Supreme Court dismisses appeal on gift revocation, ruling lower court correctly applied civil code on bad faith and undue hardship.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's final decision rejecting a claim for revocation of a gift. The appellant argued the lower court erred in finding the donor acted out of bad faith and without just cause, while the donor claimed the gift was made out of moral duty. The court held that the lower court correctly applied the Civil Code, noting the donor's repeated ungrateful behavior constituted a serious fault justifying revocation, and thus the appeal was baseless.
Legislator headnote
AI generatedArticles 138, 159, 281, 369, 498 of the Civil Code; When a gift is revoked due to bad faith or serious fault, the lower court's assessment of the donor's motives is binding unless clearly erroneous, and the form of the gift document does not preclude proof of the underlying revocation grounds.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1271 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1271/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Ν. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Χουλιάρα και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Κ. του Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παπαγιάννη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/12/2008 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20029/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 525/2014 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26/3/2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, ανέγνωσε την έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
H υπό κρίση από 26-3-2015 (101/27-3-2015) αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, 525/2014 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα.
Κατά το άρθρο 138 παρ. 1 του Α.Κ., δήλωση βουλήσεως, που δεν έγινε στα σοβαρά, παρά μόνο φαινομενικά (εικονική), είναι άκυρη, κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, άλλη δικαιοπραξία που καλύπτεται κάτω από την εικονική είναι έγκυρη, αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, όταν, μεταξύ των όρων που απαιτούνται για την κατάρτιση της υπό την εικονική καλυπτόμενης άλλης δικαιοπραξίας, είναι συστατικός τύπος, όπως το συμβολαιογραφικό έγγραφο, που επιβάλλει ο νόμος πάντοτε για τη δωρεά ακινήτου (άρθρα 159 παρ. 1, 369 και 498 παρ.1 του Α.Κ.), αρκεί ότι ο τύπος αυτός τηρήθηκε για την εικονική δικαιοπραξία.
Ως εκ τούτου, δεν απαιτείται να προκύπτει από τον τύπο αυτό το είδος και γενικότερα το περιεχόμενο της καλυπτόμενης δικαιοπραξίας, καθόσον αυτά αποδεικνύονται με τα επιτρεπόμενα εκάστοτε αποδεικτικά μέσα. Ειδικότερα, από το συμβολαιογραφικό έγγραφο της συμβάσεως πωλήσεως ακινήτου, την οποία εικονικά συνήψαν τα μέρη, δεν απαιτείται να προκύπτει η δωρεά, την οποία θέλησαν πράγματι τα μέρη και η οποία καλύπτεται υπό την εικονική πώληση.
Η λύση αυτή προκύπτει αυτονοήτως από την ίδια την έννοια της εικονικότητας, όπως την αναγνωρίζει ο νόμος. Διότι, υπό την αντίθετη εκδοχή, ούτε εικονικότητα ούτε κάλυψη υπό την εικονική άλλης δικαιοπραξίας θα υπήρχαν. Εξάλλου, η εικονικότητα δεν εμποδίζεται και όταν η δήλωση βουλήσεως γίνεται ενώπιον συμβολαιογράφου, καθόσον ο τελευταίος είναι εντεταλμένος να πιστοποιεί τη δήλωση των δικαιοπρακτούντων, όπως αυτή εμφανίζεται εξωτερικώς και όχι να συμπράττει με τη βούλησή του στη δικαιοπραξία.
Είναι αυτονόητο ότι στην περίπτωση αυτή, η ακυρότητα της εικονικότητας πλήττει μόνο την ενοχική δικαιοπραξία της πώλησης και όχι την εμπράγματη περί μεταβιβάσεως του ακινήτου, την οποία τα μέρη θέλησαν να ισχύσει ως τέτοια, εφόσον τηρήθηκε ο συμβολαιογραφικός τύπος για την εικονική πώληση, έτσι ώστε να θεωρείται ότι τηρήθηκε ο ίδιος συστατικός τύπος και για την καλυπτόμενη δωρεά και, συνεπώς, η καλυπτόμενη δικαιοπραξία της δωρεάς θεωρείται έγκυρη.
Κατά το άρθρο 496 του Α.Κ., για να υπάρξει δωρεά απαιτείται α) παροχή περιουσιακού αντικειμένου προς κάποιον, β) συμφωνία του δίδοντος και του λαμβάνοντος ότι η παροχή δίδεται χωρίς αντάλλαγμα και γ) η παροχή να καθιστά πλουσιότερο το λήπτη και να ελαττώνεται, κατά το αντίστοιχο της παροχής ποσό, η περιουσία του δότη.
Μεταξύ των στοιχείων της δωρεάς δεν περιλαμβάνονται και, συνεπώς, δεν λαμβάνονται υπόψη τα ελατήρια και τα κίνητρα που παρακίνησαν το δωρητή. Κατά το άρθρο 505 του Α.Κ., "ο δωρητής έχει δικαίωμα να ανακαλέσει τη δωρεά, αν ο δωρεοδόχος φάνηκε με βαρύ του παράπτωμα αχάριστος απέναντι στο δωρητή, στο σύζυγο ή σε στενό συγγενή του και ιδίως αν αθέτησε την υποχρέωσή του να διατρέφει το δωρητή".
Ως αχαριστία, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία δικαιολογεί την ανάκληση της δωρεάς, θεωρείται η βαριά αντικοινωνική συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου, που αποτελεί παράβαση των κανόνων του δικαίου ή των αντιλήψεων περί ηθικής και ευπρέπειας, που επικρατούν στην κοινωνία και οφείλεται σε υπαιτιότητά του, προσβάλλει δε άμεσα αγαθά του δωρητή.
Έτσι, αχαριστία μπορεί, κατά τις περιστάσεις, να αποτελεί και η χωρίς σοβαρό λόγο αδιαφορία του δωρεοδόχου γενικώς για την τύχη του δωρητή, ιδιαίτερα, όταν ο τελευταίος έχει ανάγκη φροντίδας και περίθαλψης ή από εκδηλώσεις αγάπης και ενδιαφέροντος για ψυχολογική του στήριξη, λόγω της δύσκολης ψυχοσωματικής κατάστασης, στην οποία έχει περιέλθει, εξαιτίας ασθένειας ή γήρατος ή άλλων παραγόντων, που τον έπληξαν καθώς και η καταφρόνηση του δωρητή εκ μέρους του δωρεοδόχου με λόγο και έργο.
Η αδιαφορία αυτή είναι, λόγω των συνθηκών, υπό τις οποίες βρίσκεται ο δωρητής, κοινωνικά αποδοκιμαστέα, κατά τρόπο, ώστε, όταν αυτή συντρέχει, να δικαιούται ο δωρητής να ανακαλέσει τη δωρεά, έστω και αν ο δωρεοδόχος, που αδιαφορεί για την τύχη του, δεν ανέλαβε, με τη σύμβαση της δωρεάς τέτοια υποχρέωση. Το ζήτημα αν η συμπεριφορά ή διαγωγή του δωρεοδόχου, που καταδεικνύει αχαριστία, συνιστά ή όχι βαρύ παράπτωμα αυτού, κρίνεται από τον δικαστή, ο οποίος, για τη διαμόρφωση της κρίσης του, εκτιμά τη συμπεριφορά αυτή, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, λαμβάνοντας υπόψη και το βαθμό της υπαιτιότητας του δωρεοδόχου και τυχόν συντρέχον πταίσμα του δωρητή ή του συζύγου ή στενού συγγενούς του και αποφαίνεται, αν η υπ` αυτού γενόμενη δεκτή, ως εμπίπτουσα, κατ' αντικειμενική κρίση, στις νομικές έννοιες του βαρέος παραπτώματος και της αχαριστίας, συμπεριφορά του δωρεοδόχου συνιστά στη συγκεκριμένη περίπτωση βαρύ παράπτωμα και αχαριστία.
Η κρίση αυτή του δικαστή της ουσίας ελέγχεται αναιρετικώς, όχι ως προς το εάν έλαβαν χώρα τα συνιστώντα το βαρύ παράπτωμα και την αχαριστία πραγματικά περιστατικά, αλλά ως προς την περαιτέρω αξιολόγηση, ήτοι, αν τα περιστατικά, όπως τα δέχθηκε ο δικαστής της ουσίας ότι αποδείχθηκαν, πληρούν ή όχι το πραγματικό των νομικών εννοιών του βαρέος παραπτώματος και της αχαριστίας και, κατά συνέπεια, δικαιολογούν ή αποκλείουν την εφαρμογή του άρθρου 505 του Α.Κ. (Α.Π. 35/2020, Α.Π. 5/2020, Α.Π. 500/2019, Α.Π. 726/2017, Α.Π. 173/2017).
Εξάλλου, το δικαίωμα ανάκλησης της δωρεάς για την ως άνω αιτία, σύμφωνα με το άρθρο 509 του Α.Κ., ασκείται με μονομερή δήλωση του δωρητή, απευθυντέα προς το δωρεοδόχο, η οποία είναι άτυπη, ακόμη και αν αφορά ακίνητο και, συνεπώς, μπορεί να ασκηθεί και με αγωγή, πρέπει δε να αναφέρεται σε αυτή και ο λόγος της ανακλήσεως της δωρεάς για τη συγκεκριμένη αιτία, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα, που συνιστούν το βαρύ παράπτωμα του δωρεοδόχου, τα οποία υφίστανται, κατά το χρόνο της ανάκλησης και τα οποία, βεβαίως, δύναται να αμφισβητήσει ο δωρεοδόχος ενώπιον του δικαστηρίου, οπότε και θα αποτελέσουν το αντικείμενο της αποδείξεως.
Η εκ μέρους του δωρητή μη αναφορά του λόγου ανάκλησης στη σχετική δήλωση τούτου, καθιστά ανίσχυρη την ανάκληση, αφού στερείται ο δωρεοδόχος του δικαιώματος άμυνας εναντίον της ανάκλησης. Η δήλωση περί ανακλήσεως της δωρεάς επιφέρει τα νόμιμα αποτελέσματά της από το χρόνο, που περιέρχεται στο δωρεοδόχο, υπό την προϋπόθεση της αποδείξεως της αληθείας του επικαλούμενου στη δήλωση από το δωρητή ως άνω λόγου ανακλήσεως (Α.Π. 5/2020, Α.Π. 1375/2014, Α.Π. 1832/2011).
Εξάλλου, κατ' άρθρο 510 του Α.Κ., η ανάκληση αποκλείεται αν ο δωρητής έδωσε συγνώμη στο δωρεοδόχο. Η συγνώμη, η οποία νοείται μόνο σε υπαίτιους λόγους ανάκλησης, είναι η ρητή ή σιωπηρή εξωτερίκευση της διάθεσης του δωρητή ότι δεν θεωρεί ότι το παράπτωμα του δωρεοδόχου τον θίγει, ενώ δεν είναι νοητή η ανάκληση της συγνώμης.
Συγνώμη, όμως, υπό την ανωτέρω έννοια, δεν συνιστά, απλώς, η προσπάθεια του δωρητή για αποκατάσταση των κλονισμένων σχέσεών του με το δωρεοδόχο, η οποία, εν τέλει, δεν ευοδώθηκε από υπαιτιότητα του τελευταίου. Τέλος, κατ' άρθρο 511 του Α.Κ., η ανάκληση αποκλείεται μετά την παρέλευση έτους, αφότου ο δωρητής πληροφορήθηκε το λόγο της ανάκλησης.
Πρόκειται περί αποσβεστικής προθεσμίας, που λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως και όχι περί παραγραφής, ενώ, κατ' άρθρο 512 του ίδιου Κώδικα, δωρεές που έγιναν από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρέπειας δεν υπόκεινται σε ανάκληση. Δωρεές από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον είναι εκείνες που, αντικειμενικά, κατά τις επικρατούσες κοινωνικές συνθήκες, ανταποκρίνονται σε κάποιο ιδιαίτερο ηθικό καθήκον του δωρητή, όπως οι σχέσεις συγγένειας ή φιλίας, ασχέτως από τα ελατήρια της βούλησής του, ενώ δωρεές από λόγους ευπρέπειας είναι εκείνες που ανταποκρίνονται στις κοινωνικές συνήθειες ή απαιτήσεις της κοινής γνώμης ή γίνονται από λόγους ευπρέπειας.
Η φύση της συναπτόμενης σύμβασης δεν εξαρτάται από την ονομασία που δίνεται σ' αυτήν από τους συμβαλλόμενους, αλλά ο χαρακτηρισμός της αποτελεί έργο του δικαστηρίου, το οποίο σχηματίζει την κρίση του από το περιεχόμενο όσων έχουν συμφωνηθεί και καθορίζει τους προσιδιάζοντες στη σχέση κανόνες δικαίου, προσφεύγοντας, αν υπάρχει ανάγκη και σε στοιχεία εκτός συμβάσεως, όταν αυτά συνδέονται με τα συμφωνηθέντα, κατά τρόπο που επηρεάζει το αποτέλεσμα (Α.Π. 5/2020, Α.Π. 109/2010, Α.Π. 530/1991).
Ο από την παραπάνω διάταξη (512 του Α.Κ.) ισχυρισμός του εναγομένου-δωρεοδόχου συνιστά ένσταση καταλυτική της αγωγικής αξιώσεως του ενάγοντος-δωρητή και πρέπει να προτείνεται προσηκόντως πρωτοδίκως και να επαναφέρεται νομίμως ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (Α.Π. 5/2020, Α.Π. 655/2014).
Λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., καθιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αποβλέπει στην εξασφάλιση της ομαλής εξέλιξης της διαδικασίας, ώστε να καθίσταται εφικτή η υπεράσπιση των δικαιωμάτων των διαδίκων και η ορθή απονομή της δικαιοσύνης (Α.Π. 1493/2011, Α.Π. 1383/2000).
Αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, που χαρακτηρίζονται ως δικονομικές, σχετίζονται δε με τα εισαγωγικά της δίκης έγγραφα (αγωγές, ανακοπές κ.λ.π.) ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία (Ολ. Α.Π. 1/2019, Ολ.Α.Π. 25/2008, Ολ.Α.Π. 2/2001). Στις διαδικαστικές προϋποθέσεις ανήκει και το ορισμένο της αγωγής.
Έτσι, ιδρύεται ο λόγος αυτός, αν η αγωγή είναι ποσοτικά αόριστη, ήτοι, όταν το δικαστήριο, κατά παράβαση του κανόνα δικαίου, θεώρησε ή δεν θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα δικαίου περιστατικά και, κατ' ακολουθίαν, κήρυξε ή δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή. Η αοριστία του δικογράφου της αγωγής, για να θεμελιώσει λόγο αναίρεσης, πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., να προτείνεται νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν αφορά στη δημόσια τάξη, ενώ, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι ο περί αοριστίας ισχυρισμός προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται ο τρόπος προβολής του.
Ο ισχυρισμός περί αοριστίας, προτεινόμενος ή επαναφερόμενος στο εφετείο, δεν αρκεί να αναφέρει ότι η αγωγή (ή η ένσταση) είναι αόριστη, αλλά πρέπει να αναφέρονται οι συγκεκριμένες αοριστίες, σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά, που, κατά νόμο, είναι αναγκαία για τη γένεση του ασκούμενου δικαιώματος.
Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., το δικόγραφο της αγωγής, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν, σύμφωνα με το νόμο, την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα. Αν λείπουν τα στοιχεία αυτά, το δικόγραφο της αγωγής είναι αόριστο.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. Συγκεκριμένα, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Εφετείο, εσφαλμένα, απέρριψε κατ' ουσία τον λόγο της έφεσής του, με τον οποίο παραπονείτο ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε σιγή την ένστασή του περί αοριστίας του αγωγικού δικογράφου και έκρινε ορισμένη την αγωγή της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης, παρότι δεν αναφέρονται τα απαιτούμενα για τη θεμελίωσή της κατά νόμο στοιχεία, ήτοι ο λόγος, για τον οποίο η δικαιοπραξία είναι εικονική, αν συμφωνήθηκε η εικονικότητα μεταξύ των συμβληθέντων μερών καθώς και η υποκρυπτόμενη σύμβαση δωρεάς, καθώς, επίσης αν τέθηκε τρόπος και ποίος, αν έγινε από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρέπειας και, συνεπώς, δεν μπορεί να ανακληθεί καθώς και ποίο το βαρύ παράπτωμα, το οποίο συνέτρεξε για την ανάκλησή της.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση του δικογράφου της από 29-12-2008 (52390/29-12-2008) αγωγής, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο χωρίο αυτής, προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη υποστήριξε τα εξής: "... Τον εναγόμενο τον γνωρίζω λόγω της σχέσης μίσθωσης που είχε με τον αποθανόντα αδελφό μου Σ. , αλλά και λόγω της γειτνίασής μας, αφού η κατοικία μου είναι δίπλα από τη δική του.
Ειδικότερα, ο εναγόμενος υπήρξε επί ενάμισι χρόνο μισθωτής του επιδίκου ακινήτου, το οποίο ανήκε στον αδελφό μου. Όταν απεβίωσε ο αδελφός μου έχασα το τελευταίο στήριγμά μου και κυριολεκτικά, για ένα διάστημα, βρισκόμουν σε απορία όσον αφορά τη συναισθηματική και ψυχική μου κατάσταση. Την απώλεια αυτή και τις συνακόλουθες συνέπειές της εκμεταλλεύθηκε ο εναγόμενος και προσπάθησε να με πείσει ότι θα στέκονταν δίπλα μου σαν τον αδελφό μου, θα έκανε κάθε δυνατή προσπάθεια για να με ανακουφίσει και με φρόντιζε σε ό,τι και αν χρειαζόμουνα...
Για τις υποσχέσεις του ο εναγόμενος ζήτησε ως αντάλλαγμα να του δωρίσω, στη μνήμη του αποβιώσαντος αδελφού μου, το σπίτι που διέμενε και ενοίκιαζε από αυτόν και του οποίου την πλήρη κυριότητα απέκτησα με την …/…-11-2007 αποδοχή κληρονομίας του αποβιώσαντος στις 25-12-2006 αδελφού μου... Μετά την αποδοχή από μέρους μου της απαίτησής του αυτής, συμφωνήθηκε να μη περιβάλλουμε την όλη κατάσταση με το νομικό τύπο της δωρεάς, αλλά με αυτόν της πώλησης, ώστε να επωφεληθεί από τη χαμηλότερη φορολογία...
Έτσι λοιπόν υπογράψαμε το υπ' αριθμ. …/…-11-2007 συμβόλαιο πώλησης..., το οποίο μεταγράφηκε... Επειδή η πραγματική μας βούληση όμως δεν ανταποκρινόταν σε όσα υπογράψαμε στο ως άνω συμβόλαιο, υπογράψαμε την ίδια μέρα, ήτοι 14-11-2007, μια δήλωση, στην οποία ο εναγόμενος δηλώνει και γραπτώς τη βούλησή μας όσον αφορά την εν λόγω δικαιοπραξία, ότι δηλαδή πρόκειται περί σύμβασης δωρεάς και όχι αγοραπωλησίας.
Ενόψει λοιπόν του γεγονότος ότι η πώληση ήταν εικονική, υπογράψαμε την ίδια μέρα, την ανωτέρω δήλωση για να φωτίσει την πραγματική βούλησή μας, όσον αφορά τη συσταθείσα δικαιοπραξία... Όπως σαφώς ορίζεται και δηλώνει άλλωστε και ο εναγόμενος με τη δήλωσή του, τη δωρεά αυτή την έκανα στη μνήμη του αδελφού μου, ενώ η υποχρέωση που ανέλαβε ο εναγόμενος ήταν να μου συμπαραστέκεται με όποιο τρόπο ήταν ανθρωπίνως δυνατό...
Ο εναγόμενος, αμέσως μετά την υπογραφή του συμβολαίου αδιαφόρησε πλήρως για μένα και τις ανάγκες μου, δεν έδινε καμία πλέον σημασία στις παρακλήσεις μου για ψυχολογική στήριξη και γενικώς είχε δημιουργήσει έναν απροσπέλαστο τοίχο ανάμεσά μας. Η κατάσταση χειροτέρεψε όταν έφερε στο σπίτι τη φιλενάδα του...
Παρά τις προσπάθειές μου να την πλησιάσω... εκείνη συμπεριφερόταν άθλια, δεν ήθελε ούτε να με βλέπει μπροστά της και παράλληλα επηρέαζε και τον εναγόμενο να σκληρύνει και άλλο τη συμπεριφορά του απέναντί μου. Το αποκορύφωμα της κατάστασης αυτής επήλθε με αφορμή... την τοποθέτηση από μέρους της Μ. δύο μεγάλων γλαστρών σε κοινό χώρο των δύο κατοικιών μας τη Δευτέρα 26 Μαΐου 2008...
ζήτησα από τη φίλη του εναγομένου να μου εξηγήσει για ποιο λόγο τοποθέτησε σε εκείνο το σημείο τις γλάστρες και την παρακάλεσα να τις μετακινήσει για να μην εμποδίζουν... αυτή με έβρισε σκαιότατα, με απείλησε και πήρε τηλέφωνο τον εναγόμενο για να έλθει και να με 'τακτοποιήσει'.. Έσπευσε αμέσως μετά το τηλεφώνημα...
και μαινόμενος προέβη στα κατωτέρω... με έβγαλε με τη βία έξω από το αυτοκίνητό μου, με χτύπησε με την παλάμη του στον αυχένα και την πλάτη, με αποτέλεσμα να πέσουν τα γυαλιά οράσεως που φορούσα και να σπάσουν στο έδαφος. Έπειτα κατευθύνθηκε μαινόμενος προς το... αυτοκίνητο ιδιοκτησίας μου και σχηματίζοντας με τα χέρια του μπουνιές καθώς και με κλωτσιές χτύπησε το αυτοκίνητό μου σε όλο το μήκος του...
Ήταν τόση η μανία της επίθεσής του, που το αυτοκίνητό μου κρίθηκε πέρας συμφέρουσας επισκευής... Ήταν έξαλλος... με απειλούσε με χειρονομίες, κουνούσε απειλητικά τα χέρια και τα πόδια του... ενώ δε δίστασε να υβρίσει και τα θεία με το χειρότερο τρόπο... Για να γλιτώσω από τη μανία του εναγομένου και να προστατευτώ έτρεξα αρχικά στο σπίτι του γείτονά μου κου Χ.
Δ. και εν συνεχεία έτρεξα προς τη σιδερένια πόρτα... και κλειδώθηκα μέσα... Ήταν τόσος ο τρόμος αλλά και ο εξευτελισμός που ένιωσα εκείνη την στιγμή που ούτε καν διανοήθηκα να καλέσω την αστυνομία...". Όπως, λοιπόν, προκύπτει από την επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη επικαλείται επαρκώς όλα τα απαιτούμενα για τη θεμελίωση των αγωγικών αξιώσεών της περιστατικά και συγκεκριμένα ότι, κατά το χρόνο κατάρτισης της συμβάσεως πωλήσεως, οι διάδικοι-συμβαλλόμενοι είχαν συμφωνήσει ότι επρόκειτο περί εικονικής σύμβασης πωλήσεως του επίδικου ακινήτου και ότι υπ' αυτής καλυπτόταν σύμβαση δωρεάς τούτου από την ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα, προκειμένου να τιμήσει τη μνήμη του αποβιώσαντος αδελφού της, βασισθείσα στην υπόσχεση του εναγομένου-αναιρεσιβλήτου ότι θα της συμπαραστεκόταν σαν αδελφός, προκειμένου να αντιμετωπίσει τα ψυχολογικά προβλήματα, που αντιμετώπιζε λόγω της απώλειας των μελών της οικογένειάς της.
Επικαλείται, ωσαύτως, στο αγωγικό δικόγραφο, περιστατικά, που, αληθή υποτιθέμενα, συνιστούν βαρύ παράπτωμα του δωρεοδόχου-εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, με το οποίο αυτός φάνηκε αχάριστος προς αυτήν (δωρεοδόχο-αναιρεσίβλητη) καθώς και ότι εντός έτους από το τελευταίο περιστατικό προέβη σε εξώδικη δήλωση ανακλήσεως δωρεάς λόγω αχαριστίας του δωρεοδόχου, η οποία περιήλθε σ' αυτόν.
Επισημαίνεται ότι το αν η δωρεά έγινε από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρέπειας δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής, ώστε αν ελλείπει η αναφορά του σ' αυτή να την καθιστά αόριστη, αλλά ισχυρισμός του εναγομένου δωρεοδόχου, κατά τα στην ανωτέρω νομική σκέψη εκτιθέμενα.
Συνεπώς, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ορθώς απέρριψε τον περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμό του εναγομένου-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος και οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις τούτου ότι η αναιρεσίβλητη αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτούν οι διατάξεις των άρθρων 138, 496 και 505 του Α.Κ. για τη θεμελίωση της αγωγής της και ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν απέρριψε αυτήν ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, τυγχάνουν αβάσιμες. Συνακόλουθα, ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.Α.Π. 1/2016, Ολ.Α.Π. 2/2013, Ολ.Α.Π. 7/2006, Α.Π. 18/2020, Α.Π. 2/2020).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν.
Ειδικότερα, στην περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης από το δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 εδ. α` του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β) οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά (ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού) και θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου, ως προς τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, γ) το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, ήτοι η αποδιδομένη με τον λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάση αυτής έννομη συνέπεια (Ολ.Α.Π. 1/2016, Ολ.Α.Π. 2/2013, Ολ.Α.Π. 20/2005, Ολ.Α.Π. 27/1998).
Από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. προβλέπεται ως λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ο οποίος στοιχειοθετείται, όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή αν δεν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις, που αποκλείουν την εφαρμογή της καθώς και όταν η απόφαση έχει ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη διάταξη ουσιαστικού δικαίου και εντοπίζεται πάντοτε στην ελάσσονα σκέψη του δικανικού συλλογισμού (Ολ. Α.Π. 3/1997, Α.Π. 233/2020, Α.Π. 608/2013). Αντίθετα, ο σχετικός λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται, όταν πρόκειται για ασάφειες ή ελλείψεις, που ανάγονται στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του αποδεικτικού υλικού, καθώς και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, που διατυπώνεται με σαφήνεια και βεβαιότητα, εκτός εάν, λόγω των ελλείψεων ή αντιφάσεων στην εκτίμηση των αποδείξεων, προκαλείται ασαφές αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, αδυναμία του Αρείου Πάγου να ελέγξει την ορθή ή μη εφαρμογή του νόμου (Ολ.Α.Π. 15/2006).
Ελλείψεις, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Α.Π. 164/2021, Α.Π. 5/2020, Α.Π. 18/2008).
Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (Ολ.Α.Π. 1/1999, Ολ.Α.Π. 24/1992, Α.Π. 291/2018).
Ούτε, εξάλλου, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (Α.Π. 38/2020).
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο αδελφός της ενάγουσας Σ. Κ. του Π.... ήταν αποκλειστικός κύριος μιας αυτοτελούς κατοικίας (μεζονέτας), με το χαρακτηριστικό αριθμό …, που βρίσκεται σε οικοδομικό συγκρότημα πέντε αυτοτελών κατοικιών (μεζονετών) στο δημοτικό διαμέρισμα … του Δήμου … του νομού …...
Στο ίδιο οικοδομικό συγκρότημα διέθετε και η ενάγουσα κατοικία (μεζονέτα) και μάλιστα όμορη της άνω οικίας του αδελφού της, στην οποία διέμενε. Στις 25-12-2006, απεβίωσε σε ηλικία 38 ετών ο ανωτέρω, Σ. Κ., άγαμος και άτεκνος, χωρίς να αφήσει διαθήκη, αφήνοντας ως μοναδική πλησιέστερη συγγενή του και εξ αδιαθέτου κληρονόμο του την ενάγουσα, η οποία...
αποδέχθηκε την επαχθείσα σ' αυτήν κληρονομία του αδελφού της, Σ. Κ., στην οποία περιλαμβάνονταν και η ανωτέρω επίδικη μεζονέτα... Από τις αρχές δε του έτους 2006 που μισθώθηκε από τον εναγόμενο η ανωτέρω μεζονέτα μέχρι και το θάνατο του αδελφού της ενάγουσας, που επισυνέβη λίγους μόλις μήνες αργότερα (25-12-2006) ο εναγόμενος διατηρούσε σχέσεις καλής γειτονίας με τα δύο αδέλφια, ουδόλως όμως αποδείχθηκε από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα ότι ο εναγόμενος είχε ιδιαίτερα στενές φιλικές σχέσεις με τον αδελφό της ενάγουσας...
και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό, όπως ο εναγόμενος ισχυρίζεται, ώστε να δικαιολογεί συνεχή συμπαράσταση του πρώτου προς το δεύτερο στα προβλήματα υγείας, που αυτός αντιμετώπιζε. Όπως προαναφέρθηκε, ο Σ. Κ. απεβίωσε στις 25-12-2006 και η ενάγουσα... απέμεινε πλέον μόνη της, περιερχόμενη σε δεινή συναισθηματική και ψυχολογική κατάσταση, έχοντας ανάγκη στήριξης και συμπαράστασης τρίτων προσώπων (φίλων, γειτόνων).
Περί το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2007, ο εναγόμενος εξεδήλωσε προς την ενάγουσα την επιθυμία του να αγοράσει κατοικία στον ..., η δε ενάγουσα, μετά από σχετικές συζητήσεις και ελπίζοντας ότι αυτός θα της συμπαραστέκεται στο εξής σαν αδελφός της, δήλωσε σε αυτόν την επιθυμία της να του δωρίσει την ανωτέρω περιγραφόμενη μεζονέτα, αυτός δε της υποσχέθηκε ότι θα στεκόταν δίπλα της σαν αδελφός της.
Για το λόγο αυτό άλλωστε αποφάσισε να του δωρίσει το ακίνητο, δείχνοντας εμπιστοσύνη στα λεγόμενά του και ωθούμενη και από την μέχρι τότε συμπεριφορά του προς τον αδελφό της αλλά και προς την ίδια. Για φορολογικούς, όμως, λόγους και ύστερα από απαίτηση του εναγομένου, που έγινε αποδεκτή από την ενάγουσα, τα ως άνω μετέπειτα συμβαλλόμενα μέρη αποφάσισαν όπως η σχετική δικαιοπραξία περιβληθεί τον τύπο της πώλησης και όχι αυτόν της δωρεάς.
Πράγματι η ενάγουσα στις 14-11-2007, την ίδια ημέρα που αποδέχθηκε την κληρονομία του αδελφού της, με το υπ' αριθμ. …/….-11-2007 συμβόλαιο... που μεταγράφηκε νόμιμα... και με αναγραφόμενο ως τίμημα αυτό της αντικειμενικής αξίας ποσό των 119.862,87 ευρώ (πραγματικής δε αξίας τουλάχιστον 250.000 ευρώ) φέρεται να μεταβιβάζει αιτία πωλήσεως την ανωτέρω περιγραφόμενη μεζονέτα προς τον εναγόμενο.
Η ανωτέρω όμως σύμβαση πωλήσεως υπήρξε εικονική και άρα άκυρη, διότι, όπως προαναφέρθηκε, τα ως άνω συμβαλλόμενα μέρη επέλεξαν να καταρτίσουν πώληση για φορολογικούς και μόνο λόγους και ειδικότερα για να μην υποβληθεί ο εναγόμενος στο υπέρτερο της πωλήσεως φόρο δωρεάς, ενώ όλοι οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν ότι μεταξύ τους συνήφθη σύμβαση δωρεάς...
δεδομένου ότι αυτή ήταν η πρόθεσή τους από την αρχή, ουδέποτε καταβλήθηκε τίμημα και τα μόνα έξοδα, στα οποία υποβλήθηκε ο εναγόμενος ήταν τα συμβολαιογραφικά και ο φόρος. Η υποκρυπτόμενη δε της σύμβασης πωλήσεως σύμβαση δωρεάς υπήρξε καθ' όλα έγκυρη, διότι εν προκειμένω συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις του νόμου για την κατάρτισή της, συμπεριλαμβανομένου και του συστατικού τύπου του συμβολαιογραφικού εγγράφου...
Προς εξασφάλισή της δε η ενάγουσα ζήτησε και ο εναγόμενος συμφώνησε να υπογράψουν την ίδια μέρα... το από 14-11-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό... και στο οποίο ο εναγόμενος δηλώνει κατά τρόπο ρητό και κατηγορηματικό ότι η μεταβίβαση της επίδικης ως άνω μεζονέτας εικονικά εμφανίζεται ως πώληση, προκειμένου να ελαχιστοποιηθούν οι φόροι μεταβίβασης...
ότι αυτός ουδέποτε κατέβαλε τίμημα αγοράς και επρόκειτο στην πραγματικότητα περί συμβάσεως δωρεάς, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό 'δηλώνω ότι η Ε. Κ. του Π. και Χ. μου δώρησε την κατοικία που βρίσκεται στο Δημοτικό Διαμέρισμα ... και ότι περαιτέρω για την πράξη αυτή της ενάγουσας αισθάνεται ευγνώμων απέναντι στην τελευταία και δηλώνει ότι θα είναι πάντα δίπλα της στη θέση του εκλιπόντος αδελφού της.
Οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του εναγομένου περί του ότι... καταρτίστηκε σύμβαση πώλησης με μειωμένο τίμημα και όχι δωρεά κρίνονται αναπόδεικτοι και επομένως ουσία αβάσιμοι... Αμέσως όμως μετά από την κατάρτιση της ανωτέρω δωρεάς, η ενάγουσα διαψεύσθηκε ως προς τις προσδοκίες της αναφορικά με τον εναγόμενο.
Ο τελευταίος δεν στεκόταν δίπλα της, όπως υποσχέθηκε... και άρχισε να αδιαφορεί για το πρόσωπό της, συμπεριφορά, που αυτός δεν επεδείκνυε πριν από τη σύνταξη του ανωτέρω συμβολαίου. Με την άνω δωρεά, άλλωστε, ο εναγόμενος... επωμίστηκε το ηθικό κόστος να συμπαραστέκεται στην ενάγουσα, στο βαθμό, που απαιτούσε η ανωτέρω προσωπική της κατάσταση, έστω και αν αυτό δεν συμφωνήθηκε ως τρόπος στην ανωτέρω δωρεά.
Εξαιτίας δε της συμπεριφοράς αυτής του εναγομένου, η ενάγουσα... αισθάνθηκε ότι εξαπατήθηκε, με αποτέλεσμα λίγο μετά την κατάρτιση του ανωτέρω συμβολαίου (αρχές του 2008), οι σχέσεις μεταξύ αυτής και του εναγομένου και ειδικά με τον αρραβώνα του τελευταίου να ενταθούν. Ο εναγόμενος μαζί με τη μετέπειτα σύζυγό του δεν επιθυμούσαν να διατηρούν φιλικές σχέσεις με την ενάγουσα, με αποτέλεσμα να συμβαίνουν ανάμεσά τους συχνοί διαπληκτισμοί και διενέξεις.
Οι σχέσεις μεταξύ των δύο πλευρών αποκαταστάθηκαν προσωρινά πριν από το Πάσχα του 2008... οι σχέσεις εντάθηκαν και πάλι με μικροεπεισόδια (φραστικά) αποκορύφωμα των οποίων υπήρξε το περιστατικό της 26ης-5-2008. Κατά την ημέρα εκείνη, η σύζυγος του εναγομένου τοποθέτησε δύο μεγάλες γλάστρες σε κοινό χώρο των δύο κατοικιών...
Η ενάγουσα ζήτησε αμέσως το λόγο από τη σύζυγο του εναγομένου, διότι εμποδιζόταν η ελεύθερη διέλευσή της στην κοινόχρηστη έκταση και ζήτησε από αυτήν με έντονο ύφος να τις μετακινήσει. Η σύζυγος τότε του εναγομένου άρχισε να εξυβρίζει και να απειλεί την ενάγουσα και ακολούθως κάλεσε τον εναγόμενο... Ο εναγόμενος έσπευσε αμέσως ...
και ευρισκόμενος σε κατάσταση θυμού άρχισε να υβρίζει την ενάγουσα καθώς και τα θεία... προπηλάκισε αυτήν στον αυχένα και στην πλάτη της, ενώ, στη συνέχεια, κατευθύνθηκε προς το αυτοκίνητό της... και με γροθιές και κλωτσιές προξένησε ζημίες... Η ανωτέρω υπαίτια και καταλογιστή σε αυτόν συμπεριφορά του εναγόμενου...
συνιστά αχάριστη συμπεριφορά έναντι της ενάγουσας, την οποία ουδόλως αποδείχθηκε ότι προκάλεσε η τελευταία... Δεν αποδείχθηκε ούτε ότι υπήρξε κάποια συμπεριφορά της τελευταίας, που να του δημιουργήσει δικαιολογημένη αγανάκτηση ούτε κάποια επίθεση εκ μέρους της εναντίον του, απαρχή δε και βαθύτερη αιτία του ως άνω περιστατικού αποτελεί η από την αρχή έλλειψη ενδιαφέροντος προς το πρόσωπο της ενάγουσας εκ μέρους του εναγομένου, που διέψευσε τις προσδοκίες της τελευταίας και της προξένησε εύλογα την εντύπωση ότι ο απώτερος στόχος του ήταν να αποκτήσει την ανωτέρω κατοικίας...
Ακολούθως, η ενάγουσα έχουσα νόμιμο λόγο ανάκλησης και δη για την ανωτέρω και μάλιστα ποινικώς κολάσιμη συμπεριφορά του εναγομένου, που έλαβε χώρα στις 26-5-2008 ανακάλεσε την ανωτέρω δωρεά με την από 1-12-2008 εξώδικη δήλωση - γνωστοποίηση - πρόσκληση - καταγγελία - ανάκληση δωρεάς, που επιδόθηκε στον εναγόμενο...
στις 2-12-2008..., ήτοι εντός έτους από την 26η-5-2008... Ο τελευταίος βέβαια ισχυρίζεται ότι με το ανωτέρω εξώδικο η ενάγουσα δεν προέβη σε ανάκληση της δωρεάς, αλλά στηριζόμενος σε λεκτικές διατυπώσεις της σελίδας 4 του ανωτέρω εξώδικου, ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα καταγγέλλει τη συμπεριφορά του εναγομένου και του γνωστοποιεί απλώς ότι επιθυμεί την ανάκληση της δωρεάς, χωρίς να την ανακαλεί ρητά.
Πλην όμως, για την ανάκληση της δωρεάς, πέραν του ότι δεν απαιτείται η τήρηση συμβολαιογραφικού τύπου, ακόμη και αν αυτή αφορά σε ακίνητο, δεν απαιτείται η χρήση πανηγυρικών εκφράσεων, αρκεί δε η ανάκληση προκύπτει από το όλο περιεχόμενο της σχετικής δήλωσης.
Στην προκειμένη δε περίπτωση με το ανωτέρω εξώδικο τόσο από τον τίτλο αυτού, στον οποίο γίνεται ρητή αναφορά στη φράση 'ανάκληση δωρεάς', όσο και από το περιεχόμενο αυτού... σε συνδυασμό με τον ορισμό αμέσως κατωτέρω προθεσμίας 15 ημερών, προκειμένου να γίνει η αναμεταβίβαση του επιδίκου ακινήτου στην ενάγουσα, προκύπτει ότι δια του ανωτέρω εξωδίκου, η ενάγουσα ανακάλεσε την ανωτέρω δωρεά...
και επομένως η ανάκληση δεν δηλώθηκε το πρώτο με το δικόγραφο της αγωγής και οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του εναγομένου περί αποσβέσεως του σχετικού δικαιώματος της ενάγουσας, λόγω παρόδου της ετήσιας προθεσμίας του άρθρου 510 ΑΚ... πρέπει να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμοι. Ως ουσία αβάσιμος πρέπει περαιτέρω να απορριφθεί και ο ισχυρισμός του εναγομένου...
ότι η ενάγουσα παρείχε συγνώμη στον εναγόμενο... ανεξαρτήτως του εάν οι σχέσεις των δύο πλευρών είχαν αποκατασταθεί προσωρινά για ένα περίπου μήνα πριν το συμβεί το εν λόγω περιστατικό ούτε βέβαια και η ενάγουσα επέδειξε τέτοιου είδους διάθεση, δεδομένου μάλιστα ότι πέραν της άσκησης της κρινόμενης αγωγής υπέβαλε και σχετική μήνυση κατά του εναγομένου.
Τέλος, ως ουσία αβάσιμη πρέπει να απορριφθεί και η... ένσταση του εναγομένου σχετικά με το ότι η ενάγουσα ασκεί εν προκειμένω τις αξιώσεις της καταχρηστικά..., δεδομένου ότι πρωτίστως ουδόλως αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα διακατείχετο από ταπεινά κίνητρα και ότι προέβη στην ανάκληση της δωρεάς όχι για λόγους αχαριστίας στο πρόσωπο του δωρεοδόχου, αλλά προκειμένου να καρπωθεί την αξία των προσθηκών, στις οποίες προέβη ο εναγόμενος επί της ανωτέρω επίδικης κατοικίας, το ύψος των οποίων (δαπανών) ανέρχεται στο ποσό των 22.000 ευρώ, κατά τους ισχυρισμούς του εκκαλούντα.
Όμως, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι από κανένα στοιχείο δεν αποδεικνύεται αφενός το αναφερόμενο από τον εκκαλούντα ύψος αυτών, ενώ κάποιες πρέπει να σημειωθεί ότι πραγματοποιήθηκαν μετά την ανάκληση της άνω δωρεάς, ο ενάγων... διατηρεί σχετικές ενοχικές αξιώσεις. Εξάλλου, από τα ανωτέρω ουδόλως προέκυψε ότι επρόκειτο για δωρεά από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρέπειας.
Το γεγονός ότι στο από 14-11-2007 ιδιωτικό έγγραφο γίνεται μνεία ότι η ενάγουσα προέβη στην άνω δωρεά 'στη μνήμη του αδικοχαμένου αδελφού της Σ.' ουδόλως υποδηλώνει ότι έγινε είτε επιβαλλόμενη από κάποιο ηθικό καθήκον της δωρήτριας ή ότι ανταποκρίνεται στις κοινωνικές συνήθειες ή απαιτήσεις της κοινής γνώμης ή ότι έγινε από κοινωνική υποχρέωση καθώς καμία τέτοια υποχρέωση ή σχέση δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχε εν προκειμένω, πέραν μιας απλής και σύντομης φιλικής σχέσης, η οποία αναπτύχθηκε μεταξύ μισθωτή και εκμισθωτή και της αδελφής του, οι οποίοι δεν είχαν οικογένεια και διέμεναν σε όμορη οικία".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσία την έφεση του εναγομένου-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία είχε δεχτεί ως νόμιμη και ουσία βάσιμη την αγωγή της ενάγουσας-εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης. Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε α) ότι οι διάδικοι συμφώνησαν στη μεταβίβαση, λόγω πωλήσεως, μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου της ενάγουσας-εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης στον εναγόμενο-εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα, δυνάμει του …/…-11-2007 συμβολαιογραφικού εγγράφου, εικονικά, καλυπτόμενης υπ' αυτής συμβάσεως δωρεάς του εν λόγω ακινήτου, την οποία πράγματι θέλησαν τα συμβληθέντα μέρη, σύμφωνα και με την από 14-11-2007 δήλωση του εναγομένου-εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος και γι' αυτό ο τελευταίος δεν κατέβαλε τίμημα για την απόκτηση του επίδικου ακινήτου, παρά μόνο τα έξοδα μεταβίβασης και το ποσό, που όφειλε να καταβάλει η ενάγουσα-εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη για τη φορολογία κληρονομίας, που αναλογούσε στο ως άνω ακίνητο, το οποίο περιήλθε σ' αυτήν, ως μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμο του αποβιώσαντος αδελφού της, β) ότι η ενάγουσα-εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη πείσθηκε να προβεί στην ως άνω δωρεά προς τον εναγόμενο-εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα, όχι από ιδιαίτερο προς αυτό ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρέπειας ή από κοινωνική υποχρέωση, αλλά, μετά από παράκληση του τελευταίου, ο οποίος είχε μισθώσει το ακίνητο από τον αποβιώσαντα αδελφό της, με τον οποίο, όπως και με την ίδια, διατηρούσε αρμονικές σχέσεις και διέμενε σ' αυτό, αλλά, προκειμένου να τιμήσει τη μνήμη του αδελφού της, πεισθείσα στις υποσχέσεις του ανωτέρω - δωρεοδόχου ότι θα της συμπεριφερόταν σαν αδελφός, παρέχοντάς της ηθική και ψυχολογική συμπαράσταση, λόγω της θλίψης που τη διακατείχε, συνεπεία της απώλειας όλων των μελών της οικογένειάς της, γ) ότι η ενάγουσα-εκκαλούσα και ήδη αναιρεσίβλητη - δωρήτρια εγκύρως ανακάλεσε την ως άνω δωρεά, με εξώδικη δήλωσή της προς τον εναγόμενο-εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα - δωρεοδόχο, για το λόγο ότι αυτός, ευθύς ως απέκτησε την κυριότητα της επίδικης οικίας και εγκαταστάθηκε σ' αυτήν, φάνηκε αχάριστος προς αυτήν και συγκεκριμένα μετέβαλε άρδην συμπεριφορά απέναντί της επεδείκνυε αδιαφορία, προσβλητική συμπεριφορά και καταφρόνηση στο πρόσωπό της, λόγω και έργω, παραβιάζοντας την ως άνω υπόσχεσή του, με αποκορύφωμα το περιστατικό της 26ης-5-2008, συμπεριφορά, η οποία συνιστά βαρύ παράπτωμα, δ) ότι η προσπάθεια της ενάγουσας-εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης να αποκαταστήσει τις κλονισθείσες σχέσεις με τον εναγόμενο-εκκαλούντα και ήδη αναιρεσείοντα και τη σύζυγό του, που έλαβε χώρα περί το Πάσχα του 2008, δεν εκτιμήθηκε από αυτόν, καθώς, πολύ σύντομα, προέβη σε βάναυσες και προσβλητικές σε βάρος ενέργειες, που έλαβαν χώρα στις 26-5-2008, δεν συνιστά παροχή συγνώμης προς αυτόν και ε) ότι, εν τέλει, μετά το έκρυθμο σε βάρος της επεισόδιο της 26ης-5-2008, η ενάγουσα-εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη ανακάλεσε εγκύρως τη δωρεά, με την από 1-12-2008 εξώδικη σαφή δήλωσή της προς τον εναγόμενο-εκκαλούντα και ήδη αναιρεσίβλητη, συνεπεία της προπεριγραφείσας αχάριστης σε βάρος της συμπεριφοράς τούτου, λόγω βαρέος παραπτώματός του, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 138, 496, 509, 510 και 512 του Α.Κ., υπαγάγοντας ορθώς σ' αυτές τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, απορριπτομένων, εντεύθεν, ως αβάσιμων των ισχυρισμών του αναιρεσείοντος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε ευθέως τις ανωτέρω διατάξεις (άρθρ. 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).
Επισημαίνεται, εξάλλου, ότι οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι η προσβαλλόμενη δεν έλαβε υπόψη της ότι αυτός κατέβαλε στην αναιρεσείουσα και συγκεκριμένα, πλέον του ποσού των 13.457,50 ευρώ, για το φόρο κληρονομίας εκ του θανάτου του αδελφού της, όπως αναγράφεται στο από 14-11-2007 (και όχι από 14-4-2007, όπως εσφαλμένα αναγράφεται στο αναιρετήριο) ιδιωτικό συμφωνητικό, το ποσό των 25.000 ευρώ, ενώ δαπάνησε το ποσό των 2.000 ευρώ για την κατασκευή του τάφου του αδελφού της και, συνεπώς, η καταρτισθείσα σύμβαση είναι πώληση με μειωμένο αντάλλαγμα και όχι δωρεά, βάλλουν κατά της αναιρετικώς ανέλεγκτης εκτίμησης των αποδείξεων.
Μετά ταύτα, οι δεύτερος, τρίτος και πέμπτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, ως προς το πρώτο σκέλος τους, πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο περιεχόμενό της, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τη συνδρομή των γενόμενων δεκτών λόγων αχαριστίας, του εμπρόθεσμου της ανακλήσεως της δωρεάς ασκήσεως και της απορρίψεως του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί δωρεάς από ιδιαίτερο ηθικό καθήκον ή από λόγους ευπρέπειας, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.
Συνακόλουθα, ο έκτος (κατ' ορθή αρίθμηση) λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με την οποία προσάπτεται η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. Επισημαίνεται, εξάλλου, ότι οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που εμπεριέχονται στο λόγο αυτό ότι το Εφετείο δεν ανέλυσε διεξοδικά τα επιχειρήματά του, ούτε απήντησε αιτιολογημένα γιατί κατέληξε στο συγκεκριμένο αποδεικτικό πόρισμα, αξιολογώντας ένα προς ένα τα αποδεικτικά μέσα, δεν ιδρύουν την εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
αναιρετική πλημμέλεια, κατά τα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη εκτιθέμενα.
Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 20 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ, υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας, από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού εγγράφου, δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή, ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα, που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν, από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο, που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.
Για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου παραμορφώθηκε, όχι δε, όταν απλώς το έχει συνεκτιμήσει μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα, στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος (Ολ.Α.Π. 1/1999, Α.Π. 27/2020, Α.Π. 22/2018).
Ο λόγος αυτός, με το ν.δ. 958/1971, περιορίστηκε μόνο στα αποδεικτικά έγγραφα (ιδιωτικά ή δημόσια), όπως αυτά ορίζονται στα άρθρα 339 και 432 - 449 του Κ.Πολ.Δ., είτε χρησιμεύουν προς άμεση είτε προς έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη. Η παραμόρφωση γραπτού, που αποτυπώνει το περιεχόμενο άλλου αποδεικτικού εγγράφου, έστω και αν σ' αυτό, αποκλειστικώς ή κυρίως, στηρίζεται η απόφαση, όπως είναι οι εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης, ακόμη και αν συντάχθηκαν στα πλαίσια άλλης δίκης, η έκθεση αυτοψίας, οι γνωμοδοτήσεις προσώπου με ειδικές γνώσεις (άρθρο 390 του Κ.Πολ.Δ.), οι γνωμοδοτήσεις τεχνικών συμβούλων, ακόμη και οι εισηγητικές εκθέσεις και τα πρακτικά, κατά το μέρος, που αποτυπώνουν τις καταθέσεις των μαρτύρων, των ενόρκων βεβαιώσεων, κατά το μέρος που διαλαμβάνουν τα υπό των μαρτύρων βεβαιωθέντα, που αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο (Α.Π. 27/2020, Α.Π. 620/2014) καθώς και τα διαδικαστικά έγγραφα της ίδιας δίκης.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει στο αναιρετήριο να αναγράφονται α) το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου, κατά λέξη, β) το από την προσβαλλόμενη απόφαση δεκτό γενόμενο διαφορετικό από το αληθινό περιεχόμενο, γ) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο δ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, σχετικά με τον ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό και ε) ότι στο πόρισμα αυτό κατέληξε στηριχθέν, αποκλειστικώς ή κυρίως, στο παραμορφωθέν έγγραφο.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα επιτρεπόμενα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, χωρίς να ελέγχεται η κρίση του ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων και την αξιολόγηση των αποδείξεων γενικά (Ολ.Α.Π. 23/2008).
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, όταν το αποδεικτικό μέσο, που λήφθηκε υπόψη, παρόλο ότι δεν έγινε νόμιμη επίκλησή του, περιέχεται σε άλλο αποδεικτικό μέσο, το οποίο νόμιμα προσκομίστηκε μετ' επικλήσεως. Δεν απαιτείται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα ή η παράθεση ποίων αποδεικτικών μέσων χρησιμοποιήθηκαν για άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ο καθορισμός της βαρύτητας που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή της σχέσης και της επιρροής του καθένα από αυτά στα προς απόδειξη θέματα, ενώ από την αναφορά μερικών, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαίως ότι δεν εκτιμήθηκαν.
Απαιτείται, όμως, να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι όλα τα νομίμως προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και συνεκτιμήθηκαν για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος (Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π. 500/2019).
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης. Ο λόγος δεν ιδρύεται, αν ο ισχυρισμός ήταν απαράδεκτος, αόριστος, μη νόμιμος ή αλυσιτελής και, επομένως, επουσιώδης, αιτιολογημένες αρνήσεις αυτοτελών ισχυρισμών, επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (Ολ.Α.Π. 3/1997, Α.Π. 73/2020, Α.Π. 258/2018, Α.Π. 29/2012, Α.Π. 1862/2008), καθώς και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε, έστω και εσφαλμένα, για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.Α.Π. 12/1991, Α.Π. 989/2018), ακόμη και αν η απόρριψη έγινε σιωπηρά, με την παραδοχή των αντιθέτων (Ολ.Α.Π. 11/1996, Α.Π. 1030/2017).
Με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. Συγκεκριμένα, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Εφετείο, κατά παραμόρφωση του από 14-11-2007 εγγράφου (και όχι του από 14-4-2007 τοιούτου, όπως από παραδρομή αναφέρεται στο αναιρετήριο) και της ομολογίας της αναιρεσίβλητης, αποφάνθηκε ότι αυτός κατέβαλε μόνο τα συμβολαιογραφικά έξοδα και τον φόρο, χωρίς να διευκρινίζεται αν πρόκειται για φόρο δωρεάς ή κληρονομίας.
Ο λόγος αυτός, καθόσον αφορά στο περιεχόμενο του ως άνω εγγράφου, είναι απαράδεκτος, καθόσον, δι' αυτού δεν αποδίδεται εσφαλμένη ανάγνωση του περιεχομένου -το οποίο, μάλιστα, δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο δικόγραφο- αλλά εσφαλμένη εκτίμηση τούτου, συνεπεία της οποίας το Εφετείο ήχθη σε κρίση διαφορετική από εκείνη, που θεωρεί ως ορθή ο αναιρεσείων.
Περαιτέρω, καθόσον αφορά στις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για παραμόρφωση ομολογίας της αναιρεσίβλητης, αυτές δεν ιδρύουν την εν λόγω αναιρετική πλημμέλεια, δεδομένου ότι η ομολογία του διαδίκου, ακόμη και αν διατυπώνεται εγγράφως και εμπεριέχεται στο περιεχόμενο άλλου αποδεικτικού μέσου, δεν αποτελεί έγγραφο, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ.
του Κ.Πολ.Δ. Σε κάθε περίπτωση ακόμη, ακόμη και αν η αιτίαση αυτή ήθελε εκτιμηθεί ως αφορώσα στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτη, λόγω αοριστίας του αναιρετηρίου, αφού δεν αναφέρεται ποία ακριβώς είναι η ομολογία της αναιρεσίβλητης και αν αφορά σε ισχυρισμό, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος, ως προς το δεύτερο σκέλος του, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος. Με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτεται η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. Συγκεκριμένα, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Εφετείο, εσφαλμένα, απέρριψε τον ισχυρισμό του περί ακυρότητας της εξώδικης δήλωσης ανακλήσεως της δωρεάς, για το λόγο ότι α) η καταρτισθείσα σύμβαση ήταν μερικώς δωρεά και μερικώς πώληση του επίδικου ακινήτου, β) δεν επρόκειτο περί δωρεάς, αλλά περί πωλήσεως και γ) η ανάκληση έπρεπε να γίνει συμβολαιογραφικώς, εφόσον αφορούσε σε ακίνητο.
Οι αιτιάσεις αυτές δεν ιδρύουν την ως άνω αναιρετική πλημμέλεια, δεδομένου ότι, κατά τα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη εκτιθέμενα, ο λόγος αυτός αφορά σε ακυρότητες, απαράδεκτα και εκπτώσεις, δικονομικού χαρακτήρα, που σχετίζονται με εισαγωγικά της δίκης έγγραφα ή δημιουργούνται κατά την ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας διαδικασία και πρέπει ν' απορριφθούν, προεχόντως, ως απαράδεκτες.
Συγκεκριμένα, με τις δύο πρώτες των ως άνω αιτιάσεων αποδίδεται πλημμελής, κατά τον αναιρεσείοντα, εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικώς, ενώ, με την τρίτη εξ αυτών, ορθώς εκτιμώμενη ως αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., δηλαδή, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 509 του Α.Κ., αφενός μεν αφορά σε ισχυρισμό, που δεν έχει προβληθεί στα Δικαστήρια της ουσίας, αλλά προβάλλεται, το πρώτον, απαραδέκτως, ενώπιον του Αρείου Πάγου (άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), ενώ, σε κάθε περίπτωση, είναι αβάσιμη, κατά τα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη της απόφασης αυτής εκτιθέμενα.
Με το πρώτο σκέλος του τέταρτου λόγου της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. Συγκεκριμένα, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Εφετείο, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη νομίμως προσκομισθέντα υπ' αυτού κρίσιμα αποδεικτικά μέσα, ήτοι, τις από 19-3-2009 ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων Α.
Μ., Χ. Δ., Ά. Β. και Ε. Π. ενώπιον του Πταισματοδίκη Βασιλικών, που εξετάσθηκαν με αφορμή την από 27-10-2008 μήνυση της αναιρεσίβλητης κατ' αυτού για τα αδικήματα της απάτης σε βαθμό κακουργήματος, εξύβρισης, σωματικής βλάβης, φθοράς ξένης ιδιοκτησίας και βλασφημίας και την 151/2009 διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η ανωτέρω μήνυση, με την αιτιολογία ότι δεν στοιχειοθετούνται το αδίκημα της απάτης καθώς και το αδίκημα της βλασφημίας, ως προς το δημόσιο χαρακτήρα αυτής, ενώ ως προς τα λοιπά κατ' έγκληση διωκόμενα αδικήματα, λόγω παρελεύσεως της τρίμηνης προθεσμίας για την υποβολή της.
Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον τόσον από τη ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου στο προοίμιο της ελάσσονος προτάσεως της προσβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα με την οποία το ως άνω Δικαστήριο έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, τις ένορκες βεβαιώσεις, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι καθώς και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που επίσης επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, όσον και από το περιεχόμενο αυτής, όπως παρατίθεται ανωτέρω, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, διαμόρφωσε τη δικανική πεποίθησή του, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, μεταξύ των λοιπών αποδεικτικών μέσων και όλα τα ανωτέρω φερόμενα ως αγνοηθέντα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση τούτων.
Περαιτέρω, με το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου αποδίδεται η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι αν ήθελε εκτιμηθεί ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και εκτίμησε τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, τότε προέβη σε παραμόρφωση του περιεχομένου τους, διότι δέχθηκε πόρισμα εντελώς διαφορετικό από το εξ αυτών προκύπτον.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον με αυτόν δεν πλήττεται η από το Εφετείο εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικών εγγράφων, κατά την προεκτεθείσα μείζονα σκέψη, αλλά η εσφαλμένη εκτίμηση αποδεικτικών μέσων.
Με δεύτερο σκέλος του πέμπτου λόγου της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, για το λόγο ότι το Εφετείο απέρριψε τους πρωτοδίκως και με λόγους έφεσης προταθέντες ισχυρισμούς του α) ότι το δικαίωμα ανακλήσεως της δωρεάς αποσβέστηκε, λόγω παρελεύσεως της ενιαύσιας αποκλειστικής προθεσμίας, β) ότι το παράπτωμά του, το οποίο αναφέρεται ως λόγος ανακλήσεως, δεν ήταν βαρύ και δόθηκε γι' αυτό συγνώμη και γ) ότι η δωρεά καταρτίστηκε εξ ιδιαιτέρου ηθικού καθήκοντος και εκ λόγω ευπρέπειας.
Οι αιτιάσεις αυτές δεν θεμελιώνουν παντάπασι τον ως άνω αναιρετικό λόγο, καθόσον οι ισχυρισμοί αυτοί, όπως και ο ίδιος ο αναιρεσείων αποδέχεται, λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο και απορρίφθηκαν και, συνεπώς, ο πέμπτος λόγος, ως προς το δεύτερο σκέλος τούτου, πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος. Τέλος, με τον έβδομο, από τους αριθμούς 1 και 14 άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης (κατ' ορθή αρίθμηση των αναιρετικών λόγων της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και όχι τον όγδοο, όπως εκ παραδρομής αναφέρεται) προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχόμενου του, η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
αναιρετική πλημμέλεια. Συγκεκριμένα, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, εσφαλμένα ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας το άρθρο 281 του Α.Κ., απέρριψε τον λόγο της έφεσής του, με τον οποίο προσέβαλε το κεφάλαιο της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που είχε απορρίψει κατ' ουσία την κατ' άρθρο 281 του Α.Κ.
ένσταση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος περί καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής. Από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που παρατίθενται ανωτέρω και αφορούν στο ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο κεφάλαιο αυτής, σαφώς προκύπτει ότι το Εφετείο, το οποίο δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη, ανακαλώντας τη δωρεά, δεν διακατείχετο από ταπεινά κίνητρα, προκειμένου να καρπωθεί την αξία των προσθηκών, στις οποίες προέβη ο αναιρεσείων επί του επίδικου ακινήτου, ευθύς ως τούτο περιήλθε στην κυριότητά του, αλλά προέβη στην ενέργεια αυτή, λόγω της επανειλημμένης αχάριστης συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος προς το πρόσωπό της, η οποία, με αντικειμενικά κριτήρια εκτιμώμενη, συνιστά βαρύ παράπτωμα τούτου, ορθώς ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας την ως άνω διάταξη, απέρριψε το σχετικό λόγο έφεσης.
Πρέπει, συνεπώς, ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο έβδομος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας του αναιρεσείοντος (άρθρο 495 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 35 παρ. 2 του ν. 4446/2016) και να καταδικαστεί αυτός στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματός της (άρθρ. 176, 180 παρ. 1, 182, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 26-3-2015 (101/27-3-2015) αίτηση Α. Ν. του Π. για αναίρεση της 525/2014 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που κατέθεσε ο αναιρεσείων.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Οκτωβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1 Νοεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ