Legislator Case Law & Legislation
1270/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against distribution contract case, rejecting witness certification admissibility. Appeal rejected due to lack of objection and procedural defects.

Case Number 1270/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by 'L & M Emporiki E.E.' against the Third Instance Court of Athens' decision. The appellant argued that sworn certificates from company directors were improperly admitted as evidence without raising an objection. The court ruled that since no objection was raised in the first or second instance, the additional appeal ground was inadmissible and the appeal itself was rejected.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 para. 1 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an additional appeal ground regarding the admissibility of evidence is inadmissible if the opposing party failed to raise an objection in the lower courts.

Keywords

AI generated
additional appeal ground admissibility of evidence sworn certificates failure to object Code of Civil Procedure distribution contract costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1270 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1270/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Ευτύχιο Νικόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΙΔΩΝ ΠΑΝΤΟΠΩΛΕΙΟΥ ΕΤΕΡΟΡΡΥΘΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "Λ & Μ ΕΜΠΟΡΙΚΗ Ε.Ε.", που εδρεύει στη Δημοτική Ενότητα Κορώνειας Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κουτσούκη, ο οποίος ανακάλεσε την με ημερομηνία κατάθεσης 5-10-2022 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΑΪΣ UNILEVER HELLAS Ανώνυμη Εμπορική και Βιομηχανική Εταιρεία Απορρυπαντικών, Καλλυντικών, Τροφίμων", με διακριτικό τίτλο "ΕΛΑΪΣ UNILEVER HELLAS Α.Ε.", που εδρεύει στην Κηφισιά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Βασίλειο Κωνσταντινίδη και Εμμανουήλ Ζωγραφάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-8-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4972/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 3379/2020 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27-7-2020 αίτησή της και τον από 14-7-2022 πρόσθετο αυτής λόγο.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και του προσθέτου αυτής λόγου, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και τον από 14.7.2022 πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος ασκήθηκε παραδεκτά, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθ. 3379/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και επικύρωσε την υπ' αριθ. 4972/2018 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή της αναιρεσείουσας κατά της αναιρεσίβλητης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή. Επομένως, η αίτηση και ο πρόσθετος λόγος αναίρεσης, πρέπει δε να συνεκδικαστούν μεταξύ τους λόγω της συνάφειας αυτών.

H σύμβαση αποκλειστικής διανομής, αποτελούσα δημιούργημα της σύγχρονης οικονομίας προς εξυπηρέτηση των συναλλακτικών αναγκών της διεπιχειρησιακής συνεργασίας και θεμελιούμενη στη συνταγματική αρχή της οικονομικής ελευθερίας (άρθρο 5 παρ.1 του Συντάγματος) και στην υπό του άρθρου 361 ΑΚ προβλεπόμενη αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, είναι η ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση, κατά τη διάρκεια της οποίας ο ένας συμβαλλόμενος (παραγωγός ή χονδρέμπορος) υποχρεούται να πωλεί, αποκλειστικά, για μία ορισμένη περιοχή, στον άλλον (διανομέα) τα συμβατικά εμπορεύματα και ο τελευταίος να προμηθεύεται αποκλειστικά από εκείνον τα εμπορεύματα αυτά, τα οποία στη συνέχεια μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο, ενεργώντας δηλαδή ως ανεξάρτητος επαγγελματίας διαμεσολαβητικές πράξεις στο εμπόριο.

Η έννοια, ειδικότερα, της αποκλειστικότητας στη διανομή ορισμένων προϊόντων είναι ότι ο παραγωγός υποχρεώνεται με τη σχετική σύμβαση να μην παραδίδει εμπορεύματα σε τρίτους ανταγωνιστές του αποκλειστικού διανομέα μέσα στην περιοχή της διανομής και αντιστρόφως ο αποκλειστικός διανομέας υποχρεώνεται να μη διανέμει ευθέως ανταγωνιστικά προϊόντα στην ίδια περιοχή (ΟλΑΠ 16/2013, ΑΠ 533/2022, ΑΠ 698/2020, ΑΠ 1374/2019, ΑΠ1112/2018).

Έτσι, η ρήτρα της αποκλειστικότητας, με αμφίδρομη ενέργεια, επιβάλλει στο διανομέα και την παράλληλη υποχρέωση παράλειψης πράξεων ανταγωνισμού, η οποία ρήτρα, σε κάθε περίπτωση, πρέπει να είναι συμβατική και όχι προϊόν αυτόβουλης δέσμευσης. Σε αντίθεση, δηλαδή, με τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, στην οποία ο αντιπρόσωπος έχει και χωρίς σχετική συμβατική πρόβλεψη, με βάση τη γενικότερη υποχρέωση αυτού να επιμελείται των συμφερόντων του παραγωγού, (παρεπόμενη) υποχρέωση μη ανταγωνισμού έναντι του αντιπροσωπευόμενου εντός της ορισθείσας εδαφικής περιοχής, ο διανομέας δεν έχει, κατ' αρχήν, υποχρέωση μη προώθησης ανταγωνιστικών προϊόντων, παρά μόνον εφόσον έχει αναλάβει ρητά με τη σύμβαση τέτοια δέσμευση.

Επομένως, βασικά στοιχεία της σύμβασης αποκλειστικής διανομής αποτελούν αφενός μεν η απαγόρευση ανταγωνισμού, αφού στην περίπτωση που ο διανομέας έχει το δικαίωμα να διαθέτει, εκτός από τα προϊόντα του παραγωγού, και άλλα, ανταγωνιστικά προς τα δικά του, προϊόντα, η σύμβαση έχει το χαρακτήρα της απλής διανομής, αφετέρου δε η αποκλειστικότητα της συμφωνηθείσας εδαφικής περιοχής.

Συνεπώς, εντός της καθορισθείσας περιοχής ο παραγωγός δεν μπορεί να προμηθεύει με τα συμβατικά προϊόντα άλλους εμπόρους ή να συμβάλλεται και με έτερο διανομέα για την προώθηση των προϊόντων του, αλλά ούτε και δικαιούται να προβαίνει ο ίδιος σε απευθείας πωλήσεις, ενόψει μάλιστα και της δυνατότητας διαμόρφωσης από αυτόν ελκυστικότερων τιμών.

Οπωσδήποτε, όμως, στην τελευταία αυτή περίπτωση, συνεκτιμάται και η έκταση της σχετικής επιφύλαξης. Η ιδιότυπη αυτή, διαρκούς χαρακτήρα, ενοχική σύμβαση της αποκλειστικής διανομής, διαφοροποιείται, ως προς την νομική της υφή, από εκείνη της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, υποκείμενης σε ειδική νομοθετική ρύθμιση από τις διατάξεις του Π.Δ. 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για τον συντονισμό των δικαίων των κρατών-μελών, όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους (ανεξάρτητους επιχειρηματίες), όπως τροποποιήθηκε με τα Π.Δ. 249/1993, 88/1994 και 312/1995, καθόσον στο πλαίσιο της λειτουργίας της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, ο εμπορικός αντιπρόσωπος ενεργεί ως βοηθητικό όργανο διαμεσολάβησης στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου, ενώ στο πλαίσιο της λειτουργίας της σύμβασης αποκλειστικής διάθεσης (διανομής) ο διανομέας ενεργεί στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο.

Παρόλη, όμως, τη διαφοροποίηση των δύο αυτών συμβατικών μορφών, στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, λόγω έλλειψης ειδικής νομοθετικής ρύθμισης, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για την εντολή, σε συνδυασμό με εκείνες του Π.Δ. 219/1991, στις διατάξεις του οποίου ρητά πλέον παραπέμπει το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 3557/2007, ορίζοντας ότι οι διατάξεις του Π.Δ. 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, εφαρμόζονται αναλόγως στις συμβάσεις αντιπροσωπείας για την παροχή υπηρεσιών, καθώς και στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, εφόσον όμως η διαμεσολαβητική λειτουργία του αποκλειστικού διανομέα προσομοιάζει με αυτήν του εμπορικού αντιπροσώπου σε τέτοιο βαθμό, ώστε να ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, πράγμα που συμβαίνει, όταν ο αποκλειστικός διανομέας αναλαμβάνει με τη σύμβαση υποχρεώσεις ανάλογες με αυτές του εμπορικού αντιπροσώπου (ΑΠ 1154/2021, ΑΠ 1374/2019, ΑΠ 1370/2019, ΑΠ 1057/2018).

Ειδικότερα, με το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 3557/2007 ορίστηκε ότι οι διατάξεις του Π.Δ. 219/1991, όπως ισχύει, εφαρμόζονται αναλόγως και στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, "εφόσον, ως συνέπεια της σύμβασης αυτής, ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή". Από τη διάταξη αυτή, η οποία εμμέσως διακρίνει την αποκλειστική από την απλή διανομή, αποκλείοντας την τελευταία από την εφαρμογή του, δεν προκύπτει επέκταση των πιο πάνω διατάξεων γενικώς σε όλες τις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής, αλλά μόνον στις συγκεκριμένες περιπτώσεις, όπου συντρέχει η ως άνω πρόσθετη προϋπόθεση, δηλαδή να έχει καταστεί ο αποκλειστικός διανομέας, με βάση τους σχετικούς όρους της σύμβασης, τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή, έχοντας έτσι την ίδια ασθενή θέση και έντονη εξάρτηση από τον παραγωγό, αλλά και τον αυτό βαθμό ένταξης στο δίκτυο διανομής με τον τύπο του εμπορικού αντιπροσώπου, τον οποίο ο κοινοτικός νομοθέτης είχε υπ' όψη του, όταν θέσπισε τις προστατευτικές διατάξεις της άνω Οδηγίας.

Ουσιαστικά, δηλαδή, με την ως άνω διάταξη ο νομοθέτης αποτύπωσε τις προϋποθέσεις που έθετε η νομολογία για την εφαρμογή των διατάξεων του ανωτέρω π.δ/τος στις συμβάσεις διανομής, ενσωματώνοντας στο κριτήριο της ενέργειας του διανομέα ως τμήματος της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή όλες τις μέχρι τότε απαιτούμενες προϋποθέσεις.

Έτσι, πληρούται το εν λόγω κριτήριο, ιδίως, όταν ο διανομέας, πέραν της βασικής υποχρέωσής του να παραλείπει πράξεις ανταγωνιστικές σε βάρος του αντιπροσωπευόμενου, που αποτελεί στοιχείο της σύμβασης αποκλειστικής διανομής, αναλαμβάνει και πρόσθετες υποχρεώσεις, όπως: α) να τηρεί το επαγγελματικό απόρρητο, β) να προωθεί διαρκώς και αποκλειστικά τα προϊόντα του παραγωγού στη συμβατική περιοχή ευθύνης του, υποκείμενος μάλιστα στον έλεγχό του ως προς την εξέλιξη των πωλήσεων και την επίτευξη τεθέντων στόχων, και να συμβάλλει έτσι στην επέκταση της πελατείας του αντιπροσωπευόμενου, χωρίς δηλαδή να αρκείται στην παθητική αναμονή πελατείας, επιτελώντας, σε σημαντική έκταση, καθήκοντα συγκρίσιμα με εκείνα του εμπορικού αντιπροσώπου, γ) να ακολουθεί τις οδηγίες του παραγωγού ως προς την εμφάνιση και ποιότητα των πωλούμενων προϊόντων, δ) να διαφημίζει τα πωλούμενα προϊόντα ακόμη και με δικές του δαπάνες, ε) να διαθέτει προσωπικό για την προώθηση των πωλήσεων, στ) να διαθέτει τα αναγκαία αποθέματα για να μην παρουσιασθούν ελλείψεις στην αγορά, διατηρώντας με δικά του έξοδα κατάλληλη οργάνωση και υποδομή, ζ) να προστατεύει τα συμφέροντα και τη φήμη του παραγωγού και η) να γνωστοποιεί στον αντιπροσωπευόμενο το πελατολόγιό του, ενώ ακόμη και όταν έχει το δικαίωμα να καθορίζει ο ίδιος τις τιμές μεταπώλησης των προϊόντων στους τρίτους, δεν αποκλείεται να έχουν συμβατικά καθορισθεί ανώτατα ή κατώτατα όρια τιμών (ΑΠ 1369/2019, ΑΠ 1265/2019, ΑΠ 1057/2018).

Η συνομολόγηση ακριβώς των υποχρεώσεων αυτών, που δεν είναι πάντως αναγκαίο να συντρέχουν σωρευτικά, αλλά μπορούν και να παραλλάσσουν, έτσι ώστε η έλλειψη μιας ή ορισμένων από αυτές να καλύπτεται από την ιδιαίτερη ένταση των λοιπών, καθιστά τους παραπάνω επαγγελματίες αναπόσπαστο και καθοριστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητας του εντολέα τους και, ουσιαστικά, τότε αυτοί ενεργούν ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του εν λόγω προμηθευτή, αφού η εμπορική τους δραστηριότητα, μολονότι αναπτύσσεται με δικό τους κίνδυνο, συνεπάγεται, εντούτοις, οφέλη αμέσως και για τον εντολέα τους, καθόσον αυτός δεν αντλεί οικονομικά οφέλη μόνον από την εκπλήρωση της κύριας συμβατικής τους υποχρέωσης, αλλά και από τις ως άνω ιδιαίτερες υποχρεώσεις τους, με σπουδαιότερο γι' αυτόν (εντολέα) όφελος το ότι λαμβάνει γνώση του πελατολογίου τους, οπότε και μπορεί, μετά τη λύση της σύμβασής τους, να το χρησιμοποιήσει, μέσω άλλων επαγγελματιών, και να συνεχίσει έτσι να αποκομίζει οικονομικά οφέλη (ΟλΑΠ 16/2013, ΑΠ 1374/2019, ΑΠ 1369/2019).

Ενόψει αυτών, η αναλογική αυτή εφαρμογή του ως άνω π.δ/τος "περί εμπορικών αντιπροσώπων" δεν εξικνείται μέχρι του σημείου εφαρμογής του και επί των συμβάσεων απλής και όχι αποκλειστικής διανομής, δηλαδή εκείνων στις οποίες ο διανομέας διαθέτει, εκτός από τα προϊόντα του παραγωγού, και άλλα, ανταγωνιστικά προς τα δικά του, προϊόντα. Και τούτο, διότι στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει το πλέον ουσιώδες στοιχείο της άνω ομοιότητας, δηλαδή εκείνο της εκ μέρους του διανομέα ανάληψης υποχρέωσης μη ανταγωνισμού και προώθησης, διαρκώς και αποκλειστικώς, των προϊόντων του παραγωγού στην περιοχή ευθύνης του (ΑΠ 1325/2019, ΑΠ 1057/2018, ΑΠ 804/2015, ΑΠ 1909/2013). Η δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής του π.δ. 219/1991 για τον εμπορικό αντιπρόσωπο και σε άλλες μορφές εμπορικών διαμεσολαβητικών δραστηριοτήτων, κρίνεται κατά περίπτωση, με την έννοια όχι βέβαια επιλεκτικά, έτσι ώστε η αναλογία να αποτελεί για την περίπτωση αυτή εισαγωγή στην πραγματικότητα ατομικού δικαίου, αλλά θα πρέπει η ατομική περίπτωση να συγκεντρώνει τα στοιχεία που δικαιολογούν εξ αντικειμένου την επέκταση και σ' αυτή των ρυθμίσεων του ως άνω π.δ. (ΑΠ 533/2022, ΑΠ 532/2022, ΑΠ 1369/2019).

Περαιτέρω, στο πλαίσιο του ελεύθερου ανταγωνισμού των επιχειρήσεων, στη διάταξη του άρθρου 18 α' του ν. 146/1914 (προϊσχύσασα διάταξη άρθρο 2 α' του ν. 703/1977 "περί ελέγχου μονοπωλίων και ολιγοπωλίων και προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού", που καταργήθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2837/2000, προστέθηκε με το άρθρο 1 του ν. 3373/2005, καταργήθηκε με το άρθρο 2 του ν. 3784/2009 και εισήχθη ήδη με το άρθρο 29 παρ.1 του ιδίου ν. 3784/2009 στο ν. 146/1914 ως αυτοτελές άρθρο 18 α') ορίζεται ότι: "1.

Απαγορεύεται η καταχρηστική εκμετάλλευση από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις της σχέσης οικονομικής εξάρτησης, στην οποία βρίσκεται προς αυτήν ή αυτές μια επιχείρηση, η οποία κατέχει θέση πελάτη ή προμηθευτή, ακόμη και ως προς ένα ορισμένο είδος προϊόντων ή υπηρεσιών και δεν διαθέτει ισοδύναμη εναλλακτική λύση.

Η καταχρηστική αυτή εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης δύναται να συνίσταται ιδίως στην επιβολή αυθαίρετων όρων συναλλαγής, στην εφαρμογή διακριτικής μεταχείρισης ή στην αιφνίδια και αδικαιολόγητη διακοπή μακροχρόνιων εμπορικών σχέσεων. 2. Ο οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον μπορεί να ζητήσει άρση και παράλειψη της παράβασης και αποζημίωση για οποιαδήποτε ζημία υποστεί κατά παράβαση της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, 3.

Όποιος ατομικώς ή ως εκπρόσωπος νομικού προσώπου ενεργεί κατά παράβαση του παρόντος άρθρου τιμωρείται με χρηματική ποινή...". Από τη διάταξη αυτή, όπως και από τις προϊσχύσασες νομοτυπικές μορφές της καθώς και από την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 82 της Συνθήκης της ΕΟΚ, συνάγεται ότι δεν απαγορεύεται η οικονομική εξάρτηση, αλλά μόνον η καταχρηστική εκμετάλλευσή της.

Η έννοια της καταχρηστικής συμπεριφοράς δεν ορίζεται στις ως άνω διατάξεις, που περιορίζονται στην ενδεικτική απαρίθμηση ορισμένων μορφών αυτής. Για την έννοια, επομένως, της καταχρηστικής εκμετάλλευσης, λαμβάνονται υπόψη ο σκοπός και το αντικείμενο προστασίας των εν λόγω διατάξεων, δηλαδή, η προστασία του συστήματος της οικονομίας της αγοράς καθώς και η προστασία της οικονομικής ελευθερίας των τρίτων.

Προϋποθέσεις για την υπαγωγή στην ως άνω διάταξη είναι: α) η σχέση της οικονομικής εξάρτησης, για την οποία δεν απαιτείται απόλυτη δεσπόζουσα θέση στο σύνολο ή σε μέρος της αγοράς της χώρας, αλλά αρκεί ουσιαστικά η σχετική δεσπόζουσα θέση της μιας επιχείρησης απέναντι στην άλλη, στις μεταξύ τους κάθετες σχέσεις συνεργασίας.

Οικονομική εξάρτηση μιας επιχείρησης από άλλη ή άλλες επιχειρήσεις στοιχειοθετείται στην περίπτωση, που ο έμπορος, λόγω της μακρόχρονης συνεργασίας του και των επενδύσεων που έκανε στο πλαίσιο της συγκεκριμένης δραστηριότητάς του, έχει προσαρμόσει πλήρως την επιχείρησή του στις ανάγκες διάθεσης και προώθησης των προϊόντων του προμηθευτή, ώστε δεν θα μπορούσε να στραφεί σε εναλλακτικές πηγές εφοδιασμού, χωρίς να υποστεί σοβαρές οικονομικές θυσίες, β) η απουσία ισοδύναμης εναλλακτικής λύσης, η οποία συντρέχει, όταν δεν προσφέρονται καθόλου εναλλακτικές λύσεις ή οι προσφερόμενες συνδέονται με σοβαρά μειονεκτήματα για την εξαρτημένη επιχείρηση.

Δηλαδή η τελευταία είτε δεν μπορεί να προμηθεύεται προϊόντα ή υπηρεσίες από άλλη πηγή ή να προμηθεύει τα προϊόντα της σε άλλες επιχειρήσεις είτε μπορεί μεν, όχι όμως με τους ίδιους, αλλά με δυσμενέστερους όρους, που θα έχουν ως αποτέλεσμα την περιέλευση αυτής (εξαρτώμενης επιχείρησης) σε δυσμενή έναντι των ανταγωνιστών της θέση, αφού μειώνεται σημαντικά η ικανότητά της να ανταπεξέλθει στον ελεύθερο ανταγωνισμό, πράγμα που μπορεί να την οδηγήσει ακόμη και σε αδυναμία να συνεχίσει τη λειτουργία της, και γ) η καταχρηστική εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης, δηλαδή η εκ μέρους της ισχυρής επιχείρησης εκμετάλλευση της ισχύος, που της δίνει η αδυναμία της εξαρτώμενης ή των εξαρτώμενων επιχειρήσεων να διαθέτουν άλλη ισοδύναμη εναλλακτική λύση με μέσα και πρακτικές, όπως στο ως άνω άρθρο αναφέρονται, που έχουν ως αποτέλεσμα να βλάψουν την ανταγωνιστικότητα των τελευταίων (ΑΠ 674/2021), αποκομίζοντας με τον τρόπο αυτό η ίδια οφέλη και προκαλώντας ζημία στην εξαρτημένη επιχείρηση, την οποία δεν θα προκαλούσε, εάν υπήρχε για την τελευταία εναλλακτική λύση.

Η καταχρηστική εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης μπορεί, κατά τα ανωτέρω, να συνίσταται και στην επιβολή αυθαίρετων όρων συναλλαγής. Η παράβαση της διάταξης αυτής συνιστά παράνομη συμπεριφορά, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 914 επ. και 919 του ΑΚ, από την οποία, αν προκλήθηκε ζημία ή ηθική βλάβη σε άλλον, δημιουργείται υποχρέωση προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση(ΑΠ 674/2021, ΑΠ 1196/2020).

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, ανάγεται σε αυτοτελή αδικοπραξία, που γεννά υποχρέωση προς αποζημίωση, καθώς επίσης και προς καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης, η κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά του υπαιτίου, εφόσον αυτή έγινε με πρόθεση επαγωγής ζημίας.

Προκειμένου να κριθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συμπεριφοράς, υπάρχει αντικειμενική αντίθεση, με την πιο πάνω έννοια, προς τα χρηστά ήθη, την οποία δεν αποκλείει, κατά τις περιστάσεις, η ύπαρξη σχετικού δικαιώματος ή φυσικής ευχέρειας, συνεκτιμώνται τα κίνητρα, ο σκοπός του υποκειμένου της συμπεριφοράς, το είδος των μέσων και οι μέθοδοι που χρησιμοποιήθηκαν για την επίτευξη του σκοπού, έστω και θεμιτού και όλες οι λοιπές περιστάσεις πραγματώσεως της συμπεριφοράς, θετικής ή αρνητικής, δηλαδή λαμβάνονται υπόψη, όχι μεμονωμένα τα αίτια που οδήγησαν τον υπαίτιο στη συγκεκριμένη ενέργειά του, αλλά το σύνολο των περιστάσεων, υπό τις οποίες εκδηλώθηκε ολόκληρη η συμπεριφορά του και αξιολογείται γενικά η διαγωγή του, σε συνδυασμό και με τη διαγωγή του αντισυμβαλλομένου "θύματος", για να κριθεί εάν οι δύο συμπεριφορές τελούν μεταξύ τους προφανώς σε καταφατική ή αποφατική αναλογική σχέση.

Στην αναζήτηση δε του ορθού αυτού μέτρου συνεκτιμώνται, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και τα επιβαλλόμενα όρια από αυτή. Όσον αφορά την πρόθεση, δεν απαιτείται ο ζημιώσας να ενήργησε με τον αποκλειστικό σκοπό να βλάψει τον άλλον (άμεσος δόλος), αλλά αρκεί και η περί της επελθούσας ζημίας θέληση του, ότι δηλαδή προέβλεψε ως ενδεχόμενη την πρόκληση ζημίας από τη συμπεριφορά του και παρόλα αυτά δεν απείχε από την πράξη ή την παράλειψη, από την οποία επήλθε η ζημία.

Η γένεση, εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ, υποχρεώσεως για αποζημίωση, προϋποθέτει, σύμφωνα με αυτήν τη διάταξη, συνδυαζόμενη με εκείνη του άρθρου 298 του ΑΚ, την ύπαρξη μεταξύ της συμπεριφοράς που αντίκειται στα χρηστά ήθη και της ζημίας που τυχόν επήλθε, αντικειμενικού αιτιώδους συνδέσμου, υπό την έννοια, ότι η ως άνω συμπεριφορά, εκτός του ότι αποτέλεσε αναγκαίο όρο της επελεύσεως της ζημίας, ήταν, καθεαυτή, και ικανή, υπό τις συντρέχουσες περιστάσεις, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να την επιφέρει, ούτως ώστε η ζημία να μπορεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, να αποδοθεί, σύμφωνα μετά διδάγματα της κοινής πείρας, στην αιτιώδη δυναμικότητα της συμπεριφοράς που αντίκειται στα χρηστά ήθη και, αντιστοίχως, η συμπεριφορά αυτή να συνιστά πρόσφορη, επαρκή αιτία της ζημίας (ΑΠ 601/2022, ΑΠ 1177/2018, ΑΠ 212/2018, ΑΠ 752/2017).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Εξάλλου, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Περαιτέρω, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 708/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τους παρακάτω αναιρετικούς λόγους μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η εφεσίβλητη (ήδη αναιρεσίβλητη) ανώνυμη εταιρεία (με την επωνυμία "ΕΛΑΪΣ - UNILEVER HELLAS, ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΠΟΡΡΥΠΑΝΤΙΚΩΝ, ΚΑΛΛΥΝΤΙΚΩΝ, ΤΡΟΦΙΜΩΝ") αποτελεί θυγατρική του πολυεθνικού ομίλου "UNILEVER" και δραστηριοποιείται στην Ελλάδα στον τομέα της εμπορίας, διακίνησης και διανομής ταχυκίνητων καταναλωτικών προϊόντων ("fast moving consumer goods"), στους κλάδους των απορρυπαντικών, καλλυντικών και τροφίμων, ήδη από τη δεκαετία του 1960.

Η διάθεση των προϊόντων αυτών από την εναγομένη γίνεται είτε απευθείας από την ίδια στους λιανοπωλητές, μέσω του δικού της συστήματος πωλήσεων και διανομής, είτε μέσω τρίτων προσώπων (χονδροπωλητών), με την αγορά από τους τελευταίους και μεταπώληση των προϊόντων αυτών, κατά κύριο λόγο στην περιοχή στην οποία καθένας δραστηριοποιείται επιχειρηματικώς.

Στο πλαίσιο προώθησης των πωλήσεων της η εναγομένη συνεργάζεται και με "Ομίλους Αγορών", δηλαδή εταιρειών στις οποίες είναι ενταγμένος μεγάλος αριθμός λιανοπωλητών {λ.χ. αλυσίδες σούπερ μάρκετ). Η εκκαλούσα ετερόρρυθμη εταιρεία (με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΙΔΩΝ ΠΑΝΤΟΠΩΛΕΙΟΥ ΕΤΕΡΟΡΡΥΘΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ") (ήδη αναιρεσείουσα) δραστηριοποιείται στην αντιπροσώπευση και χονδρική εμπορία απορρυπαντικών και καλλυντικών, συστάθηκε δε τον Αύγουστο του 2002 με τη νομική μορφή της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης (υπ' αριθ. ....2002 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γ.

Α. - Τ., που καταχωρίσθηκε στο μητρώο Ε.Π.Ε. του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης στις 28.8.2002 και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 9028/30.8.2002 τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ), η οποία το Σεπτέμβριο του έτους 2015 μετατράπηκε σε ετερόρρυθμη εταιρεία (υπ' αριθ. ....2015 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Κ. Σ., που καταχωρίσθηκε στο Γ.Ε.ΜΗ. στις 22.9.2015), η μετατροπή δε αυτή της εκκαλούσας (από Ε.Π.Ε.

σε Ε.Ε.) σημαίνει ότι συνεχίσθηκε το ίδιο νομικό πρόσωπο, υπό διαφορετικό, απλώς, νομικό μανδύα (βλ. ισχύον τότε άρθρο 283 ν. 4072/2012 και ήδη άρθρο 113 ν. 4601/2019). Με το από 2.1.2003 ιδιωτικό συμφωνητικό, που συνήφθη μεταξύ της εφεσίβλητης (τότε με την επωνυμία "UNILEVER HELLAS, ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΠΟΡΡΥΠΑΝΤΙΚΩΝ, ΚΑΛΛΥΝΤΙΚΩΝ, ΤΡΟΦΙΜΩΝ" και της εκκαλούσας (τότε με τη νομική μορφή της Ε.Π.Ε.

και την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΙΔΩΝ ΠΑΝΤΟΠΩΛΕΙΟΥ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ"), συμφωνήθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: "...Η πρώτη των συμβαλλομένων, η οποία για συντομία στο εξής θα καλείται "Εταιρεία" μεταξύ- άλλων παράγει, εισάγει και διαθέτει στην ελληνική αγορά απορρυπαντικά, καλλυντικά και χαρτικά....

Ο δεύτερος των συμβαλλομένων, ο οποίος στο εξής θα καλείται "μεταπωλητής" ο οποίος κατά δήλωση του διαθέτει την εμπειρία, την οργάνωση και τις αναγκαίες εγκαταστάσεις και τελεί εν πλήρη γνώση του τρόπου διακίνησης και εμπορίας υπό της εταιρείας των προϊόντων της, εξέφρασε την επιθυμία και η "εταιρεία" απεδέχθη την έναρξη της μεταξύ τους συνεργασίας, συνιστάμενης στην υπ' αυτόν αγορά και την εν συνεχεία μεταπώληση των προϊόντων της εταιρείας στα καταστήματα που δεν εξυπηρετούνται από αυτήν της περιοχής των νομών Χαλκιδικής, Κιλκίς και Β' Περιφέρειας Θεσσαλονίκης, με τους ακόλουθους όρους και συμφωνίες: 1.

Στον μεταπωλητή δίδεται από την εταιρεία η μη αποκλειστική εντολή αφού η εταιρεία διατηρεί το δικαίωμα να διαθέτει τα προϊόντα της και προς άλλους μεταπωλητές της ίδιας περιοχής και αυτός αποδεχόμενος την εντολή αυτή, αναλαμβάνει την υποχρέωση να διαθέτει τα προϊόντα της εταιρείας τα οποία αναγράφονται στους εκάστοτε ισχύοντες τιμοκαταλόγους της Διευθύνσεως Πωλήσεων της εταιρείας, στα καταστήματα της προαναφερόμενης περιοχής.

Ο μεταπωλητής αναγνωρίζει ότι η αύξηση των πωλήσεων των προϊόντων της εταιρείας οφείλεται, αλλά και θα οφείλεται αποκλειστικά και μόνον στην επένδυση κεφαλαίων που πραγματοποιούσε και πραγματοποιεί συνεχώς η εταιρεία στους τομείς ποιότητας των προϊόντων, της διαφημίσεως προώθησης των πωλήσεων και άλλων γενικότερων μέτρων στον τομέα εμπορίας (Marketing)... 4.

Η εταιρεία αναλαμβάνει τη υποχρέωση να τιμολογεί τις εκάστοτε ποσότητες των άνω προϊόντων, που θα παραγγέλλονται από τον μεταπωλητή στις τιμές του εκάστοτε ισχύοντος τιμοκαταλόγου. Η έκπτωση που θα χορηγεί η εταιρεία προς τον μεταπωλητή επί του υπ' αυτού πραγματοποιούμενου (τζίρου) κύκλου εργασιών συμφωνείται σε ποσοστό 7,5% επί του υπ' αυτού πραγματοποιούμενου (τζίρου) κύκλου εργασιών για τα απορρυπαντικά και σε ποσοστό 14% επί του επίσης υπ' αυτού πραγματοποιούμενου (τζίρου) κύκλου εργασιών για τα καλλυντικά... 6.

Ο μεταπωλητής αναλαμβάνει την υποχρέωση να μην τιμολογεί τα εκάστοτε πωλούμενα προς τους πελάτες προς τους πελάτες του προϊόντα της εταιρείας πέραν της εκάστοτε ισχύουσας τιμής τιμοκαταλόγου της εταιρείας. Υποχρεούται, όμως να εκπίπτει από την τιμή τιμοκαταλόγου όλες τις προσφορές, σχήματα, πιστωτικά, που θα παρέχονται σε αυτόν από την εταιρεία και θα προορίζονται για τους πελάτες του.

Τέλος δικαιούται να εκπίπτει κατά τις πραγματοποιούμενες υπ' αυτού πωλήσεις, οποιοδήποτε μέρος της αμοιβής του κατά την ελεύθερη και ανέλεγκτη κρίση του. 7. Η εταιρεία στο πλαίσιο προώθησης των πωλήσεων της, συνεργάζεται μεταξύ των άλλων και με διάφορους "Ομίλους Αγορών", μέλη των οποίων είναι πελάτες του μεταπωλητή.

Ο μεταπωλητής υλοποιεί τις συμφωνίες που έχουν συναφθεί μεταξύ της Unilever Hellas και των Ομίλων Αγορών. Η συμμετοχή της Unilever στις εκπτώσεις που προκύπτουν από τις παραπάνω συμφωνίες η εταιρεία θα της χορηγεί με πιστωτικά τιμολόγια (Π.Τ.) προς τον μεταπωλητή στο τέλος κάθε έτους ή έναντι αυτών κατά τη διάρκεια του έτους, αναλόγως του κύκλου εργασιών που πραγματοποιεί καθένας από αυτούς, αντίγραφα των οποίων υποχρεούται να παραδίδει στην εταιρεία μετά την έκδοση τους. 8.

Διευκρινίζεται, άλλως ρητά συνομολογείται, ότι με την παρούσα σύμβαση ουδόλως καθιδρύεται μεταξύ των άνω συμβαλλομένων οποιαδήποτε σχέση αντιπροσώπευσης του πρώτου από τον δεύτερο τούτων, πολλώ δε μάλλον οποιαδήποτε σχέση εξαρτημένης εργασίας, καθόσον αντικειμενικός σκοπός της μεταξύ των άνω συμβαλλομένων συνεργασίας είναι η αγορά προς μεταπώληση των προϊόντων της εταιρείας από τον μεταπωλητή σε καταστήματα που για λόγους εμπορικής πολιτικής της εταιρείας δεν εξυπηρετούνται από αυτή γι" αυτό και ο μεταπωλητής φέρει την ευθύνη αποκλειστικά όλων των κινδύνων εκ της επιχειρηματικής αυτής δραστηριότητος που ασκεί (απώλεια ή καταστροφή εμπορευμάτων, επισφάλεια πελατών κλπ) καθώς και την ευθύνη του κόστους των οποιονδήποτε τυχόν επενδύσεων ήθελε πραγματοποιήσει ο μεταπωλητής στα πλαίσια άσκησης της επιχειρηματικής του δραστηριότητας και προαγωγής των εν γένει επιχειρηματικών του συμφερόντων. 9.

Σε περίπτωση παράβασης εκ μέρους του μεταπωλητή οποιουδήποτε των όρων της παρούσας σύμβασης η εταιρεία δικαιούται να καταγγείλει άμεσα την παρούσα σύμβαση και να θεωρήσει ότι αυτή λύεται αυτοδικαίως από της καταγγελίας... Ο μεταπωλητής δεν δικαιούνται καμίας αποζημίωσης ή παροχής λόγω της με οποιονδήποτε τρόπο λήξης της παρούσας σύμβασης. 10.

Η παρούσα σύμβαση είναι αορίστου χρόνου. Ρητώς δε συνομολογείται, ότι καθένα ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη έχει δικαίωμα να επιφέρει οποτεδήποτε τη λήξη της, χωρίς υποχρέωση καταβολής αποζημιώσεως, με καταγγελία του που θα κοινοποιείται προς το έτερο μέρος πριν από τέσσερις (4) τουλάχιστον μήνες... 14. Η υπογραφή της παρούσης σύμβασης καταργεί κάθε τυχόν προηγούμενη σύμβαση του μεταπωλητή με την εταιρεία, υπό οποιαδήποτε αιτία ή σχέση και αν αυτή οφείλεται. 15.

Οποιαδήποτε τροποποίηση των όρων και συμφωνιών του παρόντος θα γίνεται μόνον εγγράφως αποκλεισμένης και μη αναγνωριζομένης οποιασδήποτε προφορικής τροποποίησης αυτής, μηδέ και του παρόντος εξαιρουμένου...".

Εξάλλου, με το από 20.4.2005 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ των ίδιων παραπάνω συμβαλλομένων, τροποποιήθηκε το προηγούμενο από 2.1.2003 ιδιωτικό συμφωνητικό μόνο όσον αφορά τη γεωγραφική περιοχή στην οποία δραστηριοποιείτο η εκκαλούσα και ορίσθηκε ότι αυτή "...περιλαμβάνει πλέον τα καταστήματα που δεν εξυπηρετούνται από την Εταιρεία, εντός των νομών Χαλκιδικής, Κιλκίς, της Β' Περιφέρειας Θεσσαλονίκης, καθώς και της περιοχής Ασπροβάλτας-Σταυρού Σοχού".

Τον Ιανουάριο του 2015, διακόπηκε η συνεργασία που διατηρούσε η εφεσίβλητη με την εταιρεία "ΔΙΑΝΟΜΗ Α.Ε.", στο πλαίσιο της οποίας η προαναφερόμενη εταιρεία διέθετε επίσης προϊόντα (απορρυπαντικά, καλλυντικά και τρόφιμα) της εφεσίβλητης σε καταστήματα του Ομίλου Αγορών "ΗΛΙΟΣ Α.Ε.", εντός της ίδιας περιοχής με εκείνη της εκκαλούσας.

Η εκκαλούσα εκδήλωσε τότε, με το από 28.1.2015 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (μέσω του Θ. Γ., όπως και στα άλλα παρακάτω μηνύματα της), απευθυνόμενο προς τον υπεύθυνο πωλήσεων της εφεσίβλητης, Γ. Γ., το ενδιαφέρον να αναλάβει εκείνη, στη θέση της εταιρείας "ΔΙΑΝΟΜΗ Α.Ε.", τη διάθεση των παραπάνω προϊόντων της εφεσίβλητης προς τα καταστήματα του προαναφερόμενου Ομίλου Αγορών.

Επίσης η εκκαλουσα με το από 11.3.2015 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προς τον παραπάνω υπεύθυνο πωλήσεων της εφεσίβλητης, ζήτησε να της ανατεθεί η διανομή προϊόντων ξηρού φορτίου της εφεσίβλητης. Αξιοσημείωτο είναι ότι σε κανένα των παραπάνω μηνυμάτων η εκκαλουσα δεν διαμαρτυρήθηκε για το γεγονός ότι και άλλη επιχείρηση είχε αναλάβει τη διάθεση προϊόντων της εφεσίβλητης στην ίδια με εκείνη (εκκαλούσα) περιοχή, ούτε πολύ περισσότερο η εκκαλούσα ισχυρίσθηκε ότι είναι αποκλειστική διανομέας της εφεσίβλητης, αφού στο πρώτο μήνυμα η εκκαλούσα εκθέτει απλώς ότι "...πρέπει κάποια στιγμή να αποκατασταθεί η πολυετής αδικία εγώ να έχω μόνο τα απορ/κά και άλλος ειδικός συνεργάτης τρόφιμα και απορρυπαντικά στην ίδια περιοχή..." και στο δεύτερο μήνυμα η εκκαλούσα εκθέτει (προς ενίσχυση του σε αυτό αιτήματος της) ότι αντιπροσωπεύει και την εταιρεία "ΕΛΓΕΚΑ" ["...Αναφέρω απλώς ότι με την ΕΛΓΕΚΑ στα προϊόντα ΗΕΙΝΖ το 2012 ο μικτός μου τζίρος πέρασε τις 170.000 ευρώ..."].

Στη συνέχεια και ενώ η εκκαλούσα δεν προκύπτει ότι είχε λάβει απάντηση στα παραπάνω μηνύματα της, έστειλε νέα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προς τον προαναφερόμενο υπεύθυνο πωλήσεων της εφεσίβλητης, στις 15, 20, 22 και 25.5.2015, με τα οποία η εκκαλούσα, σε οξύ και σε αρκετά σημεία ειρωνικό ύφος, διαμαρτυρήθηκε κατά κύριο λόγο για την, κατά την άποψη της, μη ισότιμη μεταχείριση της με άλλους διανομείς της εφεσίβλητης, σε τούτο δε είναι που εστίασε τα παράπονα της και όχι σε καθεαυτή την ύπαρξη άλλων διανομέων της εφεσίβλητης [μήνυμα 15.5. "...Από τις παροχές στους "μεγάλους" θα πάρω μόνο 20000 σκιπ!...

Σας επισυνάπτω και μία φωτογραφία του ιδανικά ευτυχισμένου συνεργάτη. Σας ευχαριστώ για το χρόνο γιατί ξέρω ότι παροχές δεν δίνετε!!!" - μήνυμα 20.5.: "...το Cash and Carry είναι που πουλάει το... φθηνότερα από εμάς. Σίγουρα δεν τα πήρε από την Λέβερϋ Θα τα έφερε από την Κύπρο μάλλον!!!!! Κατά τα άλλα οι ειδικοί συνεργάτες σας βάζουν μέσα...." (οι τελείες στο τέλος είναι του ίδιου του κειμένου του μηνύματος) -μήνυμα 22.5.: "...έκανες πολύ καλά που αρνήθηκες να μου δώσεις να πουλήσω τρόφιμα της Unilever με τους ίδιους όρους που μεταπουλάνε και οι λοιποί δικοί σας συνεργάτες, ελπίζω πολύ σύντομα να το τεκμηριώσετε και νομικά...Εγώ βλέπω ότι οι παροχές σας σε μεγάλα σχήματα λιανεμπορίου αλλά και χονδρεμπορικων εταιρειών που ανήκουν σε μεγάλους ομίλους, καθώς και η συνεχιζόμενη τροφοδοσία τους με ειδικές συσκευασίες εμπορίου (1+1) κτλ, όταν σε εμάς δεν δίνεται ούτε τεμάχιο καθιστούν τα καταστήματα μας μη ανταγωνιστικά!!...

Θα ήθελα να εκφράσω την απορία μου εάν και οι λοιποί, ειδικοί συνεργάτες όπως ας πούμε ο ειδικός συνεργάτης που βάλατε στη Θεσσαλονίκη για απορρυπαντικά και τρόφιμα, σας έχει δώσει εγγυήσεις σε μετρητά και προσημειώσεις, σας εξοφλεί το 90% του λογαριασμού του με επιταγές πελατείας, έχει τα ίδια κιβωτικά σχήματα με τους υπόλοιπους, παίρνει την ίδια αμοιβή με εμάς...

Μάλλον για συγκεκριμένους ανθρώπους υπάρχει ειδική μεταχείριση... Εκτός από τις γενικές συνηθισμένες εμπορικές απαντήσεις, παράκληση να γνωστοποιήσετε αυτό το mail και στο νομικό τμήμα της εταιρείας σας, ώστε να περάσουμε σύντομα σε τρέχουσες διαδικασίας στις οποίες θα κληθώ να τεκμηριώσω απόλυτα όλα τα προηγούμενα...

Εγώ που ; είμαι ειδικός συνεργάτης σας από το 1991 στα καταναλωτικά, ειλικρινά λυπάμαι που όταν αλλάξατε ειδικό συνεργάτη ούτε καν ερωτήθηκα!... Θα ήθελα μια τίμια και ειλικρινή απάντηση για τους σκοπούς καθώς και το μοντέλο της συνεργασίας μας, το συντομότερο δυνατόν ώστε να προετοιμάσω και εγώ τα επόμενα βήματα". - μήνυμα 25.5.: "...Μήπως γνωρίζει κανείς να μας πει πώς γίνεται και ο νέος σας ειδικός συνεργάτης τιμολογεί στους δικούς μου πελάτες με εκπτώσεις που ούτε εμείς έχουμε δει;...

Αλήθεια μήπως τα αγοράζει από την Carefour? Από την εταιρεία σας, επειδή γνωρίζει όλο το ΔΣ της εταιρείας όπως ο ίδιος διαφημίζει στους πελάτες! Εντός ενθέτου χρόνου το δικηγορικό γραφείο...θα σας αποστείλει τα σημεία που έχετε παραβιάσει το συμβόλαιο μας, καθώς και τις προτάσεις μου!"]. Στη συνέχεια, στις 9.6.2015, η εκκαλούσα επέδωσε στην εφεσίβλητη το από 6.6.2015 εξώδικο της, στο οποίο η εκκαλούσα για πρώτη φορά ισχυρίσθηκε ότι η σύμβαση μεταξύ εκείνης και της εφεσίβλητης είναι αποκλειστικής διανομής.

Από το περιεχόμενο του ίδιου μηνύματος, ωστόσο, σαφώς προκύπτει ότι, ακόμα και τότε, τα παράπονα της εκκαλούσας δεν είχαν να κάνουν με καθ' εαυτήν την ύπαρξη και άλλου διανομέα της εφεσίβλητης (ειδικότερα της εταιρίας "FOOD EXPERT Α.Ε.") αλλά με την (κατά την άποψη της εκκαλούσας) παράβαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης μεταξύ εκείνης και του άλλου διανομέα και με το γεγονός ότι η εκκαλούσα δεν είχε τελικώς από την εφεσίβλητη το μερίδιο διανομής που επιθυμούσε ["...από την παραπάνω ενέργεια προκύπτει ότι χορηγείτε στον εν λόγω διανομέα είτε μεγαλύτερο περιθώριο κέρδους είτε μεγαλύτερες παροχές, για παράβαση των αρχών της ίσης μεταχείρισης των διανομέων του δικτύου σας, με συνέπεια να ανταγωνίζεται ο εν λόγω διανομέας αθεμίτως την εταιρεία μας με τη δική σας συμμετοχή.

Τέλος η εταιρεία σας κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστης δεν απευθύνθηκε στην εταιρεία μας ως ιδιαιτέρως αποτελεσματική, όπως προκύπτει από την μέχρι τώρα μακροχρόνια συνεργασία με υψηλό δείκτη φερεγγυότητας και άρα με δυνατότητα σε πολύ σύντομο χρόνο δημιουργίας της πρόσφορης υποδομής, να αναλάβει τη διανομή και των λοιπών προϊόντων της εταιρείας σας {τρόφιμα και παγωτά) στις συμβατικές περιοχές.

Αντί της εύλογης αυτής αναμονής και προσδοκίας, η εταιρεία σας αποπειράται να ορίζει ή ορίζει άλλον διανομέα και μάλιστα από άλλη περιφέρεια και άρα μη έχοντα γνώση της αγοράς και των ιδιομορφιών της με σκοπό μάλιστα τον αθέμιτο ανταγωνισμό της εταιρείας μας..."]. Σε απάντηση του αμέσως παραπάνω εξωδίκου, η εφεσίβλητη, από τη μεριά της, επέδωσε στην εκκαλούσα, στις 9.7.2015, το από 6.7.2015 εξώδικο, με το οποίο αρνήθηκε και αντέκρουσε τις αιτιάσεις της εκκαλούσας (μεταξύ αυτών και εκείνες περί τη μη ίσης μεταχείρισης της εκκαλούσας) και ιδίως τον αποκλειστικό χαρακτήρα της μεταξύ τους σύμβασης διανομής.

Ακολούθησε εκ μέρους της εκκαλούσας το ημερομηνία 3.8.2015 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προς την υπάλληλο (πωλήτρια) της εφεσίβλητης Α. Γ., με ανάλογο ύφος με τα προηγούμενα μηνύματα ["Τ. αυτά είναι καλά να τα δώσεις στον άλλο ειδικό συνεργάτη που έχετε και είναι ειδικός στις τοποθετήσεις!!! Εγώ είμαι καλός στα πρακτικά θέματα και όχι στη θεωρία!...

Στείλε σε μένα κανένα θεωρητικό, να τον πάρω από το χεράκι να δω τι θα πουλήσει!!... Εξάλλου όποιος από τους κυρίους της Unilever θεωρεί ότι μπορεί να κάνει την δουλειά του με άλλους συνεργάτες καλύτερα από ό,τι με μένα, μπορεί πολύ απλά να με ενημερώσει για τη διακοπή της συνεργασίας μας!"]. Ακολούθησε νέο μήνυμα της εκκαλούσας προς τον παραπάνω υπεύθυνο πωλήσεων της εφεσίβλητης, με ανάλογο ύφος με τα προηγούμενα μηνύματα και ειδικότερα το με ημερομηνία 10.6.2016 μήνυμα, με το οποίο η εκκαλούσα διατύπωσε παράπονα για τη συνεργασία της με την παραπάνω υπάλληλο της εφεσίβλητης και για την εμπειρία της συγκεκριμένης υπαλλήλου, καθώς και για τη μη ικανοποίηση του αιτήματος της που αφορούσε την αντικατάσταση, εκ μέρους της εφεσίβλητης, της εν λόγω υπαλλήλου ["...Τι θα γίνει με το θέμα της πωλήτριας σας, σου ζήτησα να την αλλάξετε αλλά απάντηση δεν πήρα! Γνωρίζεις ότι από την αρχή του χρόνου δεν μας έχει ενημερώσει ούτε για ένα νέο προϊόν????...

Ούτε φωτογραφία, ούτε διαφημιστικό υλικό ούτε καν να μας δείξει ένα δείγμα!!! Εάν εσείς θέλετε να χρησιμοποιήσετε εμένα σαν πείραμα για να φαίνεται ότι η πωλήτρια σας έχει εμπειρία μεγάλου πελάτη, να σε ενημερώσω ότι το μόνο που έχετε είναι μαύρα μεσάνυχτα σε όλα!!!! Όπως γίνεται αντιληπτό δεν μπορώ να συνεργασθώ με την κυρία Γ.

και να ορίσετε άμεσα άλλον πωλητή!..."]. Η εφεσίβλητη (μέσω του παραπάνω υπεύθυνου πωλήσεων) απάντησε με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στις 15.6.2016, με το οποίο η εφεσίβλητη, αφού συνόψισε την μέχρι τότε στάση της εκκαλούσας ["Τον τελευταίο καιρό λαμβάνουμε οι συνεργάτες μου και εγώ email από εσάς, που δείχνουν μια δυσαρέσκεια από μέρους σας για τον τρόπο που δουλεύουμε στην εταιρεία μας και μια αμφισβήτηση για τα ποσό αποτελεσματικοί και αφιερωμένοι είμαστε προς την εταιρεία μας..."], στη συνέχεια η εφεσίβλητη ανέπτυξε τη θέση της στα ζητήματα της μεταξύ τους συνεργασίας και κάλεσε στο τέλος την εκκαλούσα να σταματήσει την αποστολή ηλεκτρονικών μηνυμάτων αντίστοιχου περιεχομένου ["...Σας καλώ λοιπόν για μια ακόμη φορά να σταματήσετε τα ειρωνικά, εκφοβιστικά και απαξιωτικά email και να επικεντρωθείτε στη σωστή εξυπηρέτηση των καταστημάτων που εξυπηρετείτε και στη σωστή παρουσία των προϊόντων μας σε αυτά"].

Ακολούθησε αυθημερόν (15.6.2016) μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της εκκαλούσας προς τον παραπάνω υπεύθυνο πωλήσεων της εφεσίβλητης, με το οποίο η εκκαλούσα κάλεσε την εφεσίβλητη να καταγγείλει άμεσα τη σύμβαση αν η εφεσίβλητη θεωρούσε ότι η εκκαλούσα δεν ανταποκρινόταν στις συμβατικές υποχρεώσεις της ["...Εντύπωση προκαλεί γιατί συνεχίζετε να έχετε συνεργασία μαζί μου εφόσον όπως αναφέρετε εγώ τα κάνω όλα λάθος και εσείς όλα σωστά!! Παρόλο που έχετε και δεύτερο ειδικό συνεργάτη που επισκέπτεται τα ίδια καταστήματα με εμένα, πώς δεν φροντίζει αυτός να γεμίσει τα καταστήματα σας, αφού θυμάμαι από προηγούμενη επιστολή σας ότι η food expert είναι ειδικός συνεργάτης που τηρεί όλες τις προϋποθέσεις σας!...

Θα σας παρακαλούσα πολύ παρατηρήσεις και επιπλήξεις στους υφισταμένους σας!! Εάν η εταιρεία μου δεν τηρεί τους όρους της συνεργασίας μας να καταγγείλετε άμεσα τη σύμβαση, σε διαφορετική περίπτωση μην με απειλείτε και μην με επιπλήσσετε"]. Τέλος, η εφεσίβλητη, στις 31.10.2016 επέδωσε στην εκκαλούσα την από 24.10.2016 εξώδικη καταγγελία της μεταξύ τους σύμβασης, στο περιεχόμενο της οποίας γίνεται μνεία στην εμφάνιση προβλημάτων στη συνεργασία μεταξύ των διαδίκων από το έτος 2015 και στην ανταλλαγή εξώδικων μεταξύ τους, καθώς και σε επισημάνσεις προς την εκκαλούσα στις οποίες είχε προβεί η εφεσίβλητη με το εξώδικο της που είχε επιδοθεί στην εκκαλούσα στις 9.7.2015 (χωρίς πάντως να γίνεται επίκληση στην καταγγελία κάποιας συγκεκριμένης συμβατικής παράβασης εκ μέρους της εκκαλούσας), ορίσθηκε δε από την εφεσίβλητη ότι η καταγγελία θα φέρει τα αποτελέσματα της μετά την πάροδο έξι μηνών και ότι μέχρι τότε θα ισχύουν πλήρως οι συμβατικές δεσμεύσεις μεταξύ των διαδίκων.

Κατόπιν αυτού, η σύμβαση μεταξύ των διαδίκων λύθηκε στις 30.4.2017. Από το περιεχόμενο των με ημερομηνίες 2.1.2003 και 20.4.2005 ιδιωτικών συμφωνητικών μεταξύ των διαδίκων σαφώς προκύπτει ότι η με αυτά καταρτισθείσα σύμβαση μεταξύ της εφεσίβλητης και της εκκαλούσας ήταν απλής και όχι αποκλειστικής διανομής, αφού δεν υπήρχε στη σύμβαση το καθοριστικό στοιχείο της αποκλειστικότητας, δηλαδή η ρήτρα αυτοδέσμευσης της μεν εφεσίβλητης να μην παραδίδει προϊόντα σε τρίτους ανταγωνιστές της εκκαλούσας στις ίδιες γεωγραφικές περιοχές, της δε εκκαλούσας να μην διανέμει ανταγωνιστικά προϊόντα (με εκείνα της εφεσίβλητης) στις εν λόγω περιοχές.

Τέτοιες συμβατικές δεσμεύσεις αποκλειστικότητας δεν αναλήφθηκαν εξάλλου ούτε προφορικώς από τους διαδίκους - ενόψει του ότι η σύμβαση αποκλειστικής διανομής δεν υπόκειται σε συστατικό έγγραφο τύπο - ούτε άλλωστε η εκκαλούσα ισχυρίζεται τέτοια προφορική ανάληψη δεσμεύσεων στην αγωγή.

Περαιτέρω, δεν είναι κρίσιμος ο αγωγικός ισχυρισμός της εκκαλούσας ότι εκείνη είχε καταστεί "εν τοις πράγμασι" αποκλειστική διανομέας της εφεσίβλητης επειδή (όπως υποστηρίζει) θα ήταν και πρακτικώς αδύνατον (για οικονομικούς λόγους) να προωθήσει στις ίδιες γεωγραφικές περιοχές ανταγωνιστικά προϊόντα προς εκείνα της εφεσίβλητης ή να προωθήσει τα προϊόντα της εφεσίβλητης σε άλλες γεωγραφικές περιοχές (βλ.

παραπάνω στην έκθεση του ιστορικού της αγωγής). Και τούτο διότι, ακόμα και αν υποτεθεί ότι η εκκαλούσα είχε επιλέξει, για επιχειρηματικούς λόγους, να αντιμετωπίζει από τη δική της μεριά τη σύμβαση στην πράξη ως "αποκλειστικής" διανομής και να μην κάνει χρήση της δυνατότητας της να διακινεί προϊόντα ανταγωνιστικά προς αυτά της εφεσίβλητης στις ίδιες ή σε άλλες γεωγραφικές περιοχές, τούτο βεβαίως θα αφορούσε μόνο την ίδια την εκκαλούσα και δεν θα επηρέαζε το νομικό χαρακτήρα της επίδικης σύμβασης.

Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να σημειωθεί - όχι όμως στο πλαίσιο ερμηνείας της επίδικης σύμβασης, η οποία είναι σαφής και δεν έχει ανάγκη τέτοιας, αλλά σε ενίσχυση του προαναφερόμενου αποδεικτικού πορίσματος, ότι ο παραπάνω αγωγικός ισχυρισμός της εκκαλούσας δεν είναι και βάσιμος, αφού αποδείχθηκε ότι η εκκαλούσα, με πρωτοβουλία της, αφενός διένειμε στις ίδιες γεωγραφικές περιοχές συναφή προϊόντα και άλλης επιχείρησης ("ΕΛΓΕΚΑ Α.Ε.") και αφετέρου διένειμε τα προϊόντα της εφεσίβλητης όχι μόνο στις γεωγραφικές περιοχές της επίδικης σύμβασης αλλά και εκτός εκείνων και συγκεκριμένα διένειμε προϊόντα της εφεσίβλητης και σε επιχειρήσεις σούπερ μάρκετ που βρίσκονται (όχι στη Β' αλλά) στην Α' περιφέρεια Θεσσαλονίκης (σε επιχειρήσεις στην Καλαμαριά, στους Αμπελόκηπους, στη Νεάπολη, στη Μενεμένη και στην Τούμπα), καθώς και σε επιχείρηση στην Καστοριά (στην "Γ.

Μ. και Σία Ο.Ε."). Αλλά και η εφεσίβλητη, από τη μεριά της, παρέδιδε προϊόντα της και σε άλλες (πέραν της εκκαλούσας) επιχειρήσεις προς διανομή στις ίδιες γεωγραφικές περιοχές με αυτές της επίδικης σύμβασης (όπως στην εταιρεία "ΔΙΑΝΟΜΗ Α.Ε." από το έτος 2012 μέχρι το έτος 2014 και στην επιχείρηση του Α. Σ. από το έτος 2015), η δε εκκαλούσα, μολονότι γνώριζε το γεγονός αυτό, δεν διαμαρτυρήθηκε στην εφεσίβλητη για τρία περίπου έτη (από το έτος 2012) -όπως θα είχε συμβεί αν η δική της σύμβαση με την εφεσίβλητη είχε πράγματι το χαρακτήρα αποκλειστικής διανομής - τα δε παράπονα της ίδιας (εκκαλούσας), όταν αργότερα εκδηλώθηκαν, για πρώτη φορά από το Μάιο του 2015, αφορούσαν όχι καθεαυτή την ύπαρξη και άλλων διανομέων της εφεσίβλητης στις ίδιες γεωγραφικές περιοχές αλλά την (κατά την άποψη της εκκαλούσας) μη ισότιμη μεταχείριση της από την εφεσίβλητη σε σχέση με τους εν λόγω διανομείς...

Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η εκκαλούσα δεν είναι διάδοχος της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "Π. - Γ. Ο.Ε." (που είχε συσταθεί τον Απρίλιο του 1991 και λύθηκε τον Οκτώβριο του 1993), ούτε της ομόρρυθμης εταιρείας "Ε. Α. - Θ. Γ. Ο.Ε." (που είχε συσταθεί το Σεπτέμβριο του 1992 και λύθηκε το Δεκέμβριο του 2002), αφού η εκκαλούσα συστάθηκε το πρώτον το έτος 2003 (αρχικώς υπό τη νομική μορφή της Ε.Π.Ε., μετατραπείσα στη συνέχεια σε Ε.Ε./βλ.

παραπάνω) και είναι διαφορετικό νομικό πρόσωπο από εκείνες, χωρίς το γεγονός αυτό να αναιρείται από το ότι σε αμφότερες τις παραπάνω ομόρρυθμες εταιρείες συμμετείχε ως εταίρος ο Θ. Γ. και ότι ο τελευταίος συμμετέχει ως εταίρος και στην εκκαλούσα, καθώς μάλιστα η είσοδος εκείνου στην εκκαλούσα (τότε ως Ε.Π.Ε.) έγινε περίπου εννέα έτη μετά τη σύσταση της (που είχε λάβει χώρα τον Αύγουστο του 2002) και συγκεκριμένα έγινε το Μάιο του 2011 (υπ' αριθ. ....2011 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Λ.

Χ., που καταχωρίσθηκε στο μητρώο Ε.Π.Ε. του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης στις 27.6.2011 και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 5971/7.7.2011 τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ). Επομένως, η συμβατική σχέση της εκκαλούσας με την εφεσίβλητη διέπεται μόνο από τα με ημερομηνίες 2.1.2003 και 20.4.2005 ιδιωτικά συμφωνητικά και όχι και από το με ημερομηνία 26.6.1998 ιδιωτικό συμφωνητικό, το οποίο είχε συναφθεί μεταξύ της εφεσίβλητης (τότε με την επωνυμία "UNILEVER HELLAS, ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΠΟΡΡΥΠΑΝΤΙΚΩΝ, ΚΑΛΛΥΝΤΙΚΩΝ, ΤΡΟΦΙΜΩΝ") και της ομόρρυθμης εταιρείας "Ε.

Α. Θ. Γ. Ο. Ε". Επίσης δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξε (και μάλιστα από το έτος 1990) σύμβαση συνεργασίας της εφεσίβλητης με την ομόρρυθμη εταιρεία "Π. - Γ. Ο.Ε.". Επομένως, τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα στην αγωγή (και στην έφεση της) είναι αβάσιμα, πέραν του ότι, ακόμα και το με ημερομηνία 26.6.1998 ιδιωτικό συμφωνητικό αφορούσε και εκείνο σύμβαση όχι αποκλειστικής αλλά απλής διανομής ["...Στο συνεργάτη δίδεται υπό της UNILEVER η μη αποκλειστική εντολή όπως προβαίνει στη διάθεση των προϊόντων αυτής...

Ο συνεργάτης αναλαμβάνει τη μη αποκλειστική διάθεση των ανωτέρω προϊόντων της UNILEVER στην περιοχή που περιγράφεται στο συνημμένο...) και επίσης δεν αφορούσε και εκείνο την Α' περιφέρεια Θεσσαλονίκης ["Συνημμένο 1... "Περιοχή εντός της οποίας αναπτύσσεται δραστηριότητα είναι οι νομοί Χαλκιδικής - Κιλκίς και Θεσ/κης (εκτός πολεοδομικού συγκροτήματος)].

Κατόπιν όλων των παραπάνω, αφού η σύμβαση της εφεσίβλητης με την εκκαλούσα δεν ήταν αποκλειστικής αλλά απλής διανομής, δεν έχουν εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην πρώτη μείζονα σκέψη, οι διατάξεις του π.δ. 219/1991, μεταξύ των οποίων και εκείνη της αποζημίωσης πελατείας εξαιτίας της λύσης της σύμβασης.

Επομένως ορθώς κατ' αποτέλεσμα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε το σχετικό αγωγικό κονδύλιο αποζημίωσης ποσού 2.098.675,21 ευρώ - έστω και με διαφορετική εν μέρει αιτιολογία που αντικαθίσταται με αυτή της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 ΑΚ) - και ο αντίστοιχος πρώτος λόγος της έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης εκ μέρους της εφεσίβλητης ήταν καταχρηστική (κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ), ούτε ότι συνιστούσε καταχρηστική εκμετάλλευση σχέσης οικονομικής εξάρτησης (κατά την έννοια του άρθρου 18α παρ. 1 ν. 146/1914). Και τούτο διότι, με βάση τα εκτιθέμενα παραπάνω ...

είχαν διαταραχθεί τότε σοβαρά οι συναλλακτικές σχέσεις των διαδίκων και πολύ περισσότερο η απαιτούμενη μεταξύ τους εμπιστοσύνη και έτσι είχε καταστεί αντικειμενικώς αδύνατη η συνέχιση της συνεργασίας μεταξύ τους. Επομένως η καταγγελία της σύμβασης εκ μέρους της εφεσίβλητης ήταν απολύτως δικαιολογημένη και εξυπηρετούσε το καλώς εννοούμενο συμφέρον αυτής, ενώ ταυτοχρόνως η καταγγελία δεν ήταν αιφνιδιαστική για την εκκαλούσα, όχι μόνο γιατί ήταν απολύτως αναμενόμενη από εκείνη με βάση όσα είχαν προηγηθεί μεταξύ της ίδιας και της εφεσίβλητης, αλλά και γιατί η εφεσίβλητη όρισε προθεσμία επέλευσης των αποτελεσμάτων της καταγγελίας μετά από έξι μήνες (όταν μάλιστα η σύμβαση μεταξύ τους προέβλεπε, ακόμα και για την τακτική καταγγελία, μικρότερη, τετράμηνη, προθεσμία επέλευσης των αποτελεσμάτων αυτής).

Πέραν αυτών, πρέπει να σημειωθεί ότι η εκκαλούσα διέθετε αυτοτελή επιχειρησιακή δομή (εγκαταστάσεις, οχήματα, προσωπικό, οργάνωση), καθώς και εμπειρία και τεχνογνωσία στον τομέα των διανομών και συνεπώς δεν στερήθηκε της δυνατότητας, μετά τη λύση της σύμβασης διανομής που είχε με την εφεσίβλητη, να εξεύρει ισοδύναμες εναλλακτικές λύσεις για τη συνέχιση της λειτουργίας της επιχείρησης της, δεδομένου μάλιστα ότι η εκκαλούσα είχε και στο παρελθόν συνεργασθεί με άλλες επιχειρήσεις ("ΕΛΓΕΚΑ Α.Ε.").

Περαιτέρω, δεν κρίνονται πειστικά τα αντιθέτως, και κατά τρόπο ασαφή, υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα στην αγωγή, ότι η εφεσίβλητη επεδίωκε, μέσω της καταγγελίας, να περιορίσει τη δυναμική της εκκαλούσας και να αποσπάσει τους πελάτες της τελευταίας, αναθέτοντας την προς αυτούς προώθηση προϊόντων σε άλλους διανομείς και παράλληλα προκειμένου να εξασφαλίσει (η εφεσίβλητη) μεγαλύτερο κέρδος μέσω της απευθείας πώλησης των προϊόντων της σε πολλούς από τους πελάτες αυτούς και αποφεύγοντας έτσι τις προμήθειες και τις πρόσθετες παροχές που παρείχε στην εκκαλούσα ως διανομέα.

Και τούτο διότι ούτε καθεαυτή η ανάθεση σε άλλο διανομέα θα ήταν από μόνη της επαρκές κίνητρο για την καταγγελία της επίδικης σύμβασης, αφού δεν θα παρείχε στην εφεσίβλητη άνευ ετέρου μεγαλύτερο κέρδος (χωρίς λ.χ. την παροχή εκ μέρους της εφεσίβλητης μικρότερων εκπτώσεων στον άλλο διανομέα) - πέραν του ότι η εφεσίβλητη είχε έτσι και αλλιώς το δικαίωμα από την επίδικη σύμβαση να διαθέτει τα προϊόντα της και σε άλλους μεταπωλητές στην ίδια περιοχή, χωρίς ανάγκη καταγγελίας της επίδικης σύμβασης - ούτε περαιτέρω είναι πειστικό ότι η εφεσίβλητη αποφάσισε, μετά από δεκατρία έτη συνεργασίας με την εκκαλούσα, να διακόψει τη συνεργασία τους απλώς για να περιορίσει τη δυναμική της εκκαλούσας ή για να αποσπάσει τους πελάτες της τελευταίας ή προκειμένου να αναλάβει εκείνη (εφεσίβλητη) σε πολλές περιπτώσεις την απευθείας προώθηση των προϊόντων της με στόχο να αποφύγει απλώς τις προμήθειες και τις πρόσθετες παροχές που έδινε στην εκκαλούσα.

Σημειώνεται ότι το μέγιστο μέρος των επιχειρήσεων στις οποίες η εκκαλούσα διέθετε προϊόντα της εφεσίβλητης (στο πλαίσιο της μεταξύ τους σύμβασης) ήταν ενταγμένες σε Ομίλους Αγορών με τους οποίους η εφεσίβλητη είχε συνάψει κεντρικές συμφωνίες συνεργασίας (όπως οι Όμιλοι "ΕΛΟΜΑΣ Α.Ε.", "ARRIVIA Α.Ε.", "ΗΛΙΟΣ Α.Ε.") και οι οποίοι ενημέρωναν σε τακτική βάση την εφεσίβλητη για τα μέλη τους.

Συνεπώς οι εν λόγω επιχειρήσεις-πελάτες της εκκαλούσας, ήταν γνωστές έτσι και αλλιώς στην εφεσίβλητη από τη συνεργασία της με τους Ομίλους Αγορών, η δε γνωστοποίηση σε μηνιαία βάση, από την εκκαλούσα προς την εφεσίβλητη, των πωλήσεων προϊόντων της εφεσίβλητης που πραγματοποιούσε η εκκαλούσα, γινόταν ώστε η εφεσίβλητη να αποδώσει στις αντίστοιχες αγοράστριες επιχειρήσεις-μέλη των Ομίλων Αγορών, τις πρόσθετες εκπτώσεις που αυτές δικαιούντο ως μέλη των Ομίλων.

Με βάση τα προεκτιθέμενα, από την καταγγελία της επίδικης σύμβασης δεν θεμελιώνεται αδικοπραξία σε βάρος της εκκαλούσας, ούτε παράνομη προσβολή της (νομικής) προσωπικότητας της". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή της κατά της αναιρεσίβλητης ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.

Με αυτά που δέχθηκε κι έτσι που έκρινε το Εφετείο: Α. ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 4 ν. 3577/2007, 288, 361 ΑΚ και ορθά δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2, 4 παρ. 1,2, 9, 10 παρ. 2 π.δ.219/1991, καθόσον, υπό τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, η επίδικη σύμβαση φέρει τον χαρακτήρα συμβάσεως απλής και όχι αποκλειστικής διανομής, αφού το βασικό χαρακτηριστικό της είναι η απουσία του στοιχείου της αποκλειστικότητας, ήτοι η ρήτρα αυτοδεσμεύσεως της μεν αναιρεσίβλητης να μη παραδίδει προϊόντα σε τρίτους ανταγωνιστές της αναιρεσείουσας στις συμφωνημένες γεωγραφικές περιοχές, της δε αναιρεσείουσας να μη διανέμει ανταγωνιστικά προϊόντα στις εν λόγω περιοχές, και Β.

ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 18α ν. 146/1914, αφού δέχθηκε ότι η καταγγελία της συμβάσεως εκ μέρους της αναιρεσίβλητης εξυπηρετούσε το καλώς εννοούμενο συμφέρον αυτής, δεν ήταν αιφνιδιαστική για την αναιρεσείουσα, όχι μόνο γιατί ήταν απολύτως αναμενόμενη από εκείνη με βάση όσα είχαν προηγηθεί μεταξύ της ίδιας και της εφεσίβλητης, αλλά και γιατί η εφεσίβλητη όρισε προθεσμία επέλευσης των αποτελεσμάτων της καταγγελίας μετά από έξι μήνες.

Ως εκ τούτου, το δικαστήριο της ουσίας δεν αρκέστηκε σε λιγότερα από όσα επιτάσσει το πραγματικό των ως άνω διατάξεων που εφάρμοσε.

Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, αναφέροντας στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της όλα τα αναγκαία περιστατικά που στηρίζουν με επάρκεια το σαφές ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα Α.

ότι η επίδικη σύμβαση φέρει τα χαρακτηριστικά της συμβάσεως απλής διανομής επί της οποίας δεν έχουν αναλογική εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2, 4 παρ. 1,2, 9 και 10 παρ. 2 του π.δ. 291/1991 και 14 παρ. 4 ν. 3577/2007 δεχόμενο ότι η μεταξύ των διαδίκων συνεργασία συνίστατο στην εκ μέρους της αναιρεσείουσας αγορά και την εν συνεχεία μεταπώληση των προϊόντων της αναιρεσίβλητης στα καταστήματα που δεν εξυπηρετούνται από αυτήν της συμφωνηθείσας εδαφικής περιοχής, χωρίς την ύπαρξη αποκλειστικής εντολής, αφού η αναιρεσίβλητη διατήρησε το δικαίωμα να διαθέτει τα προϊόντα της και προς άλλους μεταπωλητές στην ίδια περιοχή, ότι η μεν αναιρεσείουσα με πρωτοβουλία της διένειμε στην ίδια γεωγραφική περιοχή συναφή προϊόντα της επιχείρησης ΕΛΓΕΚΑ Α.Ε.

καθώς και στην περιοχή της Α' Θεσσαλονίκης (Καλαμαριά, Αμπελόκηπους, Νεάπολη, Μενεμένη, Τούμπα) και στην Καστοριά (στην επιχείρηση ¨Γ. Μ. και Σία Ο.Ε.¨) η δε εφεσίβλητη παρέδιδε προς διανομή τα προϊόντα της και σε άλλες επιχειρήσεις στις συμφωνημένες γεωγραφικές περιοχές, όπως στην εταιρεία ΔΙΑΝΟΜΗ Α.Ε., κατά το χρονικό διάστημα 2012 - 2014 και στην επιχείρηση Α.

Σ. από το έτος 2015, και Β. ότι η από 24.10.2016 καταγγελία της επίδικης συμβάσεως εκ μέρους της αναιρεσίβλητης δεν συνιστούσε καταχρηστική εκμετάλλευση σχέσεως οικονομικής εξαρτήσεως της αναιρεσείουσας υπό την έννοια του άρθρου 18α ν. 146/1914 δεχόμενο ότι α) η αναιρεσείουσα ζήτησε να αναλάβει εκείνη τη διανομή προϊόντων της αναιρεσίβλητης στη θέση της εταιρείας ΔΙΑΝΟΜΗ Α.Ε.

προς τα καταστήματα της αλυσίδας ΗΛΙΟΣ Α.Ε. αποστέλλοντας σχετικό μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στις 28.1.2015, β) η αναιρεσείουσα να αναλάβει τη διανομή προϊόντων ξηρού φορτίου της αναιρεσίβλητης αποστέλλοντας σχετικό μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στις 11.3.2015, γ) η αναιρεσείουσα δεν έλαβε απάντηση επί των ως άνω μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, δ) μη λαμβάνοντας απάντηση η αναιρεσείουσα απέστειλε νέα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στις 15, 20, 22 και 25.5.2015 σε ύφος οξύ και ειρωνικό διαμαρτυρόμενη για μη ισότιμη μεταχείριση με άλλους διανομείς της αναιρεσίβλητης, ε) η αναιρεσείουσα στις 9.6.2015 επέδωσε στην αναιρεσίβλητη την από 6.6.2015 εξώδικη δήλωση με την οποία για πρώτη φορά έκανε λόγο για το χαρακτήρα της μεταξύ τους συμβάσεως ως αποκλειστικής διανομής εστιάζοντας και πάλι σε μη ισότιμη μεταχείρισή της με άλλους διανομείς, στ) η αναιρεσίβλητη απέδωσε στις 9.7.2015 στη αναιρεσείουσα την από 6.7.2015 εξώδικη δήλωση με την οποία αντέκρουσε τόσο τον αποκλειστικό χαρακτήρα της συμβάσεως διανομής όσο και τις αιτιάσεις της αναιρεσείουσας για μη ίση μεταχείριση, ζ) ακολούθησαν δύο νέα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της αναιρεσείουσας με το ίδιο ειρωνικό ύφος στις 3.8.2015 και στις 10.6.2016 όπως το περιεχόμενο αυτών αναφέρεται αναλυτικά ανωτέρω, η) η αναιρεσίβλητη με το από 15.6.2016 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου κάλεσε την αναιρεσείουσα να παύσει την αποστολή μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου με ειρωνικό, εκφοβιστικό και απαξιωτικό περιεχόμενο, θ) η αναιρεσείουσα αυθημερόν απέστειλε νέο μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου με το οποίο καλούσε την αναιρεσίβλητη να καταγγείλει άμεσα την μεταξύ τους σύμβαση εφόσον θεωρούσε ότι η αναιρεσείουσα δεν ανταποκρινόταν στις συμβατικές της υποχρεώσεις και ι) η αναιρεσίβλητη στις 31.10.2016 επέδωσε στην αναιρεσείουσα την από 24.10.2016 εξώδικη καταγγελία στην οποία αφού έκανε μνεία στην εμφάνιση προβλημάτων στη μεταξύ τους συνεργασία από το έτος 2015 και στην ανταλλαγή των μεταξύ τους εξωδίκων, κατήγγειλε την επίδικη σύμβαση η οποία λύθηκε μετά την πάροδο έξι μηνών, στις 30.4.2017.

Με βάση τα παραπάνω περιστατικά καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των πιο πάνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και ειδικότερα ως προς τον ορθό ή μη χαρακτηρισμό 1) της επίδικης συμβάσεως ως τέτοιας απλής διανομής και 2) της από 24.10.2016 καταγγελίας της επίδικης συμβάσεως εκ μέρους της αναιρεσίβλητης ως μη αποτελούσας καταχρηστική εκμετάλλευση σχέσεως οικονομικής εξαρτήσεως της αναιρεσείουσας υπό την έννοια του άρθρου 18α ν. 146/1914.

Επομένως, οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος (κατά το επικουρικά σωρευόμενο σκέλος αυτού), πέμπτος και έκτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 14 παρ. 4 ν. 3577/2007, 1 παρ. 2, 4 παρ. 1, 2, 9 και 10 του π.δ.219/1991, 288, 281, 361 του ΑΚ και 18α ν. 146/1914, είναι αβάσιμοι.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται εάν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα", των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (ΟλΑΠ 22/2005, ΟλΑΠ 25/ 2003, ΑΠ 757/2015).

Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1795/2008). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς, ούτε και οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βασίμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 630/2020, ΑΠ 1142/2019).

Επομένως, και ο λόγος εφέσεως αποτελεί "πράγμα" κατά την ως άνω έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, μόνον όταν επαναφέρει προς κρίση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό και όχι άρνηση της αγωγής ή της ένστασης (ΑΠ 1187/2021, 1588/2017). Ο εκ του ως άνω άρθρου λόγος αναιρέσεως δεν στοιχειοθετείται, όχι μόνο αν το δικαστήριο, που δίκασε, έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 12/1991) αλλά και όταν το δικαστήριο, όπως συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης του (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 14/2022, ΑΠ 1108/2020) αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ του πράγματος προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων, γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 610/2022, ΑΠ 14/2022, ΑΠ 667/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το κύριο σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι δεν λήφθηκαν υπόψη πράγματα που προτάθηκαν νομίμως με την αγωγή της και επαναφέρθηκαν με αντίστοιχο λόγο εφέσεως, που έχουν ουσιώδη επιρροή και τα οποία, εάν λάμβανε υπόψη το Εφετείο, θα κατέληγε στο πόρισμα ότι η αναιρεσείουσα λειτουργούσε ως τμήμα της εμπορικής οργανώσεως της αναιρεσίβλητης και ότι εφαρμόζεται αναλογικά το π.δ. 219/1991 στην συγκεκριμένη υπόθεση.

Από την παραδεκτή επισκόπηση κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, του δικογράφου της αγωγής της αναιρεσείουσας προκύπτει ότι η τελευταία προέβαλε τα ακόλουθα που αφορούν τον παρόντα λόγο αναιρέσεως: Αναφορικά με τις υποχρεώσεις της αναιρεσείουσας "Να ειδοποιεί την αντίδικο για κάθε παράπονο των πελατών της σχετικά με τα προϊόντα της, παρέχοντας τα στοιχεία τους και παραδίδοντας σε αυτήν κάθε τυχόν παραδιδόμενο προϊόν" ... "να γνωστοποιεί στην εταιρεία μας την πολιτική προωθήσεων με σχήματα και προσφορές των προϊόντων της, με τη χορήγηση του τιμοκαταλόγου της.

Ακόμη, συμφωνήθηκε ρητά, πως η τιμολογιακή πολιτική της αφορά αποκλειστικά την ίδια και η οποιαδήποτε μεταβολή δεν απαιτεί οποιαδήποτε συναίνεση της εταιρείας μας." Αναφορικά με τις αναληφθείσες και ισχύουσες υποχρεώσεις της αναιρεσείουσας : "i) να εφαρμόζουμε το υποδεικυνόμενο σύστημα διανομής των προϊόντων της, ii) να προβάλλουμε τα προϊόντα της σύμφωνα με τις οδηγίες της, iii) να καλύπτουμε τα σημεία των πωλήσεως με τυχόν διαφημιστικό υλικό που θα παραδίδεται σε εμάς από την αντίδικο, iv) να τηρούμε για λογαριασμό της αντιδίκου καρτέλες ενημερωμένες ως προς τις επισκέψεις των πελατών, τα στοιχεία κάθε πελάτη και τις αγορές του πελάτη, έτοιμες ανά πάσα στιγμή στη διάθεση της εναγομένης, επίσης να αποστέλλουμε στην εναγομένη ανά μήνα τα στοιχεία συνολικά των πελατών και τις αγορές κάθε πελάτη, v) να συμμορφωνόμαστε προς τις εν γένει οδηγίες της αντιδίκου, vi) να επισκεπτόμαστε αδιάκοπα τους πελάτες μας και να τους εφοδιάζουμε άμεσα με τα προϊόντα της"..."Από την έναρξη της συνεργασίας μας και σε όλη τη διάρκεια ισχύος της μεριμνήσαμε για την καλή εκτέλεση όλων των όρων των μεταξύ μας συμβάσεων και πετύχαμε την ομαλή τροφοδοσία των πελατών μας με όλα τα προϊόντα που περιλαμβάνονταν στη μεταξύ μας συμφωνία, ήτοι τα πάσης φύσεως απορρυπαντικά και καλλυντικά προϊόντα της αντιδίκου.

Ακόμη, πετύχαμε τη διεύρυνση του πελατολογίου της, καθώς αναλαμβάναμε την τροφοδοσία κάθε νέου καταστήματος που άνοιγε στις περιοχές της δραστηριοποίησής μας και δεν εξυπηρετούνταν απευθείας από την ίδια.

Περαιτέρω, κατόπιν αιτήματος της αντιδίκου, φροντίζαμε για την αναλυτική ενημέρωσή της, αναφορικά με το σύνολο των πελατών μας, καθώς και για τα οικονομικά στοιχεία που αφορούσαν όλες τις μηνιαίες πωλήσεις μας προς αυτούς" ... "Με αδιάκοπη προσπάθεια και επιμονή κερδίσαμε όλους τους πελάτες μας σε βάθος πολλών ετών, φροντίζοντας πάντα να παρακολουθούμε τις ανάγκες τους και τις ελλείψεις τους, ενώ αναλαμβάναμε αδιαλείπτως την ακώλυτη και έγκαιρη προμήθεια τους αποκλειστικά με τα προϊόντα της αντιδίκου.

Εξάλλου, ενδεικτικό στοιχείο της αποτελεσματικότητάς μας συνιστά το γεγονός ότι η εταιρεία μας από την αρχή της μεταξύ μας συνεργασίας και για κάθε έτος επέτυχε όλους τους ποσοτικούς και ποιοτικούς στόχους που ετίθεντο από την αντίδικο". Τους ισχυρισμούς αυτούς η αναιρεσείουσα επανέφερε νομίμως ενώπιον του Εφετείου με σχετικό λόγο εφέσεως. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι οι φερόμενοι ως μη ληφθέντες υπόψη ισχυρισμοί δεν είχαν αυτοτέλεια αλλά αποτελούσαν μέρος των αγωγικών ισχυρισμών που ερευνήθηκαν από το εφετείο, όπως προκύπτει από το ως άνω αναλυτικώς εκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, ως συγκροτούντων την ιστορική βάση της αγωγής, και απορρίφθηκαν με την παραδοχή, ότι η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση φέρει τα χαρακτηριστικά της απλής διανομής επί της οποίας δεν έχει εφαρμογή το π.δ. 219/1991. Επομένως, ο σχετικός τέταρτος λόγος αναιρέσεως κατά το κύριο σκέλος του είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11α ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Για να είναι ορισμένος ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό αυτό μέσο, που παρανόμως λήφθηκε υπόψη και ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί, να προβάλλεται δε ισχυρισμός ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις (ΑΠ 146/2022, ΑΠ 218/2020, ΑΠ 374/2019) και να καθορίζεται ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έχει ληφθεί υπόψη το αποδεικτικό μέσο και το περιεχόμενό του, ώστε να διαπιστωθεί η κρισιμότητά του (ΑΠ 146/2022, ΑΠ 1079/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον μοναδικό πρόσθετο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11α του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη για το σχηματισμό της κρίσεώς του τις υπ' αριθμόν ....2017 και ....2017 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Α.

Δ. των μαρτύρων Α. Τ. και Γ. Γ. αντίστοιχα, οι οποίες δεν έπρεπε να ληφθούν υπόψη διότι οι προαναφερόμενοι κατά το χρόνο λήψεως των ενόρκων αυτών βεβαιώσεων αποτελούσαν μέλη της διοικήσεως της αναιρεσίβλητης και ότι η πλημμέλεια αυτή, επειδή προκύπτει από την ίδια την προσβαλλόμενη, δεν προτάθηκε από αυτήν (την αναιρεσείουσα) στο Εφετείο.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον εξεταζόμενο αναιρετικό λόγο, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Από όλα τα αποδεικτικά μέσα που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι με τις παρούσες κατ' έφεση προτάσεις τους και ειδικότερα:

α) από τις ένορκες βεβαιώσεις υπ' αριθ. ..., ..., ....2017, ....2017, ....2017 ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Α. Κ. και ....2017 ενώπιον της συμβολαιογράφου Λαγκαδά Μ. Π., τις οποίες νομίμως επικαλέσθηκε και προσκόμισε σε πρώτο βαθμό (και ομοίως επικαλείται κα προσκομίζει κατ' έφεση) η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα και οι οποίες έγιναν για την προκείμενη υπόθεση (οι τελευταίες δύο προς αντίκρουση των ισχυρισμών της εναγομένης), μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη (πριν δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες/άρθρ. 422 παρ. 1 ΚΠολΔ) κλήτευση της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης (βλ.

τις εκθέσεις επίδοσης υπ' αριθ. ....2017 για τις 1η, 2η και 3η των παραπάνω βεβαιώσεων, ....2017 για την 4Π ένορκη βεβαίωση, ....2017 για την 5Π ένορκη βεβαίωση και ....2017 για την 6η ένορκη βεβαίωση, όλες του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Γ. Φ.), β) από τις ένορκες βεβαιώσεις υπ' αριθ. ..., ..., ....2017 ενώπιον του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ι.

Α. και ..., ....2017 ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθήνας Α. Δ., τις οποίες νομίμως επικαλέσθηκε και προσκόμισε σε πρώτο βαθμό (και ομοίως επικαλείται και προσκομίζει κατ' έφεση) η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη και οι οποίες έγιναν για την προκείμενη υπόθεση, μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη (πριν δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες/άρθρ. 422 παρ. 1 ΚΠολΔ) κλήτευση της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας (βλ.

την υπ' αριθ. ....2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, Π. Χ.) και γ) από όλα τα έγγραφα που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι με τις παρούσες προτάσεις τους, αποδεικνύονται τα ακόλουθα ...". Με βάση τις παραδοχές το Εφετείο έλαβε υπόψη για το σχηματισμό της κρίσεώς του και τις υπ' αριθμόν ..., ....2017 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθήνας Α.

Δ., χωρίς από την ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση να προκύπτει ότι οι βεβαιούντες μάρτυρες έχουν την ιδιότητα μέλους της διοικήσεως της αναιρεσίβλητης ούτε ότι είχε προταθεί σχετική ένσταση εκ μέρους της αναιρεσείουσας είτε στον πρώτο είτε στον δεύτερο βαθμό ενόψει του ότι αυτές οι ένορκες βεβαιώσεις είχαν προσκομισθεί τόσο ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου όσο και ενώπιον του Εφετείου.

Επομένως, ο μοναδικός πρόσθετος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν στ αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27.7.2020 αίτηση της εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΙΔΩΝ ΠΑΝΤΟΠΩΛΕΙΟΥ ΕΤΕΡΟΡΡΥΘΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3379/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Ιουνίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου καθώς και του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη αποχωρησάντων ο αμέσως αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Σεπτεμβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ