Supreme Court dismisses appeal for lack of res judicata and vague grounds under Greek Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed against a first-instance judgment regarding damages from a car accident. The appellants argued that a prior court decision constituted res judicata, but the court found no identity of parties, rights, or cause of action required by law. Furthermore, the appeal was rejected because it failed to specify the legal error and the evidence not considered, violating procedural requirements for a valid appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 324, 559, 566, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal must establish res judicata with identity of parties, rights, and cause, and must clearly specify the legal error and evidence not considered, otherwise it is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1270 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1270/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ'Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Ελένη Φραγκάκη και Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαρτίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. συζ. Μ. Α. και 2) Ι. Α. του Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αγγελική Σεραφείμ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. χας Π. Σ., γι' αυτήν ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου της Π. Σ. του Π. και 2) Α. Σ. του Π., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαργαρίτα Καραλή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-10-2013 αγωγή της 1ης των ήδη αναιρεσιβλήτων (για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέρμνα των ανηλίκων τέκνων της α) Π. Σ. του Π. και β) Α. Σ. του Π., ήδη 2ης αναιρεσίβλητης), που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χίου και συνεκδικάστηκε με την από 30-12-2013 παρεμπίπτουσα αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, καθώς και με την διά των προτάσεων ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση του ν.π.ι.δ. με την επωνυμία "...", μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 27/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 133/2017 του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου (Μεταβατική έδρα Χίου). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26-2-2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζαμπέτα Στράτα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η κρινόμενη από 26/2/2018 (με αριθμό κατάθεσης 2/1-3-2018) αίτηση αναίρεσης κατά της με αριθμό 133/2017 οριστικής ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη και το υπ' αυτής εκπροσωπούμενο ανήλικο τέκνο της Π. Σ. του Π. απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, στις οποίες υπάγονται και οι διαφορές για ζημίες από αυτοκίνητα (άρθρο 614 αριθμός 6 Κ.Πολ.Δ.), έχει ασκηθεί νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στη γραμματεία του ως άνω δικαστηρίου (άρθρο 495 § 1 Κ.Πολ.Δ.) και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της διετούς προθεσμίας από τη δημοσίευσή της (άρθρο 564 § 3 Κ.Πολ.Δ.) εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση αυτής. Ωσαύτως, έχει κατατεθεί από τους αναιρεσείοντες το παράβολο ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που προβλέπεται από την παρ. 3 του άρθρου 495 Κ.Πολ.Δ. (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 33 του Ν. 4446/2016 και ισχύει από 23/01/2017).
Συνεπώς, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 552, 553 § 1β, 556, 558 και 577 του Κ.Πολ.Δ., είναι παραδεκτή ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη και το ως άνω εκπροσωπούμενο υπ' αυτής τέκνο και πρέπει να εξεταστεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της. Αντίθετα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, καθ' ό μέρος απευθύνεται κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης, ως προς την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι οριστική, καθόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτής, αναβλήθηκε ως προς αυτήν η έκδοση οριστικής απόφασης επί της υπ' αυτής ασκηθείσας εφέσεως κατά της 27/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου, προκειμένου να συμπληρωθεί η αναφερόμενη στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης έλλειψη ως προς τη δικαστική παράσταση αυτής, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, αφού ως προς την εν λόγω διάδικο η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι οριστική (άρθρο 553 § 1 εδ. β' Κ.Πολ.Δ.).
II. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 247, 251, 298, 914 και 937 ΑΚ, συνάγεται, ότι σε περίπτωση, αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος αξίωση αποζημιώσεως για την όλη ζημία, θετική ή αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα εάν είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και εφόσον η δικαστική τους επιδίωξη είναι δυνατή, η δε παραγραφή της αξιώσεως αυτής τρέχει για όλες τις ζημίες ενιαία, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση των πρώτων επιζήμιων συνεπειών και του υπόχρεου προς αποζημίωση, προκειμένου δε περί αξιώσεως κατά του ασφαλιστού από της επομένης του ατυχήματος.
Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 261 εδ. α' ΑΚ και 221 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι σε περίπτωση ασκήσεως αγωγής για μέρος μόνο της αξιώσεως για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 268 εδ.
α' ΑΚ "κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά 20 χρόνια και αν ακόμη η αξίωση καθεαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή". Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι σε περίπτωση βεβαιώσεως με τελεσίδικη δικαστική απόφαση της υπάρξεως αξιώσεως για θετική και αποθετική ζημία από αδικοπραξία, από την τελεσιδικία αρχίζει εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της όλης αξιώσεως για αποκατάσταση της ζημίας, η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου, για το οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση.
Και αυτό, διότι και το μέρος αυτό της αξιωσεως, καίτοι δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί με δύναμη δεδικασμένου (άρθρ. 331 Κ.Πολ.Δ.), με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, η οποία ήταν αναγκαία για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημιώσεως του παθόντος γενικώς για κάθε ζημία από την αδικοπραξία.
Η νέα, όμως, αυτή εικοσαετής παραγραφή προϋποθέτει αναγκαίως κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 268 ΑΚ, την ύπαρξη αξιώσεως που δεν έχει υποκύψει στη μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή δεδομένου ότι η τελεσίδικη επιδίκαση της επίδικης τότε αξιώσεως, δεν επιφέρει αναβίωση της αξιώσεως και κατά το μέρος που δεν έχει ασκηθεί και έχει πλέον αποσβεστεί λόγω παραγραφής, η οποία διέδραμε χωρίς διακοπή κατ' άρθρο 261 ΑΚ (Ολ.ΑΠ 24/2003, ΑΠ 732/2015, ΑΠ 317/2013, ΑΠ 2039/2013).
Κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων του άρθρου 268 εδ. α' Α.Κ., από την τελεσιδικία της δικαστικής αποφάσεως για την ύπαρξη αξιώσεως για θετική και αποθετική ζημία από αδικοπραξία αρχίζει νέα εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της ίδιας αξίωσης για την αποκατάσταση της ζημίας που κρίθηκε τελεσίδικα, έστω και αν αυτή ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου για τον οποίο επιδικάσθηκε αποζημίωση, με την προϋπόθεση βέβαια, ότι κατά το χρόνο επέλευσης της τελεσιδικίας δεν είχε συμπληρωθεί η πενταετία του άρθρου 937 παρ. 1 Α.Κ.
από του χρόνου της αδικοπραξίας και η καθόλου αξίωση δεν είχε υποκύψει τότε, στη, μέχρι της τελεσιδικίας, ισχύουσα βραχυχρόνια πενταετή παραγραφή και ανεξάρτητα από το γεγονός, ότι, η μετά την τελεσιδικία, ασκούμενη αξίωση, με αφετηρία το χρόνο της αδικοπραξίας, απέχει από εκείνον, χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της πενταετίας, όχι όμως και της εικοσαετίας, που ρυθμίζει πλέον, μετά την τελεσιδικία, αυτοτελώς την παραγραφή των επί μέρους αξιώσεων.
Εξ άλλου, αξιώσεις παροχών που επαναλαμβάνονται περιοδικά και που βεβαιώθηκαν με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό ληξιπρόθεσμες στο μέλλον, υπάγονται στη συντομότερη παραγραφή. Ως αξιώσεις περιοδικά επαναλαμβανόμενων παροχών, νοούνται στη διάταξη αυτή, όπως άλλωστε και στις διατάξεις των άρθρων 250 αρ. 17, 254 ΑΚ και 11 αρ. 7 Κ.Πολ.Δ., εκείνες που πηγάζουν διαδοχικά από έννομη σχέση, οφείλονται δε κατά ορισμένα χρονικά διαστήματα με μόνη την πάροδο του χρόνου, χωρίς να απαιτούνται νεότερα περιστατικά και χωρίς η γένεση ή η άσκησή του να εξαρτάται από αίρεση.
Δεν αποτελούν, επομένως, περιοδικές παροχές, υπό την έννοια των άνω διατάξεων, οι απλές δόσεις που προβλέπονται, είτε από το νόμο, είτε από τη σύμβαση για την καταβολή μιας ενιαίας οφειλής, η οποία εξοφλείται τμηματικά. Κατά δε το άρθρο 928 ΑΚ, σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου, ο υπόχρεος οφείλει να αποζημιώσει εκείνον που κατά το νόμο είχε δικαίωμα να απαιτεί από το θύμα διατροφή.
Η οφειλή αυτή έχει χαρακτήρα αποζημίωσης του δικαιούχου, ο οποίος στερήθηκε της διατροφής του στο μέλλον, είναι δε ενιαία και αφορά όλη τη μελλοντική ζημία από την αιτία αυτή. Η νομοθετική πρόβλεψη της τμηματικής κατ' αρχήν καταβολής της οφειλόμενης αποζημίωσης σε χρηματικές δόσεις κατά μήνα (άρθρ. 930 παρ. 1 εδ.
α' ΑΚ), δεν επιμερίζει την αξίωση σε πλείονες αξιώσεις περιοδικώς επαναλαμβανόμενων παροχών υπό την άνω έννοια. Επομένως, αν η αξίωση, καθ' ό μέρος αφορά μελλοντική ζημία καταβλητέα σε δόσεις, βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση, παραγράφεται μετά από είκοσι χρόνια, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 268 εδ. α' ΑΚ.
Όμως η νέα αυτή εικοσαετής παραγραφή προϋποθέτει αναγκαίως, κατά την έννοια του άρθρου 268 ΑΚ, την ύπαρξη αξιώσεως που δεν έχει υποκύψει, στην, μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα, βραχυχρόνια παραγραφή.
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 Κ.Πολ.Δ., (παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 & 28/1998).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 133/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου (μεταβατική έδρα Χίου), έγιναν δεκτά τα ακόλουθα, αναφορικά με την ένδικη αξίωση αποζημιώσεως της ενάγουσας - πρώτης αναιρεσίβλητης, για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσας τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου της Π.
Σ., λόγω στέρησης της διατροφής τους, εξαιτίας του επισυμβάντος, κατά το αναφερόμενο στην αγωγή της αυτοκινητικό ατύχημα, θανάτου του συζύγου και πατέρα αυτών, αντίστοιχα: "Στις 22-10-2001 επί της οδού ... της πόλεως της .... συνέβη τροχαίο ατύχημα, κατά το οποίο τραυματίστηκε θανάσιμα ο Π. Σ., σύζυγος της ενάγουσας Β.
Σ. και πατέρας του ανήλικου Π. Σ.. Για το ατύχημα ευθύνεται αποκλειστικώς ο πρώτος εναγόμενος Ι. Α., οδηγός του ...76 ΙΧΕ ζημιογόνου οχήματος, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης... Ο υπαίτιος οδηγός επέδειξε αμελή κατά την οδήγηση συμπεριφορά, αναπτύσσοντας υπερβολική ταχύτητα, άνω των 120 χιλ./ώρα, αντί του επιτρεπομένου ορίου των 50 χιλ./ώρα, με αποτέλεσμα να μην αντιληφθεί εγκαίρως το προπορευόμενο του οχήματός του δίκυκλο, στο οποίο επέβαινε ο Π.
Σ., και να επιπέσει με σφοδρότητα επ' αυτού, προκαλώντας το θανάσιμο τραυματισμό του. Τα παραπάνω έχουν ήδη κριθεί με ισχύ δεδικασμένου με την 27/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου και την 245/2005 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, με την οποία κρίθηκε ότι ο θανών είχε συνυπαιτιότητα κατά ποσοστό 30% στην έκταση του τραυματισμού του, για τον λόγο ότι δεν φορούσε προστατευτικό κράνος.
Με την παραπάνω τελεσίδικη απόφαση κρίθηκαν οι συνθήκες του ατυχήματος, οι αξιώσεις για αποζημίωση, χρηματική ικανοποίηση και στέρηση διατροφής, για προγενέστερο διάστημα, των ήδη εναγόντων στην κρινόμενη αγωγή. Ήδη με την κρινόμενη αγωγή της η σύζυγος του Π. Σ. στρεφόμενη κατά του υπαιτίου οδηγού και της ιδιοκτήτριας του ζημιογόνου οχήματος...
ζητεί να επιδικαστεί στην ίδια και στον ανήλικο γιο της Π., αποζημίωση για στέρηση διατροφής λόγω του θανάτου του συζύγου και πατέρα τους, για την περίοδο από 26-10-2013 ως 25-10-2016, το ποσό των 360 ευοώ μηνιαίως για την ίδια και το ποσό των 200 ευρώ μηνιαίως για τον ανήλικο Π. Σ.. Οι εναγόμενοι πρόβαλαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου την κατ' άρθρο 937 ΑΚ ένσταση πενταετούς παραγραφής και την κατ' άρθρο 10 παρ. 2 Ν. 489/1976 ένσταση διετούς παραγραφής...
Η παραπάνω ένσταση κρίθηκε νόμιμη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο εν συνεχεία, κρίνοντάς την ως βάσιμη κατ' ουσίαν απέρριψε την αγωγή... Πλην όμως, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, η προβλεπόμενη στο παραπάνω άρθρο διετής παραγραφή προβλέπεται ειδικώς για τις αξιώσεις του παθόντος τρίτου κατά του ασφαλιστή και όχι για τις αξιώσεις του παθόντος έναντι του υπαιτίου του ατυχήματος, για τις οποίες εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 937 Α.Κ.
που προβλέπει πενταετή παραγραφή, όταν η αγωγή στηρίζεται, όπως εν προκειμένω, στις διατάξεις για τις αδικοπραξίες (914 επ. Α.Κ.). Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε έτσι και δέχθηκε κατ' ουσίαν την παραπάνω ένσταση παραγραφής και απέρριψε την αγωγή εσφαλμένα ερμήνευσε το νόμο. Πρέπει επομένως, κατά παραδοχή του προβληθέντος σχετικού λόγου εφέσεως, ως βάσιμου κατ' ουσίαν, να γίνει δεκτή η έφεση και από ουσιαστική άποψη, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη, να κρατηθεί η υπόθεση από το δικαστήριο τούτο και να δικασθεί η αγωγή...
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η πρώτη ενάγουσα, σύζυγος του αποβιώσαντος, γεννηθείσα το έτος 1974, δεν εργαζόταν αλλά ασχολούνταν αποκλειστικώς με την φροντίδα του οικογενειακού οίκου και των ανηλίκων, τότε, τέκνων της, Ο. (γεν. Το 1992), η οποία ήδη ενηλικιώθηκε, Α. (γεν. το 1998), ήδη ενηλικιωθείσας και Π.υ (γεν. το 2001).
Τόσο η ενάγουσα όσο και ο απ' αυτήν εκπροσωπούμενος ανήλικος, δεν αποδείχθηκε ότι διαθέτουν περιουσία και εισοδήματα. Οι ανάγκες τους καλύπτονταν απ' τον αποβιώσαντα σύζυγο και πατέρα αυτών, ο οποίος είχε ηλικία 35 ετών, εργαζόταν σε αγροτικές εργασίες στον .....της .... αποκερδαίνοντας το ποσό των 900 ευρώ περίπου μηνιαίως, το οποίο κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα εξακολουθούσε να αποκερδαίνει και κατά την επίδικη περίοδο (2013 - 2016), αν δεν είχε αποβιώσει, δεδομένου ότι ήταν νέος, υγιής και δυνάμενος να συνεχίσει να εργάζεται.
Η ενάγουσα συνεισέφερε στον κοινό οίκο με την αποτιμώμενη σε χρήμα συνεισφορά της, συνιστάμενη στις οικιακές εργασίες και στην φροντίδα των τέκνων, η οποία εκτιμάται ανερχόμενη σε 300 ευρώ μηνιαίως. Με βάση το παραπάνω εισόδημα του θανόντος και της αποτιμώμενης σε χρήμα συνεισφοράς της ενάγουσας, εκτιμάται ότι αυτός διέθετε για τη διατροφή της συζύγου του το ποσό των 300 ευρώ μηνιαίως.
Το ίδιο ποσό εκτιμάται ότι θα διέθετε αν ζούσε και κατά την επίδικη περίοδο, δεδομένου ότι θα εξακολουθούσε να εργάζεται για να διαθρέψει την οικογένειά του, η οποία θα είχε κατά βάση τις ίδιες ανάγκες. Ο ανήλικος γιος του Π.ς, ο οποίος κατά την έναρξη του επίδικου διαστήματος (26-10-2013 ως 25-10-2016) είχε ηλικία 12 ετών, ήταν επομένως μαθητής δημοτικού και εν συνεχεία γυμνασίου, είχε κατά την επίδικη περίοδο τις ανάγκες των παιδιών της ηλικίας του, όπως αυτές προσδιορίζονται από τις συνθήκες ζωής του ίδιου και της οικογενείας του, τα εισοδήματα των γονέων και την κατάσταση της υγείας του, η οποία δεν αποδείχθηκε ότι δεν ήταν καλή.
Επομένως με βάση τις προεκτεθείσες δυνάμεις των γονέων του ανηλίκου, και τις εν γένει περιστάσεις, καθώς επίσης και του γεγονότος ότι η ενάγουσα και τα τέκνα της κατοικούν πλέον, μετά το θάνατο του συζύγου της, στην Αλβανία, όπου το κόστος ζωής είναι χαμηλότερο, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η κατά μήνα διατροφή του ανέρχεται στο ποσό των 200 ευρώ.
Στο ποσό αυτό συνυπολογίζεται η προσφορά της προσωπικής εργασίας και απασχόλησης της μητέρας για τη φροντίδα και ανατροφή του, η οποία είναι αποτιμητή σε χρήμα. Κατόπιν τούτων κρίνεται ότι ο θανών θα διέθετε, αν εξακολουθούσε να βρίσκεται εν ζωή, για τις ανάγκες της διατροφής του, το ποσό των 150 ευρώ. Επομένως, μετά από την απαιτούμενη αφαίρεση του ποσού που αναλογεί στο ποσοστό συνυπαιτιότητας του θανόντος (30%), κρίνεται ότι οι ενάγοντες έχουν βάσιμη αξίωση για αποζημίωση λόγω στέρησης διατροφής, ποσού 210 ευρώ η Β.
Σ. και ποσού 105 ευρώ ο, από την μητέρα του εκπροσωπούμενος, ανήλικος Π. Σ.... Περαιτέρω η παραπάνω αξίωση των εναγόντων δεν έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 ΑΚ, δεδομένου ότι με την τελεσίδικη 245/2005 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, η οποία έκρινε με ισχύ δεδικασμένου ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος και επιδίκασε αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, καθώς και αποζημίωση για στέρηση διατροφής, για το διάστημα από την επομένη του ατυχήματος και για τρία έτη, επιμηκύνθηκε ο χρόνος παραγραφής των αξιώσεων των εναγόντων, ακόμα και αυτών που ανάγονται σε μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, σε είκοσι έτη, κατ' άρθρο 268 ΑΚ, αρχομένης της εικοσαετούς, πλέον, παραγραφής από τη δημοσίευση της απόφασης που επιφέρει την τελεσιδικία.
Η παραπάνω αναφερόμενη δε απόφαση 245/2005 δημοσιεύθηκε στις 20-7-2005. Επομένως οι επίδικες αξιώσεις των εναγόντων δεν είχαν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή μέχρι τη δημοσίευση της ως άνω αποφάσεως, καθότι από το χρόνο του ατυχήματος (22-10-2001) μέχρι τη δημοσίευση της αποφάσεως (20-7-2005) δεν είχε παρέλθει πενταετία.
Επομένως οι αξιώσεις των εναγόντων, αφού δεν είχαν παραγραφεί μέχρι τη δημοσίευση της παραπάνω αποφάσεως, υπόκεινται πλέον στην εικοσαετή από τη δημοσίευση της τελεσιδίκου αποφάσεως παραγραφή, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην παραπάνω μείζονα σκέψη. Επομένως η προβληθείσα από τους εναγόμενους ένσταση πενταετούς παραγραφής τυγχάνει αβάσιμη κατ' ουσίαν...
Πρέπει επομένως να γίνει δεκτή εν μέρει η αγωγή, ως βάσιμη κατ' ουσίαν και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλλουν στην ενάγουσα, για τον εαυτό της ατομικά το ποσό των 210 ευρώ και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα του ανηλίκου τέκνου της Π. Σ., το ποσό των 105 ευρώ, μηνιαίως, για την επίδικη περίοδο από 26-10-2013 έως 25-10-2016".
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά της πρωτόδικης απόφασης και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 27/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου, ως προς την αναιρεσίβλητη Β. χήρα Π. Σ. ατομικά και ως ασκούσα την επιμέλεια του εκπροσωπούμενου απ' αυτήν ανηλίκου τέκνου της Π.
Σ. του Π., δέχθηκε εν μέρει, ως κατ' ουσία βάσιμη, την ένδικη αγωγή των τελευταίων κατά των ήδη αναιρεσειόντων. Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις περί παραγραφής διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, καθόσον, από τη χρονολογία της επελεύσεως του ατυχήματος (22-10-2001) έως τη δημοσίευση της τελεσίδικης απόφασης 245/2005 του Εφετείου Αιγαίου, που έγινε στις 20-07-2005, δεν είχε συμπληρωθεί πενταετία και οι ένδικες αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων - εναγόντων, αφού δεν είχαν παραγραφεί μέχρι τη δημοσίευση της παραπάνω αποφάσεως, υπέκειντο πλέον στην εικοσαετή από τη δημοσίευση της εν λόγω απόφασης παραγραφή.
Συνεπώς, ο πρώτος, κατά το α' σκέλος αυτού, λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος. Περαιτέρω, ο ίδιος, κατά το β' σκέλος αυτού, λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., που συνίσταται στο ότι "το δικαστήριο έσφαλε απορρίπτοντας την περί παραγραφής ένστασή μας, η οποία νομίμως είχε προταθεί τόσο κατά την ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου διαδικασία όσο και ενώπιον του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου", είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι, ο ως άνω λόγος, σύμφωνα με τον οποίο "Αναίρεση επιτρέπεται μόνο... 14) αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο", αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (Ολ.ΑΠ 2/2001, 12/2000, 1/1999), ενώ στην προκειμένη περίπτωση η περί παραγραφής ένσταση των αναιρεσειόντων απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και όχι ως απαράδεκτη.
III. Κατά το άρθρο 562 § 2 Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Επίσης ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος προτάσεώς του, ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βαση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.
Συνεπώς, ο δεύτερος, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., που συνίσταται στο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση "παρείδε και παραβίασε το δεδικασμένο που παρήχθη από την έκδοση της υπ' αριθμ. 293/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, που απεφάνθη για την ίδια ένδικη διαφορά σε προγενέστερο χρόνο και έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη, δηλαδή κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο", είναι προεχόντως απορριπτέος, ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι οι αναιρεσείοντες πρότειναν στο Εφετείο τον πιο πάνω ισχυρισμό ή ότι συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από τις αναφερόμενες στην παρ. 2 του ως άνω άρθρου 562 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 148/2006).
Σε κάθε, όμως, περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος κατ' ουσίαν, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ως άνω επικαλούμενης με αριθμό 293/2011 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου, με αυτήν απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσία, κατά παραδοχή της σχετικής ενστάσεως διετούς παραγραφής του άρθρου 10 του Ν. 479/1986, που προτάθηκε από την ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "...
Α.Ε.", η από 01-06-2007 αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά της ως άνω ασφαλιστικής εταιρείας περί καταβολής αποζημίωσης για τη στέρηση της διατροφής τους κατά το από 24-10-2007 έως 24-10-2010 χρονικό διάστημα, λόγω του επισυμβάντος από υπαιτιότητα του δεύτερου αναιρεσιβλήτου θανάτου του συζύγου και πατέρα, αντίστοιχα, των αναιρεσιβλήτων σε αυτοκινητικό ατύχημα και συνεπώς από την απόφαση αυτή δεν παράγεται δεδικασμένο για τις ασκούμενες με την ένδικη αγωγή αξιώσεις, δεδομένου ότι δεν συντρέχουν τα απαιτούμενα από το άρθρο 324 του Κ.Πολ.Δ.
αντικειμενικά όρια του δεδικασμένου, ήτοι ταυτότητα προσώπων, ταυτότητα κριθέντος δικαιώματος, καθώς και ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας.
IV. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 566 § 1 και 577 § 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποίο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερόμενους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ. θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα. Ειδικότερα, ως προς τον προβλεπόμενο από τον αριθμό 11 περίπτωση γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο, πλην άλλων, τα αποδεικτικά μέσα που δεν λήφθηκαν υπόψη, να προσδιορίζεται ο νόμιμος τρόπος που αυτά προσκομίστηκαν στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθούν υπόψη αυτεπαγγέλτως.
Συνεπώς, ο δεύτερος, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτωση γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. που συνίσταται στο ότι "το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη του την 293/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου που παρήγαγε δεδικασμένο για την ένδικη αγωγή και η οποία (απόφαση) προσκομίσθηκε ως σχετικό ενώπιόν του κατά τη συζήτηση της εφέσεως των καθ' ών", είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρεται ότι έγινε επίκληση της ως άνω απόφασης, ούτε προσδιορίζεται ο νόμιμος τρόπος προσκόμισής της στο Εφετείο, σε κάθε όμως περίπτωση ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσία, διότι ο περί δεδικασμένου ισχυρισμός, προς απόδειξη του οποίου προσκομίστηκε η ως άνω απόφαση, σύμφωνα με όσα έχουν προεκτεθεί στην παράγραφο III της παρούσας, ήταν μη νόμιμος, αφού δεν μπορούσε να έχει επίδραση στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Μετά ταύτα, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 § 3 Κ.Πολ.Δ. και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρο 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την ίδια πληρεξούσια δικηγόρο και κατέθεσαν κοινές προτάσεις, όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26-2-2018 αίτηση για αναίρεση της 133/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Σεπτεμβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Οκτωβρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ