1272/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1272/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά τις διατάξεις του άρθρου 560 αριθ. 1 και 6 ΚΠολΔ, όπως αυτό ισχύει μετά την άνω αντικατάσταση του, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση "1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1272 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1272/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη - Εισηγητή, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Ζ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Κατοχιανό.
Της αναιρεσίβλητης: Ε. Μ. του Δ., συζύγου Π. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Κατσαντώνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-4-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Φαλάρων.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 36/2014 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-2-2016 αίτησή του και τους από 10-1-2017 πρόσθετους αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων αυτής λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινομένη από 23-02-2016 αίτηση αναίρεσης και τους από 10-01-2017 παραδεκτά και εμπρόθεσμα με αυτοτελές δικόγραφο ασκηθέντες [πρόσθετους λόγους προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ’ αριθ. 36/2014 τελεσίδικη απόφαση του ως εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, το οποίο απέρριψε κατ’ ουσίαν την από 15-10-2012 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ’ αριθ. 14/2012 απόφασης του Ειρηνοδικείου Φαλάρων, με την οποία έγινε δεκτή η από 04-04-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει νομιμοτόκως το οφειλόμενο σ’ αυτήν ποσόν των 19.000 ευρώ από τις μεταξύ τους καταρτισθείσες συμβάσεις δανείου.
Κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 5 ΚΠολΔ, (όμοια προς αυτήν του άρθρου 559 αριθ.8 του ίδιου Κώδικα), όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του ν. 4335/2015 και ισχύει κατά το άρθρο 9 περ. 2 του ίδιου νόμου από 1-1-2016, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση και "αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα πού δεν προτάχθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και - έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".
Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 560 αριθ. 5), αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βάσιμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων.
Εξάλλου, δεν αποτελούν "πράγματα," τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, ούτε η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ’ ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (Ολ.ΑΠ 3/1997).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση από τον αριθ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη μη προταθέντα με την αγωγή ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης, με το να δεχθεί ότι οι επικαλούμενες απ’ αυτήν συμβάσεις δανείου καταρτίσθηκαν εγκύρως ατύπως μεταξύ των διαδίκων, λόγω ηθικής αδυναμίας κτήσεως εγγράφου, ενόψει της πολύχρονης γνωριμίας που διατηρούσαν μεταξύ τους, λαμβάνοντας υπόψη προς απόδειξη του τελευταίου και τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων για να καταλήξει στο πόρισμα του αυτό, χωρίς να γίνεται στην αγωγή καμιά μνεία πραγματικών περιστατικών που να δικαιολογούν στενές οικογενειακές, επαγγελματικές ή ερωτικές σχέσεις που να συγκροτούν τη νομική έννοια της ηθικής αδυναμίας κτήσεως εγγράφου.
Ο λόγος αυτός είναι, απαράδεκτος, προεχόντως διότι τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά δεν αποτελούν "πράγμα", κατά την προεκτεθείσα έννοια, αλλά συμπεράσματα του δικαστηρίου, που προέκυψαν από την, εκτίμηση των αποδείξεων. Σε κάθε περίπτωση είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), ρητώς αναφέρεται σ’ αυτήν ότι οι διάδικοι κατάρτισαν τις επίδικες συμβάσεις δανείου προφορικώς, λόγω του ότι διατηρούσαν μεταξύ τους πολύχρονες εργασιακές, οικογενειακές και φιλικές σχέσεις.
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 560 αριθ. 1 και 6 ΚΠολΔ, όπως αυτό ισχύει μετά την άνω αντικατάσταση του, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση "1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς.........6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".
Κατά το εδ. α’ της πρώτης των άνω διατάξεων, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).
Ειδικότερα, οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 ΑΚ) παραβιάζονται πλην άλλων, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων.
Αντίθετα, δεν παραβιάζονται οι ίδιοι κανόνες όταν το ουσιαστικό δικαστήριο διαπιστώνει στην απόφαση του ότι η ελεγχόμενη δήλωση βούλησης είναι σαφής χωρίς κενά. Εξάλλου, κατά την έννοια της δεύτερης των ως άνω διατάξεων (άρθρο 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ), όμοιας εκείνης του αρθρ. 559 αριθ. 19 του ίδιου Κώδικα, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999).
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος ή για επιχειρήματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 806 Α.Κ. "με τη σύμβαση του δανείου ο ένας από τους συμβαλλομένους μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα, και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας". Από τη διάταξη αυτή σαφώς προκύπτει ότι η ετεροβαρής σύμβαση του δανείου καταρτίζεται με τη μεταβίβαση της κυριότητας του δανειζομένου πράγματος από το δανειστή στον οφειλέτη, τούτο δε και μόνον είναι αναγκαίο για τη στήριξη της αγωγής προς απόδοση του δανείου.
Περιστάσεις που προηγήθηκαν αυτού δεν εμπίπτουν στην ιστορική βάση της αγωγής, αλλά, εν όψει του αιτιώδους χαρακτήρα της συμβάσεως, μπορεί να αποτελέσουν βάση ανατρεπτικής ενστάσεως, εφόσον έχουν αναχθεί σε αιτία αυτής. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, αφού έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει, μεταξύ των οποίων και τα διδάγματα της κοινής πείρας για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα-εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσίβλητη) από τις 5-4-2006 διατηρεί εμπορική επιχείρηση-κατάστημα πώλησης τυροπιτών, σπανακόπιτων κλπ με έδρα τη ...
και την επωνυμία "...". Τον "αέρα" της επιχείρησης αγόρασε την άνοιξη του έτους 2006 από τον εναγόμενο-εκκαλούντα (και ήδη αναιρεσείοντα) καταβάλοντας το ποσό των 30.000 ευρώ και δή 15.000 ευρώ τοις μετρητοίς και 15.000 ευρώ επί πιστώσει. Πριν δε την αγορά εργαζόταν στην ανωτέρω επιχείρηση ως υπάλληλος και δη από το έτος 1996 έως τον μήνα Ιούλιο του έτους 2004.
Ο εναγόμενος-εκκαλών διατηρεί ομοειδή επιχείρηση-κατάστημα στη Λαμία με την επωνυμία "...", κατά το παρελθόν δε διατηρούσε και υποκαταστήματα αυτού σε άλλες πόλεις, μεταξύ των οποίων και το ανωτέρω στη .... Από την έναρξη δε της επιχείρησης της η ενάγουσα-εφεσίβλητη προμηθευόταν τα αρτοσκευάσματα και τις πίτες από τον εναγόμενο-εκκαλούντα, συνεχίζοντας με τον τρόπο αυτό την από το έτος 1996 πολύχρονη συνεργασία τους.
Παράλληλα διατηρούσε με αυτόν και φιλικές σχέσεις. Λόγω των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε ο εναγόμενος-εκκαλών και λόγω της φιλικής σχέσης με την ενάγουσα-εφεσίβλητη ζήτησε από αυτήν να τον εξυπηρετήσει με τη σύναψη ατόκου δανείου. Η τελευταία με προφορική σύμβαση δανείου παρέδωσε στον εναγόμενο-εκκαλούντα στις 16.3.2007 το ποσό των 6.000 ευρώ με τη συμφωνία να αποδοθεί, αυτό ατόκως την 1-9-2008, στις 20-3-2007 το ποσό των 3.000 ευρώ με τη συμφωνία να αποδοθεί αυτό ατόκως την 1-9-2008 και στις 4.12.2007 (αληθώς και όχι 20.3.2007 όπως από παραδρομή αναφέρεται) το ποσό των 10.000 ευρώ (και όχι 3000 ευρώ όπως από παραδρομή αναφέρεται), με τη συμφωνία να αποδοθεί αυτό ατόκως την 1-9-2008.
Προς τούτο δε στις 16-3-2007, 20-3-2007 και 4-12-2007 προέβη σε ανάληψη των ποσών των 6.000, 3000 και 10.000 ευρώ από τον με αριθμό ... κοινό λογαριασμό ταμιευτηρίου που διατηρούσε στην ΕΤΕ με συνδικαιούχο τον σύζυγο της Π. Μ.. Έγγραφη σύμβαση δανείου δεν καταρτίστηκε, λόγω της πολύχρονης γνωριμίας και φιλίας των διαδίκων. Κατά την τελευταία ημερομηνία ο εναγόμενος-εκκαλών επικαλούμενος προσωρινή οικονομική αδυναμία δεν κατέβαλε τα ανωτέρω ποσά αν και οχλήθηκε προς αυτό και δεν τα έχει καταβάλει μέχρι σήμερα.
Και ναι μεν ο εναγόμενος-εκκαλών κατά τον ανωτέρω χρόνο και δη στις 2-7-2007 διατηρούσε κοινό λογαριασμό στην ... ποσού 24.293,22 ευρώ και ανοικτό επαγγελματικό δάνειο στο όνομα της εταιρείας με την επωνυμία "... ΟΕ" στην … με όριο το ποσό των 150.000 ευρώ το οποίο κατέβαλε εμπρόθεσμα σύμφωνα με τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα αντίγραφα ανοικτού επαγγελματικού πλάνου, αλλά η ύπαρξη των ανωτέρων δεν είναι ικανά να οδηγήσουν σε ασφαλές συμπέρασμα περί μη ύπαρξης ανάγκης δανειοδότησης αυτού, και μάλιστα ατόκου, για ικανό χρονικό διάστημα, λαμβανομένου υπόψη ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος-εκκαλών δεν όφειλε σε τρίτα πρόσωπα και ότι το ενεργητικό της περιουσίας του μπορούσε να ανταπεξέλθει το παθητικό αυτής".
Ακολούθως, αφού το Εφετείο απέρριψε τα αρνητικά των αγωγικών ισχυρισμών επιχειρήματα του εναγομένου περί του ότι δεν είχε ανάγκη δανειοδοτήσεως κατά την περίοδο εκείνη και ότι η εναγομένη δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να τον δανειοδοτήσει, δέχθηκε στη συνέχεια, ότι πλήρως αποδείχθηκε από τα αποδεικτικά στοιχεία που συνεκτίμησε ότι καταρτίσθηκαν μεταξύ των διάδικων προφορικώς οι επίδικες τρεις δανειακές συμβάσεις κατά τους προαναφερόμενους χρόνους και για τα παραπάνω ποσά, τα οποία συναθροίζονται σε 19.000 ευρώ, με δήλη ημέρα επιστροφής αυτών την 2-9-2008, τα οποία όμως δεν επιστράφηκαν στην ενάγουσα και μέχρι την ημέρα συζητήσεως της έφεσης του εναγομένου ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.
Ενόψει δε των ανωτέρω, απέρριψε την έφεση του εναγομένου, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, η ( οποία είχε δεχθεί τα ίδια και είχε επιδικάσει στην ενάγουσα το αιτηθέν ποσό νομιμοτόκως. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο δεν παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 806 ΑΚ ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά και υπήχθησαν στην εν λόγω διάταξη αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της κατάρτισης των επιδίκων συμβάσεων δανείου.
Περαιτέρω από τις άνω παραδοχές της απόφασης, στο αποδεικτικό, της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, το πραγματικό της προδικληφθείσης ουσιαστικού δικαίου διάταξης, την οποία η προσβαλλόμενη δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου.
Επομένως ο δεύτερος λόγος του κυρίως αναιρετηρίου κατά το μέρος του με το οποίο επιχειρείται θεμελίωση πλημμελειών από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, εφόσον δεν εξειδικεύεται το ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, ούτε προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η έλλειψη νόμιμης βάσης, είναι αβάσιμος.
Επισημαίνεται ότι όλες οι λοιπές περιλαμβανόμενες στο λόγο αυτό αιτιάσεις, αναφερόμενες σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που προσκόμισε ο αναιρεσείων προς αντίκρουση των αγωγικών ισχυρισμών και ειδικότερα αναφορικά με το ότι δεν συνέτρεχε ανάγκη δανεισμού του από την αναιρεσείουσα κατά την επίδικη χρονική περίοδο, είναι απαράδεκτες, ως πλήττουσες την αναιρετικά ανέλεγκτη κατ’ άρθρο 561 ΚΠολΔ εκτίμηση των αποδείξεων.
Με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου κατά το οικείο μέρος του, (προβάλλεται η αιτίαση από το άρθρο 560 παρ. ι και 6 του ΚΠολΔ, περί παραβίασης των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, διότι αν και το δικαστήριο διαπίστωσε κενό και αμφίβολα σημεία ως προς τη βούληση των διαδίκων προς κατάρτιση των ως άνω τριών δανειακών συμβάσεων, δεν προσέφυγε στους παραπάνω ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, προκειμένου να διαπιστώσει την ύπαρξη τέτοιας βούλησης αυτών, η οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, δεν προέκυπτε, με βάση τους αρνητικούς ισχυρισμούς που πρόβαλε. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος επί αναληθούς προϋποθέσεως, διότι όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές, το Εφετείο δεν διαπίστωσε ούτε και εμμέσως κενό ή αμφιβολία ως προς την πραγματική βούληση των διαδίκων στην κατάρτιση των άνω δανειακών συμβάσεων, ώστε να χρειαστεί να προσφύγει στις ανωτέρω ερμηνευτικές διατάξεις των δικαιοπραξιών, οι δε προβαλλόμενες από τον αναιρεσείοντα αιτιάσεις δεν υποδηλώνουν την διαπίστωση κενού από το δικαστήριο της ουσίας, όπως αβασίμως αιτιάται αυτός, αλλά αποτελούν επιχειρήματα του δικαστηρίου προς ενίσχυση του αποδεικτικού του πορίσματος.
Ως διδάγματα της κοινής πείρας, νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει, επαγγελματική ενασχόληση μπορούν δε να χρησιμοποιηθούν, είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα των πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν το αντικείμενο της αποδείξεως (αρ. 336 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, μετά τη διαπίστωση της βασιμότητας τους, η υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (άρθ. 559 αρ. 1 εδ.
β" ΚΠολΔ,). Κατά τη έννοια της ανωτέρω διατάξεως, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, μόνον αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ’ αυτούς, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ’ αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι δε και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της υπάρξεως ή μη πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (Ολ.Α.Π. 10/2005, Α.Π. 1308/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως κατά ένα μέρος και με τον πρώτο πρόσθετο λόγο ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.1 εδ.β ΚΠολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι οι παραδοχές της παραβιάζουν τα διδάγματα της κοινής πείρας αφού εσφαλμένα τα ερμηνεύουν διότι α)δέχθηκε ότι μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης υπήρχε εργασιακή σχέση εργοδότη και εργαζόμενου οπότε κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής "εάν κάποιος έχρηζε χρηματικής ενισχύσεως θα ήταν η εργαζόμενη και όχι ο εργοδότης", παρά ταύτα με το αποδεικτικό του πόρισμα δέχθηκε το αντίθετο, β)ενώ δέχεται ότι επί μια δεκαετία η αναιρεσίβλητη ήταν υπάλληλος του και ότι μετά την πώληση σ’ αυτήν της επιχειρήσεως του αυτή ανέπτυξε επιτυχημένη επιχειρηματική δραστηριότητα στα πλαίσια της οποίας άνοιξε και άλλο όμοιο μαγαζί και επιπλέον αγόρασε και το ακίνητο που στεγαζόταν η επιχείρηση της παραβίασε το δίδαγμα της κοινής πείρας, "ότι για να αποκτήσει μια απλή εργαζόμενη που λάμβανε το βασικό μισθό δύο καταστήματα και να αγοράσει εν καιρώ κρίσης το ακίνητο που στέγαζε την επιχείρηση της, βοηθήθηκε καθοριστικά και ουσιαστικά από τον αναιρεσίβλητο, και γ)ενώ κατά τους ισχυρισμούς του, απέδειξε με τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε ότι ο ίδιος διέθετε σημαντική κινητή και ακίνητη περιουσία και δεν είχε ανάγκη δανεισμού, παρά ταύτα η προσβαλλόμενη δέχθηκε ότι έλαβε τα ανωτέρω ποσά λόγω δανείου παραβιάζοντας έτσι τη διάταξη του άρθρου 806 ΑΚ.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι η επικαλούμενη παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας δεν αφορά την ερμηνεία κανόνων δικαίου, δηλαδή τη διάταξη του άρθρου 806 ΑΚ ή την υπαγωγή αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στον εν λόγω κανόνα δικαίου αλλά εσφαλμένη χρησιμοποίηση διδαγμάτων της κοινής πείρας για τη διαπίστωση της υπάρξεως ή μη πραγματικών περιστατικών, η οποία, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην αρχή αυτής της σκέψεως, δεν θεμελιώνει το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμ. 1β ΚΠολΔ.
Από τη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ προκύπτει ότι κατ’ αποφάσεων του ειρηνοδικείου ή του ως εφετείου δικάζοντος πρωτοδικείου, δεν προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ίδιου Κώδικα αναιρετικός λόγος.
Συνεπώς, ο δεύτερος πρόσθετος λόγος, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο το δικαστήριο της ουσίας αφ’ ενός μεν, δεν ανέστειλε τη δίκη λόγω εκκρεμοδικίας από την ύπαρξη δύο προγενέστερων αγωγών της αναιρεσίβλητης ομοίου περιεχομένου με την ένδικη (από τις οποίες όμως, όπως συνομολογεί, είχε παραιτηθεί διαδοχικά με το δικόγραφο κάθε νέας αγωγής) και αφ’ ετέρου δεν κήρυξε απαράδεκτη την ένδικη αγωγή λόγω μεταβολής της βάσης της σε σχέση με τις προγενέστερες όμοιες, αναφορικά με το έντοκο ή άτοκο των επιδίκων δανείων, είναι, προεχόντως, απαράδεκτος.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες από 23-02-2016 αίτηση και από 10-11-2017 πρόσθετοι λόγοι, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο τελευταίος στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23 Φεβρουαρίου 2016 αίτηση και τους από 10 Νοεμβρίου 2017 πρόσθετους λόγους του Δ. Ζ. του Γ. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 36/2014,αποφάσεως του ως εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Απριλίου. 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιουλίου 2017.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΕΡΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ