Supreme Court dismisses appeal request as moot due to separate appeal already resolving the legal issue.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal request filed by an anonymous company as inadmissible because it became moot. While the court acknowledged the legal interest in reviewing the lower court's decision, the separate appeal filed by the Airline Shareholding Fund had already been accepted and resulted in the annulment of the contested judgment. Consequently, the specific legal issue was fully resolved by the other appeal, rendering the current request unnecessary. The court annulled the judgment regarding the anonymous company but dismissed the appeal request against the second defendant.
Legislator headnote
AI generatedArticles 246 and 580 of the Code of Civil Procedure; An appeal request is inadmissible if the legal issue it seeks to review has already been fully resolved by a separate and concurrent appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1271 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1271/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:
Α) Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Παπαδημητρόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Μετοχικό Ταμείο Αεροπορίας", που εδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λουκά. Β) Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΜΕΤΟΧΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ - ΕΙΔΙΚΟΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΕΙΑΣ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ (Μ.Τ.Α. - Ε.ΛΟ.Α.Α.)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, για λογαριασμό του Ειδικού Λογαριασμού με την επωνυμία "ΕΙΔΙΚΟΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ ΑΛΛΗΛΟΒΟΗΘΕΙΑΣ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ" (Ε.ΛΟ.Α.Α.). Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λουκά.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) εισηγμένης στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών (Χ.Α.Α.) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." (...), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον κ. Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Η πρώτη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Παπαδημητρόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και το δεύτερο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Εμμανουέλα Πανοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-7-2012 αγωγή του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΜΕΤΟΧΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ", που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2042/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 2851/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με τις από 4-7-2017 και 20-12-2017 αιτήσεις τους.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα αιτήματά τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι από 4.7.2017 και 20.12.2017, αιτήσεις αναίρεσης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και του νομικού προσώπου Δημοσίου Δικαίου-Ασφαλιστικού Οργανισμού με την επωνυμία "ΜΕΤΟΧΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ", αντίστοιχα, κατά της υπ' αριθ. 2851/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, οι οποίες έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, πρέπει να συνεκδικαστούν, διότι έτσι διευκολύνεται η δίκη και επέρχεται μείωση των εξόδων, σύμφωνα με το άρθρο 246 ΚΠολΔ που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 573 του ίδιου Κώδικα. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 4 ΚΠολΔ υπέρβαση δικαιοδοσίας υπάρχει όταν το πολιτικό δικαστήριο δίκασε υπόθεση που ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαιοδοτικού κλάδου, ανήκει λ.χ. στα διοικητικά δικαστήρια, που είναι και η συνηθέστερη περίπτωση (Ολομ. ΑΠ 5/1995). Αντιθέτως, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται στην αποφατική περίπτωση, οσάκις, δηλαδή, το δικαστήριο αποφαίνεται, ότι στερείται δικαιοδοσίας, μολονότι στη συγκεκριμένη περίπτωση διέθετε τη δικαιοδοσία για την εκδίκαση της συγκεκριμένης διαφοράς. Στην τελευταία περίπτωση θα ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για εσφαλμένη κήρυξη απαραδέκτου (ολομ. ΑΠ 293/1981).
Κατά το άρθρο 94 παρ.1 και 2 του Συντάγματος, η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ανήκει στα διοικητικά δικαστήρια, ενώ στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και οι υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως ο νόμος ορίζει. Αντίστοιχα ο ΚΠολΔ ορίζει στο μεν άρθρο 1 εδ. α' ότι στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν οι διαφορές ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν τις έχει υπαγάγει σε άλλα δικαστήρια, στο δε άρθρο 2 ότι τα πολιτικά δικαστήρια απαγορεύεται να επεμβαίνουν σε διοικητικές διαφορές ή υποθέσεις που υπάγονται σε διοικητικά δικαστήρια ή αρχές, όπως επίσης απαγορεύεται στα διοικητικά δικαστήρια ή αρχές να επεμβαίνουν σε διαφορές ή υποθέσεις ιδιωτικού δικαίου, επιτρέπεται όμως η εξέταση των ζητημάτων που ανακύπτουν παρεμπιπτόντως, εφόσον πλέον δεν καλύπτονται από δεδικασμένο (ΑΠ 599/2013).
Με το άρθρο 1 παρ.2 του ν. 1406/1983 υπήχθησαν μεταξύ άλλων στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και οι διοικητικές διαφορές ουσίας από την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά την ευθύνη του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου προς αποζημίωση, σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 του ΕισΝΑΚ.
Με το πρώτο από αυτά ορίζεται ότι για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του Δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος, μαζί δε με το Δημόσιο ευθύνεται εις ολόκληρο και το υπαίτιο πρόσωπο, με την επιφύλαξη όμως των ειδικών διατάξεων για την ευθύνη των Υπουργών.
Οι διατάξεις του παραπάνω άρθρου εφαρμόζονται κατά το επόμενο άρθρο 106 του Εισ.ΝΑΚ και για την ευθύνη των δήμων, κοινοτήτων ή των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου από πράξεις ή παραλείψεις οργάνων που βρίσκονται στην υπηρεσία τους. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, ευθύνη του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου προς αποζημίωση και συνεπώς διοικητική διαφορά υπαγόμενη στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων γεννιέται όχι μόνον από την έκδοση μη νόμιμης εκτελεστής διοικητικής πράξης ή από την παράνομη παράλειψη οφειλόμενης διοικητικής πράξης, αλλά και από μη νόμιμες υλικές ενέργειες ή παραλείψεις οφειλομένων υλικών ενεργειών των οργάνων του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, εφόσον οι υλικές ενέργειες ή παραλείψεις τέτοιων ενεργειών συνάπτονται με την οργάνωση και λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών ή των υπηρεσιών του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου και δεν σχετίζονται με την ιδιωτική διαχείρισή τους, ούτε οφείλονται σε προσωπικό πταίσμα οργάνου τους, που ενήργησε έτσι εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών του καθηκόντων (ΑΕΔ5/1995, 21/2005, ΑΠ1780/2009).
Δηλαδή, πρέπει οι σχετικές πράξεις ή παραλείψεις να ενέχουν άσκηση δημόσιας εξουσίας, είτε διότι εντάσσονται σε έννομη σχέση δημοσίου δικαίου, την οποία πραγματώνουν ή επ' ευκαιρία της οποίας τελούνται, είτε διότι συνιστούν καθ' εαυτές δραστηριότητα αναπτυσσόμενη υπό καθεστώς νομοθετικής υπεροχής έναντι των πολιτών που αρμόζει αποκλειστικά στο κράτος ή στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ως φορείς δημόσιας εξουσίας (ΑΠ599/2013).
Στο πλαίσιο αυτό ευθύνη του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου και κατ' επέκταση δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων υπάρχει όχι μόνον όταν με πράξη ή παράλειψη οργάνου του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου παραβιάζεται συγκεκριμένη διάταξη νόμου, αλλά και όταν παραλείπονται τα ιδιαίτερα καθήκοντα και υποχρεώσεις που προσιδιάζουν στη συγκεκριμένη υπηρεσία και προσδιορίζονται από την εν γένει νομοθεσία, τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις αρχές της καλής πίστης (ΣτΕ 4133/2011,424/2012,268/2013).
Αυτό ισχύει και για την αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, όταν η υποκείμενη έννομη σχέση που τον προκάλεσε, είναι σχέση δημοσίου δικαίου (ΑΕΔ2/1993, ΑΠ1378/2011).
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου πρώτου παρ.1-11 του ν.4050/2012 "Κανόνες τροποποιήσεως τίτλων, εκδόσεως ή εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου, με συμφωνία των Ομολογιούχων" (Α'36/23.2.2012), εκδόθηκε η Π.Υ.Σ. 5/24.2.2012 (Α 37/24.2.2012) που όρισε, στο άρθρο 1, τα εξής: "1. Ημερομηνία έναρξης της διαδικασίας τροποποίησης επιλέξιμων τίτλων, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4050/2012, ορίζεται η 24η Φεβρουαρίου 2012. 2.
Οι επιλέξιμοι τίτλοι που θα προταθούν προς τροποποίηση είναι αυτοί που περιλαμβάνονται στο συνημμένο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της παρούσας απόφασης. 3. Η τροποποίηση των επιλέξιμων τίτλων θα γίνει με ανταλλαγή τους με νέους τίτλους έκδοσης του Ελληνικού Δημοσίου και με νέους τίτλους (ή ισοδύναμά τους για τις ανάγκες εφαρμογής αλλοδαπών Κανονισμών) έκδοσης του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ).
Οι νέοι τίτλοι που θα εκδοθούν από το Ελληνικό Δημόσιο θα αποτελούνται σωρευτικά από: α) νέα ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου και β) τίτλους των οποίων η απόδοση θα συνδέεται με το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (τίτλοι ΑΕΠ). 4) Τα νέα ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου : α) θα έχουν ετήσιο επιτόκιο ωε ακολούθως: αα) 2% για τις πληρωμές τοκομεριδίων το έτος 2013 έως και το έτος 2015, ββ) 3% για τις πληρωμές τοκομεριδίων το έτος 2016 έως και το έτος 2020, γγ) 3,65% για την πληρωμή τοκομεριδίου το έτος 2021, δδ) 4,3% για τις πληρωμές τοκομεριδίων το έτος 2022 έως και το έτος 2042, β) θα λήγουν από το έτος 2023 έως και το έτος 2042, γ) θα διέπονται από το αγγλικό δίκαιο.
Όσον αφορά το κεφάλαιο των νέων ομολόγων για κάθε 1.000 ευρώ ανεξόφλητου κεφαλαίου επιλέξιμων τίτλων που θα ανταλλαγούν θα δοθούν νέα ομόλογα ονομαστικού κεφαλαίου 315 ευρώ (31,5% του ανεξόφλητου κεφαλαίου επιλέξιμων τίτλων). 5. Οι τίτλοι ΑΕΠ, οι οποίοι θα χορηγούνται σωρευτικά με τα νέα ομόλογα της προηγούμενης παραγράφου:
α) δεν θα έχουν κεφάλαιο, β) θα έχουν απόδοση υπολογιζόμενη επί ονομαστικού ποσού ίσου με το ονομαστικό κεφάλαιο των νέων ομολόγων της προηγούμενης παραγράφου. Το ονομαστικό ποσό θα μειώνεται ετησίως από το έτος 2024 έως τη λήξη των τίτλων, γ) η απόδοση των τίτλων ΑΕΠ θα εξαρτάται, μεταξύ άλλων, από: αα) την εκάστοτε ετήσια ποσοστιαία αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ, πέραν των προκαθορισμένων προβλέψεων και ορίων και ββ) το ύψος του ονομαστικού ΑΕΠ.
Η απόδοση θα έχει ανώτατο όριο 1%, δ) θα λήξουν το έτος 2042, ε) θα διέπονται από το αγγλικό δίκαιο. 6. Οι ειδικότεροι όροι των νέων τίτλων έκδοσης του Ελληνικού Δημοσίου καθορίζονται με την πρόσκληση ή τις προσκλήσεις της επόμενης παραγράφου και την απόφαση έκδοσης που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 10 του άρθρου πρώτου του ν.4050/2012. 7.
Εξουσιοδοτείται ο Οργανισμός Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους να εκδώσει μία ή περισσότερες προσκλήσεις εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου προς τους Ομολογιούχους, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου πρώτου του ν.4050/2012. 8....". Στο Παράρτημα της Π.Υ.Σ. 5/24.2.2012 περιλαμβάνονται οι χαρακτηρισθέντες ως επιλέξιμοι τίτλοι με τα συναφή στοιχεία εκάστου (ΙSIΝ που αρχίζει από GR, διότι πρόκειται περί τίτλων που διέπονται από το ελληνικό δίκαιο, ημερομηνία λήξεως, τοκομερίδιο και ύψος ανεξόφλητου κεφαλαίου).
Στη συνέχεια, εκδόθηκε από τον Ο.Δ.ΔΗ.Χ. και δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα........ η από 24.2.2012 πρόσκληση της Ελληνικής Δημοκρατίας προς τους ομολογιούχους για να προσέλθουν στη διαδικασία της Π.Υ.Σ. 5/24.2.2012 και να συναινέσουν στην προταθείσα, με την ίδια Π.Υ.Σ., τροποποίηση τίτλων. Στην πρόσκληση αυτή διευκρινίζεται η πρόταση της Π.Υ.Σ., ως προς το ανεξόφλητο κεφάλαιο ως εξής:
Για κάθε 1000 ευρώ ανεξόφλητου κεφαλαίου προτείνεται να χορηγηθούν: α) ομόλογα εκδόσεως του Ελληνικού Δημοσίου ονομαστικής αξίας 315 ευρώ και λήξεως από το έτος 2023 έως το έτος 2042, β) τίτλοι ΑΕΠ εκδόσεως του Ελληνικού Δημοσίου χωρίς κεφάλαιο (με λογιζόμενο ποσό 315 ευρώ για απόδοση συνδεόμενη με το ΑΕΠ) και λήξεως το έτος 2042, γ) τίτλοι εκδόσεως του ΕΤΧΣ ονομαστικής αξίας 150 ευρώ και λήξεως από το έτος 2013 έως το έτος 2014.
Ακολούθησε η έκδοση της από 9.3.2012 πράξης του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, ως Διαχειριστή της Διαδικασίας σύμφωνα με το άρθρο πρώτο παρ. 1ζ του ν.4050/2012, με την οποία βεβαιώθηκε ότι οι ομολογιούχοι συναίνεσαν στις προταθείσες τροποποιήσεις, δεδομένου ότι: α) το συνολικό ανεξόφλητο κεφάλαιο των επιλέξιμων τίτλων ανήλθε σε 177.218.697.615,45 ευρώ, β) επετεύχθη η απαιτούμενη στο άρθρο πρώτο παρ.4 του ν.4050/2012 απαρτία, με τη συμμετοχή στη διαδικασία ομολογιούχων με ανεξόφλητο κεφάλαιο 161.350.946.065,54 ευρώ (ήτοι ποσοστό 91,05% του συνολικού ανεξόφλητου κεφαλαίου) και γ) επετεύχθη η απαιτούμενη στο άρθρο πρώτο παρ. 4 του ν.4050/2012 πλειοψηφία, με την αποδοχή των προταθεισών τροποποιήσεων από ομολογιούχους με ανεξόφλητο κεφάλαιο 152.042.932.772,40 ευρώ (ήτοι ποσοστό 94,23% του συμμετασχόντος στη διαδικασία ανεξόφλητου κεφαλαίου).
Το εν λόγω αποτέλεσμα της διαδικασίας εγκρίθηκε με την Π.Υ.Σ. 10/9.3.2013 σύμφωνα με το άρθρο πρώτο παρ. 8 του ν.4050/2012. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο πρώτο παρ. 10 του ίδιου νόμου, εκδόθηκε η πράξη 2/20964/0023Α/09.03.2012 του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών, με την οποία εκδόθηκαν οι νέοι τίτλοι του Ελληνικού Δημοσίου (20 σειρές ομολόγων συνολικής ονομαστικής αξίας 55.834.421.425 ευρώ και λήξεως από το έτος 2023 έως και το έτος 2042, καθώς και μια σειρά τίτλων ΑΕΠ συνολικού λογιζόμενου ποσού 55.834.421.400 ευρώ και λήξεως το έτος 2042), που μαζί με τους τίτλους εκδόσεως του ΕΤΧΣ χορηγήθηκαν για την αντικατάσταση των χαρακτηρισθέντων ως επιλέξιμων τίτλων.
Οι αναφερόμενες στην προηγούμενη σκέψη πράξεις εκδόθηκαν κατά τη θεσπιζόμενη με τις διατάξεις του άρθρου πρώτου του ν.4050/2012 διαδικασία αντικατάστασης τίτλων εκδόσεως ή εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου με νέους τίτλους. Η αντικατάσταση αυτή, με την οποία μειώθηκε το Δημόσιο χρέος της Ελληνικής Δημοκρατίας, εχώρησε βάσει των διατάξεων αυτών κατόπιν της αποδοχής από τους ιδιώτες πιστωτές, ως πλειοψηφούν κεφάλαιο, σχετικής πρότασης του Υπουργικού Συμβουλίου, η αποδοχή δε αυτή δέσμευσε και τους πιστωτές που δεν έλαβαν μέρος στη σχετική διαδικασία ή μειοψήφησαν.
Η δυνατότητα αντικατάστασης δεν είχε θεσπιστεί ή συμφωνηθεί κατά την έκδοση των τίτλων, αλλά προβλέφθηκε το πρώτον κυριαρχικώς με τις εν λόγω διατάξεις του άρθρου πρώτου του ν.4050/2012 για λόγους δημόσιου συμφέροντος. Υπό τα δεδομένα αυτά, η αμφισβήτηση της νομιμότητας των ως άνωπράξεων δεν γεννά ιδιωτική διαφορά, αλλά διαφορά της ακυρωτικής δικαιοδοσίας του Συμβουλίου της Επικρατείας, σύμφωνα με τα άρθρα 94 παρ.1α του Συντάγματος και 45 επ.
του π.δ. 18/1989 (Α'8). Αντίθετα οι πράξεις, τις οποίες διενήργησε η ... υπό την ιδιότητά της ως Διαχειριστή του Κοινού Κεφαλαίου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 15 παρ.11 του ν.2469/1997 ή για την εκτέλεση της πράξης 2/20694/0023Α/9.3.2012 του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών με λογιστικές εγγραφές, οι οποίες συνιστούν τη χορήγηση των εκδοθέντων νέων τίτλων έναντι των αντικατασταθέντων, δεν εντάσσονται στη δημόσια διοικητική δράση, αλλά κινούνται στον χώρο του ιδιωτικού δικαίου.
Η πράξη 2/20964/0023Α/9.3.2012 του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών, με την οποία τελειώθηκε η σύνθετη διοικητική ενέργεια, δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 9.3.2012 (Β'682/9.3.2012), η δε ημερομηνία δημοσιεύσεως συμπίπτει με την πραγματική κυκλοφορία του φύλλου του οικείου τεύχους της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως (βλ.
το υπ' αριθμ.Γ 60291/2013 έγγραφο του Εθνικού Τυπογραφείου, στο οποίο βεβαιώνεται ότι το τεύχος Β'682/9.3.2012 της ΕτΚ τέθηκε στη διάθεση του κοινού στις 9.3.2012). Με την ως άνω δημοσίευση κινήθηκε, για κάθε ενδιαφερόμενο, η κατ' άρθρο 46 του π.δ. 18/1989 εξηκονθήμερη προθεσμία για την προσβολή αυτής της υπουργικής πράξης με αίτηση ακυρώσεως (με την οποία επιτρέπεται να προβληθούν και αιτιάσεις για τη νομιμότητα των λοιπών πράξεων της σύνθετης διοικητικής ενέργειας).
Τούτο, διότι η υπόθεση της μείωσης του δημοσίου χρέους της Ελληνικής Δημοκρατίας, μέσω της γενομένης διαπραγμάτευσης για την αντικατάσταση ομολόγων, όπως είναι κοινό γνωστό, προσέλαβε στον εσωτερικό και διεθνή Τύπο ευρύτατη δημοσιότητα ως μείζον θέμα της ειδησεογραφίας και, ως εκ τούτου, κάθε ενδιαφερόμενος είχε τη δυνατότητα της άμεσης ενημέρωσης για την πορεία της σχετικής διαδικασίας που κινήθηκε βάσει των διατάξεων του ν. 4050/2012 και για το χρόνο της τελικής έκβασής της, δεδομένου ότι από την έναρξη της διαδικασίας και την πρόσκληση του Ο.Δ.ΔΗ.Χ.
προς τους ομολογιούχους για συμμετοχή στη διαδικασία αυτή μέχρι την έκδοση της ανωτέρω προσβαλλόμενης πράξης μεσολάβησε δεκαπενθήμερο χρονικό διάστημα (ΟλΣτΕ1509/2014, ΣτΕ 1179/2016, ΣτΕ 211/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της ένδικης αγωγής (άρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) το ενάγον και ήδη αναιρεσείον ΝΠΔΔ "Μετοχικό Ταμείο Αεροπορίας" εκθέτει ότι είχε συσταθεί νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ταμείο Αλληλοβοήθειας Αεροπορίας", στο οποίο συστήθηκαν και λειτουργούν οι Ειδικοί λογαριασμοί με τίτλους "Ειδικός Λογαριασμός Χρηματικής Αρωγής Οικογενειών Στρατιωτικών (ΕΛ.Χ.Α.Ο.Σ.)" και "Ειδικός Λογαριασμός Χρηματικής Αρωγής Οικογενειών Ιπταμένων Αλεξιπτωτιστών κλπ (ΕΛ.Χ.Α.Ο.Ι.Α.)".
Ότι το 2008 το "Ταμείο Αλληλοβοήθειας Αεροπορίας" καταργήθηκε και μετατράπηκε σε ειδικό λογαριασμό με τίτλο "Ειδικός Λογαριασμός Αλληλοβοήθειας Αεροπορίας (Ε.Λ.Ο.Α.Α.)", που υπήχθη στο ενάγον το οποίο και υπεισήλθε ως καθολικός διάδοχος του στα δικαιώματα και υποχρεώσεις του. Ότι οι ως άνω λογαριασμοί του ενάγοντος, το οποίο λειτουργεί με διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια, υπαγόμενο στο Υπουργείο Εθνικής Άμυνας, έχουν σκοπό την οικονομική ενίσχυση των στρατιωτικών-μετόχων τους, διά της προς αυτούς χορήγησης παροχών (εφάπαξ χρηματικής αρωγής υπό τους οριζόμενους για κάθε λογαριασμό όρους) από πόρους που συγκεντρώνει από κρατήσεις στη μισθοδοσία τους.
Ότι δυνάμει του άρθρ.15 παρ. 11 του Ν.2469/1997 νομοθετήθηκε από το δεύτερο εναγόμενο (Ελληνικό Δημόσιο) η σύσταση ομάδας περιουσίας με την επωνυμία "Κοινό Κεφάλαιο Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου και Ασφαλιστικών Φορέων" ("Κοινό Κεφάλαιο"), η οποία σχηματιζόταν από το σύνολο των αποθεματικών των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου και των Ασφαλιστικών Φορέων που, υποχρεωτικά, τηρούνταν στη ..., η οποία ορίστηκε εκπρόσωπος και διαχειριστικό όργανο της ομάδας περιουσίας αυτής, έχουσα την υποχρέωση να επενδύει τα σχηματιζόμενα αποθεματικά σε κινητές αξίες του Ελληνικού Δημοσίου που θα προμηθευόταν από την πρωτογενή αγορά, σε περίπτωση δε μη υπάρξεως διαθέσιμων τέτοιων τίτλων στην πρωτογενή αγορά, της παρεχόταν η ευχέρεια να τους αγοράζει από τη δευτερογενή αγορά.
Ότι με ευθύνη της πρώτης εναγομένης, (Τράπεζας της Ελλάδος), στην ως άνω ομάδα περιουσίας εντάχθηκαν, παρανόμως και εν αγνοία του ενάγοντος, τα χρηματικά ποσά που σε τακτική βάση κατέθετε σε αυτή σε τραπεζικούς λογαριασμούς που διατηρούσε για την εξυπηρέτηση των ανωτέρω ειδικών λογαριασμών του. Ότι βάσει του Ν.4050/2012 και των δυνάμει αυτού στην αγωγή αναφερόμενων Πράξεων Υπουργικού Συμβουλίου και Υπουργικών Αποφάσεων, διεξήχθη πρόγραμμα αναδιάρθρωσης του Ελληνικού Δημοσίου χρέους μέσω διαδικασίας ανταλλαγής ομολόγων, εκδόσεως του Ελληνικού Δημοσίου, διεπόμενων κατά κύριο λόγο από το Ελληνικό Δίκαιο και κατεχόμενων από φορείς του ιδιωτικού τομέα (Private Sector Involment - PSI) με νέα ομόλογα μειωμένης ονομαστικής αξίας και μετατεθειμένης στο μέλλον ημερομηνίας λήξεως.
Ότι μετά την 12.3.2012, οπότε και ολοκληρώθηκε η ως άνω διαδικασία ανταλλαγής ομολόγων (ΡSΙ), στην οποία συμμετείχαν και τα ομόλογα που κατείχε το Κοινό Κεφάλαιο, ενημερώθηκε το πρώτον το ενάγον ότι τα κατατεθειμένα στην πρώτη εναγομένη αποθεματικά του, αξίας 22.178.965,71 ευρώ και οι καταθέσεις στην ίδια τράπεζα του ειδικού λογαριασμού του "Ε.Κ.Ο.Ε.Μ.Α.", αξίας 23.434.018,13 ευρώ, είχαν απωλέσει το 43% της ονομαστικής τους αξίας, κατά δε την ημερομηνία κατάθεσης της αγωγής (30.11.2012) το 69,50% της τρέχουσας αξίας τους, με αποτέλεσμα να υποστεί περιουσιακή ζημία 15.396.495,00 ευρώ και ως προς τον λογαριασμό "Ε.Κ.Ο.Ε.Μ.Α." ζημία 16.267.738,30 ευρώ, και επιπλέον ηθική βλάβη.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, κάθε ένας εις ολόκληρο, να του καταβάλουν νομιμοτόκως τα ανωτέρω ποσά ... η δε πρώτη εναγομένη να του καταβάλει επιπλέον και ποσό 50.000.000,00 € ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που του προκάλεσε, επικαλούμενο 1) ως προς την πρώτη εναγομένη την ενδοσυμβατική της ευθύνη ως θεματοφύλακα των κατατεθέντων σε αυτή ποσών βάσει της μεταξύ τους υφιστάμενης σύμβασης ανώμαλης παρακαταθήκης και ως εκ του νόμου διαχειρίστριας των ποσών αυτών αλλά και με βάση τις διατάξεις περί αδικοπρακτικής της ευθύνης, λόγω της εις βάρος του διαπράξεως του αδικήματος της απιστίας, επειδή α)δεν ενημέρωσε το ενάγον προ της εντάξεως των κεφαλαίων των ως άνω ειδικών λογαριασμών του στο κοινό κεφάλαιο, μολονότι ειδικά προβλέπεται γι' αυτά η κατάθεσή τους σε τραπεζικό λογαριασμό, β) συμμετείχε στο πρόγραμμα ανταλλαγής ομολόγων επ' ονόματι του Κοινού Κεφαλαίου, χωρίς ενημέρωση και έγκριση του ενάγοντος ταμείου, γ) προέβη σε αγορές ομολόγων Ελληνικού Δημοσίου κατά το διάστημα από το καλοκαίρι του 2010 και μέχρι τον Μάιο του 2011 από τη δευτερογενή αγορά, συνολικής ονομαστικής αξίας 455.200.000,00 ευρώ (με τιμές κτήσεως 88,03-94,18% επί της ονομαστικής), αν και γνώριζε ότι επέκειτο μείωση της αξίας (κούρεμα) των αγοραζόμενων τίτλων, δ) επέλεξε να αγοράζει ομόλογα και όχι άλλους ασφαλέστερους τίτλους του Δημοσίου (έντοκα γραμμάτια, repos, προμέτοχα κλπ), οι οποίοι εξαιρέθηκαν από το πρόγραμμα ανταλλαγής ομολόγων, ε) μετά το Μάιο του 2011, οπότε σταμάτησε να επενδύει τα χρήματα του Κοινού Κεφαλαίου σε ομόλογα, δεν απέτρεψε το ενάγον από τη συνέχιση κατάθεσης των κεφαλαίων του σε αυτή, συνολικού ποσού 18.000.000,00 ευρώ ώστε να αποφευχθεί η ενσωμάτωση των ποσών αυτών στο Κοινό Κεφάλαιο και η επακολουθήσασα απομείωσή τους, που γνώριζε η πρώτη εναγομένη ότι θα συνέβαινε από το καλοκαίρι του 2010, στ) δεν έλαβε πρωτοβουλία να τροποποιηθεί η νομοθεσία του Κοινού Κεφαλαίου, προκειμένου να μη συμμετέχει το ενάγον σε αυτό, ζ) δημιούργησε στο ενάγον την πεποίθηση ότι η σχέση που τους συνέδεε ήταν αυτή της σύμβασης ανώμαλης παρακαταθήκης (τήρησης σε αυτή τραπεζικών λογαριασμών) και όχι συμμετοχή στο Κοινό Κεφάλαιο, η) ως κεντρική τράπεζα, παρανόμως αγόραζε τίτλους του Δημοσίου με κεφάλαια του Κοινού Κεφαλαίου, παρέχοντας έτσι ανεπίτρεπτα, κατά παράβαση των άρθρ.101 παρ.1 και 102 της ΣυνθΕΕ, πιστωτικές διευκολύνσεις στο δεύτερο εναγόμενο, και 2) ως προς το δεύτερο εναγόμενο, με βάση την ευθύνη του από την έκδοση των επίδικων ομολόγων, που ανάγονται στις ιδιωτικού δικαίου έννομες σχέσεις του και τη διαχείριση της ιδιωτικής περιουσίας του, επειδή:
α) καθόρισε τους επιλέξιμους να συμμετάσχουν στο πρόγραμμα ανταλλαγής ομολόγων τίτλους έκδοσης (ή εκδοθέντες υπό εγγύησή του), μεταξύ των οποίων και οι κατεχόμενοι από το Κοινό Κεφάλαιο, β) ενέταξε παράνομα το Κοινό Κεφάλαιο στην έννοια του ιδιωτικού τομέα, του οποίου και οι τίτλοι υπέστησαν μείωση, και όχι σε αυτή του δημοσίου, ο οποίος εξαιρέθηκε από το πρόγραμμα ανταλλαγής γ) μετά το Μάιο του 2011 δεν απέτρεψε το ενάγον από τη συνέχιση κατάθεσης κεφαλαίων συνολικού ποσού 18.000.000,00 ευρώ στο Κοινό Κεφάλαιο, ώστε να αποφευχθεί η επακολουθήσασα απομείωσή τους, αν και γνώριζε ότι αυτό θα συνέβαινε, δ) οφείλει τα χρηματικά ποσά βάσει σύμβασης δανείου, που συνιστά η υποχρεωτική αγορά από την ...
με κεφάλαια του Κοινού Κεφαλαίου, εν αγνοία του ενάγοντος, ομολόγων του Δημοσίου, ε) η μονομερής απομείωση της αξίας των ομολόγων αντιβαίνει στο άρθρ.1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και του άρθρ.17 παρ.1 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: "Οι αναφερόμενες στην αγωγή πράξεις αφορούν την όλη διαδικασία ανταλλαγής ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου και τη θεσπιζόμενη με τις διατάξεις του άρθρου πρώτου του ν.4050/2012 διαδικασία αντικατάστασης τίτλων εκδόσεως ή εγγυήσεως του Ελληνικού Δημοσίου με νέους τίτλους.
Η αντικατάσταση αυτή, με την οποία μειώθηκε το δημόσιο χρέος της Ελληνικής Δημοκρατίας, εχώρησε βάσει των διατάξεων αυτών κατόπιν αποδοχής από τους πιστωτές, ως πλειοψηφούν κεφάλαιο, σχετικής πρότασης του Υπουργικού Συμβουλίου, η αποδοχή δε αυτή δέσμευσε και τους πιστωτές που δεν έλαβαν μέρος στη σχετική διαδικασία ή μειοψήφησαν, όπως μάλιστα ειδικά εκτίθεται και στην υπό κρίση αγωγή.
Η δυνατότητα αντικατάστασης δεν είχε θεσπιστεί ή συμφωνηθεί κατά την έκδοση των τίτλων, αλλά προβλέφθηκε το πρώτον κυριαρχικώς με τις εν λόγω διατάξεις του άρθρου πρώτου του ν.4050/2012 για λόγους δημόσιου συμφέροντος. Υπό τα δεδομένα αυτά, η αμφισβήτηση της νομιμότητας των προσβαλλομένων πράξεων δεν γεννά ιδιωτική διαφορά, αλλά διαφορά της ακυρωτικής δικαιοδοσίας του Συμβουλίου της Επικρατείας, σύμφωνα με τα άρθρα 94 παρ.1α του Συντάγματος και 45 επ.
του π.δ. 18/1989 (Α'8). Εξάλλου, στην αιτιολογική έκθεση του ν.4050/2012 αναφέρεται ότι η απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου περί καθορισμού των επιλέξιμων τίτλων (Π.Υ.Σ. 5/24.2.2012) είναι κυβερνητική πράξη, που ανάγεται στη διαχείριση της πολιτικής εξουσίας. Ο χαρακτηρισμός, όμως, ορισμένων πράξεων ως κυβερνητικών, κατά την έννοια του άρθρου 45 παρ. 5 του π.δ. 18/1989, με συνέπεια την εξαίρεσή τους από τον ακυρωτικό έλεγχο του Συμβουλίου της Επικρατείας, δεν ανήκει στο νομοθέτη, αλλά στα αρμόδια Δικαστήρια (βλ.
ΣτΕ 2438/1996, 1947/1960).
Εν προκειμένω, η Π.Υ.Σ. 5/24.2.2012, με την οποία κινήθηκε η διαδικασία αντικατάστασης των τίτλων που ορίζονται στην ίδια πράξη ως επιλέξιμων, με σκοπό τη μείωση του δημοσίου χρέους, δεν έχει, ως εκ του περιεχομένου της, χαρακτήρα κυβερνητικής πράξης, υπό την ως άνω έννοια, διότι δεν συνιστά δικαστικώς ανέλεγκτη διαχείριση της πολιτικής εξουσίας η με την πράξη αυτή προταθείσα, σε πιστωτές του ιδιωτικού τομέα, αντικατάσταση τίτλων, η οποία επηρέασε την έννομη σχέση από κάθε τίτλο που τελικά αντικαταστάθηκε.
Εν προκειμένω πρόκειται για μία σύνθετη διοικητική ενέργεια, η οποία άρχισε με τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της Π.Υ.Σ. 5/24.2.2012 περί καθορισμού των συγκεκριμένων τίτλων (επιλέξιμων) που προτάθηκαν για αντικατάσταση, καθώς και του περιεχομένου της σχετικής πρότασης, τελειώθηκε δε με τη δημοσίευση στη Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της πράξης 2/20964/002333333 Α/9.3.2012 του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών.
Εξάλλου, οι διατάξεις του ν. 4046/2012 και του ν.4050/2012 θεσπίστηκαν κατόπιν διαβουλεύσεων της Ελληνικής Κυβέρνησης με τους Αρχηγούς Κρατών και Κυβερνήσεων των άλλων κρατών μελών της Ευρωζώνης, με το Eurogroup, με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή που ανέλαβε τον συντονισμό των διμερών κρατικών δανείων, καθώς και με την ΕΚΤ και άλλα όργανα που ασκούσαν συμβουλευτικές αρμοδιότητες και παρείχαν στην Ελληνική Δημοκρατία τεχνογνωσία.
Οι διατάξεις του ν.4046/2012 και του ν.4050/2012 θεσπίστηκαν από τη Βουλή των Ελλήνων κυριαρχικώς. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, στην προκειμένη περίπτωση, το δεύτερο εφεσίβλητο - εναγόμενο ενήργησε κυριαρχικώς, ασκώντας δημόσια εξουσία και με μονομερή επιβολή της βούλησής του, η οποία πηγάζει από τη νομοθετική υπεροχή του έναντι των πολιτών, και επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε την αγωγή ως προς το Ελληνικό Δημόσιο ως απαράδεκτη λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας δεν έσφαλε, αλλά ορθά το νόμο εφάρμοσε και ερμήνευσε και είναι απορριπτέος ο πρώτος λόγος της έφεσης που αφορά την έλλειψη δικαιοδοσίας, γεγονός που ερευνάται αυτεπαγγέλτως, με τον οποίο το εκκαλούν παραπονείται για την εν λόγω απόρριψη".
Εν όψει των ανωτέρω, με το να κρίνει το Εφετείο ότι η ένδικη αγωγή, κατά το μέρος της που στρέφεται κατά του δεύτερου εναγομένου-αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, τυγχάνει απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω ελλείψεως δικαιοδοσίας, καθόσον το επικαλούμενο πλέγμα εννόμων σχέσεων επί των οποίων επιχειρείται να θεμελιωθεί κατ' αυτού η αγωγή, είναι δημοσίου δικαίου και η επίλυση των αναφυόμενων από αυτές διαφορών υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων, όχι παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή ως προς το Ελληνικό Δημόσιο, εφόσον σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα, ο επιβληθείς από το Δημόσιο τρόπος διαχείρισης των αποθεματικών του ενάγοντος - αναιρεσείοντος, όπως και των διαθεσίμων των λοιπών Νομικών Προσώπων Δημοσίου, η απόφαση σύστασης ομάδας περιουσίας (Κοινό Κεφάλαιο) και η υποχρεωτική υπαγωγή του ενεργητικού του ενάγοντος σε αυτό, η ανάθεση της διαχείρισής του στην κεντρική Τράπεζα και η καθιέρωση υποχρέωσης της τελευταίας να επενδύει τα αποθεματικά της ανωτέρω μονάδας περιουσίας αποκλειστικά σε κινητές αξίες του Δημοσίου, η απόφαση και διαδικασία αναδιάρθρωσης του δημόσιου χρέους, η επιλογή των τίτλων που μετείχαν στο πρόγραμμα ανταλλαγής ομολόγων και η απόφαση συμπερίληψης των τίτλων του Κοινού Κεφαλαίου στο πρόγραμμα αυτό, αποτελούν νομοθετικές, κυβερνητικές και διοικητικές πράξεις, στα πλαίσια της κανονιστικής αρμοδιότητας των αντίστοιχων πολιτειακών οργάνων του δεύτερου εναγομένου-αναιρεσίβλητου, που ανάγονται στον πυρήνα άσκησης της κρατικής εξουσίας.
Πράγματι, το δεύτερο εναγόμενο - αναιρεσίβλητο εκδίδει (ή εγγυάται υπέρ της έκδοσης) σειρές ομολόγων, δανειζόμενο κατά τον τρόπο αυτό χρήματα τα οποία χρησιμοποιεί για την κάλυψη χρηματοδοτικών του κενών και ελλειμμάτων προς διασφάλιση, με τον τρόπο αυτό, της ομαλής και απρόσκοπτης λειτουργίας του, ήτοι για την εξυπηρέτηση υψίστης σπουδαιότητας δημόσιου σκοπού.
Ως προς την έκδοση δε των ομολόγων, βρίσκεται, προφανώς, σε καθεστώς νομοθετικής υπεροχής έναντι των ομολογιούχων, συμπέρασμα που καταδεικνύεται ιδίως από την εξουσία του, την οποία και άσκησε εν προκειμένω, μονομερούς επέμβασης και τροποποίησης του δίκαιου υπό το οποίο εκδόθηκαν τα επίδικα ομόλογα, και ειδικότερα η θέσπιση από αυτό, μονομερώς, με το Ν.4050/2012 διαδικασίας συλλογικής δράσης των πιστωτών για ομόλογα που είχαν εκδοθεί και είχαν τεθεί σε κυκλοφορία πολλά έτη πριν.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο από τον αριθμό 14 (κατ' ορθή έννοια) του άρθρου 559 ΚΠολΔ έκτος λόγος της αίτησης αναίρεσης.
Περαιτέρω το Εφετείο, ως προς την πρώτη εναγομένη- εφεσίβλητη δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η Τράπεζα, ευρισκόμενη σε ένα ιδιότυπο καθεστώς, αφενός ως έχουσα τη μορφή ΝΠΙΔ και αφετέρου ως ταμίας και εντολοδόχος του Ελληνικού Δημοσίου, σύμφωνα με το καταστατικό της, ... και έχουσα αρμοδιότητες που την συνδέουν άμεσα με το εκάστοτε κυβερνητικό έργο του Ελληνικού Δημοσίου, στα πλαίσια της κυβερνητικής εξουσίας του, και ούσα υποχρεωμένη να εφαρμόζει απαρέγκλιτα τις με οποιαδήποτε μορφή αποφάσεις του, ενήργησε όχι με την ελευθερία που αφορά τις σχέσεις ιδιωτικού δικαίου, αλλά βάσει των ειδικότερα αναφερομένων νόμων και πράξεων που επέβαλε σ' αυτήν το δεύτερο εφεσίβλητο- εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, χωρίς, όπως ειδικώς προβλέπει ο νόμος 4050/2012 να μπορεί να διαφοροποιηθεί ως προς τον τρόπο ενέργειας της κατά το χρόνο που το Ελληνικό Δημόσιο προσπαθούσε να εξασφαλίσει οικονομική σταθερότητα και βιωσιμότητα του Ελληνικού χρέους .
Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε ότι έχει δικαιοδοσία για την πρώτη εφεσίβλητη- εναγομένη έσφαλε ως προς την εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου δεδομένου ότι δεν έχει δικαιοδοσία το παρόν Δικαστήριο αλλά τα διοικητικά δικαστήρια. Η άποψη αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι με την ΟλΣτΕ 237/2015 κρίθηκε ότι τα Διοικητικά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να δικάσουν αίτηση ακύρωσης της από 9.3.2010 Πράξης του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος που ήταν αναγκαία για την έκδοση της ΠΥΣ 5/24.2.2012....".
Κατόπιν τούτου το Εφετείο απέρριψε την ένδικη αγωγή ως απαράδεκτη για έλλειψη δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων και ως προς την εφεσίβλητη .... Ωστόσο, η ένδικη διαφορά, όσον αφορά την πρώτη εναγομένη-αναιρεσίβλητη είναι ιδιωτικού δικαίου, διότι αφορά τη διαχείριση του "Κοινού κεφαλαίου των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου και Ασφαλιστικών Φορέων", σύμφωνα με το άρθρο 15 παρ. 11 του ν.2469/1997.
Η διαχείριση του Κοινού Κεφαλαίου γεννά σχέσεις ιδιωτικού δικαίου μεταξύ της πρώτης αναιρεσίβλητης και του αναιρεσείοντος που συμμετέχει στο Κοινό Κεφάλαιο, ανεξαρτήτως του ότι δεν πρόκειται για σχέσεις συμβατικές, αφού τόσο η συμμετοχή κάποιου δημόσιου οργανισμού (ΝΠΔΔ ή ασφαλιστικού φορέα, άρθρο 1 α.ν.1611/1950) στο Κοινό Κεφάλαιο είναι υποχρεωτική, όπως υποχρεωτικός είναι και ο τρόπος διαχείρισης των εντασσόμενων στο Κοινό Κεφάλαιο χρημάτων από την ... (άρθρο15 παρ.11 υποπαρ.
γ' ν.2469/1997), όπως και το περιεχόμενο των εν λόγω έννομων σχέσεων καθορίζεται αποκλειστικά από το νόμο (άρθρο 15 παρ. 11 ν.2469/1997) και δεν διαμορφώνεται με δικαιοπρακτικές δηλώσεις βούλησης των φορέων που συμμετέχουν στο Κοινό Κεφάλαιο ή της δεύτερης αναιρεσίβλητης, πλην όμως η φύση και η λειτουργία των δημιουργούμενων εννόμων σχέσεων δεν έχει τα χαρακτηριστικά εκείνων του διοικητικού δικαίου, και ιδίως τη νομική υπεροχή της Τράπεζας έναντι των συμμετεχόντων στο Κοινό Κεφάλαιο δημόσιων οργανισμών ή ασφαλιστικών φορέων.
Εν όψει των ανωτέρω, με το να κρίνει το Εφετείο ότι η ένδικη αγωγή, κατά το μέρος που στρέφεται και κατά της πρώτης εναγόμενης - αναιρεσίβλητης τυγχάνει απορριπτέα ως απαράδεκτη, ελλείψει δικαιοδοσίας παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή ως προς την .... Συνακόλουθα τούτων, ο συναφής πρώτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 14 (κατ'ορθή έννοια) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την πρώτη εναγόμενη - αναιρεσίβλητη, ενώ η αναιρετική εμβέλεια του λόγου αυτού αναίρεσης εκτείνεται στο σύνολο της προσβαλλόμενης απόφασης και, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των διατυπωμένων στην υπό κρίση αίτηση λοιπών λόγων αναίρεσης κατά το μέρος που αφορούν την πρώτη αναιρεσίβλητη.
Από τις διατάξεις των άρθρων 68, 556 παρ.1 και 577 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης γενικώς αλλά και για κάθε λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 του ιδίου Κώδικα, απαιτείται να υπάρχει στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος έννομο συμφέρον, τόσο κατά την άσκηση, όσο και κατά συζήτηση της αναίρεσης, τη συνδρομή του οποίου πρέπει να επικαλείται ο αναιρεσείων στο δικόγραφο της αναίρεσης και το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 556 παρ. 2 ΚΠολΔ αναίρεση δικαιούται να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Νικήσας διάδικος είναι ο ενάγων, του οποίου έγιναν δεκτές οι αιτήσεις, με βάση το τυπικό κριτήριο ή ο εναγόμενος επί απόρριψης των αγωγικών αιτημάτων. Ο νικήσας διάδικος ασκεί αναίρεση, εφόσον έχει έννομο συμφέρον, η ύπαρξη του οποίου κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τη γενική διάταξη του άρθρ. 68, πρέπει δε να αναφέρεται στο αναιρετήριο τούτο για τη νομιμοποίησή του (ΑΠ1663/2010, ΑΠ39/2016).
Το έννομο συμφέρον είναι δυνατόν να υπάρξει και όταν ο διάδικος που νίκησε βλάπτεται από την αιτιολογία της απόφασης και συγκεκριμένα, αν από αυτή δημιουργείται δεδικασμένο σε βάρος του σε άλλη δίκη, όταν δηλαδή η αιτιολογία αφορά στο νομικό συλλογισμό και αποτελεί αναγκαίο στοιχείο του δικαιώματος ή της έννομης σχέση που κρίθηκε, άρα φέρει αφεαυτής προσόντα διατακτικού κατ' άρθρο 578 (ΑΠ1067/2012).
Το έννομο συμφέρον πρέπει να προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση και να είναι ατομικό και άμεσο, υπάρχει δε όταν εξαιτίας της προβαλλόμενης αναιρετικής πλημμέλειας της προσβαλλόμενης απόφασης βλάπτονται ή εκτίθενται σε κίνδυνο βλάβης συγκεκριμένα (ιδιωτικά) δικαιώματα ή νόμιμα συμφέροντα του αναιρεσείοντος, όταν δηλαδή αναπτύσσει δυσμενείς συνέπειες για τη νομική του κατάσταση (ουσιαστική ή δικονομική), (ΑΠ1241/2008, ΑΠ 1921/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και κατά τη συζήτηση αυτής, συνέτρεχε το έννομο συμφέρον της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", δεδομένου ότι, με την απόρριψη της ένδικης αγωγής του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Μετοχικό Ταμείο Αεροπορίας", ως απαράδεκτης, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης.
Τούτο όμως εξέλιπε, από λόγους ανεξάρτητους της βούλησής της, και η αίτηση αναίρεσης κατέστη άνευ αντικειμένου, και συγκεκριμένα επειδή έγινε δεκτή η αίτηση αναίρεσης του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Μετοχικό Ταμείο Αεροπορίας" ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...", αναιρέθηκε ως προς αυτή, η υπ' αριθ. 2851/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και παραπέμφθηκε η υπόθεση, στο ίδιο δικαστήριο να δικάσει την έφεση του αναιρεσείοντος στην ουσία της, ως υπαγόμενης της διαφοράς στη δικαιοδοσία των πολιτικών τακτικών δικαστηρίων.
Επομένως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, ικανοποιείται έτσι ολοκληρωτικά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, με την από 4.7.2017 αίτηση αναίρεσης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...". Επομένως η ένδικη αίτηση αναίρεσης απορριπτέα κρίνεται ως απαράδεκτη.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση, πρέπει καθόσον αφορά το δεύτερο αναιρεσίβλητο, να απορριφθεί και καθόσον αφορά την πρώτη αναιρεσίβλητη, να αναιρεθεί, η προσβαλλόμενη απόφαση. Στη συνέχεια πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί, κατά τούτο, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων, που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 του Ν.4139/2013. Τέλος, λόγω της απορρίψεως της αιτήσεως αναιρέσεως της Τράπεζας της Ελλάδος πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και λόγω του δυσερμήνευτου των διατάξεων που εφαρμόστηκαν πρέπει να συμψηφιστεί στο σύνολό της η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων (άρθρ. 179 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20.12.2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ.2851/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς το δεύτερο αναιρεσίβλητο και την από 4/7/2017 αίτηση για αναίρεση της ίδιας αποφάσεως.
Αναιρεί την ανωτέρω υπ' αριθ. 2851/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη.
Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο παραπάνω Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Συμψηφίζει στο σύνολό της τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Ιουλίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 16 Οκτωβρίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ (και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου)
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ