Legislator Case Law & Legislation
1271/2008 AI generated

1271/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1271/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαΐου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4583/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 4822/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-4-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Λεωνίδας Ζερβομπεάκος ανέγνωσε την από 15-4-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Legislator headnote

AI generated

1271/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι στις 19-6-1987 ο Γ εμφανίστηκε ενώπιον της Συμ/φου Αθηνών Ελένης Τσεμπετζή ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος και αντίκλητος του Δ, δυνάμει του υπ' αριθ. ..... συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου της ίδιας Συμ/φου, ο οποίος φερόταν ως κύριος του επιδίκου αγροκτήματος από έκτακτη χρησικτησία και πώλησε αυτό στο Ε, δυνάμει του υπ' αριθ. .....

Keywords

AI generated
loss of citizenship expired residence permit voluntary withdrawal rural land rights withdrawal of social benefits previous legal status
AI generated
545/2025
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 18 Σεπτεμβρίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-11-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 497/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 71/2022 του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-11-2022 αίτησή του.
1814/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο-εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
2234/2014
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ι.
206/2014
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Εμμανουήλ Κλαδογένη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.
2027/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Απριλίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1271 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1271/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Χαράλαμπο Παπαηλιού και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Μαΐου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ, η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Τσιτίδη.

Των αναιρεσίβλητων: Ψ1, Ψ2 και Ψ3, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Γαλούνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4583/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 4822/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-4-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Λεωνίδας Ζερβομπεάκος ανέγνωσε την από 15-4-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα : "Το επίδικο ακίνητο, το οποίο είναι αγροτεμάχιο επιφανείας 3.291,79 τ.μ και βρίσκεται στην περιοχή ... του Δήμου Αχαρνών, ανήκε στον Α, ο οποίος με άτυπη πώληση το έτος 1960 το μεταβίβασε στο δικαιοπάροχο των εναγομένων Β που απεβίωσε στις 26-8-1992 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τους εναγομένους (σύζυγο και τέκνα του) κατά ποσοστό 2/8 η πρώτη και 3/8 εξ αδιαιρέτου καθένας από τους δεύτερο και τρίτη.

Επί του εν λόγω ακινήτου ο ανωτέρω δικαιοπάροχος των εναγομένων, ο οποίος ασχολείτο με γεωργικές εργασίες, από τότε που περιήλθε στη νομή και κατοχή του και μέχρι το θάνατό του, ασκούσε τις προσιδιάζουσες στη φύση και προορισμό του υλικές πράξεις. Συγκεκριμένα, φύτεψε σαράντα πέντε (45) ελαιόδεντρα, τα οποία περιποιόταν και περισυνέλεγε τον ελαιόκαρπο, το όργωνε με τρακτέρ και συνέλεγε τα σύκα από τις υπάρχουσες πέντε συκιές, φρόντιζε τα όριά του και το επέβλεπε, κατά τρόπο που αρμόζει στον ιδιοκτήτη (διανοία κυρίου) και έτσι είχε καταστεί κύριος με έκτακτη χρησικτησία.

Το έτος 1984 προτιθέμενος ο Β να πωλήσει το αγρόκτημα απευθύνθηκε στον Γ (σύζυγο της ενάγουσας) μεσίτη της περιοχής και με το υπ' αριθ. ..... πληρεξούσιο του Συμ/φου Αχαρνών Γεωργίου Κονταρούδα, καθ' υπόδειξη του Γ, κατέστησε ειδική πληρεξουσία, αντιπρόσωπο και αντίκλητο την ενάγουσα (σύζυγο του Γ), προς την οποία έδωσε τη ανέκκλητη ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα αντ' αυτού και για λογαριασμό του, να πωλήσει μεταβιβάσει και παραδώσει κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή το επίδικο αγρόκτημα προς οποιονδήποτε τρίτον και προς την ίδια ακόμα και με αυτοσύμβαση.

Το πληρεξούσιο αυτό το υπέγραψε και ο Α ως τρίτος συμβαλλόμενος, αναγνωρίζοντας με σχετική σ' αυτό δήλωση τον τελευταίο κύριο του αγροτεμαχίου. Κατά την ημέρα υπογραφής του ανωτέρω πληρεξουσίου ο Γ κατέβαλε στον Β ως προκαταβολή τιμήματος 400.000 δρχ. και αργότερα άλλες 600.000 δραχμές. Η ενάγουσα ουδέποτε ενεργοποίησε το παραπάνω πληρεξούσιο του Β, παρόλο που είχε καταβληθεί το τίμημα, για την μεταβίβαση του επιδίκου αγροκτήματος στον εαυτό της ή σε τρίτον.

Σκοπός, βέβαια, της ενάγουσας και του συζύγου της, Γ δεν ήταν η απόκτηση από τους ίδιους του επιδίκου αγροκτήματος, αλλά η πώληση του σε τρίτους υποψήφιους αγοραστές στα πλαίσια των μεσιτικών και εμπορικών δραστηριοτήτων του τελευταίου, συνεπικουρούμενου και από την ενάγουσα σύζυγο του. Για το λόγο δε αυτό και προς αποφυγή πρόσθετων δαπανών από τη σύνταξη δύο διαδοχικών μεταβιβαστικών συμβολαίων ο Γ και η ενάγουσα ζητούσαν και τους χορηγούσαν οι πωλητές ,όπως στην προκειμένη περίπτωση, ειδικό πληρεξούσιο για την προς τρίτους και στον εαυτό τους μεταβίβαση των ακινήτων.

Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι στις 19-6-1987 ο Γ εμφανίστηκε ενώπιον της Συμ/φου Αθηνών Ελένης Τσεμπετζή ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος και αντίκλητος του Δ, δυνάμει του υπ' αριθ. ..... συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου της ίδιας Συμ/φου, ο οποίος φερόταν ως κύριος του επιδίκου αγροκτήματος από έκτακτη χρησικτησία και πώλησε αυτό στο Ε, δυνάμει του υπ' αριθ. .....

συμβολαίου της ίδιας παραπάνω Συμ/φου. Εν συνεχεία το 1991 ο Ε χορήγησε στην ενάγουσα με το ..... συμβολαιογραφικό έγγραφο του Συμ/φου Αθηνών Κων/νου Παπαδόπουλου πληρεξουσιότητα να πωλήσει το εν λόγω ακίνητο σε οποιονδήποτε τρίτον και προς τον εαυτό της. Η τελευταία με το υπ' αριθ. ..... συμβόλαιο του ίδιου πιο πάνω Συμ/φου, κάνοντας χρήση του παραπάνω πληρεξουσίου, το μεταβίβασε στον εαυτό της.

Τελικά η ενάγουσα παραβλέποντας τις παραπάνω συμβολαιογραφικές πράξεις, επικαλείται ως μοναδική έγκυρη και νόμιμη μεταβίβαση της νομής του επιδίκου στην ίδια, αυτήν που έγινε με την επικαλούμενη άτυπη μεταβίβαση του από τον δικαιοπάροχο των εναγομένων, συνομολογώντας παράλληλα και την κυριότητα του δικαιοπαρόχου του Β Γ.

Η ενάγουσα δικαιολογώντας τις μεσολαβήσασες παραπάνω συμβολαιογραφικές πράξεις και την ανάμειξη τρίτων άσχετων με το επίδικο προσώπων Δ και Ε, τις αποδίδει στην εξαπάτηση της από το σύζυγο της Γ, ο οποίος το πώλησε στο Ε και ακολούθως προκειμένου να μην αποκαλυφθεί η απάτη σε βάρος της μερίμνησε (ο σύζυγος της) για την τυπική μεταβίβαση του επιδίκου στην ίδια.

Μάλιστα, επικαλείται η ενάγουσα και καταθέτει σχετικά ο επιμέλεια της εξετασθείς μάρτυρας ΣΤ ότι εμφανίστηκε στην περιοχή το 1987 για πρώτη φορά κάποιος ονόματι Δ, ο οποίος πρόβαλε δικαίωμα κυριότητας επί του επιδίκου και αναγκάστηκαν έτσι να το αγοράσουν (δεύτερη φορά) απ' αυτόν, καταβάλλοντας τίμημα 2.000.000 δρχ.

Τα παραπάνω στερούνται οποιασδήποτε ουσιαστικής βασιμότητας καθόσον ο σύζυγος της ενάγουσας ως μεσίτης αγόραζε ακίνητα προς εμπορία και αν ήθελε το συγκεκριμένο (επίδικο) ακίνητο προς ιδίαν κτήση θα φρόντιζε να ολοκληρωθούν όλες οι νόμιμες διαδικασίες προς τη σύζυγο του, η οποία επίσης, λόγω του επαγγέλματος του συζύγου της γνώριζε τις διαδικασίες μεταβίβασης ακινήτων και θα φρόντιζε αμέσως να χρησιμοποιήσει το πληρεξούσιο που τους είχε χορηγήσει ο δικαιοπάροχος των εναγομένων Β.

Αντίθετα, αυτή όχι μόνο δεν χρησιμοποίησε το εν λόγω πληρεξούσιο, αλλά χρησιμοποίησε το προαναφερθέν πληρεξούσιο προς αυτήν του Ε, ο οποίος, όπως και ο ανωτέρω με το όνομα Δ, είναι πρόσωπα άσχετα με την περιοχή και κανένα δικαίωμα δεν είχαν στο επίδικο αγρόκτημα. Όλα αυτά όμως είναι εξηγήσιμα διότι, όπως αποδεικνύεται, μετά από δύο περίπου χρόνια δηλαδή το 1986 μετά τη χορήγηση από τον Β του προαναφερόμενου προς την ενάγουσα πληρεξουσίου και επειδή δεν είχε βρεθεί μέχρι τότε αγοραστής ο Β επέστρεψε την προκαταβολή που είχε λάβει, χωρίς βέβαια να ανακαλέσει το πληρεξούσιο, όχι ασφαλώς γιατί ήθελε να εξακολουθεί να ισχύει, αλλά από απειρία και αγραμματοσύνη.

Πάντως κατ' αναμφισβήτητο τρόπο αποδεικνύεται ότι ο δικαιοπάροχος των εναγομένων και μετά τη συμφωνία του με τον Γε για πώληση του επιδίκου εξακολουθούσε να κατέχει και να νέμεται το επίδικο ο ίδιος και δεν παρέδωσε τη νομή στην ενάγουσα, όπως αβασίμως αυτή ισχυρίζεται, αφού ούτε μετακίνηση της φυσικής εξουσίας προς την ενάγουσα (ή το σύζυγο της) έγινε, ούτε τέθηκε το επίδικο στη διάθεση της τελευταίας (ή του συζύγου της) με οποιονδήποτε τρόπο, ώστε να μπορεί αυτή αυτοπροσώπως ή δια του συζύγου της να ασκεί φυσική εξουσία σ' αυτό ώστε να αρχίσει να τρέχει ο χρόνος προς απόκτηση του επιδίκου με χρησικτησία.

Τις παραπάνω πράξεις νομής ο Β ασκούσε συνεχώς και ανελλιπώς μέχρι τον κατά το έτος 1992 θάνατο του και στη συνέχεια οι εναγόμενοι ως νόμιμοι εξ αδιαθέτου του κληρονόμοι του, ασκώντας τις αυτές διακατοχικές υλικές πράξεις και συγκεκριμένα το καλλιεργούσαν και συνέλεγαν τον ελαιόκαρπο και τα σύκα, όργωναν, επέβλεπαν και φρόντιζαν αυτό, έως τα τέλη Ιανουαρίου του 2000, που η ενάγουσα προέβη (αρχές Φεβρουαρίου 2000) στην κατάληψη του επιδίκου δια περιφράξεως με δικτυωτό σύρμα.

Αμέσως οι εναγόμενοι άσκησαν ασφαλιστικά μέτρα νομής σε βάρος της ενάγουσας και με την υπ' αριθμ. 281/2001 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αχαρνών, η οποία τελεσιδίκησε με την υπ' αριθ. 305/2002 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (δικάζοντας ως Εφετείου) αναγνωρίστηκαν προσωρινά νομείς του επιδίκου, διατάχθηκε η απόδοση της νομής σ' αυτούς και με την υπ' αριθμ. 1099/2003 έκθεση βιαίας αποβολής και εγκατάστασης σε ακίνητο του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., αποβλήθηκε από το επίδικο η ενάγουσα και εγκαταστάθηκαν οι ίδιοι.

Πράξεις νομής της ενάγουσας καθώς και του συζύγου της για λογαριασμό της στο επίδικο δεν αποδείχθηκαν. Με βάση τα προεκτεθέντα δεν έχει καταστεί η ενάγουσα κυρία του επιδίκου αγροκτήματος με χρησικτησία, όπως επικαλείται, ούτε βέβαια με οποιονδήποτε τρόπο, αντίθετα, κύριοι αυτού είναι οι εναγόμενοι κατά τα παραπάνω ποσοστά εξ αδιαιρέτου ο καθένας ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του Β, την κληρονομία του οποίου αποδέχθηκαν με την υπ' αριθ. .....

πράξη του συμβολαιογράφου Αχαρνών Γεωργίου Κονταρούδα, που μεταγράφτηκε νόμιμα, και ή ένδικη αγωγή είναι κατ' ουσίαν αβάσιμη και απορριπτέα". Με βάση της παραπάνω παραδοχές το Εφετείο απέρριψε την ένδικη διεκδικητική αγωγή της αναιρεσείουσας, με την κρίση του δε αυτή δεν παραβίασε, δια της παραλείψεως εφαρμογής τους, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 153, 220, 219, 703, 1041 και 1045 του ΑΚ, ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη κτήσεως της κυριότητας επί του επιδίκου από την αναιρεσείουσα με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, γι' αυτό οι περί του αντιθέτου πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως από τους αριθ. 1 εδ.

α' και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

ΙΙ. Επειδή, όπως συνάγεται από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς πάντως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 παρ. γ' του ίδιου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο περιεχόμενο σ' αυτήν αποδεικτικό πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα "και τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, είτε ως αυτοτελής αποδεικτικά μέσα, είτε ως δικαστικά τεκμήρια".

Από τη γενική αυτή βεβαίωση, σε συνδυασμό με το όλο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αναμφίβολο, ότι, παρόλο που δεν τα μνημονεύει ειδικώς και δεν τα αξιολογεί χωριστά, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και τα εξειδικευόμενα στο αναιρετήριο τρία επιμέρους έγγραφα, τα οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα.

Συνεπώς, ο έβδομος, κατά το πρώτο μέρος αυτού, λόγος αναιρέσεως, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΙΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, για να θεμελιωθεί ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως απαιτείται να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο α) για την απόδειξη ποίου συγκεκριμένου ισχυρισμού προσκομίσθηκε το σχετικό αποδεικτικό μέσο, καθώς και ποία επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, β) ποία είναι η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ' αυτό από το δικαστήριο της ουσίας και γ) το σχετικό σφάλμα της προσβαλλομένης αποφάσεως. Αν λείπει έστω και ένα από τα στοιχεία αυτά ο λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αόριστος. Επομένως, ο έβδομος, κατά το δεύτερο μέρος αυτού, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβίασης της αποδεικτικής δύναμης των αναφερομένων δύο αποδείξεων πληρωμής, ποσού 600.000 και 400.000 δραχμών, αντίστοιχα, υπογεγραμμένων από τον δικαιοπάροχο της αναιρεσείουσας και οι οποίες αφορούν την μεταβίβαση του επιδίκου ακινήτου στην τελευταία, εφόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο κανένα από τα ως άνω απαιτούμενα προς θεμελίωση του λόγου αυτού στοιχεία, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του.

ΙV. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 περ. α' του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.

Συνεπώς, ο έκτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης η από την προαναφερθείσα διάταξη πλημμέλεια, που συνίσταται στο ότι απέρριψε την επί εκτάκτου χρησικτησίας ερειδόμενη ένδικη διεκδικητική αγωγή της αναιρεσείουσας χωρίς να υπάρχει κανένα αποδεικτικό στοιχείο από το οποίο να προκύπτει α) ότι ο σύζυγός της αναιρεσείουσας ενήργησε οιαδήποτε πράξη μεσιτείας για το επίδικο, από την οποία να προέκυπτε η βούλησή του για πώληση του επιδίκου στο όνομα και για λογαριασμό του Β και γ) η πράξη επιστροφής της προκαταβολής που είχε λάβει ο ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, διότι τα ως άνω αναγραφόμενα γεγονότα, που φέρεται να δέχθηκε η προσβαλλόμενη ως αληθινά χωρίς απόδειξη, δεν συνιστούν πράγματα, υπό την προεκτεθείσα στην αρχή της παρούσας παραγράφου έννοια, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς που τείνουν στη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος της αναιρεσείουσας.

V. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περίπτ. β' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται (και) αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια του νόμου θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (Ολ ΑΠ 3/1997). Πράγμα υπό την έννοια αυτή είναι και ο λόγος έφεσης, που περιέχει παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (Ολ ΑΠ 11/1996). Όμως, ο εκ του άνω άρθρου λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 25/2003).

Συνεπώς, ο όγδοος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια της παρά το νόμο μη λήψεως υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που συνίσταται στο ότι δεν έλαβε υπόψη α) τον πέμπτο λόγο της εφέσεως της αναιρεσείουσας "που αφορούσε την παράβαση από την πρωτόδικη απόφαση των άρθρων 220, 219 και 159 ΑΚ, δεχόμενη και κρίνοντας έγκυρη και ισχυρή την δήθεν σιωπηρά ανάκληση......, οδηγούμενη έτσι στην κρίση της, ότι ουδέποτε απέκτησα με πρωτότυπο τρόπο την κυριότητα του επιδίκου" και β) τον όγδοο λόγο της εφέσεως της αναιρεσείουσας, που αφορούσε την εσφαλμένη εκτίμηση των προσαχθέντων εγγράφων, με αποτέλεσμα να κρίνει εσφαλμένα ότι ουδέποτε η αναιρεσείουσα άσκησε πράξεις νομής επί του επιδίκου, πρέπει να απορριφθεί , ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με αυτήν απορρίφθηκαν, ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν όλοι οι λόγοι της εφέσεως της αναιρεσείουσας, άρα και οι παραπάνω αναφερόμενοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-4-2007 αίτηση για αναίρεση της 4822/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Ιουνίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουνίου 2008.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ