Legislator Case Law & Legislation
1271/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final appeal judgment regarding property ownership and heirship identification.

Case Number 1271/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek Ministry of Finance's appeal against the Third Instance Court's final judgment in a property ownership dispute. The appellant argued that the lower court failed to clarify the specific shares of distant heirs and misidentified a direct heir, but the court found these claims baseless. The court ruled that the lower court's findings were sufficient and that the apparent name change for one heir did not create legal uncertainty regarding identity.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564 para. 1 and 566 para. 1 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a final judgment is inadmissible if the grounds raised are unfounded, particularly when the lower court's reasoning sufficiently addresses the issues without needing to detail specific share calculations or clarify identity through alternative names.

Keywords

AI generated
property ownership dispute heir identification appeal admissibility unfounded grounds legal certainty costs of appeal third instance court

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564 para. 1 and 566 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1271 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1271/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 16η Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα….., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος:……, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου:…………., που εδρεύει στον ……(οδός……), νομίμως εκπροσωπουμένου, με …..της ….., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Αντωνόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-3-1975 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11589/1976, 4748/2001 μη οριστικές, 3494/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 992/2021 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 22-6-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 22-6-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 992/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης:

Ο αναιρεσίβλητος …….. άσκησε κατά του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος ……ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 21-3-1975 αγωγή, με την οποία, και όπως αυτή παραδεκτά περιορίστηκε κατά το αίτημά της από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, ζήτησε να αναγνωρισθεί η κυριότητά του σε ακίνητο εμβαδού 19.000 τ.μ.

στο……. Επί της αγωγής εκδόθηκε αρχικά η 11589/1976 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία διατάχθηκαν αποδείξεις και με μάρτυρες και στη συνέχεια η 4748/2001 απόφαση του ίδιου, επίσης, Δικαστηρίου, με τη οποία διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να διαπιστωθεί αν το επίδικο ακίνητο περιλαμβάνεται στον τίτλο του ενάγοντος συνεταιρισμού και επί πλέον, ενόψει των ισχυρισμών του εναγομένου, αν αποτελεί έλος ή παλαιό αιγιαλό.

Μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης εκδόθηκε η 3494/2003 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη. Κατά της τελευταίας αυτής απόφασης το εναγόμενο άσκησε την από 13-10-2003 έφεση, η οποία απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη με την ήδη αναιρεσιβαλλόμενη 992/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή η αίτηση (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από τα άρθρα 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι το δικαστήριο της ουσίας, για το σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματός του, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν οι διάδικοι. Η παράβαση της ανωτέρω υποχρέωσης του δικαστηρίου της ουσίας, ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 περ.

β' ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, σύμφωνα με τον οποίο, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Περαιτέρω, δεν αρκεί η προσκομιδή εγγράφου, αλλά πρέπει να γίνεται κατά τρόπο ειδικό, σαφή και ορισμένο, επίκληση του εγγράφου αυτού με τις προτάσεις του διαδίκου που το προσκόμισε ώστε να προκύπτει η ταυτότητά του (ΑΠ 946/2015).

Κατά την έννοια αυτή η επίκληση των εγγράφων μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομισθέντων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ.

Το άρθρο αυτό ρυθμίζει, βέβαια, τον τρόπο επαναφοράς των ισχυρισμών των διαδίκων, ορίζοντας ότι αρκεί για την επαναφορά στο ίδιο ή αναλόγως σε ανώτερο δικαστήριο ισχυρισμών, που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση, η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις αντίστοιχες σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης, οι οποίες προσκομίζονται απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο.

Ωστόσο, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, που είναι η διευκόλυνση του δικαστηρίου, αλλά και του αντιδίκου, έχει εφαρμογή και για την επίκληση των αποδεικτικών μέσων (ΟλΑΠ 23/2008, ΟλΑΠ 14/2005). Η επαναφορά με τις προτάσεις που υποβάλλονται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ισχυρισμών ή η επίκληση αποδεικτικών μέσων με γενική αναφορά στις πρωτόδικες προτάσεις ή με ενσωμάτωση του κειμένου αυτών σε φωτοτυπικό αντίγραφο στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου, δεν αρκεί, ούτε είναι νόμιμη (ΟλΑΠ 9/2000).

Δεν πρόκειται, όμως, για ενσωμάτωση, όταν στο κείμενο των προτάσεων της δευτεροβάθμιας δίκης περιέχονται, έστω και αυτούσιες, οι προτάσεις προηγούμενης συζητήσεως, καλυπτόμενες από την υπογραφή, στο τέλος του ενιαίου πλέον κειμένου, του πληρεξουσίου δικηγόρου, διότι με τον τρόπο αυτό οι προηγούμενες προτάσεις και οι τελευταίες (δηλαδή ενώπιον του Εφετείου) κατέστησαν ενιαίες και παραδεκτά γίνεται επίκληση των αναφερόμενων σ' αυτές, αποδεικτικών εγγράφων (ΑΠ 1218/2020, ΑΠ 258/2019, ΑΠ 785/2019, ΑΠ 1658/2017, ΑΠ 923/2017).

Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, το αναιρεσείον αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αρ. 11 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη κατά το σχηματισμό του πορίσματός του τα παρακάτω έγγραφα, χωρίς νόμιμη επίκλησή τους από τον αναιρεσίβλητο, ο οποίος αρκέστηκε στην ενσωμάτωση στις προτάσεις που κατέθεσε στη δευτεροβάθμια δίκη των προτάσεων της πρωτοβάθμιας δίκης: 1) ….., 2) ….., 3) ……, 4) ….., 5) ……., 6) ……, 7) …., 8) ……, 9) ….., 10) ….., 11) ……., 12) συμβόλαιο ……, 13) ……, 14) ……., 15) …….., 16) ……., 16) ……, 17) ……, 18) η υπ' αριθμ.

….., 19) απόφαση 12950/1972 ΠολΠρΑθ, 20) απόφαση 2641/1973 ΕφΑθ, 21) απόφαση 480/1974 ΑΠ Δ' Πολ. Τμήμα, 22) απόφαση 343/1975 ΑΠ Γ' Πολ. Τμήμα, 23) απόφαση 11589/1976 ΠολΠρΑθ (προδικαστική - διεξαγωγή αποδείξεων επί της από 21-3-1975 αγωγής του ….., 24) απόφαση 4748/2001 ΠολΠρΑθ, 25) έκθεση πραγματογνωμοσύνης με αρ.489/02, 26) απόφαση 1579/2004 ΜΠΑ, 27) απόφαση 52/2014 ΑΠ Γ' Πολ.

Τμήμα, 28) απόφαση 487/2014 ΑΠ Γ' Πολ. Τμήμα, 29) απόφαση 94/2018 ΜΠΧαλκίδας, 30) απόφαση 638/2016 ΑΠ Γ' Πολ. Τμήμα, 31) απόφαση 1162/2002 ΕφΑθ, 32) τοπογραφικό διάγραμμα …… τοπογράφου μηχανικού Χ. Κ., 33) τοπογραφικό διάγραμμα ….. τοπογράφου μηχανικού Σ. Μ., 34) τοπογραφικό διάγραμμα ……. 6437/6 της ΓΥΣ, 35) αεροφωτογραφίες κλίμακας 1:10000 με αρ. 1575-76-77-78 έτους 1939 της ΓΥΣ, 36) αεροφωτογραφίες κλίμακας 1:8000 με αρ. 160586-76-87-88 έτους 1984 της ΓΥΣ, 37) απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος με ημερομηνία 1/4/2019 του κτηματολογικού γραφείου ….., 38) κτηματογραφικό διάγραμμα με ημερομηνία 1/4/2019 από το κτηματολογικό γραφείο …., στο οποίο εμφαίνεται η ιδιοκτησία με ΚΑΕΚ 0508727010113/0, 39) αντίγραφο της υπ' αριθμ. 998/93 εισηγητικής έκθεσης (διεξαγωγή αποδείξεων), 40) υπόμνημα του …..

προς το Υπουργείο Οικονομικών, 41) απόφαση 66/61 του Διοικητικού Δικαστηρίου Αεροπορικών Επιτάξεων, 42) το με αρ. πρωτ. ….. εκτάσεως 8.800 μ2 στους δικαιοπαρόχους του ….. δυνάμει της υπ' αριθμ. 12025/1952 Υπουργικής απόφασης για τη λειτουργία ….., 43) το με αρ. πρωτ. ….. επιταγμένης εκτάσεως ΤΕΘΑ ….., 44) το με ….. του Υπουργείου Δημ.

Έργων, 45) την τεχνική έκθεση με ημερ. 12-6-1970 ……, 46) το αποδεικτικό καταχώρησης της έκτασης στο ….. εκτάσεως 17.890,44 μ2, σύμφωνα με το από Μαρτίο 2006 τοπογραφικό διάγραμμα του ανωτέρω τοπογράφου μηχανικού Χ. Θ. Κ., 47) τη με ημερομηνία υπαγωγής 29-9-2017 δήλωση ένταξης στο ν. 4178/2013, 48) ΦΕΚ 96/3-4-1891, με το οποίο επετράπη η ανταλλαγή των κτημάτων ….., όπου δεν αναφέρονται βαλτώδεις εκτάσεις, 49) ΦΕΚ Α 40/24-12-1833 "περί ενοικιάσεως ελών και βαλτωδών γαιών", 50) αντίγραφο της δήλωσης Ε9 στην οποία δηλώνονται το σύνολο της έκτασης επιφάνειας 17.890,44 μ2, καταβάλλοντας και τον αναλογούντα ΕΝΦΙΑ, 51) αντίγραφο μηνυτήριας αναφοράς με ….

και 52) αεροφωτογραφία που εμφανίζει το επίδικο με ……. Από την παραδεκτή επισκόπηση των από 9-11-2020 προτάσεων που υπέβαλε ενώπιον του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Εφετείου ο αναιρεσίβλητος συνεταιρισμός, προκύπτει ότι ο τελευταίος, στις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του Εφετείου, ενσωμάτωσε φωτοτυπικό αντίγραφο των προτάσεων που είχε υποβάλει στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατά τρόπο ώστε οι τελευταίες να αποτελούν ένα ενιαίο κείμενο με τις πρώτες και να καλύπτονται και αυτές με την υπογραφή του πληρεξουσίου δικηγόρου του, την οποία έθεσε στο τέλος των προτάσεων που υπέβαλε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.

Με τις προτάσεις αυτές του πρώτου βαθμού, αλλά και με τις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου, που αποτελούν ενιαίο κείμενο με τις πρώτες, γίνεται ρητή και σαφής επίκληση όλων των ανωτέρω αναφερομένων εγγράφων. Επομένως, το Εφετείο, λαμβάνοντας υπόψη για σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος όλα τα ανωτέρω έγγραφα, δεν υπέπεσε στην εκ του αρ. 11 περ.

β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδιδόμενη πλημμέλεια και συνακόλουθα, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή, ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης, δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό, στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΑΠ 110/2023, ΑΠ 1551/2021, ΑΠ 1304/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι έγιναν δεκτά από το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά κατά το ενδιαφέρον εν προκειμένω μέρος της για την έρευνα του αναιρετικού λόγου: "Δυνάμει του ... πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Α.

Χ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του …… στον τόμο 90 και αριθ. 913, ο εφεσίβλητος - καλών συνεταιρισμός αγόρασε από τους Γ. Κ., Ε. Κ., Η. Κ., Π. Χ., Γ. Π., Φ. Χ., Σ. Χ., Α. Μ., Α. Φ., Γ. Δ. Σ. και Π. Κ., ένα αγρόκτημα εμβαδού 1212 στρεμμάτων (περισσότερο ή λιγότερο), στην περιοχή Κάτω …., που ήδη φέρει την ονομασία "…." του …..

Μετά από νεότερη καταμέτρηση η έκταση αυτή βρέθηκε να έχει εμβαδόν 1180 στρέμματα. Η εν λόγω έκταση, κατά το ως άνω συμβόλαιο, συνορεύει βορειοδυτικά με αγρούς ... μέχρι το τεμάχιο ….και από εκεί μέχρι το δρόμο και μετά με δρόμο, σε απόσταση 30 μ. από αυτόν, επί συστάδας ελαιών, σε απόσταση 5 μέτρων έξωθεν αυτών, νότια με παραλία της ακτής ...

του όρμου ..., ανατολικά με ... και δυτικά με δρόμο (τη σημερινή οδό ...-…... Η ως άνω έκταση καταλήγει στη θάλασσα, όπως προκύπτει από την ως άνω περιγραφή του ακινήτου στο ανωτέρω ... πωλητήριο συμβόλαιο (συνορεύει νότια με την παραλία ...). Στους ως άνω πωλητές το ακίνητο αυτό είχε περιέλθει ως εξής: Ο Γ. Κ. απέκτησε τα ….

εξ αδιαιρέτου α) το μεν … αυτών δυνάμει του ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Λ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ... στον τόμο 64 και αριθ. 604, αιτία πώλησης, από αγορά από τους Γ. Λ., Ν. Α., Κ. Λ., Γ. Π., Π. Χ. και Π. Μ., β) τα εξ αυτών 130/1212 δυνάμει του ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ.

Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ... στον τόμο 70 και αριθ. 233, αιτία πώλησης από αγορά από τους Γ. Λ., Ν. Α., Κ. Λ., Γ. Π. και Π. Μ. και γ) τα 20/1212 αιτία πώλησης από αγορά από τον Π. Μ., δυνάμει του ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Π. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ...

στον τόμο 70 και αριθ. 926. Η Ε. Κ. απέκτησε τα 103/1212 εξ αδιαιρέτου αιτία πώλησης δυνάμει του 14.491/1959 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ... στον τόμο 71 και αριθ. 333, από αγορά από τους Γ. Λ., Κ. Λ. και Ν. Α.. Ο Η. Κ. απέκτησε τα 100/1212 εξ αδιαιρέτου αιτία πώλησης δυνάμει του 14.490/1959 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ.

Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ... στον τόμο 71 και αριθ. 332, από αγορά από τους Κ. Λ., Γ. Λ. και Ν. Α.. Ο Π. Χ. απέκτησε τα 185/1212 εξ αδιαιρέτου δυνάμει του ... συμβολαίου ανταλλαγής του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ... στον τόμο 53 και αριθ. 53, από τους Κ.

και Α. Μ.. Η Α. Μ. απέκτησε αιτία δωρεάς από τον Π. Μ. τα 100/1212 εξ αδιαιρέτου, δυνάμει του ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Π. Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ... στον τόμο 70 και αριθ. 711. Η Φ. Χ. απέκτησε τα 100/1212 εξ αδιαιρέτου, αιτία πώλησης, από αγορά από τους Γ. και Κ. Λ. και Ν. Α., δυνάμει του ...

συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ... στον τόμο 70 και αριθ. 234. Η Σ. Δ. απέκτησε τα 100/1212 εξ αδιαιρέτου δυνάμει του προαναφερθέντος ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα. Ο Α. Φ. απέκτησε τα 46/1212 εξ αδιαιρέτου αιτία πώλησης δυνάμει του ...

συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ... στον τόμο 69 και αριθ. 32, από αγορά από τους Κ. και Γ. Λ. και Ν. Α.. Ο Γ. Π. απέκτησε τα 174/1212 εξ αδιαιρέτου, δυνάμει του ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ...

στον τόμο 63 και αριθ. 55, από αγορά από τους Κ. Α. Μ. και Α. Ε. Μ. Ο Γ. Σ. απέκτησε τα 17/1212 εξ αδιαιρέτου αιτία πώλησης, δυνάμει του ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Π. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ... στον τόμο 71 και αριθ. 247, από αγορά από τον Π. Μ.. Η Π. Κ. απέκτησε τα 17/1212 εξ αδιαιρέτου, δυνάμει του ...

συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Β. Σ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ... στον τόμο 75 και αριθ. 698, αιτία δωρεάς, από τον Γ. Σ.. Ολόκληρο το ως άνω ακίνητο είχε περιέλθει στους Γ. Λ., Κ. Λ., Ν. Α., Π. Χ., Γ. Π. και Π. Μ., κατά ποσοστό 203/1212 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, δυνάμει του ... συμβολαίου ανταλλαγής του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ.

Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ... στον τόμο 63 και αριθ. 53, από τους Κ. Α. Μ. και Α. Ε. Μ. Στον Α. Ε. Μ. είχε περιέλθει κατά το 1/5 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά του αποβιώσαντος στις 20-6-1929 πατέρα του Ε. Μ., στην κληρονομιά του οποίου αναμείχθηκε. Στον Κ. Α. Μ. είχε περιέλθει κατά τα 4/5 εξ αδιαιρέτου, αφενός αιτία πώλησης, δυνάμει των ...

και ... συμβολαίων του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ... στον τόμο 90 και αριθ. 89 και 491 αντίστοιχα, αφετέρου δε από κληρονομιά της αποβιώσασας το έτος 1941 θείας του Π. Δ., θυγατέρας του Ε. Μ., δυνάμει του από ..., που δημοσιεύθηκε νόμιμα στο Πρωτοδικείο Αθηνών με το 2082/1941 πρακτικό, επίσης δε εν μέρει δυνάμει του ...

συμβολαίου του συμβολαιογράφου ... Β. Α., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ... στον τόμο 57 και αριθ. 166. Στον Ε. Μ. το ακίνητο αυτό είχε περιέλθει, σε μείζονα έκταση, αιτία πώλησης δυνάμει του ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ...

στον τόμο 39 και αριθ. 204, από αγορά από την Ο. χήρα Δ. Σ., Σ. Δ. Σ., Ε. Μ.-Σ., Ά. Δ.-Σ.. Κατά το ως άνω ... συμβόλαιο, το πωληθέν αγρόκτημα με την επωνυμία "...", εμβαδού 30.000 περίπου στρεμμάτων, συνορεύει "Ανατολικώς και Μεσημβρινώς με τη θάλασσα του Ευβοϊκού κόλπου, από το απέναντι της Αγίας Μαρίνας ακρωτήριον μέχρι την ακτήν της ..., όπως συνορεύεται με χωράφια ...

από του έναντι της Αγίας Μαρίνας ακρωτηρίου την κορυφήν Μαλιέτσι κλπ., εκείθεν δε κατέρχεται κατ' ευθείαν γραμμήν στην Αγριλιάν της ... και εκείθεν στην παρά την ακτή ... και θάλασσαν". Από την ανωτέρω περιγραφή προκύπτει ότι το ανωτέρω κτήμα, τμήμα του οποίου αποτελεί η επίδικη έκταση των δεκαεννέα (19) στρεμμάτων, καταλήγει στην ακτή, χωρίς να αναφέρεται ότι συνορεύει με δημόσια ή βαλτώδη έκταση ή ότι περιέχει βαλτώδη έκταση...

Ολόκληρο το ευρύτερο κτήμα σχηματίστηκε από την ένωση των κτημάτων ... και ... Απώτερος δικαιοπάροχος των ανωτέρω είναι ο πρίγκιπας Α. Κ., που το έδωσε προίκα στην κόρη του Ε. συζ. Σ. Σ., δυνάμει του ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα, από την οποία περιήλθε στα τέκνα της Α., Δ.

και Ε.. Η τελευταία κληρονομήθηκε από τα αδέλφια της και τον πατέρα της. Τον τελευταίο κληρονόμησαν ο Α. και Δ. (...). Ο Δ. παραχώρησε το μερίδιό του στον Α.. Όσον αφορά το κτήμα ... ανήκε στη Μονή ... και το αγόρασε ο Α. Σ. το 1891. Όλοι οι δικαιοπάροχοι του εφεσίβλητου-ενάγοντος συνεταιρισμού ασκούσαν στη μείζονα αυτή έκταση διακατοχικές πράξεις νομής με διάνοια κυρίων, καλή πίστη και νόμιμους τίτλους.

Συγκεκριμένα, καλλιεργούσαν διάφορα είδη κηπευτικών σιτάρι, ρύζι και επίσης χρησιμοποιούσαν τμήματά της για βοσκή ζώων. Για την εξυπηρέτηση των καλλιεργειών είχαν κατασκευάσει χαντάκια για την απορροή των υδάτων. Επίσης, πρόεβαιναν σε πωλήσεις, ανταλλαγές τμημάτων, χαρτογραφήσεις. Εν συνεχεία, ο εφεσίβλητος-ενάγων συνεταιρισμός έκανε χαρτογραφήσεις και τοπογραφικά σχεδιαγράμματα του τμήματος που αγόρασε, καθώς και όλες τις ενέργειες που απαιτούνται για την ένταξη του ακινήτου στο σχέδιο πόλεως, ανάθεσε δε την εν λόγω εργασία στο γραφείο ....

Το 1969 το αγορασθέν ακίνητο εντάχθηκε στο σχέδιο πόλεως με δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως των όρων δόμησης και του χάρτη του κτήματος, που έφθανε από τη θάλασσα μέχρι το δρόμο προς το ... Στη συνέχεια, έγινε διανομή των οικοπέδων στους συνεταίρους, περίφραξης καθενός οικοπέδου από τον εφεσίβλητο-ενάγοντα συνεταιρισμό (με δαπάνες των συνεταίρων), με συρματόπλεγμα και τοποθέτηση δίφυλλης πόρτας σε κάθε οικόπεδο, κατασκευάστηκαν επίσης από τον εφεσίβλητο-ενάγοντα δρόμοι από άσφαλτο, φυτεύτηκαν δέντρα, καθαρίστηκε η διαχωριστική τάφρος και έγινε δίκτυο αποστράγγισης.

Επίσης, ο εφεσίβλητος-ενάγων προστάτευε την εν λόγω έκταση από καταπατητές και άσκησε αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων εναντίον όσων τρίτων κατέλαβαν τμήματα από την επίδικη έκταση. Το εκκαλούν-εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο προέβη, αρχικά το Δεκέμβριο του 1952, σε επίταξη εμβαδού 8.800 τ.μ. του όλου ακινήτου δυνάμει της 12025/9-12-1952 Υπουργικής Απόφασης.

Εν συνεχεία, στις αρχές του έτους 1953, το εκκαλούν-εναγόμενο κατέλαβε, χωρίς επίταξη, και άλλα τριάντα οκτώ (38) στρέμματα, εκ των οποίων δεκαεννέα (19) στρέμματα προς βορρά της επιταχθείσας έκτασης και δεκαεννέα (19) στρέμματα προς το νότο της επιταχθείσας έκτασης. Με το 23/1-7-1970 πρωτόκολλο της Επιτροπής Στρατιωτικών Επιτάξεων το εκκαλούν-εναγόμενο ήρε την επίταξη των 8.800 τ.μ., ενώ παρέδωσε στους δικαιοπαρόχους του εφεσιβλήτου-ενάγοντος και την προς βορρά έκταση των δεκαεννέα (19) στρεμμάτων, εξακολούθησε όμως να κατέχει το προς νότο περιγραφόμενο εδαφικό τμήμα των δεκαεννέα (19) στρεμμάτων, το οποίο συνορεύει με τη θάλασσα.

Το προς νότο αυτό εδαφικό τμήμα των δεκαεννέα (19) στρεμμάτων, που συνορεύει με τη θάλασσα, αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας δίκης, όπως αυτό καθορίστηκε από την αγωγή και προσδιορίστηκε από την ιστορική και νομική βάση της αίτησης δικαστικής προστασίας και από το αίτημα που υποβλήθηκε... Το εδαφικό αυτό (προς νότο του ευρύτερου ακινήτου) τμήμα, ορίζεται μεσημβρινώς (νοτίως) με θάλασσα, επί πλευράς εξήντα (60) μέτρων, αρκτικώς (βορείως) με υπόλοιπη έκταση του κτήματος του εφεσιβλήτου-ενάγοντος, επί πλευράς 70 μέτρων, ανατολικώς με ιδιοκτησία Μ., επί πλευράς 320 μέτρων και δυτικώς με ιδιοκτησία Κ.

Χ., επί πλευράς 320 μέτρων. Στο ... πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Χ., που αποτελεί τον τίτλο του εφεσιβλήτου-ενάγοντος, αναφέρεται ρητά η ήδη υφιστάμενη συνολικά κατά το χρόνο σύνταξης του συμβολαίου κατάληψη τμήματος του πωληθέντος ακινήτου. Το καταληφθέν τμήμα προσδιορίζεται κατά προσέγγιση υπολογιζόμενο "εις τεσσαράκοντα (40) ως έγγιστα στρέμματα" (η συνολικά καταληφθείσα έκταση είχε ακριβές εμβαδόν [8,8 στρέμματα + 19 στρέμματα + 19 στρέμματα = ] 46,8 στρέμματα).

Μάλιστα, με το ίδιο συμβόλαιο οι πωλητές εκχωρούν (μεταβιβάζουν) στον αγοραστή εφεσίβλητο-ενάγοντα συνεταιρισμό τις αξιώσεις λόγω της κατάληψης του τμήματος του πωληθέντος ακινήτου έναντι του εναγομένου-εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου (βλ. φύλλα 9 και 10 του συμβολαίου). Ως εκ τούτου όσα σχετικά αντίθετα διατείνεται το εκκαλούν με τον πρώτο λόγο έφεσης τυγχάνουν αβάσιμα.

Η επίδικη αυτή έκταση που καταλήφθηκε, ποτέ στο παρελθόν δεν ήταν έλος, δεν είχε βούρκο, λάσπη ή λιμνάζοντα νερά, ενώ δεν υπήρχαν καλαμιώνες μέσα σ' αυτήν. Ούτε επίσης ήταν τμήμα αιγιαλού, που καταργήθηκε και περιήλθε στην ιδιωτική περιουσία του Δημοσίου. Το έδαφος της επίδικης έκτασης είναι μεν αμμώδες και αργιλώδες, υπάρχουν όμως θάμνοι και πόες μέσα σ' αυτή, σε προγενέστερο δε χρονικό διάστημα καλλιεργείτο.

Το εν λόγω έδαφος είναι στέρεο και όχι λασπώδες. Στο ανατολικό όριο υπάρχει αποστραγγιστική τάφρος των Ολυμπιακών έργων και κωπηλατοδρόμιο. Το Ελληνικό Δημόσιο αφότου κατέλαβε την έκταση αυτή το έτος 1953, τη διαμόρφωσε σε πεδίο βολής του βλητικού σταθμού. Προς τούτο έκτισε στρατιωτικές εγκαταστάσεις για διημέρευση και διανυκτέρευση στρατιωτών, καθώς και κτίρια για στέγαση στρατιωτικού υλικού.

Αν επρόκειτο για βαλτώδη έκταση, το Δημόσιο δεν θα την επέλεγε για τις εν λόγω εγκαταστάσεις. Τμήμα δε αυτής ασφαλτοστρώθηκε. Μετά την παύση της λειτουργίας του πεδίου βολής σώζονται ερείπια-βάσεις πυροβόλων, κρύπτη και ίχνη από σκυρόδεμα. Μετά από όσα εκτέθηκαν, αποδείχθηκε ότι η επίδικη έκταση των δεκαεννέα (19) στρεμμάτων εμπίπτει στους τίτλους κτήσης κυριότητας του εφεσιβλήτου-ενάγοντος συνεταιρισμού και των δικαιοπαρόχων του και ότι ο παλαιότερος τίτλος έχει συνταχθεί το 1836.

Επίσης, αποδείχθηκε ότι από το 1836 οι δικαιοπάροχοι του εφεσίβλητου-ενάγοντος μέχρι το χρόνο εγκατάστασης σ' αυτό του βλητικού πεδίου, το έτος 1953, ασκούσαν στο επίδικο, που ήταν καλλιεργήσιμη έκταση και όχι ελώδης, πράξεις νομής με διάνοια κυρίων, καλή πίστη (δηλ. την άδολη πεποίθηση ότι δεν προσβάλλουν το δικαίωμα κυριότητας κανενός) και νόμιμους τίτλους, προσαυξάνοντες στο δικό τους χρόνο νομής το χρόνο χρησικτησίας των δικαιοπαρόχων τους.

Έτσι, αυτοί έγιναν κύριοι του επιδίκου παράγωγα, αλλά και πρωτότυπα, πριν ακόμα τη σύνταξη του ... πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Α. Χ., που αποτελεί τον τίτλο του εφεσίβλητου-ενάγοντος, με τακτική και έκτακτη χρησικτησία. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι η επίδικη έκταση ανήκε προς τη Ανεξαρτησίας στο Τουρκικό Δημόσιο ή σε Τούρκους ιδιώτες ή ότι περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο δυνάμει της από 1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, σε συνδυασμό προς τα Πρωτόκολλα του Λονδίνου του 1830.

Ούτε προέκυψε πως το Δημόσιο άσκησε σ' αυτήν διακατοχικές πράξεις πριν από το έτος 1953, ή ότι αποτέλεσε στο παρελθόν, ένα τμήμα της, παλαιός αιγιαλός. Κατά συνέπεια, τυγχάνουν απορριπτέες ως ουσιαστικά αβάσιμες οι ενστάσεις ιδίας κυριότητας, που πρόβαλε το εναγόμενο-εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε εκφέρει όμοια κρίση ως προς την κυριότητα του ενάγοντος στην επίδικη έκταση, απορρίπτοντας την έφεση του αναιρεσείοντος.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, περιέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο και δικαιολογούν την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αποδειχθέντα στον προσήκοντα κανόνα δικαίου. Με το δεύτερο αναιρετικό λόγο, το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα, τόσο σχετικά με την ύπαρξη συνέχειας των αναφερομένων τίτλων κυριότητας, όσο και ως προς το ποσοστό συγκυριότητας καθενός από τους άμεσους δικαιοπαρόχους του αναιρεσιβλήτου.

Ειδικότερα, διατείνεται ότι α) δεν αιτιολογείται στην προσβαλλόμενη απόφαση πώς προκύπτει το συνολικό ποσοστό συγκυριότητας των απώτερων δικαιοπαρόχων του αναιρεσιβλήτου και συγκεκριμένα των Γ. Λ., Κ. Λ., Ν. Α., Π. Χ., Γ. Π. και Π. Μ. σε 1218/1212 (203 χιλιοστά έκαστος Χ 6 συγκύριοι), ήτοι πάνω από την ακέραιη μονάδα, β) δεν αναφέρεται στην απόφαση του Εφετείου ποια ποσοστά από τα 203/1212 που είχε ο καθένας από τους ανωτέρω απώτερους δικαιοπαρόχους μεταβιβάστηκαν από αυτούς στους άμεσους δικαιοπαρόχους του αντιδίκου, ώστε να προκύπτει με ασφάλεια εάν τα ποσοστά που μεταβιβάστηκαν κάλυπταν ή όχι το ποσοστό των 203/1212 που είχε ο καθένας, ήτοι: 1) ποια ποσοστά από τα 203/1212 που είχαν ο καθένας από τους Γ.

Λ., Ν. Α., Κ. Λ., Γ. Π., Π. Χ. και Π. Μ. μεταβιβάστηκαν από τον καθένα από αυτούς στο Γ. Κ., 2) ποια ποσοστά από τα 203/1212 που είχαν ο καθένας από τους Γ. Λ., Κ. Λ. και Ν. Α. μεταβιβάστηκαν από τον καθένα από αυτούς στην Ε. Κ., 3) ποια ποσοστά από τα 203/1212 που είχαν ο καθένας από τους Γ. Λ., Κ. Λ. και Ν. Α. μεταβιβάστηκαν από τον καθένα από αυτούς στον Η.

Κ., 4) ποια ποσοστά από τα 203/1212 που είχαν ο καθένας από τους Γ. και Κ. Λιναρδάκο και Ν. Α. μεταβιβάστηκαν από τον καθένα από αυτούς στη Φ. Χ. και στη Σ. Δ. και 5) ποια ποσοστά από τα 203/1212 που είχαν ο καθένας από τους Κ. και Γ. Λ. και Ν. Α. μεταβιβάστηκαν από τον καθένα από αυτούς στον Α. Φ. και γ) δεν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση εάν η Σ.

Χ., που αναφέρεται ως άμεση δικαιοπάροχος, είναι το ίδιο πρόσωπο με τη Σ. Δ.. Επί των αιτιάσεων αυτών του αναιρεσείοντος, που συγκροτούν το δεύτερο αναιρετικό λόγο, πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα: Όσον αφορά την πρώτη ως άνω αιτίαση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της αγωγής, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος συνεταιρισμός είχε ισχυρισθεί ότι το επίδικο ακίνητο, ως μέρος ευρύτερης έκτασης, είχε περιέλθει στους απώτερους δικαιοπαρόχους του Γ.

Λ., Κ. Λ., Ν. Α., Π. Χ., Γ. Π. και Π. Μ. κατ' ισομοιρία στον καθένα και συγκεκριμένα κατά ποσοστό 202/1212 εξ αδιαιρέτου εις έκαστον, δυνάμει του ... συμβολαίου ανταλλαγής του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Κ., από τους Κ. Μ. και Α. Μ.. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό κατά τα πιο πάνω εκτιθέμενα, μετά την αξιολόγηση των προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, μεταξύ των οποίων και το ανωτέρω συμβόλαιο ανταλλαγής, ότι οι πιο πάνω απώτεροι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος κατέστησαν συγκύριοι του επιδίκου σε ποσοστό 203/1212 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, δυνάμει του ανωτέρω συμβολαίου ανταλλαγής, από τους Κ.

Α. Μ. και Α. Ε. Μ. Είναι, επομένως, περισσότερο από προφανές, ότι η αναγραφή στην προσβαλλόμενη απόφαση ως ποσοστού συγκυριότητας καθενός από τους ανωτέρω απώτερους δικαιοπαρόχους του αναιρεσιβλήτου επί του επιδίκου ακινήτου, αυτού των 203/1212 εξ αδιαιρέτου, αντί του 202/1212 εξ αδιαιρέτου, οφείλεται σε αριθμητικό και μόνο λάθος και δεν δημιουργείται έτσι ασάφεια στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης.

Όσον αφορά δε τη δεύτερη ως άνω αιτίαση, αυτή είναι επίσης απορριπτέα ως αβάσιμη. Ειδικότερα, υπό τα εκτιθέμενα ως άνω περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασής του να αναφέρεται σ' αυτήν, ποια ποσοστά από τα 202/1212 που είχε ο καθένας από τους ανωτέρω απώτερους δικαιοπαρόχους του αναιρεσιβλήτου επί του επιδίκου ακινήτου, μεταβιβάστηκαν στους άμεσους δικαιοπαρόχους του ιδίου Γ.

Κ., Ε. Κ., Η. Κ., Σ. Δ. και Α. Φ.. Και τούτο διότι, από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αυτές εκτέθηκαν παραπάνω, προκύπτει ότι τα ποσοστά συγκυριότητας τα οποία οι απώτεροι δικαιοπάροχοι του αναιρεσιβλήτου μεταβίβασαν στον καθένα από τους πιο πάνω άμεσους δικαιοπαρόχους του ιδίου, αντιστοιχούν στο σύνολο των ποσοστών της εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας που είχε ο καθένας (202/1212) επί του επιδίκου.

Όσον αφορά, τέλος, την τρίτη ως άνω αιτίαση του αναιρεσείοντος, αυτή είναι επίσης απορριπτέα ως αβάσιμη, δεδομένου ότι η αναφερόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ως μία από τους άμεσους δικαιοπαρόχους του αναιρεσιβλήτου Σ. Χ., είναι ένα και το αυτό πρόσωπο με την Σ. Δ.. Ειδικότερα, από την παραδεκτή επισκόπηση της αγωγής του αναιρεσιβλήτου προκύπτει ότι μεταξύ των άμεσων δικαιοπαρόχων του ενάγοντος αναφέρεται και η Σ.

θυγ. Γ. Χ., η ίδια δε στη συνέχεια αναφέρεται ως Σ. συζ. Σ. Δ. ως αποκτήσασα τα 100/1212 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου ακινήτου, που μεταβίβασε στον ενάγοντα, δυνάμει του ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Τ.. Στην προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή, ενώ αρχικά μεταξύ των άμεσων δικαιοπαρόχων του ενάγοντος αναφέρεται και η Σ.

Χ., στη συνέχεια και καθώς αναλύεται στην απόφαση, με βάση την εκτίμηση από το Δικαστήριο των προσκομισθέντων συμβολαίων, ο τρόπος με τον οποίο έκαστος των άμεσων δικαιοπαρόχων του ενάγοντος απέκτησε τα εξ αδιαιρέτου ποσοστά του επιδίκου, που μεταβίβασε στον ενάγοντα, η συγκεκριμένη δικαιοπάροχος αναφέρεται με άλλο επώνυμο, καθώς, κατά τα εκτιθέμενα στην απόφαση: "Η Σ.

Δ. απέκτησε τα 100/1212 εξ αδιαιρέτου δυνάμει του προαναφερθέντος ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Τ....". Η συγκεκριμένη, δηλαδή, άμεση δικαιοπάροχος του ενάγοντος αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση είτε με το επώνυμο του πατέρα της είτε με το επώνυμο του συζύγου της και επομένως δεν προκύπτει καμιά ασάφεια ως προς το πρόσωπό της, παρά τα όσα αντίθετα ισχυρίζεται το αναιρεσείον.

Επομένως και συνακόλουθα με τα ανωτέρω, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος στο σύνολό του ως αβάσιμος. Κατά συνέπεια, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά το νόμιμα αίτημα του τελευταίου (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα οποία όμως θα επιδικαστούν μειωμένα (άρθρ. 22 Ν. 3693/1957), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-6-2021 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 992/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιουνίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Αυγούστου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ