1271/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1271/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296 και 297 Κ.Πολ.Δ, οι οποίες εφαρμόζονται σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για αναίρεση, προκύπτει ότι, παραίτηση ολική ή μερική από το δικόγραφο του ενδίκου μέσου που έχει ασκηθεί, όπως είναι και η αναίρεση (άρθρ. 495 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ), μπορεί να γίνει και με προφορική δήλωση, προτού αρχίσει η προφορική συζήτηση.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1271 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1271/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - καθής η πρόσθετη παρέμβαση: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", η οποία εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Ηλιοπιερέα - Πιερράκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Με το δε από 16-6-2009 δικόγραφο του έχει ήδη παραιτηθεί ως προς τις 9η, 11η και 15ο αναιρεσιβλήτους και με το από 23-11-2009 δικόγραφο του επίσης έχει παραιτηθεί από τους 12η και 13η αναιρεσίβλητες.
Των αναιρεσιβλήτων - υπερών η πρόσθετη παρέμβαση: Ψ1 μέχρι Ψ15 , κατοίκου ...
Οι 1η και 5η αναιρεσίβλητες παραστάθηκαν με την δικηγόρο τους Μαργετίνη Στεφανάτου και οι 2η, 3η, 4η, 6η, 7η, 8η, 10η και 14η εκπροσωπήθηκαν από την ίδια ως άνω δικηγόρο τους.
Του προσθέτως παρεμβαίνοντος: Επαγγελματικού σωματείου με την επωνυμία "ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΕΝΩΣΗ ΤΕΧΝΙΚΩΝ Ο.Τ.Ε.", που εδρεύει στην... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο του Ιωάννη Καρούζο, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-5-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2094/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 7860/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 21-9-2007 αίτησή της, με τις δε από 8-12-2009 προτάσεις της ζητά την επαναφορά των πραγμάτων στη προτέρα κατάσταση. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Γρηγόριος Κουτσόπουλος ανέγνωσε την από 30-9-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών.
Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων και ο αντιπρόσωπος του προσθέτως παρεμβαίνοντος ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 294, 296 και 297 Κ.Πολ.Δ, οι οποίες εφαρμόζονται σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για αναίρεση, προκύπτει ότι, παραίτηση ολική ή μερική από το δικόγραφο του ενδίκου μέσου που έχει ασκηθεί, όπως είναι και η αναίρεση (άρθρ. 495 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ), μπορεί να γίνει και με προφορική δήλωση, προτού αρχίσει η προφορική συζήτηση.
Η δήλωση αυτή καταχωριζομένη στα πρακτικά, επιφέρει κατάργηση της δίκης. Συνακόλουθα, η παραίτηση της αναιρεσείουσας από του δικογράφου της ένδικης αιτήσεως ως προς τους: ενάτη, ενδεκάτη, δεκατοπέμπτο, δωδέκατο και δεκάτη τρίτη των αναιρεσιβλήτων, που έγινε πριν από την προφορική συζήτηση της υποθέσεως, με καταχωρισμένη στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως, δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του, είναι σύννομη, συνεπάγεται κατάργηση της δίκης και έχει ως αποτέλεσμα ότι η αναίρεση θεωρείται πως δεν ασκήθηκε (άρθρ. 295 παρ. 1 και 299 Κ.Πολ.Δ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 80, 81, 82, 556 παρ. 1, 558 εδ. α, 495 και 561 Κ.Πολ.Δ, προκύπτει ότι επιτρέπεται η άσκηση ενώπιον του Αρείου Πάγου πρόσθετης παρεμβάσεως υπέρ κάποιου διαδίκου της αναιρετικής δίκης. Στην προκείμενη περίπτωση το επαγγελματικό σωματείο με την επωνυμία "ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑ ΕΝΩΣΗ ΤΕΧΝΙΚΏΝ ΟΤΕ" άσκησε ενώπιον του Αρείου πάγου, με το από 1-12-2009 ιδιαίτερο δικόγραφο, στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 2-12-2009, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ των αναιρεσιβλήτων, ορίσθηκε δε για τη συζήτηση της πρόσθετης παρέμβασης η ίδια δικάσιμος (8-12-2009) που είχε ήδη ορισθεί και για την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως.
Σύμφωνα με τα παραπάνω, παραδεκτώς κατ' άρθρ. 669 Κ.Πολ.Δ ασκήθηκε η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση, ενώπιον του Αρείου Πάγου, αφού το παρεμβαίνον, κατά τα εκτιθέμενα με την παρέμβαση, αποτελεί αναγνωρισμένο επαγγελματικό σωματείο εργαζομένων και μέλη του είναι οι αναιρεσίβλητοι, υπέρ των οποίων έγινε η πρόσθετη αυτή παρέμβαση.
Επομένως, πρέπει η εν λόγω πρόσθετη παρέμβαση να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν, συνεκδικαζόμενη με την αίτηση αναιρέσεως. Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 του ΑΚ και 1 του ν. 2112/1920, συνάγεται ότι: α)Σύμβαση εργασίας αόριστου χρόνου είναι εκείνη στην οποία οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ρητώς ή σιωπηρώς ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας.
β) Σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου είναι εκείνη στην οποία ρητώς ή σιωπηρώς έχει συμφωνηθεί η λήξη της σε ορισμένο χρόνο ή η λήξη αυτή προκύπτει από το είδος και το σκοπό της εργασιακής συμβάσεως ή επιβάλλεται από διάταξη νόμου. Εξάλλου, ορίζεται: α) στο άρθρο 671 του ΑΚ ότι "η σύμβαση εργασίας που συνομολογήθηκε για ορισμένο χρόνο λογίζεται πως ανανεώθηκε για αόριστο χρόνο, αν μετά τη λήξη του χρόνου της ο εργαζόμενος εξακολουθεί την εργασία χωρίς να εναντιώνεται ο εργοδότης" και β) στο άρθρο 8 παρ. 1 εδ.
γ' του ν. 2112/1920 ότι "οι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ' ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου".
Οι διατάξεις όμως αυτές (των άρθρων 671 του ΑΚ και 8 παρ. 1 εδ. γ' του ν. 2112/1920) δεν εφαρμόζονται στην περίπτωση καταρτίσεως αλλεπάλληλων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, όταν αυτές δικαιολογούνται από κάποιο αντικειμενικό λόγο, όπως είναι και εκείνος κατά τον οποίο η σύναψη συμβάσεως για ορισμένο χρόνο επιβάλλεται από διάταξη νόμου ή κανονιστική διάταξη.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 24 του Γ.Κ.Π.-Ο.Τ.Ε προκύπτει ότι το έκτακτο προσωπικό προσλαμβάνεται δια συμβάσεως ορισμένου είτε αορίστου χρόνου. Η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 24 α του Γ.Κ.Π.-Ο.Τ.Ε. που τέθηκε σε ισχύ με την 95917/1989 απόφαση των Υπουργών Προεδρίας, Εργασίας και Επικοινωνιών (ΦΕΚ 747 Β της 9.10.1989) από την οποία προκύπτει, ότι δεν επιτρέπεται η πρόσληψη έκτακτου προσωπικού για την εκτέλεση έργου οιουδήποτε κλάδου ή ειδικότητας με σύμβαση αορίστου χρόνου (παρ. 1), ότι ειδικά για την εκτέλεση έργου των λοιπών κλάδων και ειδικοτήτων (πλην των κλάδων Διοικητικού- Εκμεταλλεύσεως Οικονομικού και Τεχνικού) και για την εκτέλεση ειδικού έργου των εξαιρούμενων κλάδων, εφ' όσον πρόκειται για κάλυψη πρόσκαιρων ή εποχιακών αναγκών, επιτρέπεται η πρόσληψη εκτάκτου προσωπικού, με σύμβαση ορισμένου χρόνου η οποία δεν επιτρέπεται να παραταθεί ή να ανανεωθεί ή να μετατραπεί σε σύμβαση αορίστου χρόνου (παρ. 3).
Για το προσωπικό αυτό, εκτός από τις διατάξεις του άρθρου αυτού εφαρμόζονται και οι διατάξεις αυτές της εκτός του κανονισμού κειμένης νομοθεσίας (παρ. 5), ως τέτοια δε νοείται η νομοθεσία η σχετική με τις προσλήψεις που διέπει τον Δημόσιο Τομέα, όπως αυτός προσδιορίζεται από το άρθρο 6 παρ. 1 του ν. 1286/1982, που τροποποιήθηκε μεταγενέστερα με το άρθρο 14 του ν. 2190/1994, ήτοι η περιλαμβανομένη στο ν. 1735/1987 "προσλήψεις στο Δημόσιο τομέα κλπ.".
Ειδικότερα από το άρθρο 13 του νόμου αυτού προκύπτει ότι για όλους τους φορείς του Δημοσίου τομέα ο χρόνος διαρκείας της σύμβασης εργασίας του προσωπικού που προσλαμβάνεται για κάλυψη πρόσκαιρων αναγκών ορίζεται κατ' ανώτατο όριο σε ένα έτος, που μπορεί να παραταθεί για ένα ακόμη το πολύ έτος (παρ. 6). Μετά τη λήξη του πιο πάνω χρόνου απασχόλησης η σύμβαση λύεται αυτοδικαίως και το προσωπικό αποχωρεί από την υπηρεσία χωρίς καμιά αποζημίωση και χωρίς καμιά διατύπωση.
Οποιαδήποτε παράταση της αρχικής σύμβασης ή ανανέωση με σύναψη νέας σύμβασης πέρα από το ανώτατο κατά περίπτωση χρονικό όριο απασχόλησης απαγορεύεται και οι προϊστάμενοι των υπηρεσιών ή άλλα αρμόδια όργανα πού ενεργούν κατά παράβαση των παραπάνω παραγράφων διώκονται ποινικά για παράβαση καθήκοντος.
Άρα αφού οι συμβάσεις του προσωπικού που προσλαμβάνεται στο δημόσιο τομέα για κάλυψη πρόσκαιρων αναγκών, στο οποίο περιλαμβάνεται και το έκτακτο προσωπικό του Ο.Τ.Ε., (άρθρα 24 και 24α Γ.Κ.Π.-Ο.Τ.Ε.). που προσλήφθηκε μετά την ισχύ του ν. 1735/1987, είναι πάντοτε ορισμένου χρόνου, κατ' επιταγή του νόμου, δεν έχουν εφαρμογή σ' αυτές οι διατάξεις του άρθρου 8 ν. 2112/1920, που προβλέπει ότι σε περίπτωση διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έχει εφαρμογή ο ν. 2112/1920, αν ο καθορισμός της διαρκείας τους δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκοπίμως για καταστρατήγηση των διατάξεων του, ούτε η διάταξη του άρθρου 671 Α.Κ., κατά την οποία η σύμβαση εργασίας που συνομολογήθηκε για ορισμένο χρόνο, λογίζεται ότι ανανεώθηκε για αόριστο χρόνο, αν μετά τη λήξη του χρόνου της, ο εργαζόμενος εξακολουθεί την εργασία του, χωρίς να εναντιώνεται ο εργοδότης.
Τα ίδια ισχύουν και κατά τον αναμορφωμένο ΓΚΠ-ΟΤΕ που τέθηκε σε ισχύ με την από 10-6-1999 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (όρος 21 της εν λόγω Ε.Σ.Σ.Ε.- άρθρο 7 παρ. 1 ν. 1876/1990), κατά την διάταξη του άρθρου 2 παρ.2 του οποίου ο Οργανισμός δύναται προς κάλυψη έκτακτων και πρόσκαιρων αναγκών να προσλαμβάνει έκτακτο προσωπικό με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου κατά σύστημα, όρους, διαδικασία και προϋποθέσεις που καθορίζονται με απόφαση της Διοίκησης.
Η σύμβαση εργασίας απαγορεύεται να παραταθεί ή να ανανεωθεί ή να μετατραπεί σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Το προσωπικό αυτό διέπεται αποκλειστικά από τη σύμβαση εργασίας του και την εργατική νομοθεσία, χωρίς να υπάγεται στον παρόντα Κανονισμό.
Συνεπώς, εφόσον δεν συντρέχουν οι τιθέμενες πιο πάνω προϋποθέσεις, μετατροπή των κατά το άρθρο 2 παρ. 2 του ήδη ισχύοντος ΓΚΠ-ΟΤΕ συναπτόμενων συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αόριστου χρόνου δεν μπορεί να γίνει (ΑΠ 1177/08). Εξάλλου με την οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999, με τις διατάξεις της οποίας τα κράτη-μέλη όφειλαν μέχρι στις 10.7.2001 να προσαρμόσουν τις εθνικές νομοθεσίες τους και ειδικότερα με τη ρήτρα 5 της Οδηγίας αυτής, που αφορά τα ληπτέα νομοθετικά μέτρα, για την αποτροπή της καταχρήσεως που μπορεί να προκύψει από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου προβλέπεται: 1) να προσδιορισθούν:
α) οι αντικειμενικοί λόγοι που δικαιολογούν την ανανέωση συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, β) η μεγίστη συνολική διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας, 2) να καθοριστεί, όταν χρειάζεται από ποιες συνθήκες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου α) θεωρούνται ."διαδοχικές", β) χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου.
Η παραπάνω οδηγία, ως εκ της μορφής των αναφερθεισών διατάξεων της, δεν παρέχει δυνατότητα αμέσου επικλήσεως των διατάξεων αυτών, λόγω μη έγκαιρης μετεγγραφής της Οδηγίας στην εθνική έννομη τάξη μέχρι 10.7.2001 και σε κάθε περίπτωση μέχρι 10.7.2002, ούτε επιβάλλει τον χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου και δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 8 του ν. 2112/1920, κατ' επιταγή αυτής (σχετ.
Ολ. ΑΠ 20/2007). Περαιτέρω στο π.δ. 81 της 27-3/2-4-2003 ("ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου"), που, κατά το άρθρο του 1, εκδόθηκε για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999 σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου και του οποίου π.
δ/τος η ισχύς, σύμφωνα με το άρθρο 9, άρχισε από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (2-4-2003), ορίζονται, μεταξύ άλλων, και τα εξής που ενδιαφέρουν εδώ : α)Στο άρθρο του 2 παρ. 1, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του π.δ. 180/2004, ότι "με την επιφύλαξη των οριζόμενων στο άρθρο 2 παρ. 1 του Π.Δ. 164/2004..., το παρόν Προεδρικό Διάταγμα εφαρμόζεται στους εργαζομένους με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίοι απασχολούνται στον ιδιωτικό τομέα, λαμβανομένων και των ανωνύμων εταιρειών που είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Π.Δ. 164/2004, σύμφωνα με το άρθρο 3 περίπτωση γ' αυτού", με την οποία διάταξη (του άρθρου 3 περ.
γ' του π.δ. 164/2004) ορίζεται ότι "δημόσιος τομέας" (για την εφαρμογή του τελευταίου π.δ/τος) νοείται ο οριοθετούμένος από τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ. 1 του ν. 1892/1990 ή από άλλες ειδικές διατάξεις, όπως εκάστοτε ισχύουν, αποκλειομένων σε κάθε περίπτωση από αυτόν των ανωνύμων εταιρειών, που είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, οι οποίες υπάγονται στις ρυθμίσεις του π.δ. 81/2003.
Τέτοια ανώνυμη εταιρεία, η οποία, ως εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και μη εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής του π.δ. 164/2004, σύμφωνα με το άρθρο 3 περ. γ' αυτού, υπαγόμενη έτσι στις ρυθμίσεις του π.δ. 81/2003, αποτελεί και η αναιρεσείουσα (ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" (Ο.Τ.Ε.).
β) Στο άρθρο του 5, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του π.δ. 180/2004, ότι "1 η χωρίς περιορισμό ανανέωση συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου είναι επιτρεπτή, αν δικαιολογείται από έναν αντικειμενικό λόγο. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται ιδίως: Αν δικαιολογείται από τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα του εργοδότη ή της επιχείρησης, ή από ειδικούς λόγους ή ανάγκες, εφόσον τα στοιχεία αυτά προκύπτουν αμέσως ή εμμέσως από την οικεία σύμβαση, όπως η προσωρινή αναπλήρωση μισθωτού, η εκτέλεση εργασιών παροδικού χαρακτήρα, η προσωρινή σώρευση εργασίας, ή η ορισμένη διάρκεια βρίσκεται σε συνάρτηση με εκπαίδευση ή κατάρτιση, ή γίνεται με σκοπό τη διευκόλυνση μετάβασης του εργαζομένου σε συναφή απασχόληση, ή γίνεται για την πραγματοποίηση συγκεκριμένου έργου ή προγράμματος ή συνδέεται με συγκεκριμένο γεγονός...3.
Σε περίπτωση που η χρονική διάρκεια των διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου υπερβαίνει συνολικά τα δύο (2) έτη, τεκμαίρεται ότι με αυτές επιδιώκεται η κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης με συνέπεια τη μετατροπή, αυτών σε-συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αόριστου χρόνου.
Αν στο χρονικό διάστημα των δύο ετών ο αριθμός των ανανεώσεων των σύμφωνα με την παράγραφο 4 του παρόντος άρθρου διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας υπερβαίνει τις τρεις (3) τεκμαίρεται ότι με αυτές επιδιώκεται η κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης με συνέπεια τη μετατροπή των συμβάσεων αυτών σε συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου.
Το βάρος της ανταπόδειξης σε κάθε περίπτωση φέρει ο εργοδότης. 4. "Διαδοχικές" θεωρούνται οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίζονται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου, με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας και δεν μεσολαβεί μεταξύ τους χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των σαράντα πέντε (45) ημερών, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι μη εργάσιμες ημέρες...5.
Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται σε συμβάσεις ή ανανεώσεις συμβάσεων ή σχέσεις εργασίας που συνάπτονται μετά τη θέση σε ισχύ του παρόντος διατάγματος". Γ) Στο άρθρο του 8Α, που προστέθηκε με το άρθρο 4 του π.δ. 180/2004 ότι "Ι. στις διαδοχικές συμβάσεις, που είναι ενεργές ως την έναρξη ισχύος του παρόντος Διατάγματος και έχουν συναφθεί με φορείς που ανήκαν ή ανήκουν στο δημόσιο τομέα, όπως αυτός οριοθετείται από τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ. 1 του ν. 1892/1990...ή από άλλες ειδικές διατάξεις, όπως εκάστοτε ισχύουν και οι οποίοι κατά την έναρξη ισχύος του Π.Δ. 164/2004....ήταν εισηγμένοι στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών με τη μορφή ανώνυμης εταιρείας, όπως ήταν και η αναιρεσείουσα (ΑΠ 80/2000), έχουν ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις του άρθρου 11 του ως άνω Π.Δ...".
Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 2 του ν. 3302/2004 ορίστηκε ότι "Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 8Α του Π.Δ. 81/2003 (ΦΕΚ 77 Α'), όπως το άρθρο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 4 του ΠΔ 180/2004 (ΦΕΚ 160 Α'), επί των κρίσεων των διοικητικών συμβουλίων των κατά περίπτωσιν ανωνύμων εταιρειών, με τις οποίες κρίνονται οι αιτήσεις των ενδιαφερομένων αναφορικά με τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων της υπαγωγής τους στη διάταξη αυτή, έχει εφαρμογή και η διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 11 του Π.Δ. 164/2004 (ΦΕΚ 134 Α').
Εξάλλου, με το άρθρο 5 του ως άνω π.δ. 180/2004 ορίστηκε ότι η ισχύς του προεδρικού αυτού διατάγματος, αν δεν ορίζεται διαφορετικά σε επί μέρους διατάξεις, αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (23-8-2004). Περαιτέρω, με το άρθρο 11 του π.δ 164/2004 ορίζονται τα εξής: "1. Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση, β) Ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας του εδαφίου (α) να έχει πράγματι διανυθεί στον ίδιο φορέα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας, όπως αναγράφεται στην αρχική σύμβαση, γ) Το αντικείμενο της σύμβασης να αφορά σε δραστηριότητες , οι οποίες σχετίζονται ευθέως και αμέσως με πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αντίστοιχου φορέα, όπως αυτές οριοθετούνται από το δημόσιο συμφέρον το οποίο υπηρετεί ο φορέας αυτός.
δ) ο κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνολικός χρόνος υπηρεσίας πρέπει να έχει παρασχεθεί κατά πλήρες ή μειωμένο ωράριο εργασίας και σε καθήκοντα ίδια ή παρεμφερή με αυτά που αναγράφονται στην αρχική σύμβαση. Οι διαδοχικές συμβάσεις μειωμένου ωραρίου εργασίας συνιστούν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου αυτής, συμβάσεις αορίστου χρόνου μειωμένης απασχόλησης αντίστοιχης με την αναγραφόμενη στην αρχική σύμβαση....2) Για τη διαπίστωση της συνδρομής των κατά την προηγούμενη παράγραφο προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη της ισχύος του παρόντος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών, αρμόδιο όργανο για να κρίνει αιτιολογημένα εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό και όπου δεν υπάρχει, το Διοικητικό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό, κατά την κείμενη νομοθεσία.
Στις δημοτικές ή κοινοτικές επιχειρήσεις αρμόδιο όργανο είναι, σε κάθε περίπτωση, το Δημοτικό ή Κοινοτικό Συμβούλιο του οικείου ΟΤΑ, ύστερα από εισήγηση του Διοικητικού Συμβουλίου ή του διοικούντος οργάνου της επιχείρησης. Το κατά τα ανωτέρω αρμόδιο όργανο κρίνει περαιτέρω εάν στις συμβάσεις έργου ή άλλες συμβάσεις ή σχέσεις, υποκρύπτονται σχέση εξαρτημένης εργασίας.
Η κατά τις άνω διατάξεις κρίση του αρμόδιου οργάνου ολοκληρώνεται το αργότερο εντός πέντε (5) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος. 3. Οι κατά την παρ. 2 κρίσεις των αρμοδίων οργάνων, θετικές ή αρνητικές, διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ), το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από διαβίβαση σε αυτό των σχετικών κρίσεων.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχτηκε ανελέγκτως, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, τα εξής: Με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου όλοι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι παρείχαν τις υπηρεσίες τους ως υπάλληλοι σε τηλεπικοινωνιακά εμπορικά καταστήματα της αναιρεσείουσας κατά τα κατωτέρω αναφερόμενα χρονικά διαστήματα, προκειμένου να καλυφθούν πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτής.
Οι ως άνω συμβάσεις καταρτίστηκαν άλλοτε απευθείας με την αναιρεσείουσα, άλλοτε με εργοληπτική εταιρεία, ως αναδόχου έργου αυτής, και, κατά την τελευταία σύμβαση, με την θυγατρική εταιρεία της αναιρεσείουσας, με την επωνυμία "TEMAGON Τεχνολογικές και Επιχειρηματικές Υπηρεσίες ΑΕ". Η πρώτη αναιρεσίβλητη αρχικά προσελήφθη από την εργολητπική εταιρία "ΚΕΡΓΟ ΑΤΕ" ως αναδόχου έργου της αναιρεσείουσας, στις 25.4.2001 και εργάστηκε σ' αυτήν μέχρι την 30.4.2002 και στην συνέχεια προσελήφθη από την τελευταία και με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, από 8.5.2002 έως 19.11.2004, προσέφερε σ' αυτήν τις υπηρεσίες της, και ασχολήθηκε με τη λήψη βλαβών, τη διακίνηση και κάλυψη εντολών, τον σχεδιασμό δικτύου οπτικών ινών, την διαχείριση βουλευτικών συνδέσεων, τις διακοπές και επανασυνδέσεις, τη διόρθωση στοιχείων πελατών, τη γρήγορη παροχή INTERNET κλπ.
Η δεύτερη αναιρεσίβλητη προσελήφθη στις υπηρεσίες της αναιρεσείουσας στις 13.11.2000 και προσέφερε σ' αυτήν και δη στο εμπορικό κατάστημα ... τις υπηρεσίες της (χορήγηση πληροφοριών προς τους πελάτες, την αλλαγή οικονομικών προγραμμάτων πελατών κλπ) μέχρι 19.11.2004. Ο τρίτος αναιρεσίβλητος άρχισε να εργάζεται στις υπηρεσίες της αναιρεσείουσας στις 1.3.1997 με σχετική σύμβαση που κατάρτισε με την εργοληπτική εταιρεία "ΣΤΑΘΜΗ ΑΤΕ", ως αναδόχου της αναιρεσείουσας, στην οποία με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου προσέφερε την εργασία του μέχρι 19.11.2004 και δη στον έλεγχο εσόδων και εξόδων, στην τήρηση βιβλίων και στοιχείων διαφόρων καταστημάτων της κλπ.
Ομοίως η τέταρτη αναιρεσίβλητη με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας προσέφερε τις υπηρεσίες της στην αναιρεσείουσα από 8.2.2000 έως 20.11.2004 σε καταστήματά της, στα οποία απασχολήθηκε σε καταχώρηση σε πληροφορικά συστήματα των υπηρεσιών της αναιρεσείουσας κλπ, ενώ η πέμπτη αναιρεσίβλητη εργάστηκε στις υπηρεσίες της αναιρεσείουσας με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου από 1.9.1995 έως 19.11.2004, απασχολούμενη, μεταξύ άλλων, σε είσπραξη λογαριασμών, διαχείριση και πώληση τηλεκαρτών κλπ.
Ωσαύτως, η έκτη αναιρεσίβλητη απασχολήθηκε στην έκδοση λογαριασμών, το διακανονισμό πληρωμής λογαριασμών στις υπηρεσίες της αναιρεσείουσας με διαδοχικές συμβάσεις από 18.5.2000 μέχρι 19.11.2004, ενώ ο έβδομος αναιρεσίβλητος με όμοιες συμβάσεις εργασίας εργάσθηκε σε καταστήματα της αναιρεσείουσας από 8.1.2001 μέχρι 19.11.2004, απασχολούμενος σ' αυτήν ως ταμίας.
Η ογδόη εργάστηκε στην αναιρεσείουσα από 1.2.2000 μέχρι 19.11.2004 ως ταμίας, με συμβάσεις (διαδοχικές) ορισμένου χρόνου, η δε δέκατη αναιρεσίβλητη εργάστηκε για λογαριασμό της αναιρεσείουσας από 1-9-1996 μέχρι 19-11-2004, με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ως υπάλληλός της. Επίσης ο δέκατος τέταρτος αναιρεσίβλητος προσελήφθη και πρόσφερε τις υπηρεσίες του στην αναιρεσείουσα από 5-10-2001 μέχρι 21-11-2004 με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας στην παροχή πληροφοριών, τη διακοπή και επανασύνδεση τηλεφωνικών γραμμών.
Όλες οι ανωτέρω συμβάσεις των αναιρεσιβλήτων έληξαν κατά την ημερομηνία που για καθένα από αυτούς αναφέρεται παραπάνω, ήτοι για ορισμένους από αυτούς την 19.11.2004 και τους υπόλοιπους την 20.11.2004 ή την 21.11.2004. Για το λόγο αυτό έκτοτε η αναιρεσείουσα αρνείται τις υπηρεσίες που προσηκόντως της προσφέρουν οι αναιρεσίβλητοι.
Ανεξάρτητα δε από τον προσχηματικό χαρακτηρισμό που προφανώς σκόπιμα έδωσε η αναιρεσείουσα στις ένδικες συμβάσεις των αναιρεσιβλήτων ως ορισμένου χρόνου, από την φύση και την λειτουργία της εργασιακής τους σχέσης αναδεικνύεται η πραγματική υφή της σύμβασής τους καθώς και η βούληση των συμβαλλομένων μερών, να υπάρχει δηλαδή και να λειτουργεί μεταξύ τους μια ενιαία σύμβαση εργασίας με όλα τα χαρακτηριστικά της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για την κάλυψη πάγιων, μόνιμων και διαρκών αναγκών των ανωτέρω Υπηρεσιών του ΟΤΕ.
Η κάλυψη των μόνιμων, πάγιων και διαρκών υπηρεσιών του ΟΤΕ ανταποκρίνεται στις πραγματικές συνθήκες απασχόλησής τους. Από την πρώτη στιγμή της πρόσληψής τους οι αναιρεσίβλητοι παρείχαν τις εξειδικευμένες βάσει της προαναφερθείσας επαγγελματικής τους ειδικότητας υπηρεσίες τους ως τεχνικό προσωπικό, υπό τους ίδιους όρους και συνθήκες με το μόνιμο προσωπικό της αναιρεσείουσας και αναφέρονταν ως προσωπικό της, χωρίς καμία διάκριση, μαζί με το μόνιμο προσωπικό της στα προγράμματα εργασίας που οι Υπηρεσίες της κατάρτιζαν.
Έτσι οι ένδικες συμβάσεις είχαν από την αρχή όλα τα τυπικά χαρακτηριστικά των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, γιατί ουδεμία εποχικότητα ή έκτακτη ανάγκη υπήρχε στην φύση και το περιεχόμενο της παρεχομένης προς την αναιρεσείουσα εργασίας τους. Ανεξάρτητα επομένως εάν προσλήφθηκαν με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου διαρκώς ανανεούμενες από το έτος 2002 και μετά, ως δήθεν έκτακτο προσωπικό, κάλυψαν πάγιες, μόνιμες και διαρκείς ανάγκες του ΟΤΕ.
Όλοι δε οι αναιρεσίβλητοι, σύμφωνα, με όσα προαναφέρθηκαν, εργάστηκαν με την ίδια επαγγελματική ειδικότητα στην αναιρεσείουσα με συμβάσεις ορισμένου χρόνου αρκετά χρόνια πριν την κατάρτιση των ενδίκων συμβάσεων, καλύπτοντας τις ίδιες πάγιες και διαρκείς ανάγκες και στις περιπτώσεις που φερόμενος ως εργοδότης των αναιρεσιβλήτων στις προγενέστερες (του έτους 2002) χρονικές περιόδους ήσαν οι ανωτέρω ανάδοχες εταιρείες.
Σε κάθε περίπτωση οι αναιρεσίβλητοι εργάζονταν στις ίδιες Υπηρεσίες της αναιρεσείουσας και κάλυπταν πάντα τις ίδιες, όπως πιο πάνω, πάγιες και διαρκείς ανάγκες της. Ακολούθως, με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι οι αναιρεσίβλητοι συνδέονταν με την αναιρεσείουσα με συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και υποχρέωσε την τελευταία να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους.
Επίσης δέχθηκε το εφετείο ότι η αναιρεσείουσα αποτελούσε "πραγματικό εργοδότη και αποδέκτη" της εργασίας τους και ωφελούταν και αξιοποιούσε άμεσα αυτήν, έχοντας τη δυνατότητα να προκαλέσει τη λύση των εργατικών του συμβάσεων ασκώντας το διευθυντικό της δικαίωμα....Η τυπική μεταβολή εξάλλου του αντισυμβαλλόμενου κάθε φορά εργοδότη δε συνδεόταν από οποιαδήποτε ουσιώδη μεταβολή των καθηκόντων τους και των εν γένει συνθηκών παροχή της εργασίας τους.
Ανεξάρτητα δηλαδή από τον τρόπο με τον οποίο η αναιρεσείουσα οργάνωνε κάθε φορά την επιχειρηματική της δραστηριότητα, αναθέτοντας λ.χ μέρος των εργασιών της σε εργοληπτικές εταιρίες ή στην θυγατρική της εταιρία "TEMAGON ΑΕ", οι αναιρεσίβλητοι παρείχανε τις υπηρεσίες του με τα ίδια ή παρεμφερή καθήκοντα υπαλλήλου, στα υποκαταστήματα της αναιρεσείουσας και για λογαριασμό αυτή, υπό την εποπτεία των αντιπροσωπευτικών οργάνων της.
Ακολούθως το Εφετείο, απέρριψε την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο έκρινε νόμιμη την αγωγή και στη συνέχεια ως ουσιαστικά βάσιμη. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ορθά εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 8 παρ. 3 ν. 2112/1920, 2 παρ. 2 του ΓΚΠ-ΟΤΕ, 13 ν. 2190/1994, καθώς και εκείνων των άρθρων 11 ΠΔ 164/2004, 8Α του ΠΔ 81/2003 και 4 ΠΔ 180/2004, στο πραγματικό των οποίων εμπίπτουν και οι επίδικες συμβάσεις των αναιρεσιβλήτων και της αναιρεσείουσας, ανώνυμης εταιρίας που είναι εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, προκειμένου να χαρακτηρισθούν ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου καθόσον σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείο, 1) οι συμβάσεις αυτές είχαν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του ΠΔ 180/2004 (με το οποίο προστέθηκε στο ΠΔ 81/2003 το άρθρο 8 α), ήτοι πριν την 23-8-2004, και ήταν ενεργείς έως την έναρξη ισχύος αυτού, 2) η συνολική διάρκεια των διαδοχικών αυτών συμβάσεων, με τρεις μάλιστα ανανεώσεις της αρχικής συμβάσεως, ήταν τουλάχιστον 24 μήνες έως την έναρξη ισχύος του ως άνω ΠΔ/τος 180/2004, 3) ο χρόνος αυτός υπηρεσίας διανύθηκε από τους αναιρεσιβλήτους στον ίδιο φορέα, ήτοι στον αναιρεσείοντα, με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους όρους εργασίας, προς κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών της αναιρεσείουσας, πραγματικής εργοδότριας αυτών.
Θα πρέπει να λεχθεί ότι στην ένδικη αγωγή περιεχόνταν με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούσαν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των ανωτέρω Π.Δ/τος, καθόσον, 1) Κατά την έναρξη της ισχύος του τελευταίου ΠΔ 180/2004 (23-8-2004), με συνυπολογισμό και του χρόνου εργασίας τους στην ως άνω θυγατρική εταιρία της αναιρεσείουσας είχαν συμπληρώσει χρόνο μεγαλύτερο των 24 μηνών, 2) έχουν συνάψει τρεις διαδοχικές συμβάσεις με την αναιρεσείουσα, στην οποία εξακολουθούν χωρίς διακοπή, να παρέχουν τις υπηρεσίες τους, 3) η τελευταία είναι η πραγματική εργοδότρια των αναιρεσιβλήτων καθόλο το ένδικο χρονικό διάστημα και ως εκ τούτου νομιμοποιούνται οι τελευταίοι να στραφούν εναντίον της προς ικανοποίηση των ένδικων αξιώσεών τους, 4) οι συμβάσεις τους ήταν ενεργείς κατά τη δημοσίευση του ΠΔ 180/2004 (23-8-2004) και 5) το αντικείμενο της εργασίας τους αφορά δραστηριότητα που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες της αναιρεσείουσας εταιρίας.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ, με τον οποίο προβάλλεται παραβίαση, από το Εφετείο, στον ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι αβάσιμος. Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, από την ίδια ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ, προβάλλεται παραβίαση των "ουσιαστικών Κανόνων δικαίου" ως προς τον φορέα των νομικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, γιατί το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι πραγματικές αποδέκτης των υπηρεσιών των αναιρεσιβλήτων και άμεσα ωφελουμένη από την Εργασία τους ήταν πάντοτε η αναιρεσείουσα, η οποία και αποτελούσε τον πραγματικό εργοδότη τους και επομένως εκείνη νομιμοποιείτο παθητικώς στην ένδικη αγωγή.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι από τη επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.πολ.Δ πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση του Δικαστηρίου της ουσίας πραγματικών γεγονότων σχετική με το πραγματικό εργοδότη των αναιρεσιβλήτων. Κατά το άρθρο 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955 "πάσα αξίωση μισθωτού πηγάζουσα εξ ακύρου καταγγελίας της σχέσεως εργασίας τυγχάνει απαράδεκτος, εφόσον η σχετική αγωγή δεν εκοινοποιήθη εντός τριμήνου ανατρεπτικής προθεσμίας από της λύσεως της σχέσεως εργασίας".
Η προθεσμία αυτή είναι αποσβεστική και σ' αυτήν υπόκειται η αξίωση του μισθωτού για αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας και επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας, σε οποιαδήποτε αιτία και αν οφείλεται η καταγγελία. Πρόκειται για καθιέρωση ουσιαστικού απαραδέκτου, το οποίο κατά κύριο λόγο πλήττει το δικαίωμα της επικλήσεως και προσβολής της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας ως άκυρης και κατ' ανάγκην και τις συνεχόμενες με αυτό ουσιαστικές αξιώσεις.
Εξάλλου, κατά τα άρθρα 261, 263 του ΑΚ, που κατά το άρθρο 279 εφαρμόζονται και επί αποσβεστικής προθεσμίας, αυτή διακόπτεται με την έγερση της αγωγής, αλλά θεωρείται σαν να μη διακόπηκε αν ο ενάγων παραιτηθεί και εγείρει πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, οπότε θεωρείται ότι η αποσβεστική προθεσμία έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ανελέγκτως τα εξής: Οι ενάγοντες με την κρινόμενη από 30.5.2005 αγωγή τους, παραδεκτώς παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της από 14.1.2005 αρχικά ασκηθείσας με το ίδιο περιεχόμενο και αιτήματα αγωγής (καταγγελία της σύμβασης 19.11.2004 και άσκηση αγωγής στις 19.1.2005....).
Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την ένσταση της ανωτέρω τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, αφού ορθά εφήρμοσε και ερμήνευσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικές διατάξεις. Με τον από το άρθρο 559 αριθ. 1 τρίτο λόγος αναιρέσεως προβάλλεται παραβίσαη των ουσιαστικών αυτών διατάξεων, διότι το Εφετείο, ενώ δέχθηκε ότι η νομική προσωπικότητα της εταιρίας TEMAGON η οποία προσλάμβανε και απέλυε το δικό της προσωπικό ταυτιζόταν με τη διαφορετική προσωπικότητα του αναιρεσείοντος, έκανε περαιτέρω δεκτό ότι η ανωτέρω τρίμηνη αποσβέστικη προθεσμία προσμετράτε από την ημέρα της απόλυσης των αναιρεσιβλήτων από την TEMAGON και ως εκ τούτου κάθε παραγραφή διακόπηκε με την έγερση της ένδικης αγωγής, ενώ έπρεπε να προσμετρήσει την τρίμηνη αυτή αποκλειστική προθεσμία από την ημέρα απόλυσης των αναιρεσιβλήτων από τον αναιρεσείοντα.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται με εσφαλμένη προϋπόθεση. Καθόσον, ειδικότερα, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι μολονότι η θυγατρική εταιρία της αναιρεσείουσας TEMAGON ΑΕ εμφανιζόταν ως τυπικά αντισυμβαλλόμενος εργοδότης κατά τη σύναψη της τελευταίας σύμβασης πραγματικός εργοδότης, καθόλη τη διάρκεια λειτουργίας των ενιαίων συμβάσεων εργασίας των αναιρεσιβλήτων, ήταν η αναιρεσείουσα, η οποία ήταν πραγματική αποδέκτης των υπηρεσιών της και άμεσα οφειλούμενη από την εργασία της και ότι, αυτή, ασκώντας το διευθυντικό της δικαίωμα, είχε τη δυνατότητα να προκαλέσει τη λύση των εργασιακών συμβάσεων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21-9-2007 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ (ΟΤΕ)" για αναίρεση της 7860/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα: α) των αναιρεσιβλήτων, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1200) ευρώ και β) του υπέρ αυτών παρεμβάντος, τα οποία προσδιορίζει σε επτακόσια (700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 11 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2010 .
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ