1272/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1272/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και πρέπει ν' απορριφθεί. Επειδή το άρθρο 252 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ ορίζει ότι "αν ο μάρτυρας, πραγματογνώμονας, ή κάποιος από τους παριστάμενους διαδίκους ή τους νόμιμους αντιπροσώπους τους, που εμφανίζονται αυτοπροσώπως στη συζήτηση ή την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης αγνοεί την ελληνική γλώσσα, προσλαμβάνεται διερμηνέας".
Full text
Απόφαση 1272 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1272/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Ιωάννη Ιωαννίδη, Μίμη Γραμματικούδη και Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1. ...... και 2. ..... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κουσαή.
Των αναιρεσίβλητων: 1. ...... , 2. .... και 3. ..... . Η 1η και ο 3ος παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Μαρινάκη και η 2η εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-1-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2477/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5047/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-10-2004 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ζήσης Βασιλόπουλος ανέγνωσε την από 20-3-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση για αναίρεση της 5047/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4 559 αρ. 1α και 566 ΚΠολΔ, προκύπτει με σαφήνεια ότι για να είναι ορισμένος ο από τη δεύτερη από αυτές (559 αρ. 1α) προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης, πρέπει ν' αναφέρονται στο αναιρετήριο η συγκεκριμένη διάταξη ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα, ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή της και επιπλέον, εφόσον το δικαστήριο έκρινε την ουσία της υπόθεσης, ν' αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές, με τις οποίες εκείνο υπέπεσε, κατά τον αναιρεσείοντα, στις πλημμέλειες που συγκροτούν το λόγο αυτό αναίρεσης, διότι, διαφορετικά, είναι τελείως ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.
Η από την παράλειψη αυτή αοριστία του δικογράφου της αναίρεσης, η οποία επάγεται την απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης (άρθρο 577 παρ. 1-2 ΚΠολΔ) δε μπορεί όπως άλλωστε κάθε αοριστία οποιουδήποτε εισαγωγικού της δίκης δικογράφου, ν' αναπληρωθεί από στοιχεία που βρίσκονται εκτός αναιρετηρίου, ούτε, ειδικότερα από την υπάρχουσα στη δικογραφία απόφαση που προβάλλεται με αναίρεση, διότι, εκτός των άλλων, ο Αρειος Πάγος δε μπορεί να γνωρίζει ποιες από τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, είναι αυτές που, κατά τον αναιρεσείοντα, συνιστούν αναιρετικό σφάλμα και έτσι μπορεί να επιλεγούν τέτοιες που να μη συνιστούν σφάλμα και απορριφθεί για το λόγο αυτό η αίτηση αναίρεσης, ενώ αν επιλέγονταν άλλες που είχε επισημάνει ο αναιρεσείων, χωρίς όμως να τις αναφέρει στο αναιρετήριο, ενδεχομένως το αποτέλεσμα να ήταν διαφορετικό.
Η θέση αυτή είναι απολύτως σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ διότι διασφαλίζει την από αυτό αξιούμενη δίκαιη δίκη, αφού συμβάλλει στην αποτελεσματικότητα του και συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος πρόσβαση του καθενός στα δικαστήρια, το οποίο (δικαίωμα) μπορεί να ικανοποιηθεί μόνο με την άσκηση ορισμένης, σύμφωνα με το νόμο, προσφυγής οιασδήποτε μορφής, η οποία θα επιτρέπει, λόγω του ορισμένου περιεχομένου της, την από το δικαστήριο κρίση.
Γι' αυτό τα' απαιτούμενα από το νόμο στοιχεία για το ορισμένο της εν γένει προσφυγής στα δικαστήρια, μορφή της οποίας είναι και το ένδικο μέσο της αναίρεσης, δε δυσχεραίνουν αλλά διευκολύνουν την πρόσβαση στα δικαστήρια, για παροχή έννομης προστασίας, αφού με αυτά συγκεκριμενοποιείται το είδος αυτής. Στην προκείμενη υπόθεση οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο (1ο) από το εδάφιο 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο της αίτησης μέμφονται το Εφετείο, ότι δεχόμενο τούτο, με επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης, την αγωγή αποβολής από τη νομή του επίδικου διαμερίσματος πολυώροφης οικοδομής που άσκησαν οι αναιρεσίβλητοι εναντίον τους, παραβίασε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου περί κτήσης, μεταβίβασης και προσβολής της νομής του ΑΚ που μνημονεύει στο αναιρετήριο καθώς και αυτή του άρθρου 211 του ίδιου Κώδικα, χωρίς όμως ν' αναφέρουν ποια ή ποιες συγκεκριμένα από τις διατάξεις αυτές παραβιάστηκε, ποιο νομικό σφάλμα αποδίδουν στο Εφετείο σχετικά με την ερμηνεία ή εφαρμογή των διατάξεων αυτών και ποιες είναι οι ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, με τις οποίες τούτο παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και πρέπει ν' απορριφθεί. Επειδή το άρθρο 252 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ ορίζει ότι "αν ο μάρτυρας, πραγματογνώμονας, ή κάποιος από τους παριστάμενους διαδίκους ή τους νόμιμους αντιπροσώπους τους, που εμφανίζονται αυτοπροσώπως στη συζήτηση ή την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης αγνοεί την ελληνική γλώσσα, προσλαμβάνεται διερμηνέας".
Εξάλλου το άρθρο 6 παρ. 2 και 3 εδ. α' και β' της ΕΣΔΑ η οποία κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974 ορίζει ότι "παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του (παρ. 2). Ειδικώτερον, πας κατηγορούμενος έχει δικαίωμα: α) όπως πληροφορηθή, εν τη βραχυτέρα προθεσμία εις γλώσσαν την οποίαν εννοεί και εν λεπτομερεία την φύσιν και τον λόγον της εναντίον του κατηγορίας, β) όπως διαθέτη τον χρόνον και τας αναγκαίας ευκολίας προς προετοιμασίαν της υπερασπίσεώς του".
Από τις διατάξεις αυτές το άρθρο 252 παρ. 1α ΚΠολΔ, που είναι διάταξη δικονομικού δικαίου, διότι καθορίζει τον τρόπο της ένδικης προστασίας, όσον αφορά τους διαδίκους που δεν γνωρίζουν την ελληνική γλώσσα εφαρμόζεται όταν αυτοί εμφανίζονται στο δικαστήριο αυτοπροσώπως, χωρίς, δηλαδή, πληρεξούσιο δικηγόρο.
Περαιτέρω οι προαναφερόμενες διατάξεις της ΕΣΔΑ αφορούν τα πρόσωπα που είναι κατηγορούμενοι για εγκληματικές πράξεις και από πουθενά δεν προκύπτει ότι είναι δυνατή η αναλογική τους εφαρμογή και στους διαδίκους της πολιτικής δίκης. Επομένως ο δεύτερος (2ος) λόγος της αίτησης από το εδάφιο 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο ότι παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις, δηλαδή του άρθρου 252 παρ. 1α σε συνδυασμό με αυτές του άρθρου 6 παρ. 2 και 3α-β της ΕΣΔΑ, διότι τα δικόγραφα προς την δεύτερη αναιρεσείουσα, που είναι Ουκρανή και δε γνωρίζει την Ελληνική γλώσσα, δεν κοινοποιήθηκαν μεταφρασμένα στη δική της γλώσσα, γεγονός που πρόβαλε τόσο ενώπιον του Πρωτοδικείου, όσο και ενώπιον του Εφετείου, χωρίς όμως να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αγωγής, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι και αν γίνει δεκτό ότι παραβιάστηκαν οι ανωτέρω διατάξεις, δεν ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος του εδαφίου 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού αυτές δεν είναι ουσιαστικού αλλά δικονομικού δικαίου.
Επειδή, ο λόγος αναίρεσης του εδαφίου 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ετσι δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.
ΑΠ 12/1991). Επομένως, ο τρίτος (3ος) λόγος αναίρεσης από το ανωτέρω εδάφιο 8β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό τους ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν νομιμοποιούνταν παθητικώς να στραφούν και εναντίον του πρώτου από τους αναιρεσείοντες, διότι αυτός δεν προσέβαλε τη νομή του επίδικου διαμερίσματος, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ανωτέρω ισχυρισμό των αναιρεσειόντων και αιτιολογημένα τον απέρριψε.
Επειδή, από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη απόδειξης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τ' αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και οι ένορκες βεβαιώσεις.
Η παράβαση της ανωτέρω υποχρέωσης του δικαστηρίου της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Εξάλλου, οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, οι οποίες λαμβάνονται υπόψη κατά την ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου τακτική διαδικασία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 εδ.
β' ΚΠολΔ, αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τα έγγραφα και πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση, ενώ η μη λήψη αυτών υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει, όπως προαναφέρθηκε, τον από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, εφόσον, βέβαια, είχαν προσκομιστεί και είχε γίνει επίκλησή τους.
Στην προκείμενη υπόθεση οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο (4ο) λόγο της αίτησης από τον αρ. 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ μέμφονται το Εφετείο ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του τις 1551/26-1-2004 και 1552/26-1-2004 ένορκες βεβαιώσεις των ...... και ......, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, τις οποίες προσκόμισαν και επικαλέστηκαν προς απόδειξη των ουσιωδών ισχυρισμών τους και συγκεκριμένα του πρώτου από αυτούς ο οποίος, όπως προκύπτει από το αναιρετήριο, αρνείται την παθητική νομιμοποίηση της αγωγής αποβολής από τη νομή που άσκησαν οι αναιρεσίβλητοι και υποστηρίζει ότι αυτός ουδέποτε προσέβαλε τη νομή των τελευταίων επί του επιδίκου διαμερίσματος και της δεύτερης ότι αγνοούσαν την ελληνική γλώσσα και ότι από τις αρχές του 2001 εγκαταστάθηκε στο επίδικο διαμέρισμα.
Ο λόγος αυτός όσον αφορά τη δεύτερη αναιρεσείουσα είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι σχετικά με την άγνοια της Ελληνικής γλώσσας ο ισχυρισμός δεν είναι ουσιώδης, αφού αυτήν εκπροσωπούσε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της (άρθρο 252 παρ.1 εδ.α' ΚΠολΔ) ως προς δε την εγκατάστασή της στο επίδικο διαμέρισμα, ο ισχυρισμός δεν ασκεί επίσης ουσιώδη επίδραση στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού, όπως προκύπτει από αυτήν, το ίδιο υποστηρίζουν και οι αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι διώκουν την αποβολή της.
Ο ίδιος όμως λόγος, όσον αφορά στον πρώτο αναιρεσείοντα είναι βάσιμος διότι όπως προκύπτει από τις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν και προσκόμισαν τις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις ενώπιόν του, πλην όμως το Εφετείο δεν τις μνημονεύει στην απόφασή του που προσβάλλεται ή δεν βεβαιώνει με οποιοδήποτε άλλο τρόπο ότι τις έλαβε υπόψη του ούτε επίσης βεβαιώνει ότι οι εν λόγω ένορκες βεβαιώσεις δεν έχουν προσκομιστεί.
Κατόπιν τούτων πρέπει 1)ν'απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης καθόσον αυτή ασκείται από τη δεύτερη αναιρεσείουσα και 2) να γίνει δεκτή καθόσον αυτή ασκείται από τον πρώτο αναιρεσείοντα.
Συνεπώς, ως προς τον δεύτερο αναιρεσείοντα πρέπει ν'αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ, η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που την είχαν δικάσει.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-10-2004 αίτηση για αναίρεση της 5047/2004 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που αυτή ασκείται από τη δεύτερη αναιρεσείουσα ...... .
Καταδικάζει την άνω αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων που ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.
Αναιρεί την άνω 5047/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που αυτή αφορά στον πρώτο αναιρεσείοντα .........
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει την υπόθεση αυτή.
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος ...... που τα ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαΐου 2007.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 6 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ