άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957 σε συνδ. με το άρθρο 2 της υπ' αριθμ. 134423/1992 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-1-2020 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 539/2018 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Οκτωβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, την 1η Νοεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ