Legislator Case Law & Legislation
1271/2017 AI generated

1271/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1271/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1271/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 4585/2013 τελεσίδικη απόφαση του ως εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την από 10-10-2010 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 1913/2010 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που έκανε δεκτή την από 07-12-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου.

Keywords

AI generated
interest rate interest rate subsidy government bond loans and subsidies pension increase initial rent
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1271 / 2017 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1271/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Αβροκόμη Θούα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ", το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα, κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Ανδριανή Κατσαρού, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Τ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μελίνα Μουζουράκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-12-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1913/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 4585/2013 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 2-12-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 30-1-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 4585/2013 τελεσίδικη απόφαση του ως εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την από 10-10-2010 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 1913/2010 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που έκανε δεκτή την από 07-12-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου.

Με την αγωγή αυτή ο ενάγων ισχυρίσθηκε, ότι συνήψε με το εναγόμενο στις 15-01-2002 σύμβαση στεγαστικού δανείου, ποσού 88.041 ευρώ με κυμαινόμενο επιτόκιο ποσοστού 6% και ότι ο όρος της σύμβασης που επιτρέπει στο εναγόμενο να αυξάνει μόνο το συμβατικό επιτόκιο μονομερώς όταν αυξανόταν το επιτόκιο καταθέσεων στις τράπεζες είναι καταχρηστικός, καθώς το εναγόμενο δεν μείωσε αντίστοιχα το επιτόκιο της επίδικης σύμβασης, δεδομένου ότι το επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας από τις 06-12-2002 μέχρι την 30-06-2007 έβαινε συνεχώς μειούμενο ώστε το συμφωνηθέν κυμαινόμενο επιτόκιο της δανειακής σύμβασης να διαμορφώνεται συνεχώς μέχρι την άνω ημερομηνία σε χαμηλότερο ποσοστό, με συνέπεια, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή, να καταβάλει αυτός (ενάγων) κατά την άνω ,περίοδο με βάση το-καθορισθέν ποσοστό επιτοκίου 6%, αδικαιολόγητα επιπλέον τόκους 2.720,45 ευρώ, ποσόν το οποίο και ζήτησε να του καταβάλει νομιμοτόκως το εναγόμενο, καθόσον κατά το ποσό αυτό κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερο.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., όμοιου περιεχομένου με αυτή του άρθρου 559 αριθ. 1 του ίδιου Κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (173 και 200 ΑΚ). Εξάλλου, οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 ΑΚ) εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που υφίσταται κενό σε δικαιοπραξία ή γεννάται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως.

Παραβιάζονται δε οι διατάξεις των άρθρων αυτών στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεση, κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει σ' αυτές για να διαπιστώσει την αληθή βούληση των δικαιοπρακτούντων ή δεν παραθέτει στην απόφαση του τα πραγματικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους δηλαδή σε εσφαλμένη υπαγωγή.

Έμμεση διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας σχετικά με τη δήλωση βούλησης προκύπτει, όταν, παρά την ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας τους, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της δικαιοπραξίας, από την οποία αποκαλύπτεται, ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή αμφιβολία σχετικά με την έννοια της δήλωσης βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, συνεπεία των οποίων δημιουργήθηκε η ανάγκη προσφυγής σε ερμηνεία της δήλωσης.

Η έμμεση αυτή διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας μπορεί να προκύπτει και εκ του γεγονότος ότι το δικαστήριο για την αληθή έννοια της δικαιοπραξίας έλαβε υπόψη του και άλλα αποδεικτικά στοιχεία που βρίσκονται έξω από το κείμενο της δικαιοπραξίας ή χρησιμοποίησε επιχειρήματα ( ΑΠ 1936/2014, ΑΠ 389/2012). Στην προκειμένη περίπτωση, το δικάσαν ως εφετείο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο, τα ακόλουθα: " Ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) συνήψε με το εναγόμενο-εκκαλούν (και ήδη αναιρεσείον) την από 15-1-2002 σύμβαση στεγαστικού δανείου ποσού 30.000.000 δραχμών ή 88.041 ευρώ για την αγορά πρώτης κατοικίας.

Όπως, εξάλλου, δεν αμφισβητείται, η εξόφληση του δανείου συμφωνήθηκε να γίνει σε 60 ίσες εξαμηνιαίες δόσεις, που θα καταβάλλονταν στις 30 Ιουνίου και στις 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους, ποσού 3.181,20 ευρώ εκάστης δόσης, εξοφλούμενες με μηνιαία παρακράτηση από τις εκχωρηθείσες αποδοχές του ενάγοντος. Το επιτόκιο της άνω σύμβασης ορίστηκε κυμαινόμενο και κατά το χρόνο σύναψης της δανειακής σύμβασης ορίσθηκε σε ποσοστό 6% ετησίως ενώ με τον αριθμό 1 όρο της σύμβασης συμφωνήθηκε ότι στην περίπτωση που ήθελε αυξηθεί νομότυπα το επιτόκιο των καταθέσεων στις τράπεζες ή στους πιστωτικούς οργανισμούς, ο δανειστής μπορεί κατά την κρίση του, να αυξάνει οίκοθεν τον τόκο του δανείου, που συνομολογείται με την παρούσα σύμβαση.

Από τους ως άνω όρους προκύπτει ότι το επιτόκιο δεν ορίσθηκε σταθερό, αλλά κυμαινόμενο, διαφορετικά δεν θα υπήρχε λόγος να διατυπωθεί στο κείμενο της σύμβασης ο ως άνω αναφερόμενος με αριθμό 1 όρος, ο οποίος δίνει το δικαίωμα στο εκκαλούν να αυξάνει μονομερώς το επιτόκιο, καθώς η συμφωνία για σταθερό επιτόκιο έχει ως σκοπό την προστασία του δανειολήπτη από μία ενδεχόμενη μονομερή αύξηση του επιτοκίου σε περίπτωση αύξησης του κόστους του χρήματος για το δανειοδότη-πιστωτικό ίδρυμα.

Επομένως, ορθώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε, ότι ο ως άνω προσυμφωνημένος όρος είναι καταχρηστικός και το δυνάμει αυτού επιτόκιο της επίδικης σύμβασης δεν μπορεί να είναι σταθερό αλλά κυμαινόμενο και ως εκ τούτου υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 2.720,45 ευρώ, σύμφωνα με τους επιμέρους υπολογισμούς, οι οποίοι άλλωστε ουδόλως αμφισβητήθηκαν, ούτε πλήττονται ειδικότερα με λόγο έφεσης...".

Έτσι που έκρινε όμως το δικαστήριο της ουσίας, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, παραβιάζοντας αυτές ευθέως. Ειδικότερα, από την κατάστρωση του ως άνω αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου της ουσίας, προκύπτει ότι αυτό προκειμένου να διαγνώσει το ουσιώδες πλην αμφισβητούμενο από το αναιρεσείον περιστατικό της συμφωνίας με κυμαινόμενο επιτόκιο, υποχρεώθηκε να αναζητήσει την πράγματι ηθελημένη έννοια των δηλώσεων οι οποίες είχαν περιληφθεί στη δανειακή σύμβαση, συσχετίζοντας διαφορετικούς όρους της συμβάσεως και δη εκείνον που, κατά τις παραδοχές του, καθόριζε το επιτόκιο κατά το χρόνο σύναψης της δανειακής σύμβασης σε 6% ετησίως, με εκείνον με τον αριθμό 1 αυτής, κατά τον οποίο συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ότι στην περίπτωση που αυξηθεί νομότυπα το επιτόκιο των καταθέσεων στις τράπεζες ή στους πιστωτικούς οργανισμούς, το αναιρεσείον μπορεί κατά την κρίση του να αυξάνει οίκοθεν τον τόκο του δανείου που συνομολογήθηκε και αντλώντας επιπλέον επιχείρημα από τον σκοπό που έχει η συμφωνία για σταθερό επιτόκιο.

Έτσι όμως το δικαστήριο διέγνωσε εμμέσως αλλά σαφώς την ύπαρξη αμφιβολίας ως προς τη βούληση των δικαιοπρακτούντων αναφορικά με το είδος του επιτοκίου που συμφωνήθηκε (σταθερό ή κυμαινόμενο), χωρίς να προκύπτει όμως ότι έκανε εφαρμογή των ως άνω ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, υποπίπτοντας ως εκ τούτου στην από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια.

Συνεπώς είναι βάσιμος ο σχετικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το οικείο μέρος του.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω δικαστήριο που την εξέδωσε συντιθέμενο από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος στα μειωμένα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 63 παρ. 1 ν.2214/1994), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 4585/2013 απόφαση του ως εφετείου δικάσαντος Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Απριλίου 2017.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Ιουλίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ