Legislator Case Law & Legislation
1271/2007 AI generated

1271/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1271/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1271/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Δάσος κατά την έννοια των προαναφερόμενων διατάξεων, θεωρείται κάθε έκταση εδάφους η οποία καλύπτεται ολικά ή μερικά από άγρια ξυλώδη φυτά οποιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, τα οποία προορίζονται για την παραγωγή ξυλείας ή άλλων προϊόντων, σύμφωνα με τον ορισμό του δάσους που περιέχεται στη διάταξη του άρθρου 1 του ν.

Keywords

AI generated
exclusive economic zone pollution from land-based sources exploitation of the sea-bed polluted area public domain water protection zone
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1271 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1271/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Ιωάννη Ιωαννίδη, Μίμη Γραμματικούδη και Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: .................. ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κώστα Πετρόπουλο.

Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό των Οικονομικών που εδρεύει στην Αθήνα το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Πάρεδρο του Ν.Σ.Κ. Βασίλειο Κουρούμαλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-2-1982 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηλείας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 417/1982 προδικαστική, 98/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 366/2003 μη οριστική, 460/2005 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 12-5-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ζήσης Βασιλόπουλος ανέγνωσε την από 20-3-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση για αναίρεση της 460/2005 απόφασης του Εφετείου Πατρών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 του β.δ. της 17-11/1-12-1836 "περί ιδιωτικών δασών", σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 2 και 3 του ίδιου διατάγματος, αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των εκτάσεων που αποτελούσαν δάση, εκτός από εκείνες, οι οποίες, πριν από την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα, ανήκαν σε ιδιώτες και των οποίων οι τίτλοι ιδιοκτησίας θα αναγνωρίζονταν από το Υπουργείο Οικονομικών, στο οποίο έπρεπε να υποβληθούν μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του ανωτέρω διατάγματος, που έχει ισχύ νόμου.

Έτσι με προαναφερόμενες διατάξεις θεσπίστηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου μαχητό τεκμήριο κυριότητας επί των δασών που υπήρχαν στα όρια του Ελληνικού Κράτους, κατά το χρόνο ισχύος του ανωτέρω διατάγματος, εφόσον δεν αναγνωρίστηκε η κυριότητα ιδιώτη κατά τη διαδικασία του ίδιου διατάγματος. Προϋπόθεση όμως του τεκμηρίου τούτου είναι η ύπαρξη δάσους κατά το χρόνο ισχύος του διατάγματος.

Δάσος κατά την έννοια των προαναφερόμενων διατάξεων, θεωρείται κάθε έκταση εδάφους η οποία καλύπτεται ολικά ή μερικά από άγρια ξυλώδη φυτά οποιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, τα οποία προορίζονται για την παραγωγή ξυλείας ή άλλων προϊόντων, σύμφωνα με τον ορισμό του δάσους που περιέχεται στη διάταξη του άρθρου 1 του ν.

ΑΧΝ΄/1888 "περί διακρίσεως και οριοθεσίας των δασών", η οποία περιλήφθηκε ως άρθρο 57 στο ν. 3077/1924 "περί δασικού κώδικος" και βασικά δε διαφέρει από τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1 και 2 του ν. 998/1979. Ειδικότερα κατά την έννοια των διατάξεων του ν. 998/1979 "ως δάσος νοείται πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους, η οποία καλύπτεται εν όλω ή σποραδικώς υπό αγρίων ξυλωδών φυτών οιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, αποτελούντων ως εκ της μεταξύ των αποστάσεως και αλληλεπιδράσεως οργανικήν ενότητα και η οποία δύναται να προσφέρη προϊόντα εκ των άνω φυτών εξαγόμενα, ή να συμβάλη εις την διατήρησιν της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας, ή να εξυπηρετήση την διαβίωσιν του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος" (άρθρο 3 παρ. 1) και "ως δασική έκτασις νοείται πάσα έκτασις της επιφανείας του εδάφους, καλυπτομένη υπό αραιάς ή πενιχράς, υψηλής ή θαμνώδους ξυλώδους βλαστήσεως, αιασδήποτε διαπλάσεως και δυνάμενη να εξυπηρετήση μιαν ή περισσοτέρας των εν τη προηγουμένη παραγράφω λειτουργιών" (άρθρο 3 παρ. 2).

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι το δάσος είναι οργανικό σύνολο άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό, πάνω στην επιφάνεια του εδάφους, τα οποία, μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα πανίδα και χλωρίδα, αποτελούν, δια της αμοιβαίας αλληλεξαρτήσεως και αλληλεπιδράσεώς τους ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασο-βιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές).

Δασική έκταση υπάρχει και όταν η άγρια ξυλώδης βλάστηση, υψηλή ή θαμνώδης, είναι αραιά. Κρίσιμη επομένως, για την έννοια του δάσους και της δασικής έκτασης είναι η οργανική ενότητα της δασικής (δενδρώδους ή θαμνώδους) βλάστησης, η οποία με τη συνύπαρξη της όλης δασογενούς χλωρίδας και πανίδας προσδίδει μόνη σ' αυτό την ιδιαίτερη ταυτότητα ως δασικού οικοσυστήματος (ΑΕΔ 27/1999).

Επίσης από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει ότι στην έννοια του δάσους ή της δασικής έκτασης περιλαμβάνονται και οι εντός αυτών, οποιασδήποτε φύσεως, ασκεπείς εκτάσεις, χορτολιβαδικές ή μη, βραχώδεις εξάρσεις και γενικά ακάλυπτοι χώροι καθώς και οι πάνω από τα δάση ή τις δασικές εκτάσεις ασκεπείς κορυφές ή αλπικές ζώνες βουνών και οι άβατες κλιτύες αυτών.

Και δεν ασκεί επιρροή στο πραγματικό γεγονός της δασικής μορφής του ακινήτου το ότι ορισμένα τμήματα αυτού, κατά καιρούς, εμφανίζονται χωρίς δασική βλάστηση. Περαιτέρω στα δημόσια κτήματα, μεταξύ των οποίων και τα εθνικά δάση, ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας από ιδιώτη με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 κωδ. 7.39, ν. 9 παρ 1 Πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν. 6 Πρ.

Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), ν. 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3) που έχουν εφαρμογή, κατά το άρθρο 51 Εισ. Ν.ΑΚ. για το χρόνο πριν από την έναρξη ισχύος του ΑΚ, δηλαδή μετά από άσκηση νομής πάνω στο δημόσιο κτήμα με καλή πίστη για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ, κατά το ίδιο δίκαιο, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία [βλ.

και τις διατάξεις των ν. 18, 24 παρ. 1 Π (41.3) παρ. 9 Εισ. (2.9), ν. 2 Κωδ. (7.30) Βασ. (50.10)]. Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων" (άρθρο 51 Εισ. ΝΑΚ), συνάγεται ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν, και επί των εθνικών δασών, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή επ' αυτών, κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), Βασ. 9 παρ. 1 (50.14), είχε συμπληρωθεί μέχρι και της 11ης Σεπτεμβρίου 1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του ν.

ΔΞΗ΄/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 19-9-1915 μέχρι και της 16-5-1926 και αφετέρου του άρθρου 21 του ν.δ. της 22-4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του α.ν. 1539/1938 "περί προστασίας δημοσίων κτημάτων". Με βάση τις διατάξεις αυτές, οι οποίες διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (άρθρο 53 Εισ.

Ν.ΑΚ), έχει ανασταλεί κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των κτημάτων αυτού, άρα και η χρησικτησία πάνω σε αυτά (Ολ ΑΠ 75/1987). Επί της κτήσεως κυριότητας δασικής έκτασης με έκτακτη χρησικτησία, η οποία συμπληρώθηκε μέχρι και τις 11-9-1915, δεν έχουν εφαρμογή και δεν ασκούν νόμιμη επιρροή οι μεταγενέστερες διατάξεις του άρθρου 117 του ν. 3077/1924 "περί δασικού κώδικος"και του άρθρου 215 του 4173/1929, όπως τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν από το άρθρο 37 του α.ν. 1539/1938 και το άρθρο 16 του α.ν. 192/1946 και επαναλήφθηκαν στο άρθρο 58 του ν.δ. 86/1969 "περί δασικού κώδικος", με τις οποίες ορίζεται ότι στα δημόσια εν γένει δάση θεωρείται νομέας το Δημόσιο, έστω και αν δεν ενήργησε επ' αυτών καμία πράξη νομής και ότι μόνη η βοσκή σε δημόσιο δάσος ουδέποτε θεωρείται ως πράξη νομής ή οιονεί νομής και μόνη η ύπαρξη οποιουδήποτε τίτλου δε θεωρείται καθεαυτή διακατοχική πράξη.

Εξάλλου οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση κατά την οποία υφίσταται κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Αντίθετα υπόκειται σε ακυρωτικό έλεγχο η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί της ορθής εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων, κατά την ερμηνεία της δικαιοπραξίας με την οποία παραβιάστηκαν οι κανόνες της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών. Οι ανωτέρω ερμηνευτικοί κανόνες έχουν εφαρμογή και σε δικαιοπραξίες που υποβάλλονται στον συστατικό τύπο του εγγράφου.

Για την ερμηνεία δε των δηλώσεων βουλήσεως που περιέχονται σ' αυτό, κατά τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, μπορούν να χρησιμεύσουν και στοιχεία εκτός της έγγραφής σύμβασης κείμενα, και ιδίως έγγραφα. Παραβίαση των άνω ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών μπορεί να συντελείται και εκ πλαγίου, που, κατά την έννοια του άρθρου 559 εδάφιο 19 του ΚΠολΔ, υπάρχει και όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση δεν προκύπτει αν το δικαστήριο δέχεται ή όχι ότι η δικαιοπραξία είναι ασαφής ή έχει κενό και παρά ταύτα εφαρμόζει ή αποκρούει την εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών και προβαίνει στην ερμηνεία ή συμπλήρωση ή παραλείπει να προβεί στην ερμηνεία ή συμπλήρωση της δικαιοπραξίας κατά τις απαιτήσεις της καλή πίστης, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη.

Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση των εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον το τελευταίο διατυπώνεται σαφώς στην απόφαση. Στην προκείμενη υπόθεση το Εφετείο δέχθηκε τη διεκδικητική αγωγή του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, με βάση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, τα ακόλουθα πραγματικά γεγονότα:

Το επίδικο, έκτασης 6000 τ.μ. περίπου, βρίσκεται στη θέση ".............." της αγροτικής περιφέρειας ............. Πύργου Ηλείας και συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία του αναιρεσείοντος (το τμήμα που απέμεινε από το 157 τεμάχιο του αναδασμού του αγροκτήματος ..............), δυτικά με αγροτική οδό και βραχώδη παραλία, βόρεια με δημόσια δασική έκταση και νότια με αγροτικό δρόμο.

Τούτο έχει έδαφος αμμοπηλώδες και προς τη δυτική πλευρά του, προς το μέρος της παραλίας, πετρώδες και κλίση 5 έως 15%. Επειδή βρίσκεται κοντά στη θάλασσα έχει οικοπεδική και τουριστική αξία. Σε όλη σχεδόν την επιφάνειά του και πριν και μετά το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 1915 συνεχώς μέχρι και τον Απρίλιο του έτους 1977, που ο αναιρεσείων έκανε εκχέρσωση με προωθητήρα, καλυπτόταν από σύμπυκνη ξυλώδη δασική βλάστηση διάπλασης και ηλικίας άνω των 100 ετών αναδρομικά από τον Απρίλιο του 1977 (χρόνο εκχέρσωσης), δηλαδή από δασικά είδη αειφύλλων, πλατυφύλλων, ήτοι σχίνα, πρίνα, σπάρτα, ασφάλαχτα κ.λ.π., που συμβάλλουν στην διατήρηση της φυσικής και βιολογικής ισορροπίας, εξυπηρετώντας συγχρόνως και τη διαβίωση του ανθρώπου εντός του φυσικού περιβάλλοντος.

Υπό αυτήν την έννοια το επίδικο αποτελούσε δημόσια δασική έκταση στην οποία όχι μόνο ο αναιρεσείων αλλά ούτε και οι δικαιοπάροχοί του (άμεσος, απώτερος και απώτατοι) είχαν ενεργήσει ποτέ στο παρελθόν οποιαδήποτε διακατοχική πράξη νομής. Οι πράξεις νομής των τελευταίων περιορίζονταν μόνο στο ακίνητο που εκτεινόταν ανατολικά του επιδίκου, το οποίο ανέκαθεν ήταν αγρός και σταφιδάμπελος, δηλαδή ιδιωτική έκταση, γεωργικώς καλλιεργούμενη.

Οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος (εφεσιβλήτου) ότι το επίδικο μαζί με τον συνεχόμενο προς ανατολάς αγρό και σταφιδάμπελο αποτελούσε ενιαίο αγροτεμάχιο γεωργικώς καλλιεργούμενο διαδοχικώς από την κυρία και απώτατη δικαιοπάροχό του ............, στη συνέχεια από τη ................, η οποία το νεμόταν "πολλά χρόνια" πριν από το έτος 1927, στη συνέχεια από το έτος 1927 (Σεπτέμβριος) και μέχρι το έτος 1967 από την .............

και τέλος από το έτος 1967 (Αύγουστος) από τον ίδιο (αναιρεσείοντα) είναι αβάσιμο. Καταρχήν διακατοχικές πράξεις στο επίδικο από την .............. δεν αποδείχθηκαν, ενώ δεν προσκομίζεται ούτε κτητικός τίτλος (συμβολαιογραφικό έγγραφο, παραχωρητήριο κ.λ.π.) που να περιλαμβάνει το επίδικο. Το ίδιο ισχύει και για την απώτερη δικαιοπάροχο του αναιρεσείοντος .............., αφού και αυτή επικαλείται ως τίτλο άτυπη αγορά από την .............

Περαιτέρω ούτε στην άμεσο δικαιοπάροχο του αναιρεσείοντος .................. περιέρχεται το επίδικο με το ............ προικοσυμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Πύργου Πάνου Δασιού, διότι, αν αυτό συνέβαινε, ως δυτικό όριο της συνιστώμενης προίκας θ' αναφερόταν και η θάλασσα, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, αποτελεί το δυτικό όριο του επιδίκου.

Ενισχυτικό άλλωστε της ως άνω εκδοχής είναι και το γεγονός ότι από το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 1927 και μέχρι το έτος 1967 η ανωτέρω .............. δεν φέρεται να έχει ενεργήσει στην επίδικη δασική έκταση οποιαδήποτε διακατοχική πράξη νομής, διότι, αν αυτό συνέβαινε, θ' αποτυπωνόταν σαφώς και στην αεροφωτογραφία του έτους 1945, στην οποία όμως το επίδικο εξακολουθεί να καλύπτεται σε όλη σχεδόν την επιφάνεια από την ίδια ξυλώδη δασική βλάστηση.

Για πρώτη φορά το επίδικο περιλαμβάνεται στο ακίνητο (λογγώδη αγρό) που φέρεται να δωρίζει αιτία θανάτου στον εφεσίβλητο η προαναφερόμενη ............... με το .............. συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κρεστένων Κων/νου Κωστόπουλου, που νόμιμα μεταγράφηκε, αφού ο μεταβιβαζόμενος λογγώδης αγρός έχει ως όριο (δυτικό) και "την ακτή της θάλασσας".

Επίσης το επίδικο, αφού περιλήφθηκε στον αναδασμό του αγροκτήματος ............, που έλαβε χώρα στα έτη 1973-1975, αποτελεί τμήμα του 157 τεμαχίου, το οποίο αρχικώς περιήλθε από παραδρομή στην άνω δικαιοπάροχο του αναιρεσείοντος και στη συνέχεια στον ίδιο με το ............. παραχωρητήριο της διεύθυνσης Γεωργίας της Νομαρχίας Ηλείας.

Όμως τα περιστατικά αυτά δεν ασκούν εν προκειμένου καμία επιρροή, διότι κατά το νόμο (άρθρο 58 παρ. 5 Ν.Δ. 86/1969) μόνη η ύπαρξη οποιουδήποτε τίτλου δεν θεωρείται αυτή καθεαυτή ως διακατοχική πράξη έναντι του Δημοσίου, όταν το ακίνητο στο οποίο ο τίτλος αναφέρεται αποτελεί δασική έκταση, όπως συμβαίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε ότι το επίδικο, ως δασική έκταση, ανήκει στην κυριότητα του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου και ότι η διεκδικητική αγωγή του είναι νόμιμη και βάσιμη κατ' ουσίαν. Έτσι, μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης η οποία κατέληξε σε αντίθετο πόρισμα, δέχθηκε την αγωγή του Δημοσίου.

Με τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο δεν διευκρινίζει αν υπάρχει ασάφεια ως προς την περιγραφή του ακινήτου που μεταβιβάστηκε στην άμεση δικαιοπάροχο του αναιρεσιβλήτου ................. με το ............... προικοσυμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Πύργου Πάνου Δασιού, διότι δεν αναφέρει στην προσβαλλόμενη απόφασή του ποια ήταν τα όρια του προικώου και κυρίως ποιο ήταν το δυτικό όριο αυτού και αν το εν λόγω όριο συμπίπτει ή όχι με αυτό του επιδίκου.

Περαιτέρω το Εφετείο, παρά τις προαναφερόμενες υποθετικές εκφράσεις, όπως "αν αυτό συνέβαινε...." ή "η ............... δεν φέρεται να έχει ενεργήσει οποιαδήποτε διακατοχική πράξη..." δε διευκρινίζει αν προσέφυγε σε ερμηνευτικούς κανόνες σχετικά με τα όρια του άνω προικώου ακινήτου και του επιδίκου, μολονότι γι'αυτά κατέφυγε και σε στοιχεία εκτός συμβολαίου, όπως ότι στο συμβόλαιο, ως δυτικό όριο του προικώου θ' αναφερόταν και η θάλασσα και ότι οποιαδήποτε διακατοχική πράξη της ανωτέρω δικαιοπαρόχου θα αποτυπωνόταν στην αεροφωτογραφία του έτους 1945.

Έτσι δε μπορεί να ελεγχθεί από τον Άρειο Πάγο αν είχαν ή όχι εφαρμογή τα προαναφερόμενα άρθρα 173 και 200 ΑΚ και αν το Εφετείο, αν και δεν τα μνημονεύει ρητώς, προσέφυγε σ'αυτά. Επομένως οι πέμπτος, μέρος πρώτο και έκτος λόγοι από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα για ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες και ως προς το εάν υπάρχει κενό ή ασάφεια στις δικαιοπρακτικές βουλήσεις που περιέχονται στο προαναφερόμενο προικώο συμβόλαιο του έτους 1927 είναι βάσιμοι.

Κατόπιν τούτων πρέπει ν'αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ, η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που την είχαν δικάσει.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 460/2005 απόφαση του Εφετείου Πατρών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει την υπόθεση αυτή. Και

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο στα έξοδα του αναιρεσείοντος που ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Μαΐου 2007.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 6 Ιουνίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ