Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding scope of appeal arguments in labor disputes.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a First Instance Court judgment in a labor dispute. The appellant argued that the First Instance Court erred in law by failing to address specific appeal arguments regarding wage calculations. The court ruled that the First Instance Court correctly determined the appellant's appeal arguments did not cover the specific issue of wage amounts, limiting the scope of review to the specific grounds raised.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577, 591, 664, 666, 115, 256, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; The scope of appellate review is strictly limited to the specific grounds of appeal and counter-appeal raised by the parties.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1271 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1271/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Λουκά Μόρφη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 27 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Μ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σταματούλα Πεφάνη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. που κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Ζ. του Χ., ο οποίoς εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πέτρο Μαρκέτο, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/11/2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 247/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 1471/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28/9/2017 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, η υπό κρίση από 28ης Σεπτεμβρίου 2017 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμόν 1471/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, εκδοθείσης αντιμωλία των διαδίκων, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η κατατεθείσα την 20ή Απριλίου 2015 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμόν 247/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και μετ' εξαφάνιση της εκκαλουμένης έγινε εν μέρει δεκτή η από 28ης Νοεμβρίου 2013 αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά του αναιρεσείοντος, αφορώσα εργατική διαφορά, έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564 και 566 ΚΠολΔ. Πρέπει συνεπώς κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ιδίου Κώδικος να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.
Επειδή, υπό το ισχύον επί αγωγών και ενδίκων μέσων κατατιθεμένων μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2015 δικονομικό καθεστώς (άρθρο ένατο παρ. 2 Ν. 4335/2015), συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 591 παρ. 1 εδ. β', 664 επ., 666 παρ. 1, 115 παρ. 3 και 256 παρ. 1δ' ΚΠολΔ ότι επί υποθέσεων δικαζομένων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία ενώπιον του ειρηνοδικείου ή του μονομελούς πρωτοδικείου δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων, πρέπει οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων να προτείνονται προφορικώς κατά την συζήτηση και να καταχωρίζονται στα πρακτικά με συνοπτική έκθεση των γεγονότων, τα οποία τους θεμελιώνουν, εκτός εάν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες επ' ακροατηρίου προτάσεις, οπότε δεν απαιτείται η καταχώρισή τους στα πρακτικά αλλά μόνον η προφορική πρόταση και ανάπτυξή τους.
Η εν λόγω προφορική πρόταση και ανάπτυξη των ισχυρισμών, η οποία, ως γενόμενη στο ακροατήριο, καταγράφεται στα πρακτικά, τα οποία αποτελούν πλήρη απόδειξη ως προς την συζήτηση και το περιεχόμενο αυτής, πρέπει να προκύπτει ευθέως από το περί προτάσεων και δηλώσεων των διαδίκων τμήμα αυτών και δεν επιτρέπεται να συνάγεται εμμέσως από το περιεχόμενο των καταχωρημένων μαρτυρικών καταθέσεων ή των κατατεθεισών εγγράφων προτάσεων, στις οποίες γίνεται στα πρακτικά αναφορά (ΟλΑΠ 2/2005).
Αφ' ετέρου, υπό το προαναφερόμενο δικονομικό καθεστώς, συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 269 και 527 ΚΠολΔ ότι δεν είναι παραδεκτή στην κατ' έφεση δίκη η προβολή πραγματικών ισχυρισμών, οι οποίοι δεν έχουν προταθεί παραδεκτώς πρωτοδίκως, εκτός εάν προτείνονται από τον εφεσίβλητο προς υπεράσπιση κατά της εφέσεως και δεν μεταβάλλεται η βάση της αγωγής, ή έχουν γεννηθεί μετά την τελευταία συζήτηση ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ή λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπ' όψιν ή δεν έχουν προβληθεί από δικαιολογημένη αιτία ή αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου, και ότι την συνδρομή μιας των εν λόγω περιπτώσεων οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο προτείνων τους νέους πραγματικούς ισχυρισμούς, εκτός εάν πρόκειται περί ισχυρισμών λαμβανομένων αυτεπαγγέλτως υπ' όψιν, ενώ, εάν είναι εκκαλών, η εν λόγω επίκληση πρέπει να γίνει με το εφετήριο ή το δικόγραφο προσθέτων λόγων ή με τις προτάσεις, εφ' όσον η διαδικασία, κατά την οποία εκδικάζεται η υπόθεση, επιτρέπει να προτείνονται οι πρόσθετοι λόγοι και με τις προτάσεις, όπως η διαδικασία των εργατικών διαφορών συμφώνως προς την ισχύουσα υπό το προαναφερόμενο δικονομικό καθεστώς διάταξη του άρθρου 674 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Οι ισχυρισμοί, ότι βάσει της καλής πίστεως δεν είναι άκυρη η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του μισθωτού λόγω καταβολής ελλιπούς αποζημιώσεως απολύσεως οφειλομένη σε εύλογη αμφιβολία ή συγγνωστή πλάνη ή παραδρομή του εργοδότη ως προς το ακριβές ποσόν αυτής και ότι η άσκηση του ενδίκου δικαιώματος του μισθωτού υπερβαίνει προφανώς τα όρια τα επιβαλλόμενα από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό αυτού, αποτελούν ενστάσεις ερειδόμενες επί των διατάξεων των άρθρων 288 και 281 ΑΚ αντιστοίχως, οι οποίες δεν λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπ' όψιν, και συνεπώς, πρέπει κατά τα ανωτέρω να προταθούν παραδεκτώς κατά την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ή, εφ' όσον προταθούν το πρώτον ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, να επικαλεσθεί παραδεκτώς και να αποδείξει ο εκκαλών την συνδρομή μιας των προϋποθέσεων παραδεκτής προβολής αυτών κατ' έφεση.
Περαιτέρω, η απόρριψη από το δικαστήριο ισχυρισμού ως απαραδέκτως προβληθέντος ελέγχεται αναιρετικώς μέσω του λόγου του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, κατά τον οποίον, αναίρεση επιτρέπεται, εάν το δικαστήριο παρά τον νόμο εκήρυξε ή δεν εκήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαιώματος ή απαράδεκτο, και όχι και μέσω του λόγου του αρ. 8 του ιδίου άρθρου, με τον οποίον ελέγχεται αναιρετικώς η μη λήψη υπ' όψιν προταθέντων ισχυρισμών ή η λήψη υπ' όψιν ισχυρισμών μη προταθέντων.
Στην προκειμένη υπόθεση, από την επισκόπηση των οικείων διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής. Με την από 28ης Νοεμβρίου 2013 αγωγή, επικαλούμενος ο αναιρεσίβλητος ότι ο αναιρεσείων, στην επιχείρηση του οποίου παρείχε εξηρτημένη εργασία ως τεχνίτης συντηρητής ανελκυστήρων, έθεσε αυτόν μονομερώς υπό καθεστώς εκ περιτροπής εργασίας, χωρίς να τηρήσει την κατά νόμον διαδικασία, και εν τέλει κατήγγειλε την μεταξύ αυτών σύμβαση εργασίας ακύρως λόγω καταβολής ελλιπούς αποζημιώσεως απολύσεως, εζήτησε εκτός άλλων αιτημάτων, τα οποία δεν αφορούν την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, την αναγνώριση της ακυρότητος της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας και την επιδίκαση μισθών υπερημερίας καθώς και της διαφοράς των δεδουλευμένων αποδοχών του χρονικού διαστήματος της εκ περιτροπής εργασίας, επί της εν λόγω δε αγωγής εξεδόθη η προαναφερθείσα υπ' αριθμόν 247/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγιναν δεκτά τα ως άνω αιτήματα.
Κατά την συζήτηση ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος προέβαλε μόνον άρνηση της αγωγής και δεν επεκαλέσθη προφορικώς ούτε ανέπτυξε τους ισχυρισμούς ότι εκ παραδρομής του αναιρεσείοντος δεν κατεβλήθη ολόκληρο το ποσόν της οφειλομένης στον αναιρεσίβλητο αποζημιώσεως απολύσεως και ότι η άσκηση του ενδίκου δικαιώματος έγινε καταχρηστικώς, ενώ οι εν λόγω ισχυρισμοί, οι οποίοι ούτε έχουν καταχωρηθεί στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ούτε περιέχονται στις κατατεθείσες πρωτοδίκως προτάσεις του αναιρεσείοντος, προεβλήθησαν το πρώτον υπό μορφή λόγων εφέσεως κατά της προαναφερομένης αποφάσεως, χωρίς όμως να γίνεται επίκληση ούτε με το εφετήριο ούτε με τις ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου κατατεθείσες προτάσεις του αναιρεσείοντος της συνδρομής μιάς των προαναφερομένων περιπτώσεων επιτρεπτής προβολής των εν λόγω ισχυρισμών το πρώτον κατ' έφεση.
Συνεπώς, το Μονομελές Εφετείο, το οποίο, επιλαμβανόμενο της εφέσεως του αναιρεσείοντος, απέρριψε με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση τους εν λόγω ισχυρισμούς ως απαραδέκτως το πρώτον προβαλλομένους κατ' έφεση, δεν εκήρυξε παρά τον νόμο απαράδεκτο και επομένως οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ και όχι και εκ του αρ. 8 του ιδίου άρθρου, ως αβασίμως διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο, με τους οποίους πλήττεται η εν λόγω απόρριψη, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Επειδή, από την διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ, κατά την οποία, με την άσκηση της εφέσεως η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά τα δια της εφέσεως και των προσθέτων λόγων καθοριζόμενα όρια, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 520 παρ. 2 και 523 παρ. 1 ιδίου Κώδικος, συνάγεται ότι, εάν η εκκαλουμένη απόφαση περιέχει περισσότερες οριστικές διατάξεις επί αυτοτελών αιτήσεων δικαστικής προστασίας (κεφάλαια της αποφάσεως), μεταβιβάζονται στον δεύτερο βαθμό μόνον όσα εξ αυτών προσεβλήθησαν με το δικόγραφο της εφέσεως ή με τους προσθέτους λόγους ή με αντέφεση και ότι το αντικείμενο της κατ' έφεση δίκης οριοθετείται περαιτέρω από τους λόγους της εφέσεως και της αντεφέσεως, οι οποίοι προσδιορίζουν την έκταση του ελέγχου της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Η κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι ωρισμένο κεφάλαιο της εκκαλουμένης αποφάσεως δεν πλήττεται με λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως ελέγχεται αναιρετικώς μόνον μέσω του λόγου του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ και όχι και μέσω του λόγου του αρ. 8 του ιδίου άρθρου.
Εν προκειμένω, με τον τρίτο και τελευταίο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων επικαλείται ότι το Μονομελές Εφετείο, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη, εδέχθη ότι το ύψος των πρωτοδίκως επιδικασθέντων μισθών υπερημερίας δεν επλήττετο με λόγο εφέσεως και επεδίκασε ως εκ τούτου υπέρ του αναιρεσιβλήτου το ποσόν των 53833,90 ευρώ, το οποίο είχε επιδικάσει και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, παρ' ότι οι αιτιάσεις αυτού στο εφετήριο ως προς την εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων έπλητταν την εκκαλουμένη απόφαση ως προς το σύνολο των παραδοχών της και ως προς όλα τα γενόμενα δεκτά αιτήματα της αγωγής, καθ' όσον είχε διαλάβει σχετικώς στον πρώτο λόγο εφέσεως την εξής περικοπή: "θα εξέφερε (η εκκαλουμένη) έτσι την δίκαιη και ορθή κρίση της ότι δεν είχα καταστεί υπερήμερος και θα επέβαλε την συμπλήρωση της αποζημίωσης κατά το ελλείπον ποσό αντί της επιδικάσεως του υψηλότατου ποσού των 53.833,90 ευρώ, η καταβολή του οποίου θα οδηγήσει στην καταστροφή μου".
Η εν λόγω όμως περικοπή του εφετηρίου, όπως εξ αυτής σαφώς προκύπτει, αφορά λόγο εφέσεως μόνον ως προς το κεφάλαιο της εκκαλουμένης αποφάσεως περί αναγνωρίσεως της ακυρότητος της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσιβλήτου λόγω καταβολής ελλιπούς αποζημιώσεως απολύσεως και δεν θεμελιώνει λόγο εφέσεως περί εσφαλμένης εκτιμήσεως των αποδείξεων ως προς το κεφάλαιο της εκκαλουμένης περί επιδικάσεως μισθών υπερημερίας καθ' ο μέρος αφορά το ύψος του επιδικασθέντος ποσού, ούτε ως προς το κεφάλαιο περί επιδικάσεως της διαφοράς δεδουλευμένων αποδοχών του χρονικού διαστήματος της εκ περιτροπής εργασίας.
Συνεπώς, το Μονομελές Εφετείο, το οποίο έκρινε ότι ο αναιρεσείων δεν προσέβαλλε με λόγους εφέσεως το ύψος του ποσού των επιδικασθέντων μισθών υπερημερίας ούτε την θέση του αναιρεσιβλήτου υπό καθεστώς εκ περιτροπής εργασίας, δεν εκήρυξε παρά τον νόμο απαράδεκτο και επομένως ο τρίτος και τελευταίος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ και όχι και εκ του αρ. 8 του ιδίου άρθρου, ως αβασίμως διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο, με τον οποίον πλήττεται η εν λόγω κρίση, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επειδή, συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτού, ως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 28ης Σεπτεμβρίου 2017 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμόν 1471/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου ποσού χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Απριλίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιουλίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ