Legislator Case Law & Legislation
1270/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against appellate court's rejection of contractor's claim for damages due to construction defects and unauthorized permit changes.

Case Number 1270/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Thessaloniki Court of Appeals' decision rejecting his lawsuit for damages. The appellant argued that the contractor was liable for construction defects and unauthorized building permit modifications, but the appellate court correctly found no contractual agreement assigning these specific responsibilities to the contractor. The court ruled that the cited statutory provisions regarding contractor liability did not apply to the appellant's specific claims, leading to the dismissal of the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 8(2) and 8(3) of the Building Code 18.2/26.7.1954; A contractor is not liable for unauthorized building permit modifications or permit renewals unless explicitly agreed upon in the contract, as these responsibilities fall outside the scope of liability defined for construction execution defects.

Keywords

AI generated
contractor liability building permit renewal construction defects appellate review civil procedure appeal contractual agreement building code provisions

Cited Legislation

AI generated
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
Article 8(2) of the Building Code 18.2/26.7.1954
Article 8(3) of the Building Code 18.2/26.7.1954
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189(1) of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1270 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1270/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη - Εισηγητή, Χρήστο Τζανερρίκο και Γεώργιο Χριστοδούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Α. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Γαλάνη και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Χ. του Ν., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Τουσιάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/6/1999 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 25/9/2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 16750/2001 μη οριστική και 15802/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 2636/2013 μη οριστική και 1192/2017 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18/10/2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 18-10-2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 1192/2017 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων κατά της 15802/2007 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Με την τελευταία απόφαση είχαν απορριφθεί οι από 23-6-1999 και 2-10-2000 αγωγές της αναιρεσίβλητης και του αναιρεσείοντος, αντίστοιχα, για καταβολή αμοιβής εργολάβου από τη μεταξύ τους καταρτισθείσα σύμβαση έργου η πρώτη και για καταβολή αποζημίωσης στον εργοδότη, αφενός λόγω των εκτιθέμενων ουσιωδών ελαττωμάτων του έργου που οφείλονται σε υπαιτιότητα της εργολάβου και καθιστούν άχρηστο το έργο, αφετέρου λόγω αδικοπραξίας. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, που εκδόθηκε μετά την 2636/2013 μη οριστική του απόφαση με την οποία διέταξε τη διεξαγωγή αποδείξεων, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος με την οποία εισάγονταν για συζήτηση η υπόθεση μόνο κατά το μέρος της έρευνας της απόρριψης της αγωγής του ιδίου, ενόψει του ότι η αναιρεσίβλητη δεν είχε ασκήσει εμπρόθεσμα έφεσης κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης και η αντέφεση αυτής είχε απορριφθεί με την προαναφερόμενη μη οριστική απόφαση. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 και 564 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 εδ. γ' ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του όλα τα υποστατά και, αναλόγως, έγκυρα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους, είτε για άμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΑΠ 1864/2017, ΑΠ 1614/2017).

Δεν θεμελιώνεται ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι? αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Δεν αναιρείται η λήψη των αποδεικτικών μέσων από τη μη ειδική αναφορά τους, μολονότι στην απόφαση μνημονεύονται ιδιαίτερα ορισμένα από αυτά, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 455/2014, ΑΠ 798/2010). Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.

Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 8/2016, Ολ ΑΠ 2/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση με την, εκ του αρ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη της προσκομισθέντα από αυτόν με επίκληση αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα: 1) την 12297/2003 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, 2) την 6775/2005 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, 3) την 22828/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, 4) την 173/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, 5) την 1426/2005 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, 6) τις από 7-11-2003 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και από 10-12-2004 ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης προτάσεις της αναιρεσίβλητης, και 7) την 1763/2012 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Τούτο διότι, 1) από την παραδεκτά επισκοπούμενη αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, στην οποία προσδιορίζεται με τον αριθμό και το δικαστήριο που την εξέδωσε η 6775/2003 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης (δεύτερη των ως άνω αποφάσεων), με την οποία η αναιρεσίβλητη κηρύχθηκε ένοχη για την αξιόποινη πράξη της παραβίασης κανόνων οικοδομικής, κατ' εξακολούθηση, στο ένδικο έργο, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε αυτήν υπόψη για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, αξιολογεί, μάλιστα, την περιεχόμενη σ' αυτήν κατάθεση του μάρτυρα Ο.

Σ., πολιτικού μηχανικού, που εξετάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, καθώς και κρίσιμο, κατά την εκτίμησή του, σημείο από το περιεχόμενό της, 2) από την αναφορά, δε, στην προσβαλλόμενη, ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό της δικαστικής του κρίσης, έλαβε υπόψη, εκτός των άλλων, σαφώς προσδιοριζόμενων, αποδεικτικών μέσων, και τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σε συνδυασμό με όσα διαλαμβάνονται στο σκεπτικό αυτής, σαφώς προκύπτει ότι αναμφίβολα συνεκτίμησε μαζί με τις λοιπές αποδείξεις και αξιολόγησε και τις ανωτέρω επικαλούμενες δικαστικές αποφάσεις τις οποίες αφορά ο ως άνω, κατά τα δύο μέρη του, αναιρετικός λόγος, οι οποίες εκδόθηκαν μεταξύ των διαδίκων σε άλλες δίκες.

Η κρίση αυτή στηρίζεται, επίσης, αναφορικά με την 12297/2003 πρώτη των ως άνω αποφάσεων, στο ότι αποτελεί την πρωτόδικη απόφαση, μετά την έφεση κατά της οποίας εκδόθηκε η ως άνω ειδικά αναφερόμενη 6775/2005 απόφαση, αναφορικά, δε, με επικαλούμενες ως μη ληφθείσες υπόψη ανωτέρω υπό τους αριθμούς 3, 4, 5 και 7 δικαστικές αποφάσεις, οι οποίες είχαν αντικείμενο την υποχρέωση της αναιρεσίβλητης να παραδώσει στον αναιρεσείοντα τη στατική και αντισεισμική μελέτη της οικοδομής και τη βεβαίωση παραβάσεων της απόφασης αυτής, (πρωτόδικα και κατ' έφεση), από την αναφορά της προσβαλλόμενης ότι η στατική και αντισεισμική μελέτη παραδόθηκε από την αναιρεσίβλητη με εξώδικη δήλωσή της στον αναιρεσείοντα στις 8-11-2005 "κατόπιν δικαστικής απόφασης".

Η σχετική ρητή αναφορά στην πληττόμενη απόφαση κάποιων εκ των με επίκληση προσκομισθέντων εγγράφων, λόγω της μεγαλύτερης, κατά την ελεύθερη κρίση του, σημασίας και αποδεικτικής αξίας αυτών, ουδόλως οδηγεί σε συμπέρασμα ότι τα υπόλοιπα συναφή έγγραφα δεν λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο. Το γεγονός, εξάλλου, ότι το Εφετείο κατέληξε σε παραδοχές τις οποίες ο αναιρεσείων θεωρεί εσφαλμένες και αντίθετες με όσα κατ' αυτόν προκύπτουν από τα ως άνω έγραφα, ανάγεται στην ουσιαστική εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και δεν οδηγεί σε κρίση ότι, δεν λήφθηκαν υπόψη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προκύπτουν διαφορετικά πραγματικά περιστατικά από εκείνα που δέχθηκε ως αληθή το δικαστήριο της ουσίας και θεμελιώνουν την ουσιαστική βασιμότητα του πορίσματός του.

Περαιτέρω, ο ίδιος ως άνω λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που επιχειρεί να στηρίξει την αποδιδόμενη πλημμέλεια στη μη λήψη υπόψη των προτάσεων που είχε υποβάλει η αναιρεσίβλητη κατά τις μεταξύ αυτής και του αναιρεσείοντος δίκες, επί των οποίων εκδόθηκαν οι προαναφερόμενες αποφάσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον οι προτάσεις των διαδίκων δεν αποτελούν αποδεικτικά έγγραφα ώστε να ιδρύεται ο προβαλλόμενος αναιρετικός λόγος.

Αλλά και υπό την εκδοχή ότι η παράλειψη που αποδίδεται στο Εφετείο, αφορά τη μη λήψη υπόψη ομολογίας της αναιρεσίβλητης που περιέχεται στις προτάσεις της αυτές και ειδικότερα, κατά τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, περί του γεγονότος "ότι οι πραγματογνώμονες και μάρτυρες αποφάνθηκαν με βάση τους ανυπόγραφους ξυλότυπους που του παρέδωσε το έτος 1998", ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι, υπό την ίδια ως άνω αιτιολογία, συνάγεται σαφώς ότι δεν δημιουργούνται αμφιβολίες για τη λήψη υπόψη από το Εφετείο και των προτάσεων αυτών από τις οποίες κατά τον αναιρετικό λόγο συνάγεται η ομολογία, και, συνεπώς, δεν ιδρύεται ο από τον αρ. 11 εδ.

γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αναίρεσης (ΑΠ 2103/2017). Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999).

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο ((ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 34/2016).

Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Ελλείψεις, δε, του νομικού συλλογισμού, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση, αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 861/1984, ΑΠ 1376/2011).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Περαιτέρω, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. (ΑΠ 793/2015, ΑΠ 360/2014).

Η αντίφαση είναι ανάγκη να εντοπίζεται μόνο μεταξύ των αιτιολογιών της απόφασης και όχι μεταξύ αυτών και άλλων, διαδικαστικών ή όχι εγγράφων (ΑΠ 1376/2011, ΑΠ 700/1986). Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει, ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 472/2017, ΑΠ 825/2015).

Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, με την εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενος ότι ως προς το κρίσιμο ζήτημα της επικινδυνότητας του κατασκευασθέντος από την αναιρεσίβλητη σκελετού της οικοδομής του και τη δυνατότητα επισκευής ή την ανάγκη κατεδάφισης αυτού, διέλαβε, κατά την εκτίμηση του περιεχόμενου του λόγου αυτού, αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες και ως εκ τούτου στερείται νόμιμης βάσης.

Συγκεκριμένα, διατείνεται ότι το Εφετείο, ενώ αρχικά δέχεται ότι η αναιρεσίβλητη κατασκεύασε το σκελετό της οικοδομής του με τα ελαττώματα που αριθμεί, στη συνέχεια εστιάζει μόνο στη δοκό Δ22 την έλλειψη της οποίας θεωρεί ως το σημαντικότερο ελάττωμα της κατασκευής, αφήνοντας τα υπόλοιπα ελαττώματα ασχολίαστα, ως προς τη σημασία τους και την επίδραση αυτών στην επικινδυνότητα της οικοδομής, τη δυνατότητα επισκευής τους, του κόστους της επισκευής, καθώς και αν είναι αυτή συμφέρουσα.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι, εκτιμώντας αυτή το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, που παραδεκτά επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση της, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: <<Κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης του έργου και συγκεκριμένα το φθινόπωρο του έτους 1998, ο εργοδότης διαπίστωσε κακοτεχνίες και ελαττώματα, που συνίσταντο σε κακή σκυροδέτηση, ημιτελή κατασκευή τεσσάρων αντεστραμμένων δοκών στην οροφή επικάλυψης και ανοίγματα σε ορισμένα τοιχεία.

Έτσι, ζήτησε από την εργολάβο να τις αποκαταστήσει αμέσως, πλην όμως η τελευταία δεν συμμορφώθηκε με τις υποδείξεις του, υποστηρίζοντας ότι δεν υπήρχαν κακοτεχνίες και ελαττώματα στο έργο και ο ενάγων κοινοποίησε σε αυτήν τις από 18-12-1998, 7-1-1999 και 9-6-1999 εξώδικες δηλώσεις του, με τις υπ' αριθμ. 6462Γ/22-12-1998, 6491Γ/7-1-1999 και 6902Γ/14-6-1999 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Κ.

Τ. αντίστοιχα, με τις οποίες την καλούσε να προβεί στη διόρθωση των ελλείψεων και στην αποπεράτωση του έργου. Μάλιστα με την από 18-12-1998 ως άνω εξώδικη δήλωσή του προς την εναγόμενη επεσήμανε εις αυτήν ότι για την αποπεράτωση του έργου έπρεπε να κατασκευαστούν οι δύο κλίμακες από οπλισμένο σκυρόδεμα, η μια από το υπόγειο προς το ισόγειο μέσα από ελλειψοειδή οπή και η άλλη από το ισόγειο προς τον πρώτο όροφο, οι οποίες δεν είχαν κατασκευαστεί αλλά είχαν αφεθεί μόνο οι οπές διέλευσης στις πλάκες και ορισμένες αναμονές οπλισμών, ενώ, επίσης, δεν διαστρώθηκε με σκυρόδεμα ο κυκλικός πρόβολος εισόδου στο ισόγειο και δεν ολοκληρώθηκε η κατασκευή του στηθαίου και στους δύο ορόφους.

Η εναγομένη ισχυρίστηκε βέβαια ότι ολοκλήρωσε και παρέδωσε το έργο και ότι οι ανωτέρω εργασίες δεν έγιναν διότι ο εργοδότης της υπέδειξε να τις πραγματοποιήσει μετά το Μάρτιο του 1999. Όμως, τόσο από την πραγματογνωμοσύνη του Ν. Π. και του Α. Ζ., όσο και από τις καταθέσεις των μαρτύρων, εκ των οποίων ουδείς κατέθεσε ότι το έργο ολοκληρώθηκε και παραδόθηκε, αποδεικνύεται η μη ολοκλήρωση και η μη παράδοση του έργου.

Περαιτέρω, από την ως άνω πραγματογνωμοσύνη προκύπτει ότι το ως άνω ημιτελές έργο παρουσιάζει τα ακόλουθα ελαττώματα: α) ενώ με βάση τα άτυπα σχέδια ξυλοτύπων του κτιρίου, αλλά και σύμφωνα με τα εγκεκριμένα σχέδια της πολεοδομίας, προβλέπονται στα υποστηλώμτα συνδετήρες ρομβοειδούς μορφής και απλοί συνεδετήρες Φ8 σε αποστάσεις 20 εκ.

σε όλη την κολώνα και πύκνωσή τους στα 10 εκ. στις κρίσιμες περιοχές πλησίον των δοκών-πλακών, στα υποστηλώματα του εν λόγω κτιρίου έχουν τοποθετηθεί οι ραμβοειδείς συνδετήρες σε απόσταση 60-80 εκ., οι απλοί συνδετήρες σε αποστάσεις 20 εκ. και στις κρίσιμε περιοχές έχουν τοποθετηθεί απλοί συνδετήρες σε αποστάσεις 14 εκ.

περίπου. Έτσι, τα υποστηλώματα που φορτίζονται με αξονική δύναμη μεγαλύτερη των 28 τόνων πρέπει να ενισχυθούν με υλικά ευκάμπτων υφασμάτων από ίνες υάλου ή ανθρακονήματα συνθετικού οπλισμού, β) στο τοιχείο Τ18 του υπογείου υπάρχει μια μεγάλη οπή διαστάσεων 1,60χ1,80χ0,25 μ., η οποία δημιουργεί στατικό πρόβλημα και συγκεκριμένα ασυνέχεια καθ' ύψος του αντισεισμικού τοιχείου, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει η απαιτούμενη αντοχή, επιπλέον δε δημιουργούνται εκατέρωθεν του τοιχείου κοντά υποστηλώματα, με αποτέλεσμα, σε περίπτωση σεισμού και υφίστανται θραύση πρώτα αυτά, λόγω ανάληψης μεγάλων τεμνουσών δυνάμεων.

Επίσης, υπάρχουν οπές διαστάσεων 1,70 χ 0,85 χ 0,25 μ. και 0,55 χ 0,95 χ 0,25 μ. στα τοιχεία Τ9 και Τ24 - δοκός Δ16, αντίστοιχα, τα οποία επηρεάζουν επίσης τη στατικότητα του έργου και πρέπει να αποκατασταθούν, όπως και η οπή του τοιχείου Τ18, με μανδύα από εκτοξευμένο σκυρόδεμα, γ) δεν έχουν κατασκευαστεί στην οροφή του ισογείου και του ορόφου οι περιμετρικοί δοκοί του ημικυκλικού τοιχείου Τ24, η κατασκευή των οποίων με μανδύα από έγχυτο σκυρόδεμα είναι απαραίτητη για να αποκατασταθεί η πλαισιακή λειτουργία στο σημείο αυτό και για να αρθεί το πρόβλημα της έδρασης πλάκας απευθείας στα περιμετρικά τοιχεία, δ) στην οροφή του ορόφου δεν κατασκευάστηκε η δοκός Δ22, διατομής 25 χ 60 εκ., η κατασκευή της οποίας είναι επιβεβλημένη, διότι η τετραέρειστη πλάκα Π1 στο σημείο αυτό δεν εδράζεται επί δοκού, με αποτέλεσμα να υπάρχει στατικό πρόβλημα στήριξης και να επηρεάζεται παράλληλα η παραπλήσια δοκός Δ23 λόγω διακοπής της συνέχειάς της και της πλαισιακής λειτουργίας της, όμως η αποκατάσταση του ανωτέρω ελαττώματος μπορεί να γίνει με μανδύα από έγχυτο σκυρόδεμα, ε) δεν κατασκευάστηκαν οι προβλεπόμενοι στο δώμα του κτιρίου δύο αντεστραμμένοι δοκοί δύο ανοιγμάτων, ήτοι οι δοκοί Δ5-Δ55 και Δ12-Δ56, διατομής 25 χ 60 εκ., η κατασκευή των οποίων είναι επιτακτική, διότι οι πλάκες που βρίσκονται γύρω από τις δοκούς έχουν ανεπαρκή έδραση, καθόσον στηρίζονται μόνο στις τρεις πλευρές τους, στ) το πάχος της οροφής του υπογείου και του ορόφου ανέρχεται σε 20 εκ.

και της οροφής του γκαράζ σε 24 εκ., αντί των 17 εκ., βάσει των σχεδίων κατασκευής, όμως τα επιπλέον κυβικά μέτρα σκυροδέματος που διαστρώθηκαν στο κτίριο επηρεάζουν ελάχιστα τη στατική πλευρά, ζ) ο σκελετός του κτιρίου παρουσιάζει σε πολλά σημεία κακή διάστρωση με πολλά κενά (φωλιές), οι οπλισμοί φαίνονται ακάλυπτοι και λείπουν από τις φέρουσες διατομές των υποστηλωμάτων και των τοιχείων τμήματα σκυροδέματος, με αποτέλεσμα τη μείωση της φέρουσας ικανότητας του κτιρίου, ενώ ακόμη, σε πολλά σημεία οι μονώσεις τύπου HERAKLITH, φελιζόλ κ.λ.π., που έχουν τοποθετηθεί στις πλάκες και στις δοκούς εισέρχονται εσφαλμένα στις φέρουσες κατασκευές των υποστηλωμάτων, δοκών, τοιχείων κλπ, και συνεπώς χρήζουν επισκευής, η) το καθαρό ύψος του ισογείου είναι 2,78 μέτρα, με συνέπεια να δημιουργείται λειτουργικό και αισθητικό πρόβλημα και θ) στην οροφή του υπογείου και συγκεκριμένα στην πλάκα Π10 εδράζονται απευθείας σημειακά-φυτευτά δύο υποστηλώματα από οπλισμένο σκυρόδεμα διαστάσεων 0,40 χ 0,40 μέτρων και ύψους 6 μέτρων περίπου, επί των οποίων εδράζονται στη συνέχεια και οι πλάκες της οροφής του ορόφου και πρέπει να κατασκευασθούν δύο πρόσθετα υποστηλώμτα, κάτω από τα ήδη υπάρχοντα, με σκοπό να μεταβιβασθούν μέσω θεμελίων τα φορτία στο έδαφος.

Κατά την ανωτέρω πραγματογνωμοσύνη, όλα τα προαναφερθέντα ελαττώματα του έργου είναι ουσιώδη, μπορούν όμως να επισκευασθούν μετά από ειδική μελέτη που θα συνταχθεί για το σκοπό αυτό από πολιτικό μηχανικό, ενώ το κόστος της αποκατάστασης προσδιορίζεται στο ποσό των 37.151,64 ευρώ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι ανωτέρω πραγματογνώμονες αποφάνθηκαν με βάση ανυπόγραφα από την εναγομένη σχέδια ξυλοτύπων και ένα απλό τεύχος στατικών υπολογισμών και όχι με πλήρη στατική και αντισεισμική μελέτη, υπογεγραμμένη από την εναγομένη.

Τέτοια μελέτη παραδόθηκε, κατόπιν δικαστικής απόφασης, στις 8-11-2005 με εξώδικη δήλωση της εναγομένης, μαζί με την οποία παρέδωσε στον ενάγοντα υπογεγραμμένα αντίγραφα ξυλοτύπων εφαρμογής α) της θεμελίωσης (Σ1), β) οροφής ισογείου-υπογείου και δαπέδου ισογείου (Σ2), γ) οροφής ισογείου και οροφής επικάλυψης (Σ3), τα οποία μαζί με το ήδη παραδοθέν τεύχος υπολογισμών αποτελούσαν τη στατική και αντισεισμική μελέτη του εκ μπετόν αρμέ σκελετού της οικοδομής του ενάγοντος.

Οι υπογεγραμμένοι αυτοί ξυλότυποι όμως διαφέρουν από τους ανυπόγραφους ξυλότυπους που είχε παραδώσει και αποτελούσαν μία προμελέτη, η οποία όμως δεν εφαρμόσθηκε, αφού η οικοδομή κτίσθηκε καθ' υπέρβαση τόσο του συντελεστή κάλυψης του οικοπέδου όσο και του συντελεστή δόμησης κατόπιν επιθυμίας του ενάγοντος.

Γι' αυτό άλλωστε δεν κατατέθηκε φάκελος στο αρμόδιο πολεοδομικό γραφείο για την έκδοση οικοδομικής άδειας. Ειδικότερα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: α) δεν έγινε οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων σχετικά με την επέκταση της υπάρχουσας οικοδομικής άδειας της ένδικης οικοδομής και η εναγομένη δεν ανέλαβε οποιαδήποτε υποχρέωση να φροντίσει με ενέργειές της στην αρμόδια πολεοδομική αρχή για την ανανέωση και επέκταση της υπάρχουσας για το έργο υπ' αριθμ. 100/6-2-1995 οικοδομικής άδειας, της οποίας έληξε η ισχύς λόγω παρόδου τετραετίας, από υπαιτιότητα του ενάγοντος, με αποτέλεσμα να μην είναι νόμιμη η οικοδομή.

Άλλωστε, στο από 23-5-1998 ιδιωτικό συμφωνητικό των διαδίκων ρητά αναφέρεται ότι η υποχρέωση της εναγομένης ήταν να κατασκευάσει το σκελετό οπλισμένου σκυροδέματος σε διώροφη οικοδομή με υπόγειο του ενάγοντος και δεν γίνεται οποιαδήποτε μνεία για την άδεια της οικοδομής, β) κατά την κατασκευή του επίδικου έργου υπήρξαν κακοτεχνίες και ελαττώματα, τα οποία όμως σε καμμία περίπτωση δεν μπορούσαν να προξενήσουν κίνδυνο ζωής στον ενάγοντα και την οικογένειά του, από την μέλλουσα χρησιμοποίηση της οικοδομής, ενώ μπορούσαν να διορθωθούν με λογικό κόστος και σε καμμία περίπτωση δεν καθιστούσαν την οικοδομή επικίνδυνη για χρήση και κατεδάφιση, γ) οι ελλείψεις αυτές δεν επηρεάζουν τη στατική επάρκεια του έργου, ώστε να ενδείκνυται η κατεδάφισή του και η εκ νέου ανέγερσή του, σύμφωνα με τους κανόνες της τέχνης και της επιστήμης, η δε συνέχιση της οικοδομής δεν θα δημιουργήσει κίνδυνο ζωής για τους ενοίκους από τη μέλλουσα χρήση της, δ) ο σκελετός της οικοδομής κατασκευάστηκε καθ' υπέρβαση τόσο του συντελεστή κάλυψης του οικοπέδου όσο και του συντελεστή δόμησης, καθόσον η υπ' αριθμ. 100/6-2-1995 οικοδομική άδεια, που εκδόθηκε στο όνομα του πατέρα του ενάγοντος προέβλεπε κατοικία 200 τ.μ.

περίπου, ενώ το κτίσμα που ανεγέρθηκε αποτελείται από υπόγειο 480 τ.μ., ισόγειο 270 τ.μ. και πρώτο όροφο 270 τ.μ. Η υπέρβαση αυτή έγινε κατόπιν επιθυμίας του ενάγοντος, ο οποίος ήταν παρών καθ' όλη τη διάρκεια της ανέγερσης του κτίσματος είτε αυτοπροσώπως είτε εκπροσωπούμενος από τον πατέρα του, ε) δεν κατατέθηκε ποτέ φάκελος στο αρμόδιο πολεοδομικό γραφείο και ο σκελετός της οικοδομής κατασκευάστηκε με τους ξυλότυπους που φέρουν υπογραφές και όχι με τους ανυπόγραφους που παρέδωσε η εναγομένη στον ενάγοντα, ως προμελέτη, τον Οκτώβριο του 1998.

Οι υπογεγραμμένοι αυτοί ξυλότυποι, που εφαρμόστηκαν στην οικοδομή ήταν εν γνώσει του ενάγοντος και ανταποκρίνονταν στην επιθυμία του, ενώ κατά την εφαρμογή τους παρίστατο ο ενάγων, όπως προαναφέρθηκε και δεν διατύπωσε οποιαδήποτε διαμαρτυρία. Μάλιστα, την 19-5-1999, ένα έτος μετά την έναρξη των εργασιών στην ένδικη οικοδομή και αρκετούς μήνες μετά την λήξη της συνεργασίας των διαδίκων, δεν τέθηκε οποιοδήποτε ζήτημα για κακοτεχνίες στην πολιτικό μηχανικό του ΤΕΕ Γ.

Ζ., παρά μόνον η επιμέτρηση του όγκου του οπλισμένου σκυροδέματος στην οικοδομή του ενάγοντος. Ο τελευταίος δε δήλωσε στην ως άνω μηχανικό ότι δεν δέχεται να πληρώσει το δελτίο αποστολής της εταιρίας σκυροδέτησης, καθώς δεν ήταν ενήμερος για την ελληνική πραγματικότητα και την εξαιρετική ευκολία με την οποία μπορεί να παραπλανηθεί ένας ιδιοκτήτης με αυτόν τον τρόπο, εκφράζοντας έτσι ενδοιασμούς μόνο για την επιμέτρηση του όγκου του σκυροδέματος, χωρίς οποιαδήποτε μνεία σε στατική ανεπάρκεια του κτιρίου, ελλείψεις και κακοτεχνίες, ζ) το σημαντικότερο ελάττωμα της οικοδομής, η έλλειψη δηλαδή της Δ22, που κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος δεν κατασκευάστηκε καθόλου και είναι αδύνατη η κατασκευή της στο στάδιο που βρίσκεται η οικοδομή, με συνέπεια να θίγεται η στατική επάρκειά της, δεν αποδείχθηκε, καθόσον η δοκός αυτή έχει αντικατασταθεί από την κρυφοδοκό Δ22, που υπερτερεί σαφώς της δοκού Δ22 σαν κατασκευή, είναι υπερεπαρκής για τη στατική επάρκεια του κτίσματος, έγινε κατόπιν μελέτης της μηχανικού και ανταποκρινόταν στις επιθυμίες του ενάγοντος, η) η ποιότητα του σκυροδέματος που χρησιμοποιήθηκε, ήταν αυτή που απαιτεί ο αντισεισμικός κανονισμός και ελέγχθηκε, κατόπιν αίτησης του ενάγοντος, από το Τμήμα Εργαστηρίου Διευθύνσεως Δημοσίων Έργων, όπως βεβαιώνεται με το υπ' αριθμ. 12122/30-6-1999 έγγραφο ελέγχου αντοχής σκυροδέματος.

Τα παραπάνω αποδείχθηκαν ιδίως: .... α) ... ιβ)..... Τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αναιρούνται από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό στοιχείο και ιδίως: α)... στ).... Μετά από αυτά αποδείχθηκε ότι: α) το επίδικο έργο δεν ολοκληρώθηκε και δεν παραδόθηκε από την εναγομένη εργολάβο στον ενάγοντα εργοδότη, β) δεν απαιτείται η κατεδάφιση του έργου, αλλά τα ελαττώματά του είναι δυνατόν να επισκευασθούν μετά από μελέτη που θα συνταχθεί για το σκοπό αυτό από πολιτικό μηχανικό, γ) ο ενάγων εργοδότης δικαιούται να εκτελέσει ο ίδιος τη διόρθωση των ελλείψεων σε βάρος της εναγομένης (άρθρο 687 ΑΚ), αφού μάλιστα, όπως προαναφέρθηκε, παρήλθε άπρακτη η προθεσμία που έταξε στην εναγομένη για τη διόρθωση των ελλείψεων.

Αντιθέτως, δεν δικαιούται να αξιώσει αποζημίωση για τη μη εκτέλεση της σύμβασης, καθόσον τέτοια αξίωση θα υφίστατο σε αυτό το στάδιο ολοκλήρωσης του έργου μόνο σε περίπτωση που η διόρθωση των ελλείψεων και η άρση των ελαττωμάτων θα ήταν αδύνατη>>. Υπό τις εκτεθείσες ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές του το Εφετείο, περιέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό της προσβαλλόμενης απόφασης σαφείς, πλήρεις και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με το ζήτημα για το αν το εκτελούμενο από την αναιρεσίβλητη συμβατικό έργο κατασκευής της οικοδομής του αναιρεσείοντος, από υπαιτιότητά της, είναι αυθαίρετο, εμφανίζει τις προσδιοριζόμενες κακοτεχνίες και ελλείψεις οι οποίες επηρεάζουν τη στατική επάρκεια της οικοδομής σε βαθμό που καθιστούν αδύνατη τη διόρθωση αυτών και ενδεδειγμένη την κατεδάφισή της, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, με τρόπο ώστε, με τις παραδοχές του αυτές, να ελέγχεται στη συγκεκριμένη περίπτωση η συνδρομή των όρων που απαιτούνται από τον ουσιαστικό κανόνα του άρθρου 687 ΑΚ που εφαρμόστηκε.

Την κρίση αυτή στηρίζουν ειδικότερα τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ανελέγκτως στην ελάσσονα πρόταση της απόφασής του ότι αποδείχθηκαν και συγκεκριμένα: 1) ότι δεν ολοκληρώθηκε η κατασκευή του συμφωνηθέντος έργου, ήτοι της οικοδομής του αναιρεσείοντος από την εργολάβο αναιρεσίβλητη και δεν παραδόθηκε τούτο στον άνω εργοδότη, οπότε συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 687 ΑΚ και όχι εκείνων των άρθρων 688-690 του ίδιου Κώδικα που προϋποθέτουν εκτέλεση και παράδοση του έργου, 2) ότι το εκτελούμενο έργο εμφάνιζε τα αναλυτικά περιγραφόμενα ελαττώματα και ελλείψεις, τα οποία είχαν την προσδιοριζόμενη για καθένα σπουδαιότητα και επίδραση στην αντοχή του κτίσματος ή τμημάτων του, τη φέρουσα ικανότητα και τη στατικότητα αυτού, 3) ότι τα ελαττώματα και οι ελλείψεις που εμφανίζει το έργο είναι ουσιώδη, με την προκύπτουσα από το όλο περιεχόμενο της απόφασης έννοια της σημαντικότητας αυτών, εξαιτίας της οποίας επιβάλλεται να γίνει αποκατάστασή τους, και όχι ότι καθιστούν το έργο άχρηστο γιατί αναιρούν τη χρησιμότητα και καταλληλότητά του για το σκοπό που προορίζεται, ούτε μορφολογικά διαφορετικό από το συμφωνημένο, 4) ότι η αποκατάσταση των ελαττωμάτων και η κατασκευή των ελλείψεων, είναι ως προς όλα αυτά, αντικειμενικά εφικτή, ύστερα από ειδική μελέτη, εν πολλοίς με τον τρόπο που ενδεικτικά αναφέρεται, και δεν υπάρχει αδυναμία διόρθωσης, 5) ότι το κόστος αποκατάστασης των ελαττωμάτων και ελλείψεων προσδιορίζεται σε 37.151,64 ευρώ, 6) ότι τα ελαττώματα και οι ελλείψεις, είναι μεν ουσιώδη, κατά την εκτεθείσα ανωτέρω έννοια, πλην, όμως, δεν μπορούν να προξενήσουν, σε καμιά περίπτωση, κίνδυνο ζωής από τη χρησιμοποίηση της οικοδομής, που συνεπεία αυτών δεν χαρακτηρίζεται επικίνδυνη για χρήση και κατεδαφιστέα, 7) ότι οι εμφανιζόμενες ελλείψεις και ελαττώματα δεν επηρεάζουν τη στατική επάρκεια του έργου ώστε να ενδείκνυται η κατεδάφιση αυτού και η εκ νέου ανέγερσή του και 8) ότι ο αναιρεσείων εργοδότης, μετά την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας που έταξε στην αναιρεσίβλητη εργολάβο για την αποκατάσταση των ελαττωμάτων και ελλείψεων, έχει δικαίωμα και διορθώσει ο ίδιος αυτά, σε βάρος της αναιρεσίβλητης εργολάβου, με την έννοια, σύμφωνα με την εφαρμοσθείσα ως άνω διάταξη του νόμου, να ζητήσει τη δαπάνη στην οποία υποβλήθηκε ή απαιτείται να υποβληθεί για να επιχειρήσει την αποκατάσταση αυτών.

Οι παραδοχές αυτές δικαιολογούν το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε από την εκτίμηση των αποδείξεων περί της απόρριψης της αγωγής του αναιρεσείοντος για την αξίωση αποζημίωσης για τη μη εκτέλεση της σύμβασης. Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε, η προσβαλλόμενη δεν εστιάζει μόνο στην έλλειψη της δοκού Δ22, αλλά περιγράφει, εκτιμά και αξιολογεί όλα τα ελαττώματα και ελλείψεις που, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, αποδείχθηκε ότι εμφανίζει το εκτελούμενο έργο, δεν παρίσταται, δε, αντιφατική αιτιολογία η αποδοχή αφενός, κατά την περιγραφή των ελαττωμάτων και ελλείψεων, ότι τα ειδικά αναφερόμενα επιδρούν στη στατικότητα της οικοδομής και αφετέρου ότι δεν είναι επικίνδυνη η οικοδομή για τη ζωή των ενοίκων της και δεν απαιτείται η κατεδάφισή της, δεδομένου ότι η τελευταία κρίση συνάπτεται με την παραδοχή ότι αντικειμενικά είναι δυνατή η αποκατάσταση των ελαττωμάτων και ελλείψεων, με την οποία, κατά το νοηματικό περιεχόμενο της απόφασης, αίρεται οποιαδήποτε δυσμενής επίδραση στο έργο.

Περαιτέρω, μόνο εφόσον η διόρθωση των ελαττωμάτων και ελλείψεων ήταν αδύνατη και, συνεπώς, η επανόρθωσή τους και άρα η τελική προσήκουσα εκπλήρωση της σύμβασης είναι με απόλυτη βεβαιότητα αδύνατες, και τούτο προέκυπτε εκ των προτέρων ακόμη και σ' αυτό το στάδιο των εργασιών (της μη ολοκλήρωσης της κατασκευής του έργου και μη παράδοσης αυτού) θα μπορούσε, με την προϋπόθεση της υπαιτιότητας της εργολάβου αναιρεσίβλητης, να ασκήσει ο αναιρεσείων αξίωση για νέα κατασκευή από την αρχή, με ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 688-690 ΑΚ, χωρίς να αναμείνει την περάτωση του έργου (ΑΠ 1182/1987).

Εφόσον, όμως, στην προκείμενη περίπτωση η διόρθωση κρίνεται εφικτή, ενόψει του ότι η διάταξη του άρθρου 687 ΑΚ, δεν μνημονεύει ως προϋπόθεση εφαρμογής της τον όρο να μην απαιτεί η διόρθωση δυσανάλογες δαπάνες, όπως η διάταξη του άρθρου 688 του ίδιου Κώδικα, το ύψος του κόστους των δαπανών διόρθωσης δεν έχει έννομη συνέπεια, δεδομένου ότι η δαπάνη αυτή βαρύνει τον υπαίτιο εργολάβο κατά του οποίου ο εργοδότης έχει σχετική αξίωση αποζημίωσης, ανεξάρτητα από το μέγεθος της δαπάνης που απαιτείται.

Με βάση τα ως άνω γενόμενα δεκτά, δεν καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με τη συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 687 ΑΚ που εφαρμόστηκε και το Εφετείο, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη αυτή και, επομένως, δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, πλημμέλεια, εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως αντίθετα προβάλλει ο αναιρεσείων, με την επίκληση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, και ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, παραμόρφωση υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση), αποδίδει, δηλαδή, ύστερα από εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού, σύμφωνα με τα άρθρα 432 επ.

ΚΠολΔ, εγγράφου, περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει, και κατά προφανή παρανόηση δέχεται ως μνημονευόμενα σε αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία όμως είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο, ακολούθως δε στηριζόμενο αποκλειστικά στο ίδιο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον πιο πάνω αναιρετικό λόγο.

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αλλά αναγιγνώσκοντας το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού όπως αυτό πραγματικά έχει, προβαίνει σε εκτίμηση του αληθινού περιεχομένου του, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγησή του, και συνάγει εξ αυτού, έστω και εσφαλμένα, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων.

Τούτο, δε, διότι, αυτή η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας που εξάγεται από το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου, είναι, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικώς ανέλεγκτη, η δε σχετική αιτίαση αφορά στην εκτίμηση πραγμάτων (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1071/2015, ΑΠ 825/2014). Επίσης, ο ως άνω λόγος δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας σχημάτισε την κρίση του για την βασιμότητα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως κλπ., στηριζόμενο σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, το δε φερόμενο ως παραμορφωθέν έγγραφο το συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, χωρίς να στηριχθεί κυρίως ή αποκλειστικώς σε αυτό, με αποτέλεσμα να οδηγηθεί σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία εκλαμβάνει ως ορθή εκείνος που προβάλλει ότι χώρησε παραμόρφωση του εγγράφου.

Και τούτο, διότι στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του, και η διαφορετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας που έχει εξαχθεί από τη συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, δεν υπόκειται, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 365/2017, ΑΠ 25/2017, ΑΠ 99/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης ισχυρίζεται ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφων και συγκεκριμένα α) της από 2-10-2002 πραγματογνωμοσύνης του πολιτικού μηχανικού Ν. Π. και του αρχιτέκτονα Α. Ζ., στην οποία οι πραγματογνώμονες αναφέρουν <<Η Ε. Χ. μας προσκόμισε σε φωτοτυπία (5) σχέδια ξυλοτύπων και (1) σχεδιάγραμμα ξυλοτύπου του δαπέδου ισογείου, όλα χωρίς υπογραφή από Μηχανικό, σύμφωνα με τα οποία, όπως μας είπε κατασκευάστηκε το κτίριο....

Έτσι ο έλεγχος του κτιρίου έγινε με τα ανωτέρω άτυπα σχέδια, τους στατικούς υπολογισμούς που μας εδόθησαν από τον συνήγορο του αντιδίκου κ. Φ. Ν.... τα εγκεκριμένα σχέδια τα οποία λάβαμε μετά από αίτησή μας από τη Διεύθυνση Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης και με τις επιτόπιες αυτοψίες-επισκέψεις...>>, ενώ η προσβαλλόμενη δέχεται ότι οι πραγματογνώμονες αποφάνθηκαν με βάση ανυπόγραφα από την αναιρεσίβλητη σχέδια ξυλοτύπων και ένα απλό τεύχος στατικών υπολογισμών και όχι με πλήρη στατική και αντισεισμική μελέτη υπογεγραμμένη από την αναιρεσίβλητη, και ότι οι ανυπόγραφοι ξυλότυποι που είχε παραδώσει η αναιρεσίβλητη αποτελούσαν "προμελέτη", και β) της 9080/2011 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης και της 5833/2011 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την τελευταία των οποίων αθωώθηκε η αναιρεσίβλητη για την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα, που αφορούσε μόνο στην έλλειψη της Δ22 δοκού και όχι σε όλες τις δοκούς του κτιρίου, με την αιτιολογία ότι "ουδόλως ανέφερε ο δεύτερος κατηγορούμενος κατά την επίμαχη κατάθεσή του ότι η κατασκευασθείσα κρυφοδοκός λειτουργεί ως δοκός ήτοι σε αντικατάσταση της αρχικής δοκού Δ22 ούτε αυτή είναι ισοδύναμη στατικά με τη Δ22", δεχθέν αντίθετα ότι η κρυφοδοκός έχει αντικαταστήσει τη δοκό Δ22, που κατά την κρίση του υπερτερεί σαφώς αυτής σαν κατασκευή, και είναι υπερεπαρκής για τη στατική επάρκεια της οικοδομής του.

Ο λόγος αυτός είναι, κατ' αμφότερα τα μέρη του, απαράδεκτος. Τούτο διότι σαφώς ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο μομφή ότι δέχθηκε πράγματα αντίθετα από εκείνα που δέχεται η πραγματογνωμοσύνη και η 5833/2011 δικαστική απόφαση, που χρησιμοποιείται για έμμεση απόδειξη. Το αποδιδόμενο, όμως, σφάλμα δεν ιδρύει τον προβαλλόμενο αναιρετικό λόγο.

Δεν προσάπτεται στην πληττόμενη απόφαση ότι το Εφετείο δέχεται ότι στα έγγραφα αυτά αναγράφονται διαφορετικά πράγματα από εκείνα που αποτελούν πραγματικά το περιεχόμενο αυτών, πράγμα, άλλωστε, που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Το Εφετείο, εξάλλου, έκρινε, μετά από ελεύθερη εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων η άνω πραγματογνωμοσύνη και η δικαστική απόφαση, ότι αποδείχθηκαν τα παρατιθέμενα κατά την έρευνα του δεύτερου αναιρετικού λόγου πραγματικά περιστατικά που αφορούν το κρίσιμο ανωτέρω ζήτημα, στηριζόμενο, όχι μόνο στο περιεχόμενο της πραγματογνωμοσύνης και της άνω δικαστικής απόφασης, αλλά και σε άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία συνεκτίμησε για το σχηματισμό του πορίσματός του, όπως είναι οι καταθέσεις των αναφερόμενων μαρτύρων, χωρίς να στηριχθεί κυρίως ή αποκλειστικώς σε αυτά και έτσι, η διαφορετική κρίση του δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.

Αναφορικά, δε, με την αποδιδόμενη παραμόρφωση της 9080/2011 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, ως εντελώς αόριστος, καθόσον ο αναιρεσείων δεν αναφέρει σε τι συνίσταται η παραμόρφωση της συγκεκριμένης απόφασης. Σύμφωνα με τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά, δεν ευρίσκει έρεισμα εφαρμογής η εκ του αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και ο τρίτος λόγος της αναίρεσης είναι απορριπτέος.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Έτσι, ο λόγος αυτός ιδρύεται και όταν το δικαστήριο προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη δύναμη, που δεν την είχε κατά νόμο ή αρνήθηκε να αναγνωρίσει τέτοια δύναμη σε αποδεικτικό μέσο που δεσμευτικά ορίζει ο νόμος.

Ως αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων, τα οποία ορίζει το άρθρο 339 ΚΠολΔ, θεωρείται, η προβλεπόμενη από το νόμο για καθένα από αυτά απόλυτη ή σχετική δεσμευτικότητα της κρίσης του δικαστή ως προς την απόδειξη, με το μέσον αυτό, του αποδεικτέου θέματος. Επομένως, μόνον η παράβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ορισμών του νόμου ως προς τη δεσμευτικότητα αυτή, όπως είναι η, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, απόδοση - αναγνώριση αποδεικτικής δύναμης σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερης ή μικρότερης από εκείνη, την οποία του αποδίδει ο νόμος, ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 573/2018, ΑΠ 412/2011).

Αντίθετα, δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που έχουν κατά νόμο την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία (ΑΠ 223/2009, ΑΠ 1612/2005).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έχει, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 340 ΚΠολΔ, την εξουσία να εκτιμήσει ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης (ΑΠ 1270/2013, ΑΠ 109/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον ίδιο ως άνω τρίτο λόγο της αναίρεσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων με την ειδικότερη αιτίαση ότι παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά τα οποία "οι κρυφοδοκοί μελετούνται και κατασκευάζονται εξ αρχής και πριν κατασκευαστεί η πλάκα".

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον τα διδάγματα κοινής πείρας δεν αποτελούν αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 1987/2009) ώστε να ιδρύεται ο στηριζόμενος στον αρ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, αλλά η παραβίασή τους θεμελιώνει πλημμέλεια από τον αρ. 1, η οποία επίσης δεν συντρέχει στην προκείμενη περίπτωση, καθόσον η παραβίαση των διδαγμάτων κοινής πείρας συντρέχει ως αναιρετικός λόγος μόνο όταν αφορούν την ερμηνεία και εφαρμογή κανόνων δικαίου και όχι, όπως προβάλλεται με τον παρόντα λόγο αναίρεσης σε σχέση με την απόδειξη του πραγματικού γεγονότος του χρόνου μελέτης και κατασκευής των κρυφοδοκών (ΑΠ ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 309/2017, ΑΠ 43/2017)).

Υπό την κρίση, δε, ότι ο λόγος της παραβίασης της αποδεικτικής δύναμης αφορά και τα επικαλούμενα ως παραμορφωθέντα ως άνω αποδεικτικά μέσα (έκθεση πραγματογνωμοσύνης και δικαστικές αποφάσεις), είναι απαράδεκτος ως εντελώς αόριστος, δεδομένου ότι δεν εκτίθενται τα αναγκαία για την πληρότητά του στοιχεία και συγκεκριμένα ποια ήταν η αποδεικτική δύναμη των μέσων αυτών και τι μικρότερη δύναμη δέχθηκε το Εφετείο ότι έχουν.

Άλλωστε, η ως άνω 5833/2011 απόφαση του ποινικού Δικαστηρίου, εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο (ΑΠ 580/2019, ΑΠ 578/2013), καθώς επίσης, ελεύθερα εκτιμάται και η διεξαχθείσα με την μη οριστική απόφαση του Δικαστηρίου πραγματογνωμοσύνη (άρθρο 387 ΚΠολΔ), μαζί με τις λοιπές αποδείξεις, έτσι ώστε να μην ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης, εάν το δικαστήριο δεν συντάχθηκε με το περιεχόμενο και το αποτέλεσμα τούτων.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 περ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης (ΑΠ 95/2017, ΑΠ 1/2016).

Δεν αποτελούν πράγματα, και άρα δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπόψη, οι αρνητικοί ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση αυτών, δηλαδή ισχυρισμοί που δεν καταλήγουν στην επίκληση έννομης συνέπειας, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 469/1984, ΑΠ 11/2017), καθώς και οι ισχυρισμοί που δεν έχουν αυτοτέλεια και συνιστούν πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων, που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 87/2013) ή νομικά επιχειρήματα, όπως οι νομικοί ισχυρισμοί ή νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου (ΑΠ 1/2016, ΑΠ 933/2014), ακόμη και αν αποτελούν λόγο έφεσης, ούτε τα συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών, ή από το νόμο (ΑΠ 195/2017, ΑΠ 141/2017, ΑΠ 99/2017).

Πράγμα, υπό την ανωτέρω έννοια αποτελεί και ο λόγος έφεσης, που περιέχει παράπονο κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός ισχυρισμός του αντιδίκου του, δηλαδή επαναφέρει προς κρίση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό και όχι άρνηση της αγωγής ( ΑΠ 1165/2015, ΑΠ 367/2011, ΑΠ 1708/2008) Ο ίδιος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, όμως τον απέρριψε, για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997, ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 195/2017, ΑΠ 69/2016), ρητά ή σιωπηρά (ΑΠ 839/2010) είτε κατά τρόπο έμμεσο και σαφή, όπως συμβαίνει όταν από τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε τον ισχυρισμό και τον απέρριψε εκ των πραγμάτων, δεχόμενο ότι αποδείχθηκαν περιστατικά αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν τον ισχυρισμό (Ολ ΑΠ 11/1996, ΑΠ 1386/2015, ΑΠ 852/2015) και συνάγεται τούτο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης (ΑΠ 54/2017).

Με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση πλημμέλειας από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον τέταρτο λόγο της έφεσής του με τον οποίο διατύπωσε παράπονο κατά της εκκαλούμενης οριστικής απόφασης που συνίσταται στο ότι και αν θεωρηθεί ότι το επίδικο κτίσμα επισκευάζεται, το κόστος επισκευής είναι ασύμφορο και ανέρχεται σε ποσό μεγαλύτερο των 37.151,64 ευρώ που υπολόγισαν οι πραγματογνώμονες και δέχθηκε το Εφετείο, καθόσον απαιτείται εξειδικευμένη μελέτη από πολιτικό μηχανικό, απαιτείται η νομιμοποίηση του κτίσματος, πρόκειται για καινούργιο κτίσμα και θα έπρεπε να κατασκευαστεί εξ αρχής κατά τους κανόνες της τέχνης και της επιστήμης, οποιαδήποτε επισκευή θα αλλάξει ριζικά την αισθητική της οικοδομής και η αποκατάσταση του προβλεπόμενου ύψους του ισογείου και του ορόφου είναι αδύνατη χωρίς την κατεδάφιση των ορόφων αυτών.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Τούτο διότι, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, το κόστος της δαπάνης αποκατάστασης των ελαττωμάτων και ελλείψεων του κατασκευαζόμενου έργου, το οποίο βαρύνει τον υπαίτιο εργολάβο, δεν αποτελεί πράγμα, κατά την έννοια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον δεν αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό που στηρίζει την αγωγή του αναιρεσείοντος εργοδότη ή αντένσταση σε αντίκρουση σχετικής ένστασης της εργολάβου, η οποία, με τη συνδρομή της, να θεμελιώνει έννομη συνέπεια και συνεπώς, να έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Τέτοια συνέπεια δεν επικαλείται ούτε ο αναιρεσείων. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Τούτο διότι από το περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης της προσβαλλόμενης απόφασης, το οποίο εκτέθηκε ανωτέρω κατά τον αναιρετικό έλεγχο του δεύτερου λόγου της αναίρεσης, προκύπτει σαφώς ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και απάντησε στον προταθέντα τέταρτο λόγο της από 12-4-2010 έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης 15802/2007 οριστικής και 16750/2001 μη οριστικής αποφάσεων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Την κρίση αυτή στηρίζουν οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι α) τα ελαττώματα του έργου μπορούν να επισκευαστούν μετά τη σύνταξη ειδικής μελέτης από πολιτικό μηχανικό, β) ότι το κόστος των δαπανών επισκευής προσδιορίζεται στο ποσό των 37.151,64 ευρώ, το οποίο θεωρεί λογικό κόστος, γ) ότι τα ελαττώματα και ελλείψεις του έργου δεν προκαλούν επικινδυνότητα αυτού ούτε επηρεάζουν τη στατική επάρκεια της οικοδομής.

Οι αιτιάσεις που προβάλει ο αναιρεσείων στον αναιρετικό λόγο, σχετικά με το μεγαλύτερο του προσδιοριζόμενου κόστους επισκευής και την αναγκαιότητα κατεδάφισης αυτής, καθόσον θα έπρεπε να κατασκευαστεί εξ αρχής κατά τους κανόνες της τέχνης και της επιστήμης, αφού και με την αποκατάστασή τους θα αλλάξει ριζικά η αισθητική της οικοδομής αλλά και γιατί η αποκατάσταση του ύψους του ισογείου και του ορόφου δεν είναι δυνατή χωρίς την κατεδάφιση των λοιπών ορόφων, αφορούν στη διαφορετική εκτίμηση από το Εφετείο των αποδείξεων ως προς τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά, η οποία όμως, δεν ιδρύει τον προτεινόμενο αναιρετικό λόγο.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις (ΑΠ 1223/2015, ΑΠ 659/2015). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998). Ο έλεγχος συνίσταται στο αν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού είτε αυτή διατυπώνεται ρητώς είτε εξυπονοείται ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές στη μείζονα πρόταση.

Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο (ΟλΑΠ 25/2008). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016).

Με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του ΒΔ 18.2/26.7.1954 και ειδικότερα του άρθρου 8 αυτού, δεχόμενο, παρά τους ορισμούς του νόμου αυτού, ότι η αναιρεσίβλητη δεν ευθύνεται για την ανανέωση και επέκταση της άδειας οικοδομής του επίδικου κτίσματος.

Ο λόγος αυτός στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Τούτο διότι το Εφετείο, το οποίο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, δεν εφάρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 8 του ΒΔ 18.2/26.7.1954, καθόσον, σύμφωνα με τα γενόμενα ανελέγκτως δεκτά πραγματικά περιστατικά, δεν συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής τους, ώστε δεν συντρέχει η αποδιδόμενη με τον αναιρετικό λόγο εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή αυτών των διατάξεων.

Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι ο αναιρεσείων κατάρτισε με την αναιρεσίβλητη σύμβαση έργου με αντικείμενο μόνο την κατασκευή από αυτήν του σκελετού της οικοδομής του πρώτου, δηλαδή ότι η αναιρεσίβλητη είχε αναλάβει μόνο την εκτέλεση των εργασιών κατασκευής των εξ οπλισμένου σκυροδέματος εργασιών, ως εργολάβος.

Δεν υπάρχει παραδοχή για ανάθεση της εκπόνησης της μελέτης της οικοδομής ή της τροποποίησης αυτής ή της επίβλεψης της κατασκευής. Αντίθετα, μάλιστα, ρητά κρίνει ότι δεν έγινε οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ των συμβληθέντων διαδίκων, με την οποία η αναιρεσίβλητη να αναλάβει με ενέργειές της στην αρμόδια πολεοδομική αρχή για την ανανέωση και την επέκταση της υπάρχουσας για την κατασκευή του κτιρίου οικοδομικής άδειας, απορρίπτοντας την προβαλλόμενη σχετική αξίωση, κρίνοντας ότι ο αναιρεσείων στο αγωγικό δικόγραφο θεμελιώνει την αντίστοιχη υποχρέωση της αναιρεσίβλητης στο ότι αυτή είχε αναλάβει συμβατικά την εκτέλεση της ανανέωσης της άδειας της οικοδομής και την επέκτασή της στην πέραν της χορηγηθείσας οικοδομικής άδειας κατασκευή.

Οι επικαλούμενες διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 2 του ΒΔ 18.2/26.7.1954, αναφέρονται στην ευθύνη, εκτός του επιβλέποντος μηχανικού και του ιδιοκτήτη του έργου, του εργολάβου που ανέλαβε την εκτέλεση της κατασκευής των εξ οπλισμένου σκυροδέματος εργασιών για την έναρξη τούτων χωρίς προηγούμενη έγκριση της οικείας μελέτης, για την τυχόν τροποποίηση της μελέτης που είχε εγκριθεί, για την παράλειψη διορισμού επιβλέποντος μηχανικού, για την παράλειψη αναγγελίας στην αρμόδια υπηρεσία της έναρξης εκτέλεσης των εργασιών και για τη μείωση των αναλογιών τσιμέντου ή οπλισμών, όχι όμως και για την τροποποίηση της μελέτης.

Στην παράγραφο 3 του ιδίου άρθρου, στην οποία, κατά τον αναιρετικό λόγο στηρίζεται η ευθύνη για την ανανέωση και επέκταση της οικοδομικής άδειας, περιγράφεται η ευθύνη του επιβλέποντα μηχανικού, τέτοια όμως ιδιότητα δεν είχε κατά την προσβαλλόμενη η αναιρεσίβλητη. Επομένως, το Εφετείο που δεν εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 8 του ΒΔ 18.2/26.7.1954, που δεν είχαν στην προκείμενη περίπτωση εφαρμογή, δεν υπέπεσε στην εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ο τελευταίος δε αναιρετικός λόγος με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Τέλος, ο αναιρεσείων που νικήθηκε πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-10-2017 αίτηση του Σ. Α. του Ν., για αναίρεση της 1192/2017 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αναίρεσης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιουλίου 2022.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ