1270/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Λουκά Μόρφη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1270/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η αίτηση έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564 και 566 ΚΠολΔ και πρέπει κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ιδίου Κώδικος να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο του λόγου της.
Full text
Απόφαση 1270 / 2018 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1270/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά, Θεόδωρο Τζανάκη και Λουκά Μόρφη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου, Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΛΑΜΙΕΩΝ", που εδρεύει στη Λαμία και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Παπαχαραλάμπους, που κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Η. Χ., 2)Τ. Μ., 3)Μ. Π., 4)Κ. Π., 5)Φ. Σ., 6)Ε. - Μ. Κ., 7)Ι. Κ., 8)Γ. Κ., 9)Α. Ζ., 10)Μ. Κ., 11)Α. Χ., 12)Ε. Γ., και 13)Σ. Σ., όλων κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/12/2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και λοιπών προσώπων που δεν είναι διάδικοι στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 430/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 117/2012 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, η οποία διορθώθηκε με την 74/2013 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου. Την αναίρεση της 117/2012 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας ζητεί ο αναιρεσείων Δήμος με την από 14-12-2012 αίτησή του και τους από 20-12-2013 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Λουκάς Μόρφης ανέγνωσε την από 17/1/2014 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Νικολάου Τρούσα, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αντιδίκων του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 2, 4 και 576 παρ. 2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, εάν κατά την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως απολείπεται ο αντίδικος του επιμεληθέντος της συζητήσεως διαδίκου, εξετάζει ο Άρειος Πάγος εάν ο εν λόγω διάδικος έχει κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως, οπότε, εάν προκύπτει νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση, προβαίνει στην συζήτηση εν απουσία αυτού. Αφ' ετέρου από τις διατάξεις των άρθρων 575 εδ. α' και β', 226 παρ. 4 εδ. γ' και δ', 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο Άρειος Πάγος δύναται να αναβάλει την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως μία μόνον φορά σε δικάσιμο οριζομένη αμέσως με επισημείωση στο πινάκιο, κατά την οποία δεν απαιτείται κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση, καθ' όσον η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο επέχει θέση κλητεύσεως, εκτός εάν κατά την δικάσιμο, κατά την οποία έγινε η αναβολή, ο διάδικος είχε υποβάλει δήλωση ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση, ή, χωρίς να έχει κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως, δεν παρέστη ή δεν παρέστη προσηκόντως ή παρέστη και προέβαλε ότι δεν είχε κλητευθεί νομίμως, οπότε απαιτείται κλήση προς εμφάνιση κατά την νέα της υποθέσεως δικάσιμο.
Εν προκειμένω, από τις υπ' αριθμούς ...6, ...7, ...8, ...9, ...0, ...1, ...2 και ...3/19 Ιουνίου 2017 και ...4, ...5, ...6, ...7 και ...8/20 Ιουνίου 2017 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού της Περιφερείας του Εφετείου Λαμίας Γ. Δ. και τις υπ' αριθμούς ...2, ...3, ...4, ...5, ...6, ...7, ...8 και ...9/19 Ιουνίου 2017 και ...0, ...1, ...2, ...3 και ...4/20 Ιουνίου 2017 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελητρίας της Περιφερείας του Εφετείου Λαμίας Α.
Π. προκύπτει ότι ακριβή αντίγραφα της υπό κρίση από 14ης Δεκεμβρίου 2012 αιτήσεως αναιρέσεως, του από 20ής Δεκεμβρίου 2013 δικογράφου προσθέτων λόγων και της από 28ης Μαρτίου 2017 βεβαιώσεως της Γραμματέως του Δικαστηρίου περί αναβολής της συζητήσεως της υποθέσεως κατά την δικάσιμο της 14ης Φεβρουαρίου 2017 και ορισμού νέας δικασίμου της 17ης Οκτωβρίου 2017, έχουν νομίμως και εμπροθέσμως κατά τις διατάξεις των άρθρων 122 επ., 498, 499 και 568 ΚΠολΔ επιδοθεί επιμελεία του αναιρεσείοντος στους αναιρεσιβλήτους, καλουμένους να παραστούν κατά την νέα ορισθείσα δικάσιμο.
Κατά την εν λόγω δικάσιμο, κατά την οποία, όπως προκύπτει από το οικείο πινάκιο, δεν παρέστησαν οι αναιρεσίβλητοι, ούτε είχε κατατεθεί δήλωση ότι δεν θα παραστούν αυτοί κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, η υπόθεση ανεβλήθη αιτήσει του αναιρεσείοντος λόγω αποχής των δικηγόρων και ωρίσθη νέα δικάσιμος η αναφερομένη στην αρχή της παρούσης, στο πινάκιο της οποίας και ενεγράφη η υπόθεση, κατά την εν λόγω δε δικάσιμο ομοίως δεν παρέστησαν οι αναιρεσίβλητοι, ούτε είχε κατατεθεί δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, συνεπώς η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και του δικογράφου προσθέτων λόγων πρέπει να χωρήσει εν απουσία αυτών.
Eπειδή, με την υπό κρίση από 14ης Δεκεμβρίου 2012 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμόν 117/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, εκδοθείσα αντιμωλία του αναιρεσείοντος και των αναιρεσιβλήτων, με την οποία απερρίφθη η από 3ης Φεβρουαρίου 2012 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμόν 430/2010 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Λαμίας ως προς τους 1η, 3η, 4η, 6η, 7η, 11η και 12ο των εφεσιβλήτων - 1η, 3η, 4η, 6η, 7η, 11η και 12ο των εναγόντων αντιστοίχως, ενώ έγινε δεκτή ως προς τους λοιπούς εφεσιβλήτους - ενάγοντες και μετ' εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως έγινε εν μέρει δεκτή η από 30ής Δεκεμβρίου 2009 αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά του αναιρεσείοντος, αφορώσα εργατική διαφορά.
Η αίτηση έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564 και 566 ΚΠολΔ και πρέπει κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ιδίου Κώδικος να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο του λόγου της.
Επειδή, από την διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 εδ. α' και β' ΚΠολΔ συνάγεται ότι οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως ασκούνται μόνον δια δικογράφου κατατιθεμένου στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες προ της αρχικώς ορισθείσης ημερομηνίας συζητήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως και όχι και της κατόπιν αναβολής ή εξ άλλου λόγου τυχόν οριζομένης νέας ημερομηνίας συζητήσεως αυτής και ότι αντίγραφο του εν λόγω δικογράφου επιδίδεται προ της ιδίας προθεσμίας στον αναιρεσίβλητο και τους άλλους διαδίκους, εάν δε παραλειφθεί ή γίνει εκπροθέσμως η εν λόγω επίδοση, οι πρόσθετοι λόγοι είναι συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 111 παρ. 2 εδ.
β' ΚΠολΔ απορριπτέοι ως απαράδεκτοι ελλείψει προδικασίας (ΟλΑΠ 654/1984, ΑΠ 114/2012, 2247/2009). Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 96 παρ. 1 και 142 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι έκαστος διάδικος δύναται με δήλωση στη γραμματεία του πρωτοδικείου της κατοικίας αυτού ή του Πρωτοδικείου Αθηνών, εάν είναι κάτοικος εξωτερικού, ή με ρήτρα σε σύμβαση να διορίσει αντίκλητο προς παραλαβή των κοινοποιουμένων προς αυτόν εγγράφων, ενώ κατά τις διατάξεις του άρθρου 143 παρ. 1 - 3 ΚΠολΔ, ως η παράγρ. 1 ίσχυε προ της τροποποιήσεώς της με το άρθρο πρώτο του άρθρου 1 Ν. 4335/2015, του οποίου η ισχύς άρχισε κατά την παράγρ. 4 του ενάτου άρθρου αυτού από 1ης Ιανουαρίου 2016, ο διοριζόμενος ως δικαστικός πληρεξούσιος είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος ως προς όλες τις επιδόσεις τις αναγόμενες στη δίκη, στην οποία είναι πληρεξούσιος, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και η επίδοση της οριστικής αποφάσεως, εξαιρουμένων όσων επιδόσεων επιβάλλουν ενέργεια δυναμένη να γίνει μόνον προσωπικώς από τον καθ' ου η επίδοση, εκτός εάν αυτός έχει διαμονή ή έδρα στο εξωτερικό ή είναι αγνώστου διαμονής.
Από τις εν λόγω διατάξεις συνάγεται περαιτέρω αφ' ενός ότι η ιδιότης του αντικλήτου εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και ότι η επίδοση προς πρόσωπο στερούμενο της ιδιότητος αυτής είναι ανυπόστατη, επομένως ο επικαλούμενος επίδοση σε αντίκλητο φέρει το βάρος επικλήσεως και αποδείξεως του εν λόγω ισχυρισμού, αφ' ετέρου ότι η επίδοση της αιτήσεως αναιρέσεως ή του δικογράφου προσθέτων λόγων προς τον αναιρεσίβλητο προ της 1ης Ιανουαρίου 2016, κατ' εφαρμογή της καθιερουμένης από τις διατάξεις των άρθρων 12 και 24 παρ. 1 εδ.
α' ΕισΝΚΠολΔ γενικής δικονομικής αρχής ότι οι διαδικαστικές πράξεις ρυθμίζονται και διέπονται από το δίκαιο το ισχύον κατά τον χρόνο διενεργείας αυτών, δεν γίνεται εγκύρως στον δικηγόρο, ο οποίος είχε παραστεί ως πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου στο δικαστήριο το εκδώσαν την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, εάν αυτός δεν έχει διορισθεί ως αντίκλητος με δήλωση στη γραμματεία του αρμοδίου πρωτοδικείου ή με ρήτρα σε σύμβαση, αφού κατά τα ανωτέρω ο εν λόγω δικηγόρος υπό την ιδιότητα του πληρεξουσίου είναι αντίκλητος μόνον ως προς τις επιδόσεις τις αναγόμενες στην προαναφερομένη δίκη, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και η επίδοση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, και όχι και ως προς τις επιδόσεις της ασκουμένης αιτήσεως αναιρέσεως.
Εν προκειμένω, το προαναφερόμενο δικόγραφο προσθέτων λόγων έχει μεν κατατεθεί εμπροθέσμως στην γραμματεία του Αρείου Πάγου, όμως από την υπ' αριθμόν …5/23 Δεκεμβρίου 2013 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού του Πρωτοδικείου Λαμίας Ι. Α. προκύπτει ότι αντίγραφο αυτού έχει επιδοθεί την εν λόγω ημερομηνία προς τον δικηγόρο Θεμιστοκλή Αρκουμάνη ως αντίκλητο και πληρεξούσιο των αναιρεσιβλήτων. Το αναιρεσείον δεν επικαλείται, ούτε άλλωστε προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας ότι ο εν λόγω δικηγόρος, ο οποίος είχε παραστεί ως πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων στο Δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, έχει διορισθεί αντίκλητος αυτών με δήλωση στην γραμματεία του αρμοδίου πρωτοδικείου ή με ρήτρα σε σύμβαση, συνεπώς συμφώνως προς τα ανωτέρω, αφού η επίδοση προς αυτόν του δικογράφου των προσθέτων λόγων έγινε προ της 1ης Ιανουαρίου 2016, είναι ανυπόστατη, ενώ η επακολουθήσασα την 19η Ιουνίου 2017 και την 20ή Ιουνίου 2017 με τις προαναφερόμενες εκθέσεις επιδόσεως εκ νέου επίδοση του εν λόγω δικογράφου προς τους αναιρεσιβλήτους ως γενομένη εκπροθέσμως δεν εθεράπευσε την έλλειψη προδικασίας.
Συνεπώς οι ασκηθέντες πρόσθετοι λόγοι δεν είναι παραδεκτοί και πρέπει να απορριφθούν.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1β του Συντάγματος προκύπτει ότι επιβάλλεται η θέσπιση από τον νομοθέτη ίσων αποδοχών ως προς όλους τους εργαζομένους, οι οποίοι έχουν τα αυτά προσόντα και παρέχουν την αυτή ποιοτικώς και ποσοτικώς εργασία υπό τις αυτές συνθήκες, οπότε, εάν γίνει ειδική νομοθετική ρύθμιση ως προς ωρισμένη κατηγορία εργαζομένων κατά δυσμενή αποκλεισμό από την εν λόγω ρύθμιση άλλης κατηγορίας εργαζομένων, ως προς την οποία συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος της ειδικής αυτής μεταχειρίσεως, η διάκριση είναι αντισυνταγματική και προς αποκατάσταση της προαναφερομένης αρχής αποβαίνει εφαρμοστέα η νομοθετική ρύθμιση και υπέρ εκείνων εις βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, εκτός εάν συντρέχουν γενικότεροι λόγοι κοινωνικού συμφέροντος δικαιολογούντες διαφορετική ρύθμιση ή η ειδική ρύθμιση έχει θεσπισθεί κατά παράβαση του Συντάγματος ή της οικείας νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως, οπότε η επέκταση αυτής δεν είναι επιτρεπτή.
Αφ' ετέρου, όταν παρέχεται από τον νόμο εξουσία στην διοικητική αρχή να ρυθμίσει ωρισμένο θέμα εκδίδουσα κανονιστική πράξη, η εκτίμηση της σκοπιμότητος της εκδόσεως ή μη της κανονιστικής πράξεως ανήκει στην μη ελεγκτή δικαστικώς κρίση της Διοικήσεως και συνεπώς η μη έκδοση αυτής δεν συνεπάγεται παράλειψη οφειλομένης νομίμου ενεργείας, εκτός εάν υφίσταται υποχρέωση της Διοικήσεως προς έκδοση της κανονιστικής πράξεως επιβαλλομένη είτε δυνάμει της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως είτε ευθέως από το Σύνταγμα.
Περαιτέρω, κατά μεν το άρθρο 3 παρ. 1 Ν. 2738/1999, η συλλογική σύμβαση εργασίας ρυθμίζει τους όρους και τις συνθήκες απασχολήσεως των υπαλλήλων ως προς τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου θέματα, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνονται και θέματα μισθών, κατά δε το άρθρο 13 του ιδίου νόμου, "1. Συλλογική διαπραγμάτευση για τη ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης των υπαλλήλων που δεν ρυθμίζονται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του παρόντος λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως είναι ιδίως ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού, κ.λ.π.) μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία. 2.
Η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή ν.π.δ.δ. ή ο.τ.α., α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμιστούν κανονιστικώς βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδότησης νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης των θεμάτων της συμφωνίας.
Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων, κατά περίπτωση", ενώ κατά το άρθρο 14 Ν. 3016/2002, "1. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν το 2001. 2.
Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται εν όλω ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ) που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3.
Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές όσον αφορά το προσωπικό των ΟΤΑ και το προσωπικό των λοιπών ΝΠΔΔ περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4.
Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) Οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλομένων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των ανωτέρω παροχών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγησή τους... 5. (...) 6.
Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1.1.2002". Ακολούθως, με τις διατάξεις των άρθρων 28 παρ. 4 και 56 Ν. 3205/2003 κατηργήθησαν από 1ης Ιανουαρίου 2004 το άρθρο 14 Ν. 3016/2002 και όλες οι κοινές υπουργικές αποφάσεις οι εκδοθείσες κατ' εξουσιοδότηση αυτού, ενώ κατά μεν την διάταξη του άρθρου 24 παρ. 2 ιδίου νόμου, "...ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημιώσεως ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του ίδιου νόμου.
Οι ανωτέρω κοινές υπουργικές αποφάσεις καταργούνται από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου... Μετά την 31-12-2003 δεν καταβάλλεται σωρευτικά η ως άνω προσωπική διαφορά μαζί με οποιαδήποτε πρόσθετη μισθολογική παροχή που συμψηφιζόταν με αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 και τις κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσες κοινές υπουργικές αποφάσεις...", κατά δε την διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 Ν. 3336/2005, "Οι υπάλληλοι του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, οι οποίοι διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1-1-2004 σε Υπηρεσίες, στους υπαλλήλους των οποίων χορηγούνται τα ποσά που διατηρήθηκαν ως προσωπική διαφορά με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 14 του Ν. 3205/2003, δικαιούνται την καταβολή της προσωπικής διαφοράς με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που τη λαμβάνουν και οι υπόλοιποι υπάλληλοι των Υπηρεσιών αυτών.
Η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή από 1-1-2005". Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει αφ' ενός ότι δεν υφίστατο υποχρέωση αλλά απλώς διακριτική ευχέρεια των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμοδίου Υπουργού να εκδώσουν, μετ' εκτίμηση της δημοσιονομικής καταστάσεως, κοινές υπουργικές αποφάσεις, με τις οποίες να επεκτείνεται εν όλω ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, τα οποία δεν συμμετέσχον στην σύναψη των συλλογικών συμφωνιών, η ευνοϊκή μισθολογική ρύθμιση της παροχής του ποσού των 176 ευρώ, υπό την προϋπόθεση, κατά πάσα περίπτωση, ότι το άθροισμα όλων των χορηγουμένων προσθέτων μισθολογικών παροχών, συμπεριλαμβανομένης και αυτής, δεν έπρεπε να υπερβαίνει το εν λόγω ποσόν, αφ' ετέρου ότι σκοπός των επακολουθησασών ρυθμίσεων της χορηγήσεως ως προσωπικής διαφοράς της εν λόγω παροχής υπήρξε όσον αφορά μεν στους υπαλλήλους, οι οποίοι εδικαιούντο αυτή την 1η Ιανουαρίου 2004, η ομαλή μετάβαση στο νέο καθεστώς του ενιαίου μισθολογίου και η αποφυγή μισθολογικής μειώσεως αυτών, όσον αφορά δε στους υπαλλήλους, οι οποίοι διωρίσθησαν ή μετετάγησαν μετά την 1η Ιανουαρίου 2004 σε Υπηρεσίες, οι υπάλληλοι των οποίων εδικαιούντο την προαναφερομένη παροχή ως προσωπική διαφορά, η εξάλειψη των φαινομένων ανίσου μεταχειρίσεως, τα οποία προέκυψαν από την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 24 παρ. 2 Ν. 3205/2003 μεταξύ υπαλλήλων των ιδίων Υπηρεσιών.
Συνεπώς, δεν συνιστά παραβίαση των προαναφερομένων διατάξεων η παράλειψη της Διοικήσεως να ασκήσει την προβλεπομένη κανονιστική αρμοδιότητα με την έκδοση υπουργικής αποφάσεως προς επέκταση της χορηγήσεως της ως άνω παροχής, ούτε η κατά παράβαση των οικείων εξουσιοδοτικών διατάξεων συστηματική έκδοση κοινών υπουργικών αποφάσεων περί χορηγήσεως της εν λόγω ειδικής παροχής σε διάφορες κατηγορίες υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ δύναται να μεταβάλει την φύση της παροχής αυτής σε γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των ανωτέρω υπαλλήλων και να ιδρύσει αξίωση προς χορήγηση αυτής βάσει της αρχής της ισότητος, ούτε προκύπτει παραβίαση της προαναφερομένης συνταγματικής αρχής από την μη χορήγηση της εν λόγω παροχής και στους υπαλλήλους, οι οποίοι δεν εδικαιούντο αυτή την 1η Ιανουαρίου 2004 και δεν μετετάγησαν μετά την εν λόγω ημερομηνία σε Υπηρεσίες, οι υπάλληλοι των οποίων εδικαιούντο την προαναφερομένη παροχή ως προσωπική διαφορά, αφού υφίσταντο γενικότεροι λόγοι κοινωνικού συμφέροντος δικαιολογούντες τις εν λόγω διαφορετικές ρυθμίσεις.
Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων ως και των αποφάσεων των πρωτοδικείων των εκδιδομένων επί εφέσεων κατ' αποφάσεων των ειρηνοδικείων συγχωρείται αναίρεση, εάν έχει παραβιασθεί κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αντιθέτως, εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις, ως επίσης εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παραβίαση γίνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη υπαγωγή.
Εάν το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση συντελείται ειδικότερα, εάν το δικαστήριο εφήρμοσε τον νόμο, παρ' ότι τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έκρινε ως αποδειχθέντα, δεν ήσαν επαρκή προς τούτο, ή αντιθέτως δεν εφήρμοσε τον νόμο, παρ' ότι τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ήσαν επαρκή, ως επίσης εάν προέβη σε υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας τα περιστατικά αυτά δεν υπήγοντο.
Η αναίρεση αφορά τα προσβληθέντα κεφάλαια αλλά και τα τελούντα σε σχέση ουσιαστικής συναφείας με αυτά κατά τρόπον ώστε να μην είναι δυνατό να αποχωρισθούν, όπως είναι το κεφάλαιο περί δικαστικών εξόδων, το οποίο έχει παρακολουθηματικό χαρακτήρα, οπότε συναναιρούνται και αυτά. Εξ άλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 580 παρ. 1 - 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, εάν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση εξ οιουδήποτε άλλου λόγου εκτός της υπερβάσεως δικαιοδοσίας και της παραβιάσεως των περί αρμοδιότητος διατάξεων, δύναται να κρατήσει την υπόθεση και να επιληφθεί της εκδικάσεως αυτής, εάν κατά την κρίση του η υπόθεση δεν χρήζει περαιτέρω διευκρινίσεως.
Τούτο συμβαίνει, όταν οι δικονομικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις, όσες δεν θίγονται από την αναιρετική απόφαση, δεν παρουσιάζουν κενά κωλύοντα την οριστική λύση της διαφοράς ως προς τα καταστάντα εκκρεμή μετά την αναίρεση κεφάλαια της αποφάσεως. Περαιτέρω, εάν γίνει δεκτή εν όλω ή εν μέρει η έφεση και εξαφανισθεί ολικώς ή μερικώς η εκκαλουμένη απόφαση, συνεξαφανίζεται, και εάν δεν προσβάλλεται με την έφεση, και το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων, επί ολικής εξαφανίσεως, ως αναγκαίο επακόλουθο της εξαφανίσεως της αποφάσεως, επί μερικής δε εξαφανίσεως, εν όψει της αναγκαιότητος ενιαίου καθορισμού των δικαστικών εξόδων ως προς όλα τα κεφάλαια της αποφάσεως.
Στην κρινομένη υπόθεση, από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το δικάσαν ως Εφετείο Πολυμελές Πρωτοδικείο εδέχθη ότι οι αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι υπηρετούν στον αναιρεσείοντα Δήμο Λαμιέων ως υπάλληλοι με συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, υπαγόμενοι κατά το επίδικο διάστημα από 1ης Ιουνίου 2005 μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2009 στο μισθολογικό καθεστώς αρχικώς του Ν. 2470/1997 και εν συνεχεία του Ν. 3205/2003, δεν έχουν λάβει την μισθολογική παροχή ποσού 176 ευρώ του άρθρου 14 Ν. 3016/2002, η χορήγηση της οποίας συνιστά ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών των υπαγομένων στο ενιαίο μισθολογικό πλαίσιο υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ και δεν συναρτάται με άλλες προϋποθέσεις αναγόμενες στις ιδιαίτερες συνθήκες εργασίας ή τα πρόσωπα των εργαζομένων, και συνεπώς βάσει της συνταγματικής αρχής της ισότητος δικαιούνται την εν λόγω παροχή από 1ης Ιανουαρίου 2008 μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2009, την οποία και μετ' εξαφάνιση της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου επεδίκασε υπέρ των αναιρεσιβλήτων, ενώ ως προς το προηγούμενο διάστημα απέρριψε αυτή λόγω παραγραφής της σχετικής αξιώσεως ως προς τους εκ των αναιρεσιβλήτων Κ.
Π., Φ. Σ., Ι. Κ. και Γ. Κ., 4ο, 5ο, 7ο και 8ο των αναιρεσιβλήτων - 9ο, 10ο, 14ο και 15ο των εφεσιβλήτων - εναγόντων αντιστοίχως. Υπό τις ως άνω παραδοχές το Πολυμελές Πρωτοδικείο, καθ' ο μέρος εδέχθη την νομική βασιμότητα της αγωγής των αναιρεσιβλήτων κατά το από 1ης Ιανουαρίου 2008 μέχρι 31ης Δεκεμβρίου 2009 διάστημα, παρεβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 του Συντάγματος, 14 παρ. 2 Ν. 3016/2002 και 24 παρ. 2 Ν. 3205/2003, αφού κατά τα προαναφερθέντα ούτε η παροχή των 176 ευρώ συνιστά ευθεία και γενική αύξηση των μισθών όλων των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ με μόνη προϋπόθεση την υπαγωγή αυτών στο ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της Δημοσίας Διοικήσεως, αλλά παρέχεται, εφ' όσον η Διοίκηση ασκήσει την διακριτική της ευχέρεια, μετ' εκτίμηση της δημοσιονομικής καταστάσεως, να εκδώσει σχετική κανονιστική πράξη, ούτε η κατά παράβαση των οικείων εξουσιοδοτικών διατάξεων συστηματική έκδοση κοινών υπουργικών αποφάσεων περί χορηγήσεως της εν λόγω ειδικής παροχής σε διάφορες κατηγορίες υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ ιδρύει αξίωση προς χορήγηση αυτής βάσει της αρχής της ισότητος, ούτε προκύπτει παραβίαση της προαναφερομένης συνταγματικής αρχής από την μη χορήγηση της εν λόγω παροχής και στους υπαλλήλους, οι οποίοι δεν εδικαιούντο αυτή την 1η Ιανουαρίου 2004 και δεν μετετάγησαν μετά την εν λόγω ημερομηνία σε Υπηρεσίες, οι υπάλληλοι των οποίων εδικαιούντο την προαναφερομένη παροχή ως προσωπική διαφορά.
Συνεπώς, ο μόνος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίον προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η αιτίαση εκ του άρθρου 560 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ της παραβιάσεως των προαναφερθεισών διατάξεων, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, κατά το κεφάλαιο αυτής περί επιδικάσεως υπέρ των αναιρεσιβλήτων μισθολογικών διαφορών και συνακολούθως και κατά το κεφάλαιο αυτής περί συμψηφίσεως των δικαστικών εξόδων, εν όψει δε του ότι η υπόθεση δεν χρήζει περαιτέρω ερεύνης, καθ' όσον αυτά τα γενόμενα δεκτά από το Πολυμελές Πρωτοδικείο πραγματικά περιστατικά εξέθεσαν και οι αναιρεσίβλητοι προς θεμελίωση της ως άνω αγωγής τους, η οποία ως προς αυτούς έγινε εν μέρει δεκτή κατ' ουσίαν από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, οι δε δικονομικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις της εφέσεως, της οποίας μετά την αναίρεση ανεβίωσε η εκκρεμοδικία, δεν παρουσιάζουν κενά κωλύοντα την οριστική λύση της διαφοράς, να κρατηθεί και να εκδικασθεί η υπόθεση από το Τμήμα τούτο κατά το αναιρεθέν μέρος της προσβαλλομένης αποφάσεως, να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο μόνος λόγος της εφέσεως περί νομικής αβασιμότητος της αγωγής, να γίνει δεκτή κατ' ουσίαν η έφεση, καθ' ο μέρος στρέφεται κατά των αναιρεσιβλήτων, να εξαφανισθεί εν μέρει η εκκαλουμένη απόφαση, κατά το κεφάλαιο αυτής περί επιδικάσεως υπέρ των αναιρεσιβλήτων μισθολογικών διαφορών και συνακολούθως και κατά το κεφάλαιο αυτής περί δικαστικών εξόδων, και να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμη η εν λόγω αγωγή, καθ' ο μέρος έγινε δεκτή από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.
Eπειδή, συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ και 281 παρ. 1, 2 Ν. 3463/2006 πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος του πρώτου και του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας και της προκειμένης δίκης, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτού, μειωμένων κατά το ήμισυ ως προς την δικηγορική αμοιβή, ως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει ως απαραδέκτους τους προσθέτους λόγους αναιρέσεως.
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμόν 117/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, κατά τα κεφάλαια αυτής περί επιδικάσεως υπέρ των αναιρεσιβλήτων μισθολογικών διαφορών και περί συμψηφίσεως των δικαστικών εξόδων.
Κρατεί και εκδικάζει κατά το μέρος τούτο την υπόθεση.
Δέχεται κατ' ουσίαν την έφεση, καθ' ο μέρος στρέφεται κατά των αναιρεσιβλήτων. Εξαφανίζει εν μέρει την εκκαλουμένη υπ' αριθμόν 430/2010 απόφαση του Ειρηνοδικείου Λαμίας, κατά τα κεφάλαια αυτής περί επιδικάσεως υπέρ των αναιρεσιβλήτων μισθολογικών διαφορών και περί δικαστικών εξόδων.
Απορρίπτει την από 30ής Δεκεμβρίου 2009 αγωγή των αναιρεσιβλήτων, καθ' ο μέρος έγινε δεκτή από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο. Και Επιβάλλει εις βάρος των αναιρεσιβλήτων τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος του πρώτου και του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας και της προκειμένης δίκης ποσού χιλίων (1000) ευρώ.-
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Απριλίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Ιουλίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ