Legislator Case Law & Legislation
1272/2013 AI generated

1272/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1272/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-4-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 5-1-2004 αγωγή της 2ης ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Αφού συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 654/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3506/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο 1ος ήδη αναιρεσίβλητος με την από 10-11-2006 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

1272/2013 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, 297, 298, 299, 330 εδ. β, 914 και 932 του ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση συγκρούσεως μεταξύ δύο ή περισσοτέρων αυτοκινήτων η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του οδηγού και της ζημίας.

Keywords

AI generated
traffic violation traffic accident liability driving while unfit to drive offences against public transport dangerous overtaking road traffic safety regulations
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1272 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1272/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Ιωάννα Πετροπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Β. Π. του Α., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ηλία Θεοδωράτο και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Φ. Χ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Αλέξανδρο Παπαστεργιόπουλο και κατέθεσε προτάσεις και 2. Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ALLIANZ A.E.Γ.Α." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Κωνσταντίνο Τσιτίδη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-4-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και την από 5-1-2004 αγωγή της 2ης ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Αφού συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 654/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3506/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο 1ος ήδη αναιρεσίβλητος με την από 10-11-2006 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 1125/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρείται η 3506/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παραπέμπετε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 3422/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-11-2011 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Ιωάννα Πετροπούλου, ανέγνωσε την από 12-9-2012 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του 2ου αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, 297, 298, 299, 330 εδ. β, 914 και 932 του ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση συγκρούσεως μεταξύ δύο ή περισσοτέρων αυτοκινήτων η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του οδηγού και της ζημίας.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δε καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που, αν είχε καταβληθεί, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς οδηγού αυτοκινήτου, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή της συγκρούσεως. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού ήταν σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη, περίπτωση.

Η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ' αυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Εξάλλου, οι ανωτέρω έννοιες της υπαιτιότητας και του αιτιώδους συνδέσμου είναι νομικές κι επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του εμπλακέντος σε σύγκρουση οχημάτων οδηγού και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του και του ζημιογόνου αποτελέσματος υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ.1 εδ.α και 19 του ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου.

Εξάλλου, έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ήτοι εκ πλαγίου παραβίαση ουσιαστικού κανόνα, κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως του αριθμού 19 του άρθρου 558 του ΚΠολΔ, υπάρχει, όταν στις αιτιολογίες της αποφάσεως, που αποτελούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε, όχι όμως όταν οι ελλείψεις ή οι αντιφάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση και αξιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς στην απόφαση.

Εν προκειμένω, το Εφετείο, αναφορικώς με την υπαιτιότητα των εμπλακέντων στο ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα δέχθηκε ανελέγκτως με την προσβαλλόμενη απόφασή του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 9.10.2002 και περί ώρα 17.50 ο πρώτος εναγόμενος Φ. Χ., οδηγώντας το υπ' αρ. κυκλ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη του στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία, έβαινε επί της Λεωφόρου Μαραθώνος, στο ύψος της Ν.

Μάκρης, με κατεύθυνση από Ραφήνα προς Μαραθώνα. Όταν έφτασε σε απόσταση 65 περίπου μέτρων πριν από το ύψος του αριθμού 84-86 αυτής, ακινητοποίησε το όχημά του, διότι ο φωτεινός σηματοδότης που υπήρχε στο σημείο εκείνο, έδειχνε ερυθρό χρώμα κυκλικής μορφής ως προς την πορεία του, Η Λεωφόρος Μαραθώνος στο σημείο του ατυχήματος, όπως προκύπτει από την έκθεση αυτοψίας και το σχεδιάγραμμα του Τμήματος Τροχαίας Αγ.

Παρασκευής, είναι διπλής κατευθύνσεως, με μια λωρίδα κυκλοφορίας, ανά κατεύθυνση, χωρίς διαγραμμίσεις επί του οδοστρώματος, με πλάτος οδοστρώματος 8,50 μ., και στο ρεύμα κυκλοφορίας από Ραφήνα προς Μαραθώνα χωρίζεται με νησίδα πλάτους 1,5. μ. από την παράπλευρη βοηθητική οδό, η οποία (νησίδα) βρίσκεται σε υψομετρική διαφορά 0,60 μέτρων από αυτήν.

Επίσης στο ως άνω σημείο η λεωφόρος είναι ευθεία και οριζόντια, άσφαλτος, ξηρά, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν μεγάλη, των πεζών μικρή, καιρικές συνθήκες καλοκαιρία, υπήρχε φως ημέρα, η ορατότητα ήταν καλή και το όριο ταχύτητας ήταν 50χλμ/ώρα, λόγω κατοικημένης περιοχής. Την ίδια στιγμή ο Α. Π., πατέρας της ενάγουσας, βρισκόταν πεζός στο ύψος του αριθμού 84-86 της ως άνω Λεωφόρου και αφού εξήλθε από παρακείμενο κατάστημα και διέσχισε την παράπλευρη βοηθητική οδό, ανήλθε στη νησίδα, που χώριζε το ρεύμα κυκλοφορίας προς Μαραθώνα με την οδό αυτή έχοντας πρόθεση να διασχίσει κάθετα τη Λεωφόρο από δεξιά προς τα' αριστερά, σε σχέση με την πορεία του αυτοκινήτου του εναγομένου, για να διέλθει απέναντι.

Πραγματοποιώντας την πρόθεση του αυτή κατέβηκε από τη νησίδα στο οδόστρωμα, εκτός διαβάσεων πεζών, οι οποίες υπήρχαν σε απόσταση 65 περίπου μέτρων, στο ύψος του φωτεινού σηματοδότη, που ρύθμιζε και τη διέλευση των πεζών και ενώ είχε πραγματοποιήσει ένα βήμα και επιχειρούσε να κάνει το δεύτερο, είχε δηλ.

διανύσει 0,70 μ. περίπου επί του οδοστρώματος, προσέκρουσε επ' αυτού με το εμπρόσθιο δεξιό μέρος του το αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος είχε ξεκινήσει πρώτος από το φωτεινό σηματοδότη, που εν τω μεταξύ έδειξε πράσινο φως, κινούμενος με αναπτυσσόμενη- ταχύτητα, που δεν εξακριβώθηκε επακριβώς, πάντως δεν είχε υπερβεί το προαναφερόμενο ανώτατο όριο ταχύτητας των 50 χλμ./ώρα, λόγω της μικρής απόστασης (65 περίπου μέτρα) από το φωτεινό σηματοδότη, μέχρι το σημείο της πρόσκρουσης στον πεζό.

Λόγω της παραπάνω πρόσκρουσης ο πεζός εκτινάχθηκε στον αέρα και στη συνέχεια κατέπεσε στο έδαφος, με αποτέλεσμα να κτυπήσει το κεφάλι του στο κράσπεδο της ως άνω νησίδας και να υποστεί βαριές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, συνεπεία των οποίων, ως μόνης ενεργούς αιτίας, επήλθε στις 11-10-2002 ο θάνατος του στο Γ.Ν.

Αττικής "ΚΑΤ", όπου νοσηλευόταν (βλ. 3104/4-11-2002 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής του Ιατροδικαστή της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών Ν. Κ.). Τα παραπάνω προκύπτουν σαφώς από τις ένορκες προανακριτικές καταθέσεις των φερομένων στην έκθεση αυτοψίας ως αυτοπτών μαρτύρων Χ. Μ., Ι. Π. και Σ. Σ.. Μετά το ατύχημα, κατόπιν δυο διαδοχικών μετρήσεων με αλκοολόμετρο που διενεργήθηκαν στον πρώτο εναγόμενο, διαπιστώθηκε ποσοστό οινοπνεύματος, που ανερχόταν σε 0,44 και 0,39 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα, αντίστοιχα.

Σύμφωνα με τα ως άνω πλήρως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, το επίδικο ατύχημα οφείλεται σε συγκλίνουσα υπαιτιότητα του εναγομένου οδηγού και του πεζού, κατά ποσοστό 50% του καθενός. Ειδικότερα, η αμέλεια του πρώτου εναγομένου οδηγού, ήτοι η έλλειψη της προσοχής την οποία όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει συνίσταται στο ότι οδηγούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος, χωρίς σύνεση και συνεχώς τεταμένη την προσοχή του (αρ. 12 παρ. 1 Κ.Ο.Κ.), χωρίς να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς (άρ. 19 παρ. 1 Κ.Ο.Κ.) και χωρίς να έχει ρυθμίσει την ταχύτητα του οχήματος του λαμβάνοντας συνεχώς υπόψη τις επικρατούσες συνθήκες και ιδιαίτερα ότι εκινείτο σε κατοικημένη περιοχή, σε κεντρικό και πολυσύχναστο σημείο της Ν.

Μάκρης, σε ώρα λειτουργίας των καταστημάτων και με συχνή διέλευση πεζών, που συνηθίζουν έστω και κατά παράβαση της σχετικής διατάξεως του Κ.Ο.Κ. να διασχίζουν εκτός διαβάσεως την παραπάνω Λεωφόρο, ώστε να μπορεί να διακόψει την πορεία του οχήματος του, μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού (αρ. 19 παρ. 2, 3 Κ.Ο.Κ.).

Αντίθετα αυτός, παρόλο που μόλις είχε ξεκινήσει από το φωτεινό σηματοδότη, που απείχε 65 μ. από το σημείο του ατυχήματος, όταν αυτός έδειξε πράσινο φως, ανέπτυξε ταχύτητα που δεν υπερέβαινε μεν το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 50 χλμ./ώρα της κατοικημένης περιοχής, ανερχόμενη σε 45 χλμ./ώρα περίπου, πλην όμως ήταν υπερβολική για τις προαναφερόμενες επικρατούσες στο σημείο του ατυχήματος συνθήκες, με αποτέλεσμα αφενός μεν να μην αντιληφθεί εγκαίρως τον πεζό, αν και μπορούσε να τον αντιληφθεί από απόσταση τουλάχιστον 15 μ., δεδομένου ότι το αυτοκίνητο ήταν σε απόσταση 15 μ.

από τον πεζό, όταν αυτός κατήλθε και διήνυσε 0,70 μ. εντός του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας του αυτοκινήτου, αφετέρου δε να μην αντιδράσει, όπως όφειλε, για ν' αποφύγει ή έστω να μειώσει τις συνέπειες του ατυχήματος, καθόσον ούτε τροχοπέδησε, ούτε έκανε χρήση των ηχητικών οργάνων του οχήματός του για να προειδοποιήσει τον πεζό, ούτε τέλος πραγματοποίησε αποφευκτικό ελιγμό προς τ' αριστερά, όπως μπορούσε να κάνει, καθόσον ναι μεν υπήρχε μεγάλη κίνηση οχημάτων στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, πλην όμως ενόψει του ότι ο πεζός βρισκόταν ακόμα στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος, αφού είχε διανύσει μόλις 0,70 μ.

εντός αυτού (με πλάτος οδοστρώματος 8,50 μ.), αρκούσε μικρή παρέκκλιση του αυτοκινήτου του για να τον αποφύγει, χωρίς να χρειαστεί να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας. Ας σημειωθεί εξάλλου, ότι σε κάθε περίπτωση η κίνηση του πεζού πάνω στη νησίδα ήταν ορατή από τον εναγόμενο οδηγό, από μεγαλύτερη των 15 μ.

απόσταση, δεδομένου ότι τα δέντρα, που είναι φυτεμένα αραιά στη διαχωριστική νησίδα, δεξιά σε σχέση με την πορεία του, δεν περιόριζαν την ορατότητα του, σε συνδυασμό με το ότι ο πεζός ήταν μεγαλόσωμος και δεν πραγματοποιούσε βιαστικές κινήσεις, αλλά περπατούσε κανονικά, όπως προκύπτει από τις καταθέσεις των πιο πάνω αυτόπτων μαρτύρων.

Επιπλέον ας σημειωθεί, ότι η κατανάλωση οινοπνεύματος εκ μέρους του εναγομένου οδηγού συνδέεται αιτιωδώς με το ατύχημα, αφού, κατά τα προαναφερόμενα, επέφερε μείωση της οδηγητικής του ικανότητας, όπως προκύπτει από το ότι αφενός μεν δεν αντελήφθη εγκαίρως τον πεζό, όπως θα έπρεπε, αφετέρου δε δεν πραγματοποίησε τους ενδεδειγμένους ελιγμούς προς αποφυγή του ατυχήματος, οι οποίοι, κατά τα προαναφερόμενα ήταν εφικτοί.

Περαιτέρω η αμέλεια του πεζού, ήτοι η έλλειψη της προσοχής που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει συνίσταται στο ότι επιχείρησε να διασχίσει το οδόστρωμα της Λεωφόρου Μαραθώνος, σε σημείο όπου δεν υπήρχε διάβαση πεζών, η οποία, όπως αναφέρθηκε, βρισκόταν σε απόσταση 65 μ. περίπου, σε κάθε δε περίπτωση, κατήλθε στο οδόστρωμα, χωρίς να βεβαιωθεί προηγουμένως ότι δεν θα παρεμποδίσει την κυκλοφορία των οχημάτων και χωρίς να λάβει υπόψη του την απόσταση και την ταχύτητα των οχημάτων, τα οποία πλησίαζαν, με αποτέλεσμα, έχοντας διανύσει μόλις 0,70 μ.

επί του οδοστρώματος, να παρεμβληθεί στην πορεία του εναγομένου και να παρασυρθεί από αυτόν, ήτοι ενήργησε κατά παράβαση των προβλεπομένων στο άρθρο 38 παρ. 4 του Κ.Ο.Κ. Η παράβαση δε αυτή εκ μέρους του πεζού, τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος και ήταν πρόσφορη στην δημιουργία του αποτελέσματος αυτού, γενομένης εν μέρει δεκτής, ως βάσιμης κατ' ουσίαν, της ένστασης συνυπαιτιότητάς του στην πρόκληση του ατυχήματος, που πρότειναν οι εναγόμενοι.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της συγκλίνουσας αμέλειας περί την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος τόσο του θανατηφόρα τραυματισθέντος πεζού όσο και του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος που καθιστούν εφικτό τον έλεγχο του Αρείου Πάγου περί της ορθής η μη εφαρμογής των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που αναφέρθηκαν στην αρχή της παρούσας αιτιολογίας.

Ειδικότερα, η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου απείχε απόσταση 15 μέτρων, όταν ο πεζός είχε διανύσει 0,70 μέτρα εντός του οδοστρώματος, κατ' ουδέν αντιφάσκει με την παραδοχή ότι ο πεζός κατήλθε του οδοστρώματος χωρίς να βεβαιωθεί προηγουμένως ότι δεν θα παρεμποδίσει την κυκλοφορία των οχημάτων και χωρίς να λάβει υπόψη του την απόσταση και την ταχύτητα των οχημάτων τα οποία πλησίαζαν, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί στην πορεία του ζημιογόνου οχήματος, ενώ, η τελευταία αυτή παραδοχή κατ' ουδέν αντιφάσκει προς την έτερη ότι ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου οδηγούσε σε κατάσταση μέθης.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφασης η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο με τις αντιφατικές ως ανωτέρω αιτιολογίες κατέληξε στο αποδεικτικό αυτού πόρισμα της συγκλίνουσας αμέλειας και του πεζού περί την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και τον επελθόντα θανατηφόρο συνεπεία αυτού τραυματισμό του, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, κατά τα λοιπά δε και καθό μέρος, υπό την επίφαση της από το άρθρο αυτό πλημμέλειας, πλήττεται η ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου περί τις συνθήκες του ατυχήματος και την αμελή συμπεριφορά των εμπλακέντων στο ένδικο ατύχημα, ως απαράδεκτη.

Επειδή κατά τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας παραβιάζεται και με εσφαλμένη εφαρμογή η οποία εκδηλώνεται και όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας, εάν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του. Την ίδια αναιρετική πλημμέλεια δημιουργεί και η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας εφ' όσον αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, όχι δε και όταν χρησιμοποιούνται για να στηρίξουν έμμεση απόδειξη ή για την εκτίμηση των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων. Ως διδάγματα κοινής πείρας θεωρούνται οι ορισμοί και οι αφηρημένες υποθετικές κρίσεις που αντλούνται από την παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας με τη βοήθεια των φυσικών επιστημών και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με τη συγκλίνουσα υπαιτιότητα περί της πρόκλησης του ένδικου ατυχήματος τόσο του θανατηφόρα τραυματισθέντος όσο και του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα κοινής πείρας ότι η κάθοδος πεζού κατά 0,70 μέτρα εντός οδοστρώματος δεν είναι ικανή, όπως δέχθηκε, να παρεμποδίσει την κίνηση τροχοφόρων ενόψει του συνολικού από 8,5 μέτρα πλάτους της λεωφόρου Μαραθώνος-Ραφήνας, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι ανάγεται στην ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Εφετείου και εκτίμηση των αποδείξεων και όχι στην ερμηνεία κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ'αυτόν των πραγματικών περιστατικών αναφορικά με τις συνθήκες τέλεσης του ένδικου τροχαίου ατυχήματος.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 300 του ΑΚ η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, συνεπώς και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις του άρθρου 914 επ του ΑΚ, στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για τη ζημία που προκαλείται κατά τη λειτουργία του αυτοκινήτου (άρθρο 4 Ν. ΓΠΝ/1911), προκύπτει, ότι όταν στη γένεση της ζημίας συντέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος το δικαστήριο της ουσίας μπορεί κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής.

Οι έννοιες της υπαιτιότητας και συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή μη, συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ.1 και 19 του ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας.

Ειδικότερα, ελέγχεται αναιρετικώς η κρίση του δικαστηρίου περί του αν περιστατικά που το δικαστήριο δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, μπορούν καθεαυτά αντικειμενικώς και βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας να θεωρηθούν ως συνδεόμενα αιτιωδώς με το ζημιογόνο αποτέλεσμα. Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση τόσο ως προς την ύπαρξη στη συγκεκριμένη περίπτωση αιτιατής σχέσεως μεταξύ της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς και του ζημιογόνου αποτελέσματος, όσον και ως προς το βαθμό του πταίσματος και του ποσοστού κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια.

Επί του προκειμένου, προσάπτεται από την αναιρεσείουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση με τον τρίτο αναιρετικό λόγο η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου του άρθρου 559 ΚΠολΔ διότι καίτοι σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης αυτής ο οδηγός του ζημιογόνου οχήματος ούτε τροχοπέδησε, ούτε έκανε χρήση των ηχητικών οργάνων του οχήματός του για να προειδοποιήσει τον πεζό, ούτε τέλος πραγματοποίησε αποφευκτικό ελιγμό προς τ' αριστερά, όπως είχε δυνατότητα, με ανεπαρκείς αιτιολογίες έκρινε συνυπαίτιο αυτόν περί την πρόκληση του θανατηφόρου τραυματισμού του πεζού κατά ποσοστό 50%.

Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως με τον οποίο ψέγεται η κρίση του Εφετείου ως προς το ποσοστό υπαιτιότητας στην πρόκληση του ατυχήματος του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος πρώτου αναιρεσιβλήτου με βάση το γενόμενο δεκτό πταίσμα αυτού, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Επειδή, με βάση τα προεκτιθέμενα, πρέπει να απορριφθεί η από 28.11.2011 αίτηση αναιρέσεως της 3422/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα, στη δικαστική δαπάνη καθένα των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ) όπως στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28.11.2011 αίτηση αναιρέσεως της 3422/2011 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη καθένα των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Μαρτίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιουνίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ