Legislator Case Law & Legislation
1271/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal against seizure order due to procedural violation of mandatory deposit law.

Case Number 1271/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appellant's appeal against a first-instance seizure order, finding a procedural violation in the handling of seized funds. The appellant argued that the seizure violated mandatory deposit provisions, while the opposing banks contended the seizure was lawful. The Court ruled that the lower court failed to properly address the statutory requirement for public deposit, necessitating a remand for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 558, 559, 580, 984, 988 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a seizure order is admissible if the lower court violated the mandatory provision requiring public deposit of seized funds, mandating remand for retrial.

Keywords

AI generated
seizure order public deposit appeal admissibility procedural violation remand for retrial civil procedure code costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 984 of the Code of Civil Procedure
Article 988 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1271 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1271/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Μιχαήλ Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Π. του Μ., κατοίκου Αθηνών. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Φαίδωνα Δημόπουλο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", και τον διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Η πρώτη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παναγιώτα Καλκανάκου, η δεύτερη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Καναβέλη, ενώ η τρίτη αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Της προσθέτως υπέρ της τρίτης αναιρεσιβλήτου και κατά του αναιρεσείοντος παρεμβαίνουσας: εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής, εκπροσωπείται νόμιμα και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-6-2016 και τις πέντε από 16-6-2016 ανακοπές της ήδη πρώτης αναιρεσιβλήτου, καθώς και τις δύο από 27-6-2016 και 7-7-2016 πρόσθετες παρεμβάσεις της ήδη τρίτης αναιρεσιβλήτου και της ήδη δεύτερης αναιρεσιβλήτου, αντίστοιχα, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1936/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 22/2019 του Μονομελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-5-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο ο αναιρεσείων και οι πρώτη και δεύτερη αναιρεσίβλητες, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των πρώτης και δεύτερης αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 558 ΚΠολΔ, η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων ή των κληρονόμων τους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως του καθ' ου η πρόσθετη παρέμβαση δεν απευθύνεται κατά του προσθέτως παρεμβάντος στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, γιατί αυτός δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός αν κατά τη δίκη εκείνη ανέλαβε τον δικαστικό αγώνα, οπότε κατέστη κύριος διάδικος, ή η αναίρεση αφορά την πρόσθετη παρέμβαση.

Περαιτέρω, από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 81 § 3 και 82 εδ. γ' του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι ο προσθέτως παρεμβάς πρέπει να καλείται στη συζήτηση της αναιρέσεως, χωρίς δε την κλήτευση αυτή παραβιάζεται η αρχή της εκατέρωθεν ακρόασης, ειδική εφαρμογή της οποίας αποτελούν οι προαναφερόμενες διατάξεις, και δημιουργείται απαράδεκτο της συζήτησης της αναιρέσεως, το οποίο, ως αναφερόμενο στην προδικασία, λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο.

Πάντως, αν η αναίρεση του καθ' ου η παρέμβαση απευθυνθεί και κατά του προσθέτως παρεμβάντος, δεν ιδρύεται απαράδεκτο και αυτή εκτιμάται ως κλήση κατά τη συζήτηση της υπόθεσης (Α.Π. 921/2023, Α.Π. 5/2023, Α.Π. 434/2019, Α.Π. 1223/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ασκείται και κατά των προσθέτως παρεμβάντων, υπέρ της ανακόπτουσας-πρώτης αναιρεσίβλητης, στην πρωτόδικη δίκη, και ακολούθως εφεσιβλήτων α) εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα ...

Α.Ε.", η οποία παρίσταται στην παρούσα δίκη και ζητεί να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, και β) της εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε.", η οποία δεν παρίσταται, παρόλο που, όπως προκύπτει από την 11.327/17-3-2021 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Α. Ν., κλητεύτηκε νομότυπα για να παραστεί στη δικάσιμο της 17-10-2022, οπότε η συζήτηση της αίτησης αναιρέσεως αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, κατά την οποία η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων κατ' άρθρο 226 § 4 εδ.

δ' ΚΠολΔ. H αίτηση κατά των ως άνω παρεμβάντων είναι απαράδεκτη, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα (άρθρο 577 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού πρόκειται περί απλής και όχι αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης και οι λόγοι αυτής δεν αφορούν τις πρόσθετες παρεμβάσεις, εκτιμάται όμως ως κλήτευση αυτών για το παραδεκτό της συζήτησης, η δε παράσταση της Τράπεζας ...

είναι νόμιμη, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη.

Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον.

Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της αποφάσεως που θα εκδοθεί είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειες της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υποθέσεως (Α.Π. 1329/2017, Α.Π. 611/2013, Α.Π. 1171/2012).

Επίσης, κατά το άρθρο 274 § 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αν εκείνος που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτήν κανονικά, η διαδικασία προχωρεί σαν να μην είχε ασκηθεί η πρόσθετη παρέμβαση. Στην προκείμενη περίπτωση, η εταιρία με την επωνυμία "..." με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου την 19-7-2022 και προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 17-10-2022, ασκεί το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "...

Ανώνυμος Εταιρία", επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον της το γεγονός ότι είναι νόμιμη διαχειρίστρια των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρίας με την επωνυμία "...", ειδικής διαδόχου της παραπάνω τραπεζικής εταιρείας ως προς την επίδικη απαίτηση, υπέρ και κατά της οποίας ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη κατ' άρθρο 325 περ. 2 ΚΠολΔ.

Κατά την ανωτέρω δικάσιμο η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, κατά την οποία η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο επέχει θέση κλήτευσης όλων των διαδίκων, όπως προαναφέρθηκε. Εφόσον, συνεπώς, η παρεμβαίνουσα δεν εμφανίστηκε στην ανωτέρω δικάσιμο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά του πινακίου, η διαδικασία πρέπει να προχωρήσει σαν να μην είχε ασκηθεί η πρόσθετη παρέμβαση.

Με την κρινόμενη από 2-5-2019 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 22/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ..., κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Με τις έξι από 3-6-2016 (αρ. κατ. 2941/1631/3-6-2016), 16-6-2016 (3548/1960/17-6-2016), 16-6-2016 (3556/1963/17-6-2016), 16-6-2016 (3822/2072/24-6-2016), 16-6-2016 (3826/2076/24-6-2016) και 16-6-2016 (4118/2199/30-6-2016) ανακοπές της η ανακόπτουσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη εταιρία ανέφερε ότι ο καθ' ου οι ανακοπές-αναιρεσείων, έχοντας χρηματική απαίτηση ύψους 522.120 ευρώ κατά του μη διαδίκου Σ.

Λ., με κατασχετήριο έγγραφο, που επέδωσε την 18-3-2016 στον οφειλέτη του και την ανακόπτουσα-πρώτη αναιρεσίβλητη, κατέσχε αναγκαστικά εις χείρας της ως τρίτης κάθε απαίτηση, που είχε ο οφειλέτης του εις βάρος της μέχρι το ανωτέρω ποσό. Ότι την 28-3-2016 η ανακόπτουσα-πρώτη αναιρεσίβλητη υπέβαλε θετική δήλωση στη γραμματεία του αρμόδιου ειρηνοδικείου, δηλώνοντας την ύπαρξη απαίτησης του Σ.

Λ. εις βάρος της από ομολογιακό δάνειο εκδόσεώς της, ότι ο αναιρεσείων, μετά την πάροδο της προθεσμίας εκούσιας συμμόρφωσης, επέσπευσε εις βάρος της αναγκαστική εκτέλεση με εκτελεστό τίτλο την ανωτέρω θετική της δήλωση, κοινοποιώντας την 10-5-2016 σε αυτήν επιταγή προς πληρωμή και ακολούθως επιβάλλοντας την 16-5-2016 και περί ώρα 10.30' π.μ., με την 91/16-5-2016 έκθεση της δικαστικής επιμελήτριας Α.

Ν., αναγκαστική κατάσχεση σε τραπεζικές επιταγές και χρηματικό ποσό ιδιοκτησίας της. Ότι, στα πλαίσια της ίδιας εκτέλεσης εις βάρος της, ο αναιρεσείων επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας άλλων προσώπων, μη διαδίκων, ως τρίτων, κάθε απαίτησης που είχε η πρώτη αναιρεσίβλητη εις βάρος τους, και συγκεκριμένα επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας α) της "Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος" με κατασχετήριο, που επιδόθηκε στην ανακόπτουσα την 20-5-2016, β) της "...

Α.Ε." με κατασχετήριο, που επιδόθηκε στην ανακόπτουσα την 20-5-2016, γ) της εταιρίας "... Α.Ε." με κατασχετήριο, που επιδόθηκε στην ανακόπτουσα την 26-5-2016, δ) της εταιρίας "... Ο.Ε." με κατασχετήριο, που επιδόθηκε στην ανακόπτουσα την 26-5-2016, και ε) των εταιριών "... Ο.Ε.", ".... Ε.Π.Ε.", του Μ. Μ. και της εταιρίας "... Ο.Ε." με κατασχετήρια, που επέδωσε μόνο στους ως άνω τρίτους την 30-5-2016.

Ζήτησε δε, με την πρώτη ανακοπή, να ακυρωθεί η επιταγή προς πληρωμή και η αναγκαστική κατάσχεση, που επιβλήθηκε εις βάρος της ανακόπτουσας με την 91/2016 έκθεση της δικαστικής επιμελήτριας Α. Ν., και με τις λοιπές ανακοπές, να ακυρωθεί η επιταγή προς πληρωμή και οι προαναφερθείσες κατασχέσεις εις χείρας των ανωτέρω ως τρίτων.

Με τον κοινό πρώτο λόγο των ανακοπών της, η ανακόπτουσα ανέφερε ότι οι κατασχέσεις, που επέβαλε ο καθ' ου εις βάρος αυτής και των ανωτέρω προσώπων ως τρίτων, είναι άκυρες, επειδή πριν από την επιβολή τους, και συγκεκριμένα περί ώρα 8.30' π.μ. της 16-5-2016, η παρεμβάσα-δεύτερη αναιρεσίβλητη Τράπεζα ..., έχοντας χρηματική απαίτηση ύψους 1.693.729,52 ευρώ σε βάρος του καθ' ου οι ανακοπές, με κατασχετήρια έγγραφα που επέδωσε την ίδια ως άνω ημέρα (16-5-2016) στην ανακόπτουσα και τον καθ' ου, είχε επιβάλει αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας της ανακόπτουσας ως τρίτης κάθε απαίτησης, που είχε ο καθ' ου εις βάρος της, και ότι κατόπιν αυτού η ανακόπτουσα την 24-5-2016 υπέβαλε θετική δήλωση στη γραμματεία του αρμόδιου ειρηνοδικείου και δήλωσε την απαίτηση του αναιρεσείοντος εις βάρος της από το ομολογιακό δάνειο εκδόσεώς της, επομένως, μετά την άπρακτη παρέλευση του οκταημέρου από την κατάσχεση και την αναγκαστική εκ του νόμου εκχώρηση της απαίτησης στην Τράπεζα ..., που επήλθε την 25-5-2016, ο αναιρεσείων δεν είναι πλέον δικαιούχος αυτής, ενώ την 23-5-2016, η παρεμβάσα-τρίτη αναιρεσίβλητη ..., δανείστρια του αναιρεσείοντος, επέβαλε και αυτή συντηρητική κατάσχεση εις χείρας της ανακόπτουσας ως τρίτης και η ανακόπτουσα υπέβαλε την 25-5-2016 θετική της δήλωση, επιπλέον δε μετά την κατάσχεση δεν τηρήθηκε η διαδικασία του άρθρου 988 § 1 ΚΠολΔ, αλλά κατεβλήθη αμέσως το κατασχεθέν χρηματικό ποσό στον αναιρεσείοντα, με αποτέλεσμα οι ανωτέρω δύο τράπεζες να μην έχουν δικαίωμα αναγγελίας και συμμετοχής στη διανομή του.

Οι ανακοπές συνεκδικάσθηκαν μεταξύ τους και με τις από 7-7-2016 και 27-6-2016 πρόσθετες παρεμβάσεις υπέρ της ανακόπτουσας, που άσκησαν οι δεύτερη και τρίτη αναιρεσίβλητες τράπεζες, αντίστοιχα, και έγιναν δεκτές, ως προς τον πρώτο κοινό ως άνω λόγο τους, με την 1936/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., ενώ η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της απόφασης αυτής απορρίφθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη 22/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ....

Η αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας τρίτου, που ρυθμίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 982 επ. ΚΠολΔ, αποτελεί μέσο έμμεσης αναγκαστικής εκτέλεσης για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων και συγχρόνως είδος κατάσχεσης. Η κατάσχεση στα χέρια τρίτου επιβάλλεται από τον δανειστή, ο οποίος, ενώ έχει απαίτηση κατά του οφειλέτη του, δεν στρέφεται εναντίον του, αλλά εναντίον τρίτου, κατά του οποίου ο οφειλέτης του κατασχόντος έχει χρηματική απαίτηση.

Κύριο χαρακτηριστικό του συγκεκριμένου τρόπου εκτέλεσης είναι η εκχώρηση της απαίτησης στο δανειστή. Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 985 ΚΠολΔ, ο τρίτος, εις χείρας του οποίου επιβλήθηκε η κατάσχεση, οφείλει μέσα σε προθεσμία οκτώ (8) ημερών από την επίδοση σε αυτόν του κατασχετηρίου, να δηλώσει αρμοδίως αν υπάρχει η απαίτηση που κατασχέθηκε, αν έχει στα χέρια του το κατεσχημένο πράγμα και αν επιβλήθηκε στα χέρια του άλλη κατάσχεση.

Στην περίπτωση που ο τρίτος με την κατά το άρθρο 985 § 1 ΚΠολΔ δήλωσή του αποδεχθεί την ύπαρξη της απαίτησης, όπως αυτή προσδιορίζεται στο κατασχετήριο, η δήλωσή του είναι καταφατική και πρέπει να αναφέρεται σε αυτήν η δικαιογόνος σχέση, οι τυχόν ενστάσεις του τρίτου ή η ανταπαίτηση που έχει κατά του καθού η εκτέλεση και να παρέχεται η διαβεβαίωση ότι θα παρακρατήσει ό,τι τυχόν θα προκύψει στο μέλλον υπέρ του καθ' ου η κατάσχεση από τη μνημονευόμενη στο κατασχετήριο βασική έννομη σχέση (Ολ.Α.Π. 3/1993, Α.Π. 1297/2011, Α.Π. 688/2010).

Η δήλωση του τρίτου πρέπει να είναι ακριβής και ειλικρινής. Σε περίπτωση που αρνηθεί την ύπαρξη της απαίτησης, η δήλωση είναι αρνητική, ενώ, αν δεν προβεί στη δήλωση και παρέλθει η ανωτέρω προθεσμία, ο νόμος θεωρεί κατά πλάσμα την παράλειψη ως αρνητική δήλωση. Αν η κατάσχεση χρηματικής απαίτησης γίνει εις χείρας τρίτου και ο τρίτος προβεί σε καταφατική δήλωση, προβλέπεται διαδικασία εξόφλησης του κατασχόντος είτε απευθείας από τον τρίτο είτε με διανομή του ποσού μέσω συμβολαιογράφου κατ' άρθρο 988 § 1 ΚΠολΔ.

Η αναγκαστική εκχώρηση της απαίτησης του οφειλέτη προς τον κατασχόντα συντελείται με την εκπνοή της προβλεπόμενης από το άρθρο 988 § 1α' ΚΠολΔ προθεσμίας των οκτώ ημερών από την κοινοποίηση της κατάσχεσης στον καθ' ου η εκτέλεση, οπότε ο κατασχών αποκτά τον κατ' άρθρο 989 εκτελεστό τίτλο εις βάρος του τρίτου (Α.Π. 2062/2022).

Ειδικότερα, επί αναγκαστικής κατάσχεσης χρηματικής απαίτησης εις χείρας τρίτου, η αναγκαστική εκχώρηση της απαίτησης του οφειλέτη προς τον κατασχόντα, σε περίπτωση καταφατικής δήλωσης, επέρχεται μετά την, προϋποθέτουσα τήρηση της οκταήμερης προθεσμίας του άρθρου 985 § 1 ΚΠολΔ, καταφατική τυχόν δήλωση του τρίτου και την παρέλευση ακολούθως της προθεσμίας του άρθρου 988 παρ. 1α' ΚΠολΔ (Ολ.Α.Π. 3/1993, Α.Π. 360/2017).

Επομένως, η οκταήμερη προθεσμία του άρθρου 988 αρχίζει από την επομένη της επιδόσεως του κατασχετηρίου στον καθ' ου η εκτέλεση, εφόσον όμως προηγήθηκε η προς τον τρίτο επίδοση του κατασχετηρίου, διότι από τότε η κατάσχεση θεωρείται υπαρκτή (Ολ.Α.Π. 3/1993). Αν η επίδοση στον καθ' ου η εκτέλεση του κατασχετηρίου προηγήθηκε της επιδόσεως αυτού στον τρίτο, η οκταήμερη προθεσμία προς καταβολή αρχίζει από την επίδοση στον τρίτο (Α.Π. 1052/2022, Α.Π. 954/2019).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 984 ΚΠολΔ "1. Απαγορεύεται και είναι άκυρη υπέρ του κατασχόντος η διάθεση του κατασχεμένου από εκείνον κατά του οποίου έγινε η κατάσχεση, αφότου του επιδοθεί το κατά το άρθρο 983 έγγραφο, έστω και αν το έγγραφο αυτό δεν έχει ακόμη επιδοθεί στον τρίτο. Η ευθύνη του τρίτου ρυθμίζεται σύμφωνα με την παρ. 3. 2.

Απαγορεύεται και δεν παράγει έννομες συνέπειες για τον κατασχόντα η εξόφληση από τον τρίτο της κατασχεμένης απαίτησης ή ο συμψηφισμός της με μεταγενέστερη απαίτηση, καθώς και η απόδοση σε εκείνον κατά του οποίου έγινε η κατάσχεση ή η διάθεση σε τρίτους του κατασχεμένου, αφότου του επιδοθεί το έγγραφο του άρθρου 983, έστω και αν αυτό δεν επιδόθηκε ακόμα σε εκείνον κατά του οποίου γίνεται η κατάσχεση.

Όταν πρόκειται για χρηματικές απαιτήσεις, η απαγόρευση αφορά μόνο το ποσό για το οποίο έγινε η κατάσχεση. 3. Αφότου του κοινοποιηθεί η κατάσχεση, ο τρίτος γίνεται μεσεγγυούχος. 4. Η κατάσχεση που έχει επιβληθεί δεν εμποδίζει εκείνον κατά του οποίου έγινε να στραφεί κατά του τρίτου δικαστικώς ή με αναγκαστική εκτέλεση.

Σε αυτή την περίπτωση, μετά την ενέργεια της εκτέλεσης, και αν πρόκειται για πράγμα που μπορεί να κατατεθεί, κατατίθεται δημόσια, αλλιώς ο δικαστικός επιμελητής ορίζει μεσεγγυούχο για να το φυλάει. 5. Οι διατάξεις του άρθρου 956 παρ. 4 έως 6 εφαρμόζονται και στις περιπτώσεις των παρ. 3 και 4 του άρθρου αυτού." Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι, παρόλο που με την πρώτη παράγραφο του άρθρου 984 αφαιρείται από τον καθ' ου η κατάσχεση η εξουσία διάθεσης του κατασχεθέντος αντικειμένου (απαιτήσεως ή πράγματος), με την τέταρτη παράγραφο του ίδιου άρθρου επιτρέπεται στον δικαιούχο του εις χείρας του οφειλέτου του ως τρίτου αναγκαστικώς κατεσχημένου αντικειμένου να ασκήσει εναντίον του αγωγή, ζητώντας την παράδοση ή απόδοση του κατασχεθέντος πράγματος ή την απόδοση του κατασχεθέντος ποσού, η οποία, παρά την κατάσχεσή του, θα διαταχθεί με την απόφαση που δέχεται την αγωγή (Α.Π. 196/1982), ή να προχωρήσει σε αναγκαστική εκτέλεση στο αντικείμενο της κατάσχεσης.

Η ευχέρεια των καταδιωκτικών αυτών μέτρων παρασχέθηκε προς αποφυγή καταδολιευτικών ενεργειών και συμπαιγνίας μεταξύ του τρίτου, εις χείρας του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεση, και του φερομένου ως δανειστή του δανειστή του, και τη συνακόλουθη παρεμπόδιση της ενάσκησης των δικαιωμάτων των πραγματικών δανειστών.

Για τη νομιμοποίηση του καθ' ου η εκτέλεση προς άσκηση της αγωγής ή διενέργεια της εκτέλεσης δεν τίθεται από το νόμο καμία προϋπόθεση, δηλαδή ο δικαιούχος του κατασχεθέντος αντικειμένου δικαιούται να αρχίσει, ενώ έχει επιβληθεί η κατάσχεση, τη δίκη ή την αναγκαστική εκτέλεση, ή να συνεχίσει τη δίκη ή την εκτέλεση που άρχισε πριν από την επιβολή της κατάσχεσης, ή να επιδιώξει την εκτέλεση με βάση τίτλο που υπάρχει πριν από την κατάσχεση ή αυτόν που επιτεύχθηκε κατά τη διάρκεια της κατάσχεσης.

Εφόσον δε ο νόμος δεν διακρίνει, η διάταξη της τέταρτης παραγράφου του άρθρου 984 ΚΠολΔ εφαρμόζεται και μετά τη μεταβίβαση της κατασχεθείσας απαίτησης στον κατασχόντα δανειστή, δηλαδή ο καθ' ου η εκτέλεση νομιμοποιείται, όχι μόνο πριν, αλλά και μετά την επελθούσα αναγκαστική εκχώρηση της απαίτησης στον κατασχόντα, αυτή τη φορά με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου, να ασκήσει αγωγή κατά του τρίτου ή να στραφεί εναντίον του με αναγκαστική εκτέλεση, αφού ο καθ' ου εξακολουθεί να ευθύνεται έναντι του κατασχόντος και μετά την αναγκαστική μεταβίβαση της κατασχεθείσας απαίτησης σε αυτόν.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 27/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 8/2018, Ολ.Α.Π. 7/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει της υπ' αρ. 6463/2012 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και της υπ' αρ. 6679/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη δυνάμει της υπ' αρ. 432/2016 αποφάσεως του Αρείου Πάγου...

υποχρεώθηκε o Σ. Λ., να καταβάλει στον καθ' ου η ανακοπή Α. Π. [αναιρεσείοντα] το ποσό των 1.220.004 ευρώ, ως αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας. Πριν καταστεί η προαναφερόμενη απόφαση αμετάκλητη εκδόθηκε η υπ' αρ. 174/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου δυνάμει της οποίας, μεταξύ άλλων, ανεστάλη εν μέρει η εκτέλεση της προαναφερόμενης υπ' αρ. 6463/2012 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και υποχρεώθηκε o οφειλέτης του επισπεύδοντος-καθ' ου η ανακοπή να καταβάλει στον καθ' ου συνολικά το ποσό των 520.015 ευρώ.

O καθ' ου η ανακοπή, Α. Π. επέδωσε αντίγραφο εξ απογράφου της υπ' αρ. 6463/2012 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για το εκτελεστό αυτής μέρος... με την από 9-3-2016 επιταγή προς πληρωμή. Στις 18-3-2016 προέβη σε αναγκαστική κατάσχεση στα χέρια της ανακόπτουσας [πρώτης αναιρεσίβλητης] ως τρίτης για την προαναφερόμενη απαίτηση, έχοντας προβεί σε εμπρόθεσμη επίδοση στον καθ' ου η εκτέλεση (Σ.

Λ.) και στην ανακόπτουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." ως τρίτη. H ανακόπτουσα ως προς το από 18-3-2016 κατασχετήριο, με το οποίο επιβλήθηκε η προαναφερόμενη αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας της, υπέβαλε την υπ' αρ. 224/28-3-2016 καταφατική δήλωση ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πειραιά, στη συνέχεια όμως αρνήθηκε και δεν προχώρησε σε καταβολή μετά την πάροδο της προθεσμίας των οκτώ ημερών από την καταφατική της δήλωση ενώπιον της Ειρηνοδίκη Πειραιά.

Τότε, o καθ' ου η ανακοπή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 988 παρ. 1 του ΚΠολΔ επέσπευσε σε βάρος της ανακόπτουσας ως τρίτης αναγκαστική εκτέλεση. Στις 9-5-2016 ο καθ' ου (Α. Π.) επέδωσε στην ανακόπτουσα την από 9-5-2016 επιταγή προς εκτέλεση με το παρά πόδας επικυρωμένο αντίγραφο εξ απογράφου της υπ' αρ. 224/28-3-2016 καταφατικής δηλώσεώς της επιτάσσοντας αυτήν να του καταβάλει το ποσό των 522.145,19 ευρώ...

Μετά την πάροδο της τριήμερης προθεσμίας από την επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση o καθ' ου η ανακοπή, στις 16-5-2016 και ώρα 10:30 π.μ. επέβαλε αναγκαστική κατάσχεση στα χέρια της ανακόπτουσας ως τρίτης στην έδρα της... και συντάχθηκε από την Δικαστική Επιμελήτρια του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Α.

Ν. η υπ' αρ. 91/16-5-2016 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης κινητών πραγμάτων δυνάμει της οποίας κατασχέθηκαν τα σώματα των αναλυτικά αναφερόμενων σε αυτήν 14 επιταγών. συνολικού ποσού 32.521,63 ευρώ, και χρηματικό ποσό 105.935 ευρώ... Την ίδια ημέρα στις 16-5-2016, και προγενέστερα, ήτοι περί ώρα 08:30... επιδόθηκε στην ανακόπτουσα το από 13-5-2016 κατασχετήριο της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...

ΑΕ" [δεύτερης αναιρεσίβλητης],... δυνάμει του οποίου επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση σε βάρος του καθ' ου η ανακοπή Α. Π. στα χέρια της ανακόπτουσας ως τρίτης, για απαίτηση αυτής της τελευταίας κατά του καθ' ου η ανακοπή, ποσού 1.693.729,52 ευρώ... Tο εν λόγω κατασχετήριο (από 13-5-2016 κατασχετήριο της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..."), δυνάμει του οποίου επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση σε βάρος του καθ' ου η ανακοπή Α.

Π. επιδόθηκε στον καθ' ου η εκτέλεση-καθ' ου η ανακοπή (Α. Π.), την ίδια ημέρα, στις 16-5-2016, και ώρα 12:50... Επομένως,.... από την επίδοση του από 13-5-2016 κατασχετηρίου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." κατά του καθ' ου η ανακοπή, Α. Π., στην τρίτη, ανακόπτουσα εταιρεία με την επωνυμία "..." αυτή καθίστατο μεσεγγυούχος της κατασχεμένης απαίτησης επέχουσα ποινικές ευθύνες ως μεσεγγυούχος ενώ απαγορεύεται οποιαδήποτε πράξη μεταβίβασης της κατασχεμένης απαίτησης.

Οι ισχυρισμοί του καθ' ου η ανακοπή, που προέβαλε πρωτοδίκως και επαναφέρει νομοτύπως ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ότι κατά την 16-5-2016 δεν είχε χωρήσει αυτοδίκαιη εκχώρηση της απαίτησης προς την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "..." (η οποία επέσπευσε αναγκαστική κατάσχεση κατά αυτού στα χέρια της ανακόπτουσας ως τρίτης) διότι δεν είχε χωρήσει καταφατική δήλωση της ανακόπτουσας ως τρίτης και επομένως o ίδιος (καθ' ου) η ανακοπή εξακολουθούσε να είναι δικαιούχος της απαίτησης και νόμιμα επέσπευσε αναγκαστική εκτέλεση κατά της ανακόπτουσας και τρίτης εφόσον αυτή η τελευταία ως τρίτη μετά την καταφατική δήλωση στην οποία προέβη αρνήθηκε να προχωρήσει σε καταβολή της απαίτησης, είναι απορριπτέοι διότι στην ένδικη περίπτωση, η απαγόρευση διάθεσης της κατασχεμένης απαίτησης για την τρίτη (ανακόπτουσα εταιρεία) αρχίζει από την επίδοση του κατασχετηρίου (της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...") στην τρίτη (ανακόπτουσα), ενώ όπως ρητά προβλέπουν οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 984 του ΚΠολΔ η κατάσχεση που έχει επιβληθεί στην ένδικη περίπτωση από την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "..." δεν εμποδίζει εκείνον κατά του οποίου έγινε (τον καθ' ου η ανακοπή στην ένδικη περίπτωση) να στραφεί κατά της τρίτης ανακόπτουσας εταιρείας με αναγκαστική εκτέλεση, αλλά σε αυτήν την περίπτωση, αυτή καθίσταται εκ του νόμου μεσεγγυούχος της κατασχεμένης απαίτησης, επέχουσα μάλιστα ποινικές ευθύνες και οποιαδήποτε πράξη διάθεσης του αντικειμένου απαγορεύεται εκ του νόμου.

Την επόμενη ημέρα, 17-5-2016, η ως άνω Δικαστική Επιμελήτρια παρακατέθεσε το ποσό των 105.935 ευρώ, λαμβάνοντας το υπ' αρ. 722792 γραμμάτιο σύστασης παρακαταθήκης του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων Αθηνών ποσού 105.935 ευρώ... Η Δικαστική Επιμελήτρια, και ενώ ήδη είχε επιδοθεί στον καθ' ου η ανακοπή την 16-5-2016 και ώρα 12:50, ήτοι πριν την ολοκλήρωση της διενεργούμενης αναγκαστικής εκτέλεσης, το προαναφερόμενο κατασχετήριο, παρακατέθεσε το ποσό αυτό χωρίς, όμως, να μνημονεύσει την κατάσχεση εις χείρας τρίτου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", όρισε δε ταυτόχρονα Συμβολαιογράφο για τη διανομή, ενώ στην περίπτωση της κατάσχεσης εις χείρας τρίτου, όπως εν προκειμένω, η διανομή, αν η κατασχεμένη απαίτηση δεν επαρκεί για να ικανοποιηθούν όλοι όσοι επέβαλαν κατάσχεση, γίνεται κατ' άρθρο 988 του ΚΠολΔ, δηλαδή γίνεται από συμβολαιογράφο, που ορίζεται αφού το ζητήσει οποιοσδήποτε έχει συμφέρον, από τον Ειρηνοδίκη του τόπου της εκτέλεσης κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ.

του ΚΠολΔ. Έπρεπε. δηλαδή, να προβεί σε δημόσια κατάθεση, κατά τη διάταξη του άρθρου 988 § 1 του ΚΠολΔ όμως, ως προς τα χρήματα και στην παράδοση των επιταγών σε μεσεγγυούχο, επίσης κατά τη διάταξη του άρθρου 988 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πράγμα το οποίο όμως δεν έπραξε ο καθ' ου η ανακοπή, με αποτέλεσμα έτσι να επέλθει διάθεση του αντικειμένου της κατασχέσεως μόνον στον ήδη εκκαλούντα ατομικά σε βάρος της ως άνω κατάσχουσας Τράπεζας.

Κατά συνέπεια η επιβληθείσα αναγκαστική κατάσχεση πάσχει ακυρότητας εφόσον κατά την στιγμή που έγινε είχε επιδοθεί το κατασχετήριο της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." προς αυτήν και απαγορευόταν στην ανακόπτουσα οποιαδήποτε διάθεση της κατασχεμένης απαίτησης εφόσον αυτή από της επίδοσης του κατασχετηρίου είχε καταστεί μεσεγγυούχος της απαίτησης επέχουσα ποινικές για οποιαδήποτε πράξη διάθεσης αυτής....

Πλην όμως, για τον ίδιο προαναφερόμενο λόγο της υπό στοιχείο (A) ανακοπής που αποτελεί κατ' εκτίμηση λόγο και όλων των λοιπών ανακοπών και o οποίος για τους ίδιους αναφερόμενους παραπάνω λόγους, πρέπει να γίνει δεκτός ως κατ' ουσίαν βάσιμος, πρέπει γίνουν δεκτές στο σύνολό τους οι σωρευόμενες ανακοπές και να ακυρωθούν τα κατασχετήρια δυνάμει των οποίων επισπεύδεται αναγκαστική εκτέλεση κατά των αναλυτικά παρακάτω αναφερομένων εταιρειών ως τρίτων...." Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε δεχτεί τις ανακοπές κατά τον πρώτο λόγο τους και είχε ακυρώσει τις προσβαλλόμενες κατασχέσεις.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή ο πρώτος κοινός λόγος των ανακοπών, με τον οποίο η ανακόπτουσα-πρώτη αναιρεσίβλητη προέβαλε ότι ο καθ' ου οι ανακοπές-αναιρεσείων αποξενώθηκε από το ουσιαστικό δικαίωμα, για την ικανοποίηση του οποίου επέβαλε την 16-5-2016 αναγκαστική κατάσχεση εις βάρος της, και την 16-5-2016 και 18-5-2016 αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας οφειλετών της ως τρίτων, λόγω της μεταγενέστερης αναγκαστικής εκ του νόμου εκχώρησης της απαίτησής του στην Τράπεζα ...

συνεπεία της επιβληθείσας από την τελευταία αναγκαστικής κατάσχεσης εις χείρας της ανακόπτουσας ως τρίτης και της θετικής δήλωσης αυτής, και ο οποίος (λόγος) δεν είναι νόμιμος, αφού η επικαλούμενη μεταγενέστερη αναγκαστική εκχώρηση της απαίτησης του καθ' ου δεν ασκεί έννομη επιρροή στην εγκυρότητα των προγενέστερων χρονικά πράξεων εκτέλεσης αυτού (επιταγής προς πληρωμή και αναγκαστικών κατασχέσεων), εκτιμώμενος ως λόγος με τον οποίο προβάλλεται ακυρότητα των κατασχέσεων του καθ' ου, επειδή αυτές συνιστούσαν παραβίαση της απαγόρευσης διάθεσης της κατεσχημένης από την Τράπεζα ...

απαίτησης, είναι νόμιμος και ουσιαστικά βάσιμος, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 984 § 4 ΚΠολΔ, την οποία δεν εφάρμοσε, μολονότι αυτή ήταν εφαρμοστέα στην ένδικη υπόθεση. Και τούτο, διότι, κατά τα εκτιθέμενα στις ανακοπές, η αναγκαστική εκχώρηση προς την Τράπεζα ...

της απαίτησης του καθ' ου οι ανακοπές-αναιρεσείοντος κατά της ανακόπτουσας από ομολογιακό δάνειο (απαίτηση, την οποία είχε αποκτήσει ο καθ' ου από τον αρχικό δικαιούχο Σ. Λ. μετά από αναγκαστική εκχώρηση, ως συνέπεια της επιβολής κατάσχεσης εις χείρας της ανακόπτουσας ως τρίτης και της καταφατικής δήλωσης εκ μέρους της, αλλά μη καταβολής εντός της νόμιμης προθεσμίας), επήλθε μετά τη σχετική καταφατική δήλωση της ανακόπτουσας, που έγινε την 24-5-2016, και την παρέλευση της προθεσμίας του άρθρου 988 § 1 ΚΠολΔ, χωρίς να έχει αναδρομικές συνέπειες, με συνέπεια να μην ασκεί επιρροή στην εγκυρότητα της επιταγής προς πληρωμή, που επέδωσε στην ανακόπτουσα ο καθ' ου την 10-5-2016, ούτε και στην εγκυρότητα της κατάσχεσης, που αυτός επέβαλε εις βάρος της την 16-5-2016, εφόσον οι διαδικαστικές αυτές πράξεις είναι προγενέστερες της αναγκαστικής εκχώρησης της απαίτησης στην τράπεζα, ενώ, εξάλλου, μετά την επιβολή κατάσχεσης εκ μέρους της Τράπεζας ...

εις χείρας της ανακόπτουσας ως τρίτης, ο καθ' ου είχε δικαίωμα, να προχωρήσει σε αναγκαστική εκτέλεση εις βάρος της ανακόπτουσας βάσει της κατασχεθείσας από την ανωτέρω τράπεζα απαίτησης, σύμφωνα με τη διάταξη της τέταρτης παραγράφου του άρθρου 984 ΚΠολΔ, και μάλιστα τόσο πριν από την επέλευση της αναγκαστικής εκχώρησης της απαίτησης στην τράπεζα, ως δικαιούχος αυτής, όσο και μετά, ως μη δικαιούχος διάδικος, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη.

Σημειωτέον, ότι η αναφορά στο τέλος του λόγου αυτού στο δικόγραφο της πρώτης ανακοπής της μη συμμετοχής των Τραπεζών ... και ... στη διανομή του κατεσχημένου χρηματικού ποσού λόγω της, κατά τους ισχυρισμούς της ανακόπτουσας, άμεσης καταβολής του από τη δικαστική επιμελήτρια στον αναιρεσείοντα, αντί της δημόσιας κατάθεσης αυτού κατ' άρθρα 956 § 3 και 965 § 4 ΚΠολΔ (και όχι κατ' άρθρο 988 § 1 εδ.

β' και γ' ΚΠολΔ, όπως αναφέρει η ανακόπτουσα, αφού η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση κατά την οποία ο τρίτος, παρόλο που προέβη σε καταφατική δήλωση, δεν προχώρησε σε καταβολή ή δημόσια κατάθεση), γίνεται διηγηματικά και δεν συνιστά ιδιαίτερο λόγο ανακοπής, αφού το ανωτέρω περιστατικό, και αληθές υποτιθέμενο, δεν βλάπτει την ανακόπτουσα και συνεπώς δεν τη νομιμοποιεί, από μόνο του ή σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα εκτιθέμενα στον ίδιο (πρώτο) λόγο, να ζητήσει την ακύρωση της κατασχετήριας έκθεσης.

Επομένως ο πρώτος λόγος των ανακοπών, που συνεκδικάσθηκαν, όπως εκτιμήθηκε από το Εφετείο (αλλά και όπως προβλήθηκε από την ανακόπτουσα), δεν ήταν νόμιμος και, κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το μέρος με το οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγω παραβίασης της προδιαληφθείσας διάταξης ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 984 § 4 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

Κατόπιν αυτού, παρελκομένης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως, αφού η αναιρετική εμβέλεια του ως άνω λόγου που έγινε δεκτός καθιστά αλυσιτελή την έρευνα των λοιπών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλον δικαστή, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 580 § 3 ΚΠολΔ. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί κατ' άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ η επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα και να καταδικαστεί η (πρώτη στο αναιρετήριο δικόγραφο) αναιρεσίβλητη εταιρία "...", λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που δεν κατέθεσε προτάσεις, σύμφωνα με τα άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ. Έξοδα δεν επιδικάζονται εις βάρος της Τράπεζας ..., η παρουσία της οποίας στη δίκη δεν προκάλεσε επιπλέον δαπάνες στον αναιρεσείοντα, και της ...ς, η οποία δεν παρέστη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 22/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου ....

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλον δικαστή.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη εταιρία με την επωνυμία "..." στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Μαΐου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και τούτου, καθώς και του αρχαιότερου Αρεοπαγίτη αποχωρησάντων, ο αμέσως αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 12 Σεπτεμβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ