Supreme Court dismisses appeal against lawyer's claim for holiday pay under invalid contract law.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by ETBA Finance against the Athens Court of Appeal's decision rejecting a lawyer's claim for holiday pay. The lawyer argued that despite an invalid employment contract, statutory provisions entitled him to benefits, while the opposing party claimed the claim was abusive under Article 281 of the Civil Code. The court ruled that the statutory language regarding 'employment relationship' applies analogously to lawyers, making the claim valid and not abusive.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1 para. 1 of Law 1082/1980; Article 1 para. 1 of Ministerial Decision 19040/1981; Article 1 para. 1 and Article 2 of Decree-Law 539/1945; Article 3 para. 16 of Law 4504/1966; Article 133/1975: The provisions granting holiday pay and severance apply to professionals like lawyers even under invalid contracts, and such claims are not considered abusive.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1272 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1272/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλήτα Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «ΕΤΒΑ FINANCE Ανώνυμη Εταιρεία Παροχής Χρηματοοικονομικών Υπηρεσιών», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σταυρόπουλο.
Της αναιρεσίβλητης: ..........δικηγόρου ........., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ζάβαλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/9/2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 98/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 5020/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12/8/2004 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αναστάσιος-Φιλητάς Περίδης, ανέγνωσε την από 27/12/2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως και να απορριφθούν οι λοιποί. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1082/1980, του άρθρου 1 παρ. 1 της 19040/1981 Απόφασης Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, του άρθρου 1 παρ. 1 και του άρθρου 2 του α.ν. 539/1945, του άρθρου 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966, του άρθρου μόνου του ν. 133/1975 (που κύρωσε την από 26-2-1975 ΕΣΣΕ) συνάγεται ότι τα επιδόματα (δώρα) εορτών, αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας και αποζημίωση απολύσεως δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και οι προσφέροντες τις υπηρεσίες τους βάσει άκυρης συμβάσεως με απλή σχέση εργασίας. Τούτο καθίσταται σαφές τόσο από το περιεχόμενο όλων αυτών των διατάξεων, που σε κανένα τους σημείο δεν θέτουν την ύπαρξη έγκυρης σύμβασης ως προϋπόθεση για να δοθούν οι ανωτέρω παροχές προς τους δικαιούμενους αυτές, αλλά και από το ότι αντιθέτως στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 1082/1980, του άρθρου 1 παρ. 2 της Υ.Α. 19040/1981 και του άρθρου 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966 γίνεται ρητά λόγος για σχέση εργασίας ή για εργασιακή σχέση. Οι διατάξεις αυτές έχουν ανάλογη εφαρμογή, συνδυαζόμενες και προσαρμοζόμενες προς τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων, στην σχέση έμμισθης εντολής δικηγόρου και εντολέα.
Συνεπώς, και σε περίπτωση άκυρης συμβάσεως έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία ο δικηγόρος δικαιούται ευθέως εκ του νόμου τις αποδοχές αδείας, το επίδομα αδείας, τα επιδόματα (δώρα) εορτών και την αποζημίωση απολύσεως. Στην προκείμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής (που η εκτίμηση του περιεχομένου του ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, επικαλούμενη σύμβαση έμμισθης εντολής με την εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία και καταγγελία της συμβάσεως αυτής από την τελευταία, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει 32.886 ευρώ για διαφορές παγίων μηνιαίων αντιμισθιών, επιδόματα εορτών, αποδοχές και επιδόματα αδείας και αποζημίωση απολύσεως κυρίως από την σύμβαση και επικουρικά κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως αόριστη κατά αμφότερες τις βάσεις της. Το Εφετείο, στο οποίο ήχθη η υπόθεση κατόπιν εφέσεως της ενάγουσας, έκρινε ότι η κυρία βάση της αγωγής (σύμβαση έμμισθης εντολής) δεν εκκαλείται και απέρριψε την επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού ως αόριστη, για το λόγο ότι δεν εκτίθενταν σε αυτήν περιστατικά ακυρότητας της συμβάσεως έμμισθης εντολής.
Στη συνέχεια, ερευνώντας, έστω και αντιφατικώς, την βάση αυτή ως προς τις αξιώσεις της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης για την καταβολή επιδομάτων εορτών και αδείας και διαφορών αυτών καθώς και αποζημιώσεως για την καταγγελία της συμβάσεως έμμισθης εντολής, έκρινε ότι τα ως άνω δικαιούνται ευθέως εκ του νόμου όχι μόνον οι απασχολούμενοι με έγκυρη σύμβαση εξηρτημένης εργασίας, αλλά και οι προσφέροντες τις υπηρεσίες τους, βάσει άκυρης συμβάσεως με απλή σχέση εργασίας και επιδίκασε στην ενάγουσα τις σχετικές αξιώσεις της.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν υπέπεσε στις από τους αριθ. 8, 9 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, της λήψεως πραγμάτων μη προταθέντων, της επιδικάσεως πλέον των αιτηθέντων και της μη κηρύξεως, παρά το νόμο ακυρότητας, αφού δια της εφέσεως της αναιρεσιβλήτου ήχθη ενώπιόν του προς κρίση η αγωγή της κατά την επί του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της, στην οποία περιεχόταν και αίτημα περί επιδικάσεως των άνω αξιώσεων.
Συνεπώς, ο πρώτος της αναιρέσεως λόγος, με τον οποίον προβάλλονται κατά της προσβαλλομένης αποκλειστικώς και μόνον αιτιάσεις από τις παραπάνω διατάξεις (8, 9 και 14 άρθρου 559 ΚΠολΔ), είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Ένα όμως μέλος του Δικαστηρίου (ο Εισηγητής Αναστάσιος – Φιλητάς Περίδης) είχε την ακόλουθη άποψη.
Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 106, 522, 535 και 536 ΚΠολΔ, δια της ασκήσεως της εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται στο Εφετείο κατά τα δια της εφέσεως και των προσθέτων λόγων καθοριζόμενα όρια. Το Εφετείο, μόνο όταν κρίνει κάποιο λόγο εφέσεως βάσιμο και εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση, μπορεί να κρατήσει και να δικάσει στην ουσία την υπόθεση.
Αν όμως το Εφετείο, χωρίς να δεχθεί κάποιο λόγο εφέσεως ως βάσιμο, προβεί οίκοθεν σε εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως και μετά από αυτό δικάσει επί της αγωγής και έτσι απορρίψει ή δεχθεί την αγωγή ή αιτήματα αυτής κατ' ουσίαν, τότε η απόφασή του είναι αναιρετέα για λήψη υπόψη πραγμάτων μη νομίμως προταθέντων ενώπιον αυτού και εχόντων ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ.
Εξάλλου, ως «πράγματα», των οποίων η λήψη υπόψη, μολονότι δεν προτάθηκαν, ιδρύει λόγο αναιρέσεως, είναι και οι λόγοι εφέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όπως προκύπτει από την 98/2003 απόφασή του, απέρριψε την αγωγή της αναιρεσίβλητης, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να της καταβάλει τα σ' αυτήν αναφερόμενα ποσά για διαφορές πάγιων μηνιαίων αντιμισθίων, επιδόματα εορτών, αποδοχές και επιδόματα αδείας, καθώς και αποζημίωση λόγω καταγγελίας της συμβάσεως έμμισθης εντολής, ως αόριστη τόσον κατά την κυρία βάση από την σύμβαση εντολής, όσον και κατά την επικουρική της βάση από τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Το Εφετείο, όπως προαναφέρθηκε, ενώ έκρινε ότι η κύρια βάση της αγωγής (σύμβαση έμμισθης εντολής) δεν εκκαλείται και απέρριψε την επικουρική βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού ως αόριστη, εν τούτοις εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη τα ως άνω επιδόματα εορτών, αποδοχές αδείας, επιδόματα αδείας και αποζημίωση απολύσεως, με την αιτιολογία ότι οι αξιώσεις αυτές της αναιρεσίβλητης στηρίζονται ευθέως στο νόμο, χωρίς να γίνει κανένας λόγος εφέσεως δεκτός, ώστε να είχε την ευχέρεια να εξαφανίσει την πρωτόδικη απόφαση, όπως έπραξε και να δικάσει επί της αγωγής.
Έτσι όμως που έκρινε, υπέπεσε, κατά τη μειοψηφούσα άποψη, στην πλημμέλεια που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, διότι έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν. Από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1082/1980, των άρθρων 1 παρ. 2 και 2 παρ. 1 της 19040/1981 Απόφασης Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, του άρθρου 1 παρ. 1 του άρθρου 2 του α.ν. 539/1945, του άρθρου 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966, του άρθρου μόνου του ν. 133/1975 (που κύρωσε την από 26.2.1975 ΕΣΣΕ) σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 63 παρ. 4 και 94 παρ. 1, 2 και 4 του ν.δ. 3026/1954 «περί του Κώδικος των Δικηγόρων» συνάγεται ότι τα επιδόματα (δώρα) εορτών, αποδοχές αδείας και επίδομα αδείας και αποζημίωση απολύσεως δικαιούνται όχι μόνο οι δικηγόροι οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση έμμισθης εντολής, αλλά και οι προσφέροντες τις υπηρεσίες τους βάσει άκυρης συμβάσεως.
Τούτο καθίσταται σαφές τόσο από το περιεχόμενο όλων αυτών των διατάξεων, που σε κανένα τους σημείο δεν θέτουν την ύπαρξη έγκυρης σύμβασης ως προϋπόθεση για να δοθούν οι ανωτέρω παροχές προς τους δικαιούμενους αυτές, αλλά και από το ότι αντιθέτως στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 1082/1980, των άρθρων 1 παρ. 2 και 2 παρ. 1 της ΥΑ 19040/1981 και του άρθρου 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966 γίνεται ρητά λόγος για σχέση εργασίας ή για εργασιακή σχέση.
Συνεπώς, και σε περίπτωση άκυρης συμβάσεως έμμισθης εντολής ο δικηγόρος δικαιούται ευθέως εκ του νόμου τις αποδοχές και το επίδομα αδείας, τα επιδόματα (δώρα) εορτών και την αποζημίωση απολύσεως. Στην προκειμένη υπόθεση, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής (που η εκτίμηση του περιεχομένου του ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), η ενάγουσα δικηγόρος και ήδη αναιρεσίβλητη με την επίκληση καταρτίσεως μεταξύ αυτής και της αναιρεσείουσας ΑΕ συμβάσεως έμμισθης εντολής, βάσει της οποίας παρέσχε στην τελευταία κατά το επίδικο χρονικό διάστημα τις νομικές της υπηρεσίες, ζήτησε με την κυρία βάση της αγωγής ευθέως από την σύμβαση και με την επικουρική βάση της, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, μεταξύ άλλων, την επιδίκαση επιδομάτων (δώρων) εορτών και αδείας, αποδοχές αδείας και αποζημίωση απολύσεως.
Το δε Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε, κατ΄ ανέλεγκτη κρίση, εκτός άλλων, και τα εξής: Η αναιρεσίβλητη, δικηγόρος Αθηνών, προσλήφθηκε από την αναιρεσείουσα ΑΕ με σύμβαση έμμισθης εντολής για να παρέχει τις νομικές της υπηρεσίες και από 31-3-2002 η τελευταία έπαυσε να δέχεται αυτές καταγγέλουσα αυτήν.
Στη συνέχεια δέχθηκε το Εφετείο ότι η άνω σύμβαση ήταν άκυρη, γιατί για την πρόσληψη της δεν είχε τηρηθεί η προβλεπόμενη από το άρθρο 11 του ν. 1649/1986 διαδικασία, και ότι επομένως, η αναιρεσίβλητη παρέσχε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα τις νομικές της υπηρεσίες με απλή σχέση εργασίας. Με βάση δε τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη τις παραπάνω απαιτήσεις της, κρίνοντας ότι αυτές οφείλονται σ΄ αυτήν, που παρέσχε τις άνω υπηρεσίες της με απλή σχέση εργασίας, ευθέως εκ του νόμου.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 1082/1980, 1 παρ. 2 και 2 παρ. 1 της Υ.Α 19040/1981, 1 παρ. 1 – 2 του α.ν. 539/1945, 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966, μόνου του ν. 133/1975 (που κύρωσε την από 26-2-1975 ΕΣΣΕ), 64 παρ. 4 και 94 παρ. 1, 2 και του ν.δ. 3026/1954 «περί Κώδικος των Δικηγόρων».
Επομένως, οι από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι αναιρέσεως που υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό μη νόμιμο ή αλυσιτελή ή απαράδεκτο, γιατί στις περιπτώσεις αυτές ο ισχυρισμός αυτός δεν ασκεί επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ.
ΑΠ 2/1989). Επομένως, οι από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πέμπτος και έκτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμό της αναιρεσείουσας εναγομένης και εσφαλμένα δεν απέρριψε την ένδικη αγωγή ως αόριστη για τις αναφερόμενες στο αναιρετήριο αιτίες και δη το μεν διότι δεν διελαμβάνονταν σε αυτήν τα θεμελιούντα την επί του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της πραγματικά περιστατικά, το δε δεν εξειδικευόταν σε αυτήν (αγωγή) το φυσικό πρόσωπο, με το οποίο ως εκπροσωπούν την αναιρεσείουσα συνεβλήθηκε η αναιρεσίβλητη κατά την κατάρτιση της σύμβασης έμμισθης εντολής, καίτοι τον ισχυρισμόν αυτόν είχε προβάλλει, τόσον πρωτοδίκως όσον και στην κατ' έφεση δίκη, είναι απορριπτέοι, προεχόντως, ως αλυσιτελείς, αφού η κυρία βάση της αγωγής (σύμβαση έμμισθης εντολής) δεν εκκλήθηκε και δεν ερευνήθηκε από τούτο, το δε το Εφετείο επιδίκασε τα άνω επιδόματα, αποδοχές αδείας και αποζημίωση απολύσεως ως θεμελιούμενα ευθέως στο νόμο, ανεξαρτήτως του κύρους της συμβάσεως.
Η αναιρεσείουσα προς απόκρουση της ένδικης αγωγής ισχυρίσθηκε, όπως προκύπτει από το αναιρετήριο και τις προτάσεις της, που κατατέθηκαν τόσο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο όσο και κατ' έφεση, ότι η άσκηση του επίδικου δικαιώματος είναι καταχρηστική, διότι αντίκειται στο άρθρο 281 ΑΚ και για το λόγο αυτό ζήτησε την απόρριψη της αγωγής.
Ειδικότερα, προς θεμελίωση της ενστάσεως αυτής επικαλέσθηκε ότι ουδέποτε η αναιρεσίβλητη ισχυρίσθηκε ότι απασχολήθηκε με σύμβαση έμμισθης εντολής από την ημέρα της προσλήψεώς της, αν δε γνώριζε ότι θα προέβαλε τέτοιο ισχυρισμό δεν θα την προσλάμβανε ή αλλιώς αμέσως θα κατήγγειλε τη σύμβαση και ότι από λόγους επιείκειας δεν άσκησε κατ' αυτής αγωγή κακοδικίας εξαιτίας αμελούς χειρισμού υποθέσεως, που είχε ως συνέπεια τον κίνδυνο απώλειας απαιτήσεώς της 150.000.000 δρχ.
και στέρηση του δικαιώματος να προβάλει σε συμψηφισμό την αξίωσή της αυτή προς τις επίδικες αξιώσεις της αναιρεσίβλητης. Υπό τα δεδομένα αυτά, αληθή υποτιθέμενα, η άσκηση του επίδικου δικαιώματος δεν αντίκειται στους ορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ ως καταχρηστικώς υπό την έννοια αυτού ασκούμενη. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, την εν λόγω από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση της αναιρεσείουσας απέρριψε ως μη νόμιμη.
Με την κρίση του αυτή, το ως άνω δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη. Επομένως, ο έβδομος, κατά το πρώτο μέρος του από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως προϋποθέτει ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και ελλείψεις ή ασάφειες στη διατύπωση της ελάσσονας πρότασης της προσβαλλόμενης αποφάσεως σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση ως μη νόμιμη ή αόριστη (Ολ. ΑΠ 44/1990). Στην κρινόμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε την άνω ένσταση της αναιρεσείουσας που αναφέρεται στην προηγούμενη σκέψη, ως μη νόμιμη.
Συνεπώς, ο έβδομος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως από την ως άνω διάταξη, κατά τον οποίον η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η άνω ένσταση ως μη νόμιμη, έχει ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Επίσης είναι απορριπτέος, αλλά ως αβάσιμος, ο έβδομος κατά το τρίτο μέρος από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη όλα τα θεμελιούντα την άνω ένσταση πραγματικά περιστατικά, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο τα έλαβε υπόψη και απέρριψε την άνω ένσταση ως μη νόμιμη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12.8.2004 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «ΕΤΒΑ FINANCE Ανώνυμη Εταιρεία Παροχής Χρηματοοικονομικών Υπηρεσιών», για αναίρεση της 5020/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Μαρτίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιουνίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ