1272/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1272/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η καταγγελία της αορίστου χρόνου εργασιακής συμβάσεως για τον πιο πάνω λόγο της αξιόποινης συμπεριφοράς του μισθωτού δεν υπόκειται στις διατυπώσεις του ν. 3198/1955, ούτε προσκρούει στις διατάξεις του άρθρου 281 Α.Κ., εκτός αν στην πραγματικότητα η καταγγελία της παραπάνω εργασιακής συμβάσεως έγινε και για λόγους που εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 281 Α.Κ, οπότε η απόλυση είναι άκυρη από τον ανεξάρτητο αυτό λόγο.
Full text
Απόφαση 1272 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1272/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, Γεώργιο Βουκελάτο.
Της αναιρεσιβλήτου: Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε., η οποία εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο-Σέργιο Σάκαλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-5-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 174/2008 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 20-11-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χρήστος Αλεξόπουλος ανέγνωσε την από 4-1-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψη και καθένας δεν την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955 η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου θεωρείται έγκυρη εφόσον γίνει εγγράφως και καταβληθεί η οφειλομένη αποζημίωση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι δεν είναι έγκυρη η καταγγελία αν δεν καταβληθεί ολόκληρη η οφειλόμενη αποζημίωση στον απολυόμενο μισθωτό.
Εξάλλου, κατά τα άρθρα 6 παρ. 2 του β.δ. της 16/18 Ιουλίου 1920, και 5 παρ. 1 και 2 του ν. 2112/1920, μπορεί ο εργοδότης να καταγγείλει χωρίς προμήνυση της σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, αν κατά του μισθωτού υποβλήθηκε μήνυση για αξιόποινη πράξη, η οποία διαπράχτηκε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του ή απαγγέλθηκε κατ' αυτού κατηγορία για αδίκημα που φέρει χαρακτήρα τουλάχιστον πλημμελήματος.
Η καταγγελία της αορίστου χρόνου εργασιακής συμβάσεως για τον πιο πάνω λόγο της αξιόποινης συμπεριφοράς του μισθωτού δεν υπόκειται στις διατυπώσεις του ν. 3198/1955, ούτε προσκρούει στις διατάξεις του άρθρου 281 Α.Κ., εκτός αν στην πραγματικότητα η καταγγελία της παραπάνω εργασιακής συμβάσεως έγινε και για λόγους που εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 281 Α.Κ, οπότε η απόλυση είναι άκυρη από τον ανεξάρτητο αυτό λόγο.
Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 6 του πιο πάνω ν.3198/1955, κάθε αξίωση μισθωτού λόγω άκυρης καταγγελίας της εργασιακής σχέσεως είναι απαράδεκτη, εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιήθηκε μέσα σε τρίμηνη ανατρεπτική προθεσμία από της λύσεως της εργασιακής σχέσεως, κατά δε το άρθρο 7 του αυτού ν.3198/1955 οι διατάξεις αυτές δεν εφαρμόζονται επί μισθωτών απολυομένων συνεπεία υποβολής κατ' αυτών μηνύσεως, σύμφωνα προς τα οριζόμενα από την παρ. 1 του άρθρου 5 του ν. 2112/1920 ή της παρ. 1 του άρθρου 6 του β.δ.
της 16/18 Ιουλίου 1920. Αν όμως επακολουθήσει απαλλαγή του μισθωτού με βούλευμα ή δικαστική απόφαση, οι διατάξεις του νόμου αυτού έχουν εφαρμογή και επ' αυτού από της κοινοποιήσεως στον εργοδότη από τον ενδιαφερόμενο του απαλλακτικού βουλεύματος ή της αποφάσεως. Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων προκύπτει ότι η γενόμενη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου από τον εργοδότη γιατί διαπράχτηκε από το μισθωτό αξιόποινη πράξη κατά την εκτέλεση της εργασίας του και ασκήθηκε κατ' αυτού ποινική δίωξη κατόπιν υποβληθείσας κατ' αυτού μηνύσεως πριν από την καταγγελία επιφέρει την λύση της συμβάσεως.
Αν όμως επακολουθήσει απαλλαγή του μισθωτού με βούλευμα ή δικαστική απόφαση επαναφέρεται από τότε που κοινοποιείται το βούλευμα ή η απόφαση το δικαίωμα του μισθωτού για απόληψη της αποζημιώσεως του ν.2112/1920 και η αντίστοιχη υποχρέωση του εργοδότη. Το απαλλακτικό βούλευμα ή η αθωωτική απόφαση δεν επιφέρουν από τότε που κοινοποιούνται την ακυρότητα της παραπάνω καταγγελίας, αλλά η καταγγελία θεωρείται άκυρη αν ο εργοδότης αρνηθεί μέσα σε εύλογο χρόνο από την ημερομηνία της κοινοποιήσεως να καταβάλει την προβλεπόμενη από το ν. 2112/1920 αποζημίωση και περιέρχεται στη συνέχεια σε κατάσταση υπερημερίας ως προς την αποδοχή της εργασίας του μισθωτού αν αρνηθεί να την αποδεχτεί μετά από προσφορά πραγματική και προσήκουσα.
Ο εργοδότης θα ενέχεται τότε στην πληρωμή των μισθών υπερημερίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 349, 350 και 656 ΑΚ, αλλά μόνο για τον μετά την πιο πάνω κοινοποίηση χρόνο, γιατί από τότε αναβιώνει η εργασιακή σχέση, όχι δε και για τον προγενέστερο χρόνο. Έτσι, η υπό της παραγράφου 1 του άρθρου 6 του ν.3198/1955 τρίμηνη αποκλειστική προθεσμία προς έγερση της αγωγής περί ακυρότητας της καταγγελίας και απόληψη αποδοχών υπερημερίας λόγω μη καταβολής της οφειλόμενης αποζημιώσεως αρχίζει από του χρονικού σημείου από του οποίου ο μισθωτός έλαβε γνώση του απαλλακτικού βουλεύματος ή της αθωωτικής αποφάσεως και όχι από της καταγγελίας.
Αν όμως η καταγγελία προσβάλλεται και ως καταχρηστική, όπως όταν η μήνυση υποβλήθηκε επίτηδες παρά το αβάσιμο της κατηγορίας και έτσι ήταν αυτή ψεύτικη και προσχηματική και έγινε από εκδίκηση ή εχθρότητα προς το μισθωτό ή για καταστρατήγηση των νομίμων δικαιωμάτων του, η τρίμηνη αυτή προθεσμία προς έγερση της πιο πάνω αγωγής αρχίζει από της καταγγελίας, γιατί από τότε ο μισθωτός ήταν γνώστης των συνθηκών της ακυρότητας της απολύσεώς του και η αξίωσή του για μισθούς υπερημερίας αρχίζει από της άκυρης καταγγελίας και όχι από την παρέλευση ευλόγου χρόνου από την κοινοποίηση του απαλλακτικού βουλεύματος ή της αθωωτικής αποφάσεως.
Εν προκειμένω, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων, με την από 9-5-2006 ένδικη αγωγή του, ισχυρίσθηκε ότι την 23-2-1984 προσλήφθηκε από την αναιρεσίβλητη Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ, ως κλητήρας, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία στη συνέχεια κατέστη αορίστου χρόνου, και προσέφερε τις υπηρεσίες του σ' αυτή, υπό την ανωτέρω ιδιότητά του, μέχρι την 6-6-2001, όταν η αναιρεσίβλητη εργοδότριά του κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας του, επικαλούμενη στο έγγραφο της καταγγελίας αφενός ως σπουδαίο λόγο βαρύτατη και υπαίτια εκ μέρους του παραβίαση των συμβατικών του υποχρεώσεων έναντι αυτής και αφετέρου την πρωτόδικη καταδίκη του από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πρέβεζας, για την αξιόποινη πράξη της απάτης με ιδιαίτερα μεγάλη ζημία, για την οποία καταμηνύθηκε από τον ιδιώτη ....
Ότι η ανωτέρω από 6-6-2001 καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ήταν παράνομη και έγινε από την αναιρεσίβλητη κατά κατάχρηση δικαιώματος και καθ' υπέρβαση των επιβαλλομένων από το άρθρο 281 ΑΚ ορίων, αφού προήλθε από προφανή εχθρότητα και εμπάθεια των αρμοδίων οργάνων της εργοδότριάς του, που τελούσαν μάλιστα σε γνώση τόσο της αθωότητας του για την ως άνω αξιόποινη πράξη της απάτης, για την οποία καταμηνύθηκε και του απαγγέλθηκε κατηγορία, όσο και των δυσμενών προσωπικών του συνθηκών, ως οικογενειάρχη με πολλές βιοτικές ανάγκες και βαρυνομένου με αποπληρωμή δανείου από τον ΟΕΚ, και έγινε επίτηδες προς καταστρατήγηση των νομίμων δικαιωμάτων του και ειδικότερα με σκοπό την αποφυγή πληρωμής από την αναιρεσίβλητη της αποζημιώσεως απολύσεώς του.
Ότι τελικά αυτός (αναιρεσείων), με την 364/2005, απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων, που έγινε αμετάκλητη, κηρύχθηκε αθώος για την ανωτέρω πράξη της απάτης και την αθωωτική αυτή απόφαση κοινοποίησε στην αναιρεσίβλητη την 7-4-2006, προσκαλώντας την ταυτόχρονα να του καταβάλει την νόμιμη αποζημίωσή του εντός του ευλόγου χρόνου του ενός μηνός από της επιδόσεως της εν λόγω αποφάσεως.
Με την περαιτέρω δε επίκληση ότι η αναιρεσίβλητη δεν του κατέβαλε την νόμιμη αποζημίωσή του εντός του ως άνω ευλόγου χρόνου από τη γνωστοποίηση της απαλλαγής του, με συνέπεια την αναβίωση της αορίστου χρόνου εργασιακής του σχέσεως και την περιέλευση της αναιρεσίβλητης σε κατάσταση υπερημερίας ως προς την αποδοχή της εργασίας του, την οποία αυτός προσέφερε πραγματικώς και προσηκόντως, ο αναιρεσείων αξίωσε, λόγω της ακυρότητας πλέον της καταγγελίας της εργασιακής του συμβάσεως, κυρίως να του επιδικασθούν μισθοί υπερημερίας, συνολικού ύψους 55.082,99 ευρώ, για το από 6-6-2001 (χρόνος της καταγγελίας) και μέχρι το χρόνο ασκήσεως της αγωγής χρονικό διάστημα, αλλιώς και επικουρικά να του επιδικασθεί ως αποζημίωση απολύσεως ποσό 14.159,75 ευρώ.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ανελέγκτως ότι η με το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα υπό δίκη αγωγή κατατέθηκε στον αρμόδιο γραμματέα του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας την 26-5-2006, δηλαδή πολύ χρόνο μετά την εκπνοή της τρίμηνης αποκλειστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 3198/1955, που άρχισε από την επομένη ημέρα (7-6-2001) της κοινοποιήσεως από την αναιρεσίβλητη στον αναιρεσείοντα της από 6-6-2001 καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του και έληξε την 7-10-2001.
Ακολούθως το Εφετείο έκρινε ότι, αφού παρήλθε άπρακτη η εν λόγω τρίμηνη αποκλειστική προθεσμία και ως εκ τούτου αποσβέστηκε το δικαίωμα του αναιρεσείοντος να προσβάλει την καταγγελία αυτή ως καταχρηστική, η κρινόμενη αγωγή κατά το αίτημά της περί επιδικάσεως μισθών υπερημερίας έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Έτσι, κατά παραδοχή της εφέσεως της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε αποφανθεί αντιθέτως, και απέρριψε την αγωγή. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, ως προς την ως άνω βάση της ένδικης αγωγής, δεν παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ούτε παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο και συνεπώς ο από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 14 Κ.Πολ.Δ πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ελλείψεις ή ασάφειες στη διατύπωση της ελάσσονος προτάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως σε ζήτημα που ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη ή ως απαράδεκτη.
Κατά συνέπεια, οι δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος του, και τρίτος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγοι του αναιρετηρίου, με τους οποίους, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ., αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αιτιάσεις ότι περιέχει αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με τη νομική θεμελίωση της αγωγής του αναιρεσείοντος και την απόρριψη της εφέσεώς του, είναι απαράδεκτοι, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δεν εισήλθε στην κατ' ουσίαν διερεύνηση της υποθέσεως, αλλά απέρριψε την ένδικη αγωγή ως απαράδεκτη.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι επιτρέπεται αναίρεση και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, "πράγματα" είναι και οι πραγματικοί ισχυρισμοί που στηρίζουν κατά νόμο την αγωγή και συνεπώς ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη, ως αναγκαία για τη θεμελίωση της αγωγής, γεγονότα που δεν αναφέρονται σ' αυτή, καθώς και όταν δεν έλαβε υπόψη του τέτοια γεγονότα (ΑΠ Ολομ. 294/1989).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής του, ο αναιρεσείων για τη στήριξη της κύριας αγωγικής αξιώσεώς του περί επιδικάσεως μισθών υπερημερίας ποσού 55.082,99 ευρώ, για το από 6-6-2001 και μέχρι το χρόνο ασκήσεως της αγωγής χρονικό διάστημα, προέβαλλε, και μάλιστα λεπτομερειακά και ανεπτυγμένα, όπως ειδικότερα εκτίθεται κατά την διερεύνηση του πρώτου αναιρετικού λόγου, ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του από την εργοδότριά του αναιρεσίβλητη έγινε καθ' υπέρβαση των ορίων που διαγράφονται στο άρθρο 281 ΑΚ και ήταν ως εκ τούτου καταχρηστική, διότι έγινε εν γνώσει της αβασιμότητας της κατηγορίας, από προφανή εχθρότητα και εμπάθεια των αρμοδίων οργάνων της προς το πρόσωπο του αναιρεσείοντος και αποσκοπούσε αποκλειστικά στην αποφυγή πληρωμής της αποζημιώσεως απολύσεώς του από την αναιρεσίβλητη.
Επομένως, ο δεύτερος, κατά το πρώτο σκέλος του τρίτου μέρους του, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι, χωρίς να προταθούν, έλαβε υπόψη της τα ανωτέρω, θεμελιωτικά της καταχρήσεως, γεγονότα, με αποτέλεσμα να καταλήξει στην κρίση ότι η ένδικη αγωγή, κατά την ως άνω βάση της, στήριγμα έχει τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και ως εκ τούτου ότι οι αξιούμενες αποδοχές υπερημερίας του αναιρεσείοντος υπέκυψαν στην τρίμηνη αποκλειστική προθεσμία του άρθρου 6 του ν. 3198/1955, είναι αβάσιμος.
Ο ίδιος όμως λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του τρίτου μέρους του, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άνω άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη του τα εκτιθέμενα στην αγωγή του αναιρεσείοντος γεγονότα που επιστήριζαν το επικουρικό αίτημά του περί επιδικάσεως αποζημιώσεως απολύσεως ύψους 14.159,75 ευρώ, είναι βάσιμος, διότι, όπως αναφέρεται κατά τη διερεύνηση του πρώτου αναιρετικού λόγου, στην ένδικη αγωγή, με λεπτομερή ανάπτυξη των αναγκαίων για τη θεμελίωσή του γεγονότων, περιέχεται το ανωτέρω επικουρικό αίτημα, ως προς το οποίο ουδέν διέλαβε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Για να ιδρυθεί λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 17 ΚΠολΔ πρέπει οι διατάξεις που αντιφάσκουν μεταξύ τους εν όλω ή εν μέρει να περιέχονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, χωρίς να αρκεί η ύπαρξη αντιφάσεως στο σκεπτικό της αποφάσεως αυτής ή μεταξύ του σκεπτικού και του διατακτικού της.
Επομένως, οι εκ του άρθρου 559 αριθμ. 17 ΚΠολΔ, δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, και τρίτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους καταλογίζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι περιέχει αντιφατικές διατάξεις, είναι απαράδεκτοι, διότι οι αποδιδόμενες αντιφατικές διατάξεις δεν εντοπίζονται στο διατακτικό, αλλά στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα μόνον ως προς την επικουρική βάση της αγωγής και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, ως εν μέρει ηττώμενη, σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με το σχετικό νόμιμο αίτημα του τελευταίου αυτού (άρθρα 106, 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό, την 174/2008 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το ως άνω μέρος της, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε οκτακόσια (800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαρτίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ