1272/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο και Πελαγία Ακάσογλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1272/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία, δηλ. όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, δηλ. όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών της ένδικης υποθέσεως σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1272 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1272/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο και Πελαγία Ακάσογλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Μανιάτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Π. Α. του Π., κατοίκου … ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Σκιαδιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-05-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1617/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 1487/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 07-05-2019 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
(I) Η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων της ίδιας ή άλλης δίκης, ιδίως αγωγών, παρεμβάσεων, ενδίκων μέσων, προτάσεων ή δικαστικών αποφάσεων, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, όταν η πλημμέλεια, που αποδίδεται στα έγγραφα αυτά, δημιουργεί λόγο αναιρέσεως από τους λόγους, που αναφέρονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ.
Για τη διαπίστωση της πλημμέλειας, πρέπει να προσκομίζονται τα επίμαχα διαδικαστικά έγγραφα προς έλεγχο. Το άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ και δεν εισάγει ειδικό λόγο αναιρέσεως. Λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρονται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως πληρούν το πραγματικό λόγου του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 345/2015, ΑΠ 201/1999, ΑΠ 756/1996).
Στο έγγραφο (δικόγραφο) της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο ορισμένο, σαφή και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας [άρθρα 118 αριθμός 4, 119, 566 παρ.1, 577 παρ.3, 495 παρ.1 ΚΠολΔ] ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος και να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο, από όσους αναφέρονται, περιοριστικώς, στο άρθρο 559 ΚΠολ, θεμελιώνει η αιτίαση, που προσβάλλεται.
Διαφορετικά, ο λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος και απορρίπτεται, ως απαράδεκτος• ενώ, η αοριστία του δεν δύναται να θεραπευθεί, με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΟλΑΠ 27/1998). Επίσης, αν ο λόγος αναιρέσεως στηρίζεται σε ισχυρισμό, που πρέπει, για το παραδεκτό του λόγου, να έχει προταθεί νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας [άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ], τότε, για να είναι ορισμένος και, συνεπώς, παραδεκτός, ο λόγος αναιρέσεως, όσον αφορά τον συγκεκριμένο ισχυρισμό πρέπει να αναφέρεται ότι νομίμως προτάθηκε ο ισχυρισμός αυτός στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 194/1998).
Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνα, που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, προβλέπεται, ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ. Κανόνας του ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα καθώς και αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ήτοι, αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία, από εκείνα, που ο ουσιαστικός νόμος απαιτεί.
Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία, δηλ. όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, δηλ. όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών της ένδικης υποθέσεως σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού.
Δια του λόγου αυτού αναιρέσεως, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών δηλαδή, αποκλειστικά, των πραγματικών περιστατικών, που, ανελέγκτως, δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.
Ιδρύεται δε, ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 426/2017). Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ είναι δυνατό να έχει, ως περιεχόμενο (και) την αιτίαση ότι παραβιάσθηκε συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, με αποτέλεσμα η αγωγή να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη ή να απορριφθεί, ως αβάσιμη στην ουσία.
Για να είναι, τότε, ορισμένος (παραδεκτός) ο λόγος αυτός αναιρέσεως και, συνεπώς, να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το νομικό σφάλμα, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, επίσης, να εκτίθενται, πλήρως και σαφώς, οι κρίσιμες ουσιαστικές - πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας ώστε η αγωγή να γίνει δεκτή, ως βάσιμη ή να απορριφθεί, ως αβάσιμη στην ουσία (ΟλΑΠ 11/2007, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 780/2019).
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού (δικανικού) συλλογισμού της, δηλαδή στο αιτιολογικό της, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται, δεν καλύπτουν όλα τα αναγκαία στοιχεία, κατά το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής ή ελλιπής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Ιδρύεται, έτσι, αυτός ο λόγος, μόνο, όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικής διατάξεως, που ρυθμίζει τη διαδικασία. Για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) τέτοιος λόγος, πρέπει στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως να αναφέρονται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, σχετικά με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως καθώς και οι παραδοχές της αποφάσεως, με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, δηλ. ποια στοιχεία, αναγκαία για την επάρκεια των αιτιολογιών λείπουν, σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποια μέρη τους προκύπτει (ΟλΑΠ 1/1999, ΟλΑΠ 30/1997, ΑΠ 445/2019, ΑΠ 114/2017, ΑΠ 1054/2010).
Εξ άλλου, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο και εκτιμώντας, εσφαλμένως, τα διαδικαστικά έγγραφα [άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ] είτε έλαβε υπ' όψη πράγματα, τα οποία δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης είτε δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα, τα οποία προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Αυτός ο λόγος έχει στόχο τη διασφάλιση της αρχής, που καθιερώνει το άρθρο 106 ΚΠολΔ. «Πράγματα» είναι οι νόμιμοι, λυσιτελείς, αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, εάν τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται, με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση δηλ.
οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που συγκροτούν την ιστορική βάση και θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και, κατά νόμο, διαμόρφωσαν ή, ανάλογα, ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της αποφάσεως, που προσβάλλεται (ΑΠ 19/2020). Εάν η αιτίαση αφορά τη μη λήψη υπ' όφη πραγμάτων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης [άρθρο 559 αριθμός 8 περίπτωση (β) ΚΠολΔ], πρέπει, για το ορισμένο [παραδεκτό] του λόγου αυτού αναιρέσεως και το εφικτό του αναιρετικού ελέγχου, εκτός από τον προσδιορισμό των πραγμάτων, που δεν λήφθηκαν υπ' όψη, να γίνεται επίκληση ότι τα πράγματα προτάθηκαν νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 194/1998).
Το άρθρο 527 ΚΠολΔ -όπως ίσχυσε, μετά τα άρθρα 11 ν. 2915/2001 (ΦΕΚ Α. 109 / 29.5.2001), 15 ν. 2943/2001 (ΦΕΚ Α. 203/12.9.2001), 27 και 77 ν. 3994/2011 (ΦΕΚ Α. 165/25.7.2011) και πριν από το άρθρο 1/άρθρο τρίτο ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α. 87 / 23.7.2015), δηλ. πριν από την 01-01-2016, κατά το άρθρο 1 / άρθρο ένατο ν. 4335/2015- ορίζει (και) ότι είναι απαράδεκτη, στην κατ' έφεση δίκη, η προβολή πραγματικών ισχυρισμών, που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν:
(1).- προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα ή εναγόμενο, ως υπεράσπιση κατά της εφέσεως και δεν μεταβάλλεται, με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής,
(2).- γεννήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο,
(3).- συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269 ΚΠολΔ, δηλ. (i).- αν το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως, με τις έγγραφες προτάσεις, από δικαιολογημένη αιτία και αυτό ισχύει και για την ένσταση καταχρήσεως δικαιώματος, (ii).- αν προέκυψαν, για πρώτη φορά, μεταγενέστερα και (iii).- αν αποδεικνύονται, εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου. Το απαράδεκτο αυτής της προβολής λαμβάνεται υπ' όψη και αυτεπαγγέλτως.
Στη διαδικασία των εργατικών διαφορών [άρθρα 663 - 676 ΚΠολΔ, όπως ίσχυσαν πριν από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015, ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία από 01-01-2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο ν. 4335/2015], ίσχυσε το ως άνω άρθρο 527 ΚΠολΔ έτσι, στην κατ’ έφεση δίκη, επιτρέπεται, για πρώτη φορά, η προβολή νέων ισχυρισμών, μόνο, αν συντρέχουν οι προηγούμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, που πρέπει να επικαλεσθεί και αποδείξει ο διάδικος, ο οποίος τις προτείνει (ΑΠ 536/2017).
(II).- Ο (νέος) 'ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ' της ανώνυμης εταιρίας υπό την επωνυμία 'ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.' (Ε.Τ.Ε. Α.Ε.) καταρτίσθηκε, όπως όριζε ο v. 1876/1990 (ΦΕΚ Α. 27 / 8.3.1990), με την από 9.3.2001 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας / Ε.Σ.Σ.Ε. (Πράξη Καταθέσεως στην Επιθεώρηση Εργασίας Αθηνών 5/12.3.2001) και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου [άρθρα 2, 7, 8, 9, 12 ν. 1876/1990] ενώ, καταργήθηκε, από την 12-03-2001, ο 'ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ' της Ε.Τ.Ε.
ΑΕ [άρθρο 46 παρ.2 ν. 2956/2001 (ΦΕΚ Α. 258 / 6.11.2001)]. Στα άρθρα 1, 2, 4, 12, 13, 14, 22 του ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ, που ίσχυε στο κρίσιμο έτος 2014, μετά και τις Ε.Σ.Σ.Ε., από 5.6.2002 (Πράξη Καταθέσεως στην Επιθεώρηση Εργασίας Αθηνών 12 / 7.6.2002), από 16.10.2003 (Πράξη Καταθέσεως στην Επιθεώρηση Εργασίας Αθηνών 34 / 21.10.2003), από 28.12.2004 (Πράξη Καταθέσεως στην Επιθεώρηση Εργασίας Αθηνών 49/28.12.2004), από 22.7.2005 και από 21.12.2005 (Πράξη Καταθέσεως στην Επιθεώρηση Εργασίας Αθηνών 47 / 23.12.2005) καθώς και από 10.12.2007 (Πράξη Καταθέσεως στην Επιθεώρηση Εργασίας Αθηνών 70/11.12.2007), ορίζεται (και) ότι:
Δια του ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ρυθμίζονται τα θέματα, που αφορούν την εν γένει υπηρεσιακή κατάσταση του Προσωπικού της Τράπεζας, από της προσλήψεώς του μέχρι και την καθ' οιονδήποτε τρόπο έξοδό του [άρθρο 1]. 'Προσωπικό' ή 'Υπάλληλος' νοείται κάθε πρόσωπο, που παρέχει εξηρτημένη εργασία στην Τράπεζα, άσχετα από το φύλο, το βαθμό, την κατηγορία ή τον κλάδο, στον οποίο ανήκει [άρθρο 2].
Το Προσωπικό της Τράπεζας κατανέμεται στους υπηρεσιακούς κλάδους Κύριου Προσωπικού, Τεχνικού Προσωπικού και Υποστηρικτικού Προσωπικού. Βαθμοί του κλάδου του Κύριου Προσωπικού - Υπαλλήλου είναι (1).- Δόκιμος, (2).- Υπολογιστής Γ', (3).- Υπολογιστής Β', (4).- Υπολογιστής Α', (5).- Λογιστής Β', (6).- Λογιστής Α', (7).- Υποτμηματάρχης, (8).- Τμηματάρχης Β', (9).- Τμηματάρχης Α', (10).- Υποδιευθυντής Β', (11).- Υποδιευθυντής Α' και (12).- Διευθυντής [άρθρο 4], Για κάθε υπάλληλο συντάσσεται, κατ' έτος, σύμφωνα με τον οικείο Κανονισμό, δελτίο αξιολογήσεως, που αφορά τις γνώσεις, την ειδικότητα, την επιμέλεια, την ευσυνειδησία και επάρκεια κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας, την ποιοτική και ποσοτική απόδοση και γενικά το ήθος καθώς και τη συμπεριφορά του προς τους συναδέλφους του και το κοινό [άρθρο 12], Για κάθε υπάλληλο τηρείται στη Διεύθυνση Προσωπικού, υπηρεσιακός φάκελος, στον οποίο περιλαμβάνονται όλα τα στοιχεία και τα έγγραφα, που αφορούν τα προσόντα, την ηλικία, την οικογενειακή κατάσταση, το διορισμό, τη μισθοδοσία, τις προαγωγές, τις πειθαρχικές ποινές, τις άδειες και εν γένει απουσίες, τις εκθέσεις ποιότητας, τη λύση της σχέσεως εργασίας και γενικά ο,τιδήποτε αφορά τη σύμβαση εργασίας του [άρθρο 22], Οι προαγωγές του Προσωπικού διενεργούνται δύο (2) φορές τον χρόνο, κατά τους μήνες Ιανουάριο και Ιούλιο.
Ως ημερομηνία απονομής του βαθμού (valeur), από την οποία αρχίζουν και τα ωφελήματα από την προαγωγή, λογίζεται η πρώτη ημέρα των μηνών Ιανουαρίου ή Ιουλίου. Στον βαθμό του Υποδιευθυντή Β', οι προαγωγές του Κύριου Προσωπικού γίνονται από το Διοικητικό Συμβούλιο, ύστερα από πρόταση του Διοικητή, 'κατ' απόλυτη εκλογή', εφ' όσον ο υπάλληλος έχει συμπληρώσει τριετή τουλάχιστον 'ευδόκιμη πραγματική υπηρεσία' στον (προηγούμενο) βαθμό του Τμηματάρχη Α' [άρθρο 13].
Ως 'πραγματική υπηρεσία', λογίζεται, μόνο, ο χρόνος, κατά τον οποίο ο υπάλληλος εργάσθηκε, πραγματικά, στην Τράπεζα. Δεν υπολογίζεται ο χρόνος, κατά τον οποίο ο υπάλληλος απουσίασε από την Υπηρεσία για οποιονδήποτε λόγο, εκτός των περιπτώσεων απουσίας για εκτέλεση δημοσίων λειτουργημάτων, που επιβάλλονται από το νόμο, των περιπτώσεων υποχρεωτικών αδειών, που προβλέπονται από το νόμο ή από Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας (Σ.Σ.Ε.) καθώς και δικαιολογημένης απουσίας, λόγω ανώμαλης κυήσεως.
Κατ' εξαίρεση, θεωρείται, ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας, ο χρόνος, κατά τον οποίον ο υπάλληλος απουσίασε δικαιολογημένα, λόγω ασθενείας, εφ' όσον ο χρόνος αυτός δεν υπερβαίνει συνολικά, κατά το υπό κρίση για προαγωγή διάστημα, (α).- τους έξι μήνες, για τους υπαλλήλους, που υπηρετούν στην Τράπεζα μέχρι δέκα έτη, (β).- τους εννέα μήνες, για τους υπαλλήλους, που υπηρετούν στην Τράπεζα από δέκα έτη μέχρι είκοσι έτη και (γ).- το ένα έτος, για τους υπαλλήλους, που υπηρετούν στην Τράπεζα άνω των είκοσι ετών.
Ο χρόνος στρατιωτικής υπηρεσίας θεωρείται, ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας και συνυπολογίζεται για τη βαθμολογική εξέλιξη του υπαλλήλου [άρθρο 14].
Η κρίση για το 'ευδόκιμο της υπηρεσίας' και η ακολουθούσα 'απόλυτη εκλογή', αν και οι πιο πάνω διατάξεις δεν εμπεριέχουν ρητή μνεία, σχηματίζεται, με βάση τα ως άνω στοιχεία του ατομικού φακέλου κάθε υπαλλήλου και δη, των οικείων εκθέσεων (δελτίων), που συντάσσονται, κατ' έτος, από το αρμόδιο όργανο. Στην 'κατ' απόλυτη εκλογή' προαγωγή στον βαθμό του Υποδιευθυντή Β', αξιολογικό κριτήριο με βαρύνουσα σημασία είναι η άσκηση από τον υπάλληλο υπευθύνων καθηκόντων, διότι εκφράζει την εμπιστοσύνη της Τράπεζας στις ικανότητες, την εμπειρία και την επάρκεια του υπαλλήλου για την επιτυχή διεκπεραίωση του έργου, που του ανατίθεται, επίσης, σημαντικό κριτήριο είναι οι τίτλοι σπουδών του υπαλλήλου, ακόμη, ουσιαστικά προσόντα αποτελούν η γνώση ξένων γλωσσών και η παρακολούθηση από τον υπάλληλο επιμορφωτικών σεμιναρίων (ΑΠ 246/2015).
Η αξιολόγηση των προσόντων των κρινόμενων, όπως προκύπτουν από τα ως άνω στοιχεία των ατομικών φακέλων, αποτελεί ουσιαστική κρίση του Διοικητικού Συμβουλίου, το οποίο λειτουργεί για την προαγωγή ή την παράλειψη προαγωγής υπαλλήλου, ως εργοδοτικό όργανο. Έτσι, η κρίση αυτή του Διοικητικού Συμβουλίου, ως άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη [άρθρα 648, 652 ΑΚ], υπόκειται στον έλεγχο του δικαστηρίου, κατά τους ορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, για κατάχρηση δικαιώματος, δηλ. η άσκησή του δεν δύναται να υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του.
Η παράλειψη προαγωγής υπαλλήλου, ο οποίος καταφανώς - προφανώς υπερτερούσε, ως προς τα (τυπικά και ουσιαστικά) υπηρεσιακά προσόντα, άλλου προαχθέντος, έστω και ενός, ομοιόβαθμου υπαλλήλου - συναδέλφου του, συνιστά υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, είναι παράνομη και, συνεπώς, άκυρη [άρθρα 174, 180 ΑΚ], Σε τέτοια περίπτωση, ο υπάλληλος, που παραλείφθηκε, δικαιούται να ασκήσει αγωγή προς αναγνώριση του δικαιώματος του προαγωγής [άρθρα 68, 70 ΚΠολΔ], οπότε, με την τελεσιδικία της αποφάσεως, η προαγωγή λογίζεται ότι πραγματοποιήθηκε, αυτοδικαίως, από του χρόνου, στον οποίο έπρεπε να συντελεσθεί [άρθρο 12 ν. 1082/1980 (ΦΕΚ Α. 250)].
Δικαιούται, επίσης, (α).- να ζητήσει την επιδίκαση, ως αποζημίωση, της διαφοράς των αποδοχών του (διαφυγόν κέρδος) από την σε βάρος του αδικοπραξία - κατάχρηση δικαιώματος, εξ αιτίας αυτής της παράνομης και υπαίτιας πράξεως των οργάνων του εργοδότη, που τον αντιπροσωπεύουν, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους [άρθρα 71, 281, 914, 298, 330 ΑΚ] και (β).- εφ' όσον η παράλειψη της προαγωγής του έγινε υπό συνθήκες παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητάς του, κατά την έκφανση της επαγγελματικής του δραστηριότητας και συντρέχει υπαιτιότητα της Τράπεζας, να ζητήσει χρηματική ικανοποίηση, κατ' εύλογη κρίση, της σημαντικής ηθικής βλάβης του [άρθρα 71, 281, 299, 57, 59 ΑΚ, 5 παρ., 22 Συντάγματος].
Ο εναγόμενος - εργοδότης δικαιούται να προτείνει τον ισχυρισμό ότι ορισμένος ή ορισμένοι ομοιόβαθμοι συνάδελφοι του ενάγοντος - εργαζομένου υπερέχουν απλώς από εκείνον (ενάγοντα), ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά υπηρεσιακά προσόντα και ότι θα είχαν προαχθεί αντί του ενάγοντος, αν δεν είχαν προαχθεί οι υπάλληλοι, που ο ενάγων προτείνει για σύγκριση στην αγωγή. Πρόκειται για διακωλυτική ένσταση [άρθρο 262 παρ.1 ΚΠολΔ], η οποία διακόπτει τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της παραλείψεως (και της συνακόλουθης ζημίας) του ενάγοντος και της προαγωγής των συναδέλφων του, που τους προτείνει για σύγκριση, με την αγωγή, διακωλύει την ενεργητική νομιμοποίηση του ενάγοντος στην άσκηση της αγωγής και θεμελιώνεται στα άρθρα 924, 297, 298, 330 ΑΚ (ΟλΑΠ 14/1998).
Υπόκειται προς κρίση, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, η από 07-05-2019 [Γ.Α.Κ. 4409 /Ε.Α.Κ. 399/7.5.2019 - Εφετείο Αθηνών] αίτηση αναιρέσεως της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας υπό την επωνυμία 'ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.', που νομίμως εκπροσωπείται κατά του αναιρεσίβλητου Π. Α. . Προσβάλλεται δε, η 1487/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, την 19-03-2019, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 12-10-2017 εφέσεως του εκκαλούντος και ήδη αναίρεσίβλητου κατά της εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας.
Εκκαλούμενη ήταν η 1617/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, την 18-09-2017, αντιμωλία των διαδίκων, επί της από 20-05-2016 αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας. Με την 1617/2017 πρωτόδικη απόφαση, η αγωγή, η οποία αφορά απαιτήσεις του ενάγοντος, ως μόνιμου υπαλλήλου του Κύριου Προσωπικού της εναγομένης, με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας (αδικοπραξία - παράλειψη προαγωγής του σε ανώτερο βαθμό και δη από Τμηματάρχη Α' σε Υποδιευθυντή Β', στις προαγωγικές κρίσεις του έτους 2012 - από 01-07-2012, άλλως, στις προαγωγικές κρίσεις του έτους 2014 - από 01-01-2014, κατά κατάχρηση δικαιώματος), απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, κατά τις βάσεις της, κύρια και επικουρική, ως άνω, στο σύνολο της.
Με την 1487/2019 απόφαση, που προσβάλλεται, η έφεση έγινε δεκτή, τυπικά και στην ουσία, εξαφανίσθηκε η 1617/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το κεφάλαιο, που αφορά την επικουρική βάση της αγωγής, για τις προαγωγικές κρίσεις του έτους 2014 - από 01-01-2014, κρατήθηκε η υπόθεση και η αγωγή, κατά την επικουρική αυτή βάση, έγινε μερικώς δεκτή στην ουσία.
Στους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας, η υπόθεση εκδικάσθηκε, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών [άρθρα 663 - 676 ΚΠολΔ, όπως ίσχυσαν πριν από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α. 87 / 23.7.2015)]. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε, ως άνω, την 07-05-2019, νομίμως και εμπροθέσμως, ήτοι εντός της νόμιμης προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από τη νόμιμη επίδοση, την 08-04-2019, με την επιμέλεια του αναιρεσίβλητου, της 1487/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Μετά ταύτα, η αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των τριών (3) συνολικά λόγων της [άρθρα 122, 139 παρ.3, 123, 144, 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1, 577 παράγραφοι 1 και 3, 591 παρ.7 ΚΠολΔ].
Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως περιέχει, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ, την αιτίαση ότι το εφετείο στην 1487/2019 οριστική απόφαση και κατά τις παραδοχές της, όπως πλήρως εκτίθενται στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, παραβίασε ευθέως τα άρθρα 281 και 914 ΑΚ (σε συνδυασμό προς το άρθρο 13 του ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Ε.Τ.Ε. ΑΕ). Ειδικότερα, παραβίασε τις συγκεκριμένες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, με την εσφαλμένη υπαγωγή, σε αυτές, των πραγματικών περιστατικών, που, ανελέγκτως, δέχθηκε, ως αποδεδειγμένα, ενώ δεν υπάγονταν στο πραγματικό τους και, έτσι, δέχθηκε την αγωγή μερικώς βάσιμη κατ' ουσία, ως προς την επικουρική βάση της, που αφορά τις προαγωγικές κρίσεις του έτους 2014 - από 01-01-2014.
Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως περιέχει, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, την αιτίαση ότι η 1487/2019 απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, συνεπώς, υπάρχει εκ πλαγίου παράβαση των άρθρων 281 και 914 ΑΚ (σε συνδυασμό προς το άρθρο 13 του ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Ε.Τ.Ε. ΑΕ), εφ' όσον, κατά τις ουσιαστικές παραδοχές της, έχει ελλιπείς (ανεπαρκείς) αιτιολογίες, ως προς τον προσδιορισμό των υπηρεσιακών προσόντων του (ήδη) αναιρεσίβλητου, έναντι των υπηρεσιακών προσόντων των ομοιόβαθμων συναδέλφων του, οι οποίοι αναφέρονται στην αγωγή και προήχθησαν, κατά παράλειψη του αναιρεσείοντος, στις προαγωγικές κρίσεις του έτους 2014 - από 01-01-2014.
Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως περιέχει, με την επίκληση του άρθρου 559 αριθμός 8 περίπτωση (β) ΚΠολΔ, την αιτίαση ότι το εφετείο στην 1487/2019 οριστική του απόφαση, δεν έλαβε υπ' όψη 'πράγμα', που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, δεν έλαβε υπ' όψη ένσταση διακωλυτική, την οποία η (ήδη) αναιρεσείουσα πρότεινε, για πρώτη φορά, ενώπιον του εφετείου (συγκρινόμενος, κατά τις προαγωγικές κρίσεις του έτους 2014 - από 01-01-2014, στη διακωλυτική ένσταση ήταν ο Ο. Ι., ομοιόβαθμος συνάδελφος του αναιρεσίβλητου).
Οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως είναι παραδεκτοί (ορισμένοι) και, περαιτέρω, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την 1487/2019 απόφασή του, την οποία ο Άρειος Πάγος παραδεκτώς επισκοπεί, όπως εκτέθηκε στην (I) μείζονα σκέψη, χάριν της εξετάσεως της βασιμότητας των λόγων αυτών [άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ], δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, τα παρακάτω ουσιώδη: "Ο ενάγων Π.
A. (ήδη αναιρεσίβλητος) προσελήφθη από την εναγομένη Ε.Τ.Ε. ΑΕ (ήδη αναιρεσείουσα), την 28-01-1986, δυνάμει συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, εν συνεχεία δε, μονιμοποιήθηκε, ως υπάλληλος του Λογιστικού Κλάδου, ακόμη ότι από την πρόσληψή του μέχρι και τον βαθμό του Τμηματάρχη Β', έτυχε κανονικής εξελίξεως, προαχθείς στον άνω βαθμό, την 01-01-2000, ενώ με την 5843/2013 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, έγινε δεκτό ότι έπρεπε να προαχθεί στον βαθμό του Τμηματάρχη Α', από την 01-01-2006.
Ωστόσο, εάν και διέθετε όλα τα απαιτούμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και μολονότι υπήρχαν κενές θέσεις του επομένου βαθμού, τα αρμόδια όργανα της εναγόμενης τράπεζας παρέλειψαν να τον προαγάγουν στον βαθμό του Υποδιευθυντή Β', από 01-01-2014, προήγαγαν δε, τους ως κατωτέρω υπαλλήλους, έναντι των οποίων ο ενάγων, καταφανώς, υπερείχε.
Ειδικότερα, κατά τις προαγωγικές κρίσεις του 2014, στον βαθμό του Υποδιευθυντή Β' προήχθησαν μεταξύ άλλων οι ομοιόβαθμοι συνάδελφοι του ενάγοντος Γ. Μ., Β. Χ. και Π. Μ., οι οποίοι προτείνονται προς σύγκριση, με την αγωγή ... Περαιτέρω, όσον αφορά στα υπηρεσιακά, τυπικά και ουσιαστικά, προσόντα του ενάγοντος, κατά τον χρόνο των προαγωγικών κρίσεων του έτους 2014, αποδείχθηκε ότι προσελήφθη από την Ε.Τ.Ε.
ΑΕ, την 28-01-1986, κατόπιν επιτυχίας του σε δημόσιο διαγωνισμό, είναι πτυχιούχος της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Πειραιά (Α.Σ.Β.Π.), κατέχει μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης στη 'Μετάφραση - Μεταφρασεολογία' καθώς και από το 2007, διδακτορικό τίτλο σπουδών του Τμήματος Ιταλικής και Ισπανικής Γλώσσας και Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, γνωρίζει αρκετά καλά την αγγλική και τη γαλλική γλώσσα (βαθμολογία 6/9 και 5/9, αντίστοιχα) και άριστα την ισπανική (βαθμολογία 8/9), επίσης, έχει παρακολουθήσει οκτώ (8) επιμορφωτικά σεμινάρια.
Υπηρέτησε, ως λογιστικός υπάλληλος και ταμίας ('Teller'), από την πρόσληφή του έως τον Απρίλιο του 1988, στο Υποκατάστημα ... και από τον Απρίλιο του 1988 έως τον Οκτώβριο του 1993, στο Κατάστημα ... Αθήνα, όπου ανέλαβε καθήκοντα 'Chief Teller' συναλλάγματος, με δικαίωμα Β' υπογραφής και άσκησε καθήκοντα Αναπληρωτή Προϊσταμένου Υπηρεσίας Συναλλάγματος για χρονικό διάστημα δύο ετών, αντικατέστησε επί τρίμηνο την Προϊσταμένη και εργάσθηκε επί τρίμηνο στην Υπηρεσία Εμπορικών Χορηγήσεων.
Ακολούθως, μετατέθηκε στη Διεύθυνση Διεθνών Δραστηριοτήτων, στην οποία παρέμεινε επί επτά περίπου έτη και υπηρέτησε στην Υπηρεσία Θεμάτων Προσωπικού Καταστημάτων και Γραφείων Αντιπροσωπείας της Ε.Τ.Ε. ΑΕ, στο εξωτερικό, στην Υπηρεσία Γενικών Θεμάτων Καταστημάτων και Γραφείων Αντιπροσωπείας εξωτερικού, στην Υπηρεσία Ανταποκριτών Εξωτερικού Βαλκανίων και Ανατολικής Ευρώπης, όπου του δόθηκε και δικαίωμα Β' υπογραφής.
Τον Ιούνιο του έτους 2000, μετακινήθηκε στην Διεύθυνση Χρηματοδότησης Μεγάλων Επιχειρήσεων και εντάχθηκε στο εξειδικευμένο προσωπικό της, ως Χορηγητής Γ', με αντιστοιχία Προϊσταμένου Υπηρεσίας στην Διοίκηση (7° κλιμάκιο ευθύνης). Τον Δεκέμβριο του 2005, μετακινήθηκε στην Διεύθυνση Διεθνών και Ειδικών Πιστοδοτήσεων της Διοίκησης, αρχικά, με την ίδια αντιστοιχία θέσης ευθύνης 7ου κλιμακίου και από 01-01-2007, ως Χορηγητής Α', με αντιστοιχία θέσης ευθύνης 4ou κλιμακίου.
Τον Μάϊο του 2012, ονομάσθηκε Χορηγητής Α' και του χορηγήθηκε ισοτιμία Υποδιευθυντή Δ / Σ θέσης ευθύνης 3ου κλιμακίου, αναδρομικά, από 01-07-2010. Τέλος, τον Μάϊο του 2014, τοποθετήθηκε, ως Χορηγητής Α', στην Διεύθυνση Μεγάλων Έργων -η οποία αποσπάσθηκε από τη Διεύθυνση Διεθνών και Ειδικών Πιστοδοτήσεων, από 20-03-2014- όπου, ως Στέλεχος 3ου κλιμακίου, με ισοτιμία Υποδιευθυντή Δ / Σ, ήταν επικεφαλής Ομάδας Χορηγητών, υπεύθυνος στον Τομέα Διεθνών Πιστοδοτήσεων και Κοινοπρακτικών Δανείων, επίσης, ήταν επικεφαλής Ομάδας Χορηγητών και στην Υποδιεύθυνσης Μεγάλων Έργων.
Ο ενάγων για τις εν γένει επιδόσεις του, ως υπάλληλος της Ε.Τ.Ε. ΑΕ, έχει βαθμολογηθεί στα Δελτία Αξιολόγησης των ετών 2011 - 2014, με τον βαθμό (ποσοστό ανταπόκρισης) 139/140.
Εξ άλλου, τα υπηρεσιακά προσόντα των προαχθέντων από 01-01-2014, στον βαθμό του Υποδιευθυντή Β', είναι τα ακόλουθα:
Ο Γ. Μ. προσελήφθη, την 17.2.1997, είχε ειδική αρχαιότητα στον βαθμό του Τμηματάρχη Α', από 1.7.2008, ήταν απόφοιτος Αμερικάνικου Κολλεγίου DEREE, είχε παρακολουθήσει 9 σεμινάρια επιμόρφωσης, γνώριζε την αγγλική γλώσσα και, ως Υποδιευθυντής Δ/Σ κατείχε θέση ευθύνης 3ου κλιμακίου, είχε δε, ποσοστό ανταπόκρισης στο Δελτίο Αξιολόγησης του έτους 2013, 134/140.
Συνεπώς, ο ενάγων υπερείχε, έναντι αυτού, στην γενική αρχαιότητα, κατά 11 έτη (προσληφθείς, την 28-01-1986), στην ειδική αρχαιότητα κατά 2,5 έτη (προαχθείς με την ως άνω δικαστική απόφαση σε Τμηματάρχη Α', από 1.1.2006), σε τίτλους σπουδών (είναι πτυχιούχος Α.Β.Σ.Π., κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών Πανεπιστημίου Αθήνας στη Μετάφραση - Μεταφρασεολογία και κάτοχος διδακτορικού τίτλου σπουδών Πανεπιστημίου Αθήνας τμήματος Ιταλικής και Ισπανικής Φιλολογίας), σε αριθμό και βαθμό γνώσης ξένων γλωσσών (είχε βαθμολογία 8/9 στην ισπανική, 6/9 στην αγγλική και 5/9 στη γαλλική γλώσσα) καθώς και σε ποσοστό ανταπόκρισης στο Δελτίο Αξιολόγησης του κρίσιμου έτους 2013 (ο ενάγων είχε ποσοστό 139 / 140, έναντι 134 / 140, που είχε ο συγκρινόμενος, ο οποίος δεν είχε αξιολογηθεί, κατά τα έτη 2011και 2012, λόγω απόσπασής του στο Υπουργείο Οικονομικών και, εν συνεχεία, στο Τ.Α.Ι.Π.Ε.Δ.), ενώ ισοδυναμούσε σχεδόν με αυτόν στα επιμορφωτικά σεμινάρια.
Η Β. Χ. προσελήφθη, την 08-02-1988, είχε ειδική αρχαιότητα στον βαθμό του Τμηματάρχη Α', από 01-07-2010, ήταν πτυχιούχος Λογιστικής Μέσης Σχολής, είχε παρακολουθήσει 57 σεμινάρια επιμόρφωσης, δεν γνώριζε ξένη γλώσσα και, ως Διευθύντρια Καταστήματος …, κατείχε θέση ευθύνης 5ου κλιμακίου, είχε δε, ποσοστό ανταπόκρισης στα Δελτία Αξιολόγησης, 2011, 2012 και 2013 ετών, 135, 140 και 140 / 140, αντίστοιχα. Συνεπώς, ο ενάγων υπερείχε, έναντι αυτής, στην γενική αρχαιότητα κατά 2 έτη, στην ειδική αρχαιότητα κατά 4,5 έτη, σε τίτλους σπουδών, στη γνώση ξένων γλωσσών, στη θέση ευθύνης (κατείχε ισοτιμία θέσης Υποδιευθυντή Δ/Σ 3ου κλιμακίου, από τον Μάιο 2012) καθώς και σε ποσοστό ανταπόκρισης στο Δελτίο Αξιολόγησης του έτους 2011 (ο ενάγων είχε ποσοστό 139/140, έναντι 135/140, που είχε η συγκρινόμενη), ενώ ισοδυναμούσε σχεδόν με αυτήν σε ποσοστό ανταπόκρισης των ετών 2012 και 2013 και υστερούσε στον αριθμό των σεμιναρίων.
Η Π. Μ. προσελήφθη, την 28-03-1988, είχε ειδική αρχαιότητα στον βαθμό του Τμηματάρχη Α', από 01-01-2009, ήταν πτυχιούχος Ιστορίας και Αρχαιολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών, είχε παρακολουθήσει 15 σεμινάρια επιμόρφωσης, γνώριζε μέτρια την αγγλική γλώσσα (βαθμολογία 3/9) και, ως Προϊσταμένη Τμήματος Δ/Σ, κατείχε θέση ευθύνης 5ου κλιμακίου (Υποδιευθύντρια έγινε, την 10-01-2014, δηλαδή, μετά την προαγωγή της), είχε δε, ποσοστό ανταπόκρισης στα Δελτία Αξιολόγησης, 2011, 2012 και 2013 ετών, 139, 140 και 140/140, αντίστοιχα.
Συνεπώς, ο ενάγων υπερείχε, έναντι αυτής, στην γενική αρχαιότητα κατά 2 έτη, στην ειδική αρχαιότητα κατά 3 έτη, σε τίτλους σπουδών, σε αριθμό και βαθμό γνώσεως ξένων γλωσσών καθώς και στη θέση ευθύνης, ενώ ισοδυναμούσε σχεδόν με αυτή στο ποσοστό ανταπόκρισης των κρίσιμων ετών 2011 - 2013.
Κατ' ακολουθία όλων των προεκτεθέντων, εκτιμάται ότι η υπεροχή του ενάγοντος, έναντι των παραπάνω συναδέλφων του, ήταν καταφανής, η δε παράλειψη της εναγομένης να τον προαγάγει, κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 01-01-2014, υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη και ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος της να επιλέγει τους εκάστοτε προακτέους υπαλλήλους, προς το συμφέρον της επιχειρήσεώς της. Επομένως, η αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή, ως νόμω και ουσία βάσιμη, κατά την επικουρική βάση της και να αναγνωρισθεί ότι ο ενάγων έπρεπε να προαχθεί στον βαθμό του Υποδιευθυντή Β', από 01-01-2014.
Η προταθείσα από την εναγομένη διακωλυτική ένσταση, κατά την οποία, εκτός από τον ενάγοντα, παραλείφθηκαν, την 01-01-2014 και οι υπάλληλοι Α. ΜΠ. και Π. Ζ., οι οποίοι υπερείχαν αυτού και θα ετύγχαναν προαγωγής, εάν είχαν παραλειφθεί δύο εκ των προαχθέντων, προβάλλεται αλυσιτελώς, επειδή ακόμη και αν γινόταν δεκτός ο εν λόγω ισχυρισμός, πάλι θα υπήρχε ένας υπάλληλος (αντί για τρεις, κατά παραπάνω), του οποίου καταχρηστικώς προκρίθηκε η προαγωγή, έναντι του υπερέχοντος καταφανώς ενάγοντος.
Περαιτέρω, ο ενάγων θα έπρεπε, κατά το διάστημα από 01-01-2014 έως 28-02-2017, να είχε λάβει τις μισθολογικές διαφορές μεταξύ των αποδοχών του Τμηματάρχη Α' και του Υποδιευθυντή Β', οι οποίες συνίστανται στο χορηγούμενο μόνο στον Υποδιευθυντή Β' επίδομα 'Υπηρεσιακής Επίδοσης' για το ως άνω χρονικό διάστημα, ποσού 52 ευρώ μηνιαίως και προστιθεμένου στα επιδόματα εορτών και αδείας, ήτοι το συνολικό ποσό των 2.288 ευρώ (44 επιδόματα Χ 52 ευρώ), το οποίο και πρέπει να του επιδικασθεί. Η ανωτέρω παράνομη και υπαίτια παράλειψη του αρμοδίου οργάνου της εναγομένης να προαγάγει τον ενάγοντα προσέβαλε την προσωπικότητά του, δια της υπηρεσιακής και ατομικής μείωσής του στο επαγγελματικό και κοινωνικό του περιβάλλον και του προκάλεσε ηθική βλάβη για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει, λαμβάνοντας υπ' όψη το είδος του θιγόμενου αγαθού, το μέγεθος της προσβολής και τις συνθήκες τέλεσής της, τον βαθμό υπαιτιότητας της εναγομένης καθώς και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των μερών, να του επιδικασθεί, ως χρηματική ικανοποίηση, το ποσό των 1.700 ευρώ".
Στη συνέχεια, όπως ειπώθηκε, η από 12-10-2017 έφεση έγινε δεκτή (και) στην ουσία και, εν τέλει, η αγωγή, κατά την επικουρική βάση της, έγινε μερικώς δεκτή στην ουσία. Με τις προηγούμενες παραδοχές, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, όσον αφορά το θετικό του συμπέρασμα για την καταφανή υπεροχή του αναιρεσίβλητου, έναντι των συγκρινόμενων Γ.
Μ., Β. Χ. και Π. Μ., κατά τις προαγωγικές κρίσεις του έτους 2014 (από 01-01-2014), δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες η αναιρεσείουσα επικαλείται ούτε ευθέως, αφού ορθώς υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, ανελέγκτως, ως αποδεδειγμένα, στο πραγματικό των εφαρμοστέων άρθρων 281 και 914 ΑΚ (σε συνδυασμό προς το εφαρμοστέο άρθρο 13 του ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Ε.Τ.Ε.
ΑΕ) ούτε εκ πλαγίου, αφού διέλαβε επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν τον αναιρετικό έλεγχο εφικτό δηλαδή στο αιτιολογικό της 1487/2019 αποφάσεως εκτίθενται πραγματικά περιστατικά, που καλύπτουν όλα τα αναγκαία στοιχεία, κατά το πραγματικό των ως άνω εφαρμοστέων άρθρων 281 και 914 ΑΚ (σε συνδυασμό προς το εφαρμοστέο άρθρο 13 του ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Ε.Τ.Ε.
ΑΕ). Ειδικότερα, κατά τις παραδοχές, ο αναιρεσίβλητος Π. Α. υπερέχει, προφανώς - καταφανώς, έναντι των ισόβαθμων υπαλλήλων - συναδέλφων του Γ. Μ., Β. Χ. και Π. Μ., που συγκρίνονται. Η υπεροχή αυτή του αναιρεσίβλητου συνίσταται, ως προς την ειδική αρχαιότητα, τις σπουδές και τον χρόνο πραγματικής ασκήσεως υπευθύνων καθηκόντων, συνεχώς, από το έτος 2000.
Αντίθετα, ως προς το σημαντικό για την επίδικη προαγωγή κριτήριο, ήτοι του χρόνου ασκήσεως υπευθύνων καθηκόντων, από τις παραδοχές του εφετείου προκύπτει ότι (α).- ο συγκρινόμενος Γ. Μ. άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα από το έτος 2008, (β).- η συγκρινόμενη Β. Χ. άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα από το έτος 2010 και (γ).- η συγκρινόμενη Π.
Μ. άσκησε υπεύθυνα καθήκοντα από το έτος 2009. Η διαφορά είναι τόσο καταφανής και σημαντική ώστε να καθίσταται κατάφορα άδικη η κρίση του αρμοδίου οργάνου της αναιρεσείουσας για την προαγωγή των συγκρινόμενων αυτών και για την παράλειψη της προαγωγής του αναιρεσίβλητου, συνεπώς, είναι καταχρηστική. Επομένως και κατά τα εκτεθέντα στις μείζονες σκέψεις, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμοί 1 εδ. (α) και 19 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 8 περίπτωση (β) ΚΠολΔ είναι αόριστος και απορριπτέος, ως απαράδεκτος, αφού και κατά τα γενόμενα δεκτά στην (I) μείζονα σκέψη, η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται ότι πρότεινε νομίμως αυτό τον ισχυρισμό (διακωλυτική ένσταση, με συγκρινόμενο τον Ο. Ι. για τις προαγωγικές κρίσεις έτους 2014, από 01-01-2014) στο εφετείο δηλ. δεν επικαλείται νόμιμο λόγο παραδεκτής βραδείας προβολής του ισχυρισμού, στο εφετείο.
Άλλος λόγος αναιρέσεως προς έρευνα δεν υπάρχει, επομένως, πρέπει να απορριφθεί η από 07-05-2019 αίτηση αναιρέσεως κατά της 1487/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, στο σύνολο της.
Η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, που ορίζεται στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ [άρθρα 106, 191 παρ.2, 183, 176 ΚΠολΔ].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 7.5.2019 αίτηση αναιρέσεως κατά της 1487/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, στο σύνολο της.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, που ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 10 Ιουνίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 16 Δεκεμβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ