1272/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-8-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αλμυρού. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 37/2002 του ίδιου Δικαστηρίου, και 33/2004 του Πολυμελούς Πρωτοδικείο Βόλου, η οποία παρέπεμψε την υπόθεση να δικασθεί από το ίδιο, αλλά σε πρώτο βαθμό. Κατόπιν το Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου εξέδωσε την 263/2007 οριστική απόφασή του και εν συνεχεία εκδόθηκε η 480/2009 απόφαση του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2-11-2009 αίτησή τους.
Legislator headnote
AI generated1272/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1272 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1272/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 9 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ
Των αναιρεσειόντων: 1. Χ. Δ. του Ν. και 2. Δ. Π. του Τ., κατοίκων Αλμυρού Μαγνησίας, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Κατρά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Π. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Μακρή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-8-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αλμυρού. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 37/2002 του ίδιου Δικαστηρίου, και 33/2004 του Πολυμελούς Πρωτοδικείο Βόλου, η οποία παρέπεμψε την υπόθεση να δικασθεί από το ίδιο, αλλά σε πρώτο βαθμό. Κατόπιν το Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου εξέδωσε την 263/2007 οριστική απόφασή του και εν συνεχεία εκδόθηκε η 480/2009 απόφαση του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2-11-2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 25-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης ως προς τον πρώτο λόγο της.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1710 παρ. 1, 1712, 1721, 1724, 1813, 1846, 1193, 1195, 1198 1199 και 1033 ΑΚ, συνάγεται ότι η κυριότητα ακινήτου αποκτάται παραγώγως, με κληρονομική μεν διαδοχή, από το θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον ο κληρονόμος αποδεχθεί την κληρονομία με δημόσιο έγγραφο και μεταγράψει την περί αποδοχής δήλωσή του, με συμφωνία δε, μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ` αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, η οποία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο που υποβάλλεται σε μεταγραφή.
Για τη μεταβίβαση, με τους τρόπους αυτούς, της κυριότητας του ακινήτου, προϋπόθεση είναι ο αποβιώσας ή εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της να ήταν κύριος του ακινήτου. Έτσι, αν η διεκδικητική και αναγνωριστική ή αρνητική κυριότητας αγωγή ακινήτου, με την οποία ο ενάγων ζητεί την προστασία της κυριότητάς του επί ακινήτου πράγματος, στηρίζεται σε κτήση της κυριότητας με παράγωγο τρόπο (σύμβαση, κληρονομική διαδοχή) πρέπει να αναφέρονται τόσο στην αγωγή, όσο και στην απόφαση που τη δέχεται ως κατ' ουσίαν βάσιμη και ότι ο αποβιώσας ή εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της ήταν κύριος του επίδικου ακινήτου.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου.
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει της .../3.10.1995 πράξης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αλμυρού Ελένης Κακασή-Κουμασοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Αλμυρού, περιήλθε στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο κατά ποσοστό 1/4 ή 3/12 εξ αδιαιρέτου από κληρονομία του κατά την 15.12.1959 αποβιώσαντος πατέρα του Χ.
Π., ο οποίος δεν κατέλιπε διαθήκη και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από αυτόν (ενάγοντα), τη μητέρα του Μ. χήρα Χ. Π. και τα αδέλφια του Τ. Χ. Π. και Β. συζ. Θ. Π., οι οποίοι και αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομιά με την ίδια ως άνω πράξη αποδοχής, το λεπτομερώς περιγραφόμενο σ' αυτήν (προσβαλλόμενη απόφαση) ακίνητο, εμβαδού 1.909,37 τ.μ., που βρίσκεται εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου της πόλης Αλμυρού Βόλου και εμφαίνεται με τα στοιχεία 23.24,17.16.15.14.13.12.11.10.9.5.4.22.21.23 στο από του μηνός Αυγούστου 1995 τοπογραφικό διάγραμμα του Πολιτικού Μηχανικού Κ.
Μ.. Στις 24.6.1996 απεβίωσε στην Αγχίαλο η ως άνω Μ. χήρα Χ. Π., η οποία δεν κατέλιπε διαθήκη και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα τέκνα της και δη τον ενάγοντα και τους προαναφερθέντες Τ. Χ. Π. και Β. συζ. Θ. Π., οι οποίοι υπεισήλθαν στην κληρονομιαία περιουσία της, στην οποία περιλαμβάνεται και ποσοστό 1/4 ή 3/12 εξ αδιαιρέτου επί του ανωτέρω ακινήτου, κατά ποσοστό 1/3 ή 1/12 εξ αδιαιρέτου καθένας απ' αυτούς, οι οποίοι και την αποδέχθηκαν δυνάμει της .../26.4.2000 πράξης αποδοχής κληρονομίας της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου Ελένης Κακασή-Κουμασοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αλμυρού.
Δυνάμει της .../26.4.2000 πράξης σύστασης διηρημένης ιδιοκτησίας επί οικοδομημάτων ανεγειρομένων επί ενιαίου οικοπέδου της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου Αλμυρού Ελένης Κακασή-Κουμασοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αλμυρού, το ως άνω κληρονομιαίο ακίνητο υπήχθη από τους συγκυρίους του (ενάγοντα και τα αδέλφια του Τ.
Χ. Π. και Β. συζ. Θ. Π.), στις διατάξεις του Ν.Δ. 1.024/1971 "περί διηρημένης ιδιοκτησίας επί οικοδομημάτων ανεγειρομένων επί ενιαίου οικοπέδου" και στις διατάξεις του Ν. 3.741/1929 "περί ιδιοκτησίας κατ' ορόφους" και των άρθρων 1002 και 1117 ΑΚ, και συστήθηκαν δύο αυτοτελείς και ανεξάρτητες διηρημένες και διακεκριμένες ιδιοκτησίες, μία εκ των οποίων αποτελεί και η ευρισκόμενη στην νότια πλευρά του ως άνω ενιαίου οικοπέδου, η οποία, εμφαινόμενη στο ίδιο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα του Πολιτικού Μηχανικού Κ.
Μ. με τα στοιχεία 43.17.16.15.14. 13.12.11.10.9.5. 422.21.47.52.44.43, έχει εμβαδόν 1.071,10 τ.μ., ποσοστό συνιδιοκτησίας σ' αυτό (ενιαίο οικόπεδο) 560,97/1000, περιλαμβάνει δε μία ισόγεια οικία, εμβαδού 114,09 τ.μ. και συνορεύει ανατολικά, σε πλευρά μήκους 33,77 μ, με ιδιοκτησία του πρώτου εναγομένου, σε άλλη πλευρά μήκους 20,72 μ, με ιδιοκτησία της Α.
Γ. και σε άλλη πλευρά, μήκους 1,00 μ. με ιδιοκτησία του Δ. Γ., δυτικά, σε πλευρά τεθλασμένη μήκους 19,96 μ. + 4,13 μ., με ιδιοκτησία του δεύτερου εναγομένου, σε άλλη πλευρά, μήκους 22,12 μ., με ιδιοκτησία του Α. Γ. και σε άλλη πλευρά, μήκους 6,95 μ. με την δημοτική οδό ..., βόρεια, σε πλευρά τεθλασμένη, μήκους 24,35 μ. + 9,64 μ. + 22,33 μ.
με το δεύτερο (υπόλοιπο) τμήμα του ως άνω ενιαίου οικοπέδου και σε πλευρά, μήκους 1,36 μ. με ιδιοκτησία του Δ. Γ. και νότια σε πλευρά, μήκους 4,19 μ. με την δημοτική οδό ..., σε άλλη πλευρά, μήκους 10,69 μ. με ιδιοκτησία του πρώτου εναγομένου, σε άλλη τεθλασμένη πλευρά, μήκους 7,57 μ. + 9,74 μ, με ιδιοκτησία του δευτέρου εναγομένου, σε άλλη πλευρά, μήκους 7,31 μ., με ιδιοκτησία του Σ.
Χ. και σε άλλη πλευρά, μήκους 28,25 μ. με του ιδιοκτησία Α. Γ., ενώ δυνάμει των .../26.4.2000 και .../26.4.2000 πωλητηρίου και δωρητηρίου εν ζωή, αντίστοιχα, συμβολαίων της συμβολαιογράφου Αλμυρού Ελένης Κακασή-Κουμασοπούλου, που μεταγράφηκαν νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Αλμυρού, οι προαναφερόμενοι αδελφοί του ενάγοντος Τ.
Χ. Π. και Β. συζ. Θ. Π. μεταβίβασαν σ' αυτόν λόγω πώλησης και λόγω δωρεάς, αντίστοιχα, τα ιδανικά τους μερίδια επί του ως άνω τμήματος του προπεριγραφομένου ενιαίου ακινήτου, το οποίο (τμήμα) περιήλθε έτσι εξ ολοκλήρου στον ενάγοντα, ο οποίος και κατέστη κύριος αυτού με παράγωγο τρόπο. Περαιτέρω, το Εφετείο δέχεται, ότι προ πενταετίας περίπου, πριν την άσκηση της ένδικης αγωγής, οι εναγόμενοι, εκμεταλλευόμενοι την απουσία του (ενάγοντος) στη Γερμανία, άρχισαν παράνομα να χρησιμοποιούν τμήμα της προπεριγραφόμενης αυτοτελούς, ανεξάρτητης και διηρημένης ιδιοκτησίας του και δη το τμήμα αυτής που βρίσκεται στο νότιο μέρος της και έχει μορφή επιμήκους λωρίδας, σχήμα τραπεζίου, εμβαδού 86 τ.μ.
και συνορεύει ανατολικά σε πλευρά 21 μ. με ιδιοκτησία πρώτου εναγομένου, δυτικά σε πλευρά, μήκους 19,96 μ, με ιδιοκτησία δεύτερου εναγομένου, βόρεια σε πλευρά 3,90 μ. με την υπόλοιπη ιδιοκτησία του ενάγοντα και νότια σε πλευρά μήκους 4,19 μ. με την οδό ..., προκειμένου να εισέλθουν στα όμορα ακίνητα τους, επί πλέον δε ο δεύτερος απ' αυτούς κατασκεύασε κατά μήκος της δυτικής πλευράς της εν λόγω λωρίδας μαντρότοιχο περίφραξης του οικοπέδου του, επί του οποίου (μαντρότοιχου) κατασκεύασε μία αυλόθυρα και μία πόρτα υπόστεγου στάθμευσης του αυτοκινήτου του, από τις οποίες εξερχόμενος εισέρχεται στη επίδικη λωρίδα και μέσω αυτής επικοινωνεί με την νοτίως του οικοπέδου του διερχόμενη οδό ...
και αντιστρόφως. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η επίδικη λωρίδα αποτελεί τμήμα των ιδιοκτησιών τους και δη κατά το ήμισυ ανατολικό τμήμα του ακινήτου του πρώτου απ' αυτούς, στο οποίο υφίσταται δουλεία διόδου υπέρ του ακινήτου του δεύτερου και κατά το ήμισυ δυτικό τμήμα του ακινήτου του δεύτερου απ' αυτούς, στο οποίο υφίσταται δουλεία διόδου υπέρ του ακινήτου του πρώτου, γενόμενοι κύριοι αυτών με έκτακτη χρησικτησία, αφού από τότε που αγόρασαν τις ως άνω ιδιοκτησίες τους (1975 και 1980, αντίστοιχα), αλλά και πριν απ' αυτούς οι δικαιοπάροχοί τους ασκούσαν με διάνοια κυρίου όλες τις πράξεις νομής και κατοχής που αρμόζουν στην φύση και τον προορισμό τους και ειδικότερα διέρχονταν απ' αυτά προκειμένου να επικοινωνούν με τα ακίνητά τους, χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από τον ενάγοντα, άλλως ισχυρίζονται ότι από την πλέον των είκοσι ετών ως άνω διέλευσή τους με διάνοια δικαιούχου από την επίδικη λωρίδα απέκτησαν δικαίωμα δουλείας διόδου με έκτακτη χρησικτησία.
Οι ισχυρισμοί τους όμως αυτοί δεν αποδείχθηκαν και πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι. Ουδέποτε οι εναγόμενοι ή οι δικαιοπάροχοί τους άσκησαν επί της επίδικης λωρίδας και στα προαναφερθέντα τμήματα αυτής με διάνοια κυρίου πράξεις νομής και κατοχής, που αρμόζουν στην φύση και τον προορισμό τους, ώστε να καταστούν κύριοι αυτών με έκτακτη χρησικτησία, αλλά αντίθετα ο ενάγων και οι δικαιοπάροχοί του από το έτος 1959 επέβλεπαν και φρόντιζαν την επίδικη λωρίδα, προσέτι δε την χρησιμοποιούσαν για να επικοινωνούν μέσω αυτής με την δημοτική οδό ..., η οποία ήταν αρχικά και η μοναδική έξοδός τους, λαμβανομένου υπόψη ότι το ακίνητό τους ήταν περίκλειστο, αφού η οδός ...
ανοίχθηκε μεταγενεστέρως. Εξάλλου, ούτε οι εναγόμενοι, ούτε οι δικαιοπάροχοί τους διέρχονταν από την επίδικη λωρίδα με διάνοια δικαιούχου δηλαδή με άσκηση σωματικής εξουσίας κατά τρόπο που ανταποκρινόταν στο κατά νόμο περιεχόμενο και με την διάνοια άσκησης του δικαιώματος δουλείας, ώστε να αποκτήσουν δικαίωμα δουλείας διόδου με έκτακτη χρησικτησία, όσες δε φορές διήλθαν από την επίδικη λωρίδα τούτο έγινε κατά ανοχή ή από οικειότητα ή κατά παράκληση.
Από τα αποδεικτικά στοιχεία που προαναφέρθηκαν αποδείχθηκε ότι ούτε ο πρώτος εναγόμενος, ούτε οι δικαιοπάροχοι του κληρονόμοι του Δ. Σ., ούτε οι διατελέσαντες μισθωτές των τελευταίων μέχρι το έτος 1980, περίπου, έκαναν χρήση της επίδικης λωρίδας, αφού το προπεριγραφόμενο ακίνητό τους είχε πρόσοψη στην δημοτική οδό ...
και δεν παρίστατο ανάγκη να χρησιμοποιούν την επίδικη λωρίδα για την πρόσβασή τους στο εν λόγω ακίνητό τους. Όσες δε φορές χρησιμοποίησαν την επίδικη λωρίδα το έπραξαν μόνο για να επισκεφθούν το σπίτι του ενάγοντος και τη μητέρα του και μόνον με την άδεια και την ανοχή του τελευταίου. Εξάλλου, και η ιδιοκτησία του δευτέρου εναγομένου έχει πρόσοψη στην δημοτική οδό ...
μέσω της οποίας εξυπηρετείται και δεν υπήρχε λόγος να χρησιμοποιεί την επίδικη λωρίδα για την πρόσβασή του σ' αυτή, ενώ η πρόσοψη του σπιτιού του και η έξοδος της αυλής του είναι προσανατολισμένες προς την ως άνω οδό ... και όχι προς την επίδικη λωρίδα, την οποίαν άρχισε να χρησιμοποιεί κατά τα προεκτεθέντα προς πενταετίας, περίπου, πριν την άσκηση της ένδικης αγωγής.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε, ότι οι σωρευθείσες στο ίδιο δικόγραφο αναγνωριστική κυριότητας και αρνητική κυριότητας αγωγές του αναιρεσιβλήτου είναι βάσιμες κατ'ουσίαν, και στη συνέχεια αφού απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσειόντων όσον αφορά την παραδοχή της αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου αγωγής, δέχθηκε την έφεσή του αναιρεσιβλήτου όσον αφορά την απόρριψη της αρνητικής αγωγής και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος της με το οποίο απορρίφθηκε η αρνητική αγωγή, κατά παραδοχή της ένστασής τους - εναγομένων- ότι την προσβολή της κυριότητας του ενάγοντος ενήργησαν δυνάμει δικαιώματός τους, συνισταμένου σε πραγματική δουλεία σε βάρος του ακινήτου του ενάγοντος και υπέρ του δικού τους ακινήτου.
Κρίνοντας όμως το Εφετείο, ότι ο ενάγων έγινε κύριος του πιο πάνω ακινήτου με παράγωγο τρόπο, χωρίς να αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφασή του το στοιχείο της κυριότητας στο πρόσωπο του προαναφερθέντος δικαιοπαρόχου αυτού (ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου) και των ως άνω λοιπών συγκληρονόμων του πατέρα του Χ.
Π., αφενός μεν παραβίασε τις προδιαληφθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1710 παρ. 1, 1712, 1721, 1724, 1813, 1846, 1193, 1195, 1198 1199 και 1033 ΑΚ, αφού αρκέστηκε σε λιγότερες προϋποθέσεις από αυτές που απαιτούνται για την κτήση κυριότητας ακινήτου με παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή), και, αφετέρου, διέλαβε σ' αυτήν (απόφαση) ασαφείς και, συνεπώς, ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της εκ μέρους του ενάγοντος- αναιρεσιβλήτου κτήσης της κυριότητας του επίδικου ακινήτου.
Επομένως, είναι βάσιμος ο σχετικός πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθ. 19 του ίδιου άρθρου, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση της παραβίασης των προαναφερθέντων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, αντίστοιχα.
2.- Κατ' ακολουθίαν, πρέπει, κατά παραδοχή του ως άνω λόγου αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
3.- Σύμφωνα με το άρθρο 579 παρ.2 ΚΠολΔ, "αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκουσία η αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζήτησης, διατάζει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση". Στην περίπτωση, εξάλλου, της υποβολής της αίτησης με τις προτάσεις δεν τίθεται ως όρος του παραδεκτού αυτής η κατάθεση των προτάσεων είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο, όπως απαιτείται, κατ'άρθρ.570 παρ.1 ίδιου Κώδικα, όταν με αυτές προβάλλονται ενστάσεις ως προς το παραδεκτό ή το εμπρόθεσμο της αίτησης της αναίρεσης και των προσθέτων λόγων, αρκεί οι προτάσεις αυτές να κατατέθηκαν μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τις από 7-3-2011 προτάσεις τους που κατατέθηκαν, όπως προκύπτει από τη βεβαίωση της αρμόδιας γραμματέως σ' αυτές, στις 8-3-2011, υποβάλλουν αίτημα περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα. Η αίτηση αυτή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στην ανωτέρω διάταξη της παρ.2 του άρθρου 579 ΚΠολΔ. Από την επικαλούμενη και σε επικυρωμένο φωτοτυπικό αντίγραφο προσκομιζομένη με αριθμό .235/14-1-2010 έκθεση αποβολής και εγκατάστασης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Βόλου ..., αποδεικνύεται προαποδεικτικώς ότι, κατόπιν αναγκαστικής εκτέλεσης της αναιρούμενης απόφασης, για την οποία συντάχθηκε η εν λόγω έκθεση, αφενός απαγορεύτηκε στους αναιρεσείοντες να διέρχονται από την επίδικη εδαφική λωρίδα και αφετέρου κλείστηκε η αυλόθυρα και η θύρα του υποστέγου στάθμευσης αυτοκινήτου που έχει κατασκευαστεί από τον δεύτερο αναιρεσείοντα στον αυλόγυρο της ανατολικής πλευράς του επίδικου ακινήτου, προκειμένου να εισέρχεται στο επίδικο.. Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτή η ανωτέρω αίτηση, καθώς το αίτημά της εκτιμάται.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 480/2009 απόφαση του Εφετείου Λάρισας.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
ΔΙΑΤΑΖΕΙ την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της αναιρούμενης απόφασης. Και ειδικότερα:
ΕΠΙΤΡΕΠΕΙ τη διέλευση των αναιρεσειόντων από το επίδικο ακίνητο, που έχει σχήμα τραπεζίου, εμβαδού 86 τ.μ. και συνορεύει ανατολικά σε πλευρά 21 μ. με ιδιοκτησία πρώτου αναιρεσείοντος, δυτικά σε πλευρά, μήκους 19,96 μ, με ιδιοκτησία δεύτερου αναιρεσείοντος, βόρεια σε πλευρά 3,90 μ. με ιδιοκτησία του αναιρεσιβλήτου και νότια σε πλευρά μήκους 4,19 μ. με την οδό .... Και
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ το άνοιγμα της αυλόθυρας και της θύρας του υποστέγου στάθμευσης αυτοκινήτου που έχει κατασκευαστεί από τον δεύτερο αναιρεσείοντα στον αυλόγυρο της ανατολικής πλευράς του επίδικου ακινήτου.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Απριλίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 20 Ιουλίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ