Supreme Court dismisses appeals against a lower court ruling due to procedural defects and lack of standing.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed two concurrent appeals filed by a dentist and the Dental Association against a Thessaloniki Court of Appeal decision. The court found the dentist's appeal inadmissible because the opposing party failed to submit separate written submissions for each distinct appeal, rendering the trial unfair. Additionally, the Dental Association's intervention was rejected as it lacked legal interest, as the outcome would not adversely affect its rights. Consequently, the appeals were rejected, and legal costs were offset between the parties.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 no. 6 and 82 para. 3 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the opposing party was tried in absentia due to a failure to submit separate written submissions for distinct appeals, and an intervening party lacks legal interest if the judgment does not affect its own rights.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1270 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1270/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Στυλιανή Γιαννούκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Χαράλαμπο Μαχαίρα, Γεώργιο Αναστασάκο, Σοφία Καρυστηναίου και Μαρία Νικολακέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Α. Του αναιρεσείοντος: Γ. Χ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της ιδιότητός του ως δικηγόρος και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Οδοντιατρικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης" που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Αρώνη και κατέθεσε προτάσεις.
Β. Του αναιρεσείοντος: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Οδοντιατρικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης" που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Αρώνη και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Χ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της ιδιότητός του ως δικηγόρος και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την υπ’ αριθ.21318/27-5-2009 αγωγή του υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσείοντος κατά του υπό στοιχείο Β, ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29152/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1805/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης, στην οποία άσκησε την από 19-3-2012 πρόσθετη παρέμβαση ο Δικηγορικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης υπέρ του υπό στοιχείο Α αναιρεσείοντος και κατά του υπό στοιχείο Β αναιρεσείοντος. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο υπό στοιχείο Α αναιρεσείων με την από 7-1-2013 αίτησή του και το υπό στοιχείο Β αναιρεσείον με την από 10-1-2013 αίτησή του και τους από 17-10-2013 πρόσθετους λόγους του.
Εκδόθηκε η 972/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, που διέταξε την επανάληψη της συζήτησης των αιτήσεων αναιρέσεως που συνεκδικάσθηκαν. Την υπόθεση επανέφερε για εκ νέου συζήτηση ο υπό στοιχείο Α αναιρεσείων με την από 18-11-2014 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Στυλιανή Γιαννούκου ανέγνωσε την από 8-11-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του μοναδικού λόγου της από στοιχείο Α, από 7-1-2013 αίτησης και την απόρριψη όλων των λόγων της υπό στοιχείο Β από 101-13αιτήσεως και των από 17-10-2013 προσθέτων λόγων αυτής, για αναίρεση της 1805/2012 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ο υπό στοιχείο Α αναιρεσείων αυτοπροσώπως καθώς και ο υπό στοιχείο Β αναιρεσείων ζήτησαν αντίστοιχα την παραδοχή της αιτήσεως τους, ο πληρεξούσιος του υπό στοιχείο Α αναιρεσίβλητου και υπό στοιχείο Β αναιρεσίβλητος αυτοπροσώπως, την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι κρινόμενες από 7-1-2013 και 10-1-2013 αντίθετες αιτήσεις, όπως η τελευταία διαμορφώθηκε με τους από 17-10-2013 πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1805/2012 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, νόμιμα εισάγονται προς περαιτέρω εκδίκαση, ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, κατόπιν της από 18-11-2014 κλήσης του αναιρεσείοντος Γ. Χ., μετά την έκδοση της 972/2014 απόφασης, με την οποία, μεταξύ άλλων, διατάχθηκε η ένωση και συνεκδίκαση των και η επανάληψη της συζητήσεως, προκειμένου να διενεργηθούν τα οριζόμενα σ’ αυτήν.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006, 4/2005).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των αρθρ. 1, 63, 92, 92 Α, 94 του Ν.Δ 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων" προκύπτει ότι, κατ’ εξαίρεση, ο δικηγόρος μπορεί να παρέχει με πάγια ετήσια ή μηνιαία αμοιβή καθαρώς νομικές εργασίες νομικού συμβούλου ή δικηγόρου (αρθ. 63 §1-4 του Κώδ.
περί Δικηγόρων). Η σύμβαση αυτή παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια ετήσια ή μηνιαία αμοιβή, είναι πάντοτε αορίστου χρόνου, έστω και αν συνήφθη για ορισμένο χρόνο (αρθ. 63§5 του άνω Κώδικα). Τα σχετικά με την αμοιβή του δικηγόρου θέματα κανονίζονται με συμφωνία με τον εντολέα του (άρθ. 92 του άνω Κώδικα). Σε περίπτωση που έχει συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων να αμείβεται ο δικηγόρος για τις εκ μέρους του παρεχόμενες προς τον εντολέα του υπηρεσίες, μόνο με πάγια μηνιαία ή ετήσια περιοδική αμοιβή, τα κατώτατα όρια αυτής καθορίζονται σε αντιστοιχία με το βασικό μηνιαίο μισθό των δημοσίων υπαλλήλων της κατηγορίας Πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, ανάλογα με το αν πρόκειται για δικηγόρο στο Πρωτοδικείο, στο Εφετείο, ή τον Άρειο Πάγο.
Ειδικότερα το κατώτατο όριο της μηνιαίας αμοιβής του είναι αντίστοιχο με το βασικό μηνιαίο μισθό των εν λόγω υπαλλήλων του 15ου μισθολογικού κλιμακίου αν πρόκειται για δικηγόρο στο Πρωτοδικείο, του 8ου μισθολογικού κλιμακίου αν πρόκειται για δικηγόρο στο Εφετείο και του 1ου μισθολογικού κλιμακίου αν πρόκειται για δικηγόρο στον Άρειο Πάγο, αυτά δε τα κατώτατα όρια προσαυξάνονται και με τα επιδόματα που καταβάλλονται στους τακτικούς δημόσιους υπαλλήλους, σύμφωνα με τις ισχύουσες γι’ αυτούς διατάξεις (αρθρ. 92 Α παρ. 1 και 2 του Κώδικα περί Δικηγόρων, όπως ίσχυε, κατά τον επίδικο χρόνο, μετά την τροποποίηση του με το άρθρο 12 του Ν. 1816/1988).
Περαιτέρω με την υπ’ αριθ. 2022210/2776/002/1997 κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 319 Β’ /21-4-1997) που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 24 του ν.2470/1997 "για την αναμόρφωση του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης" και ίσχυσε από 1-1-1997 επεκτάθηκαν εν μέρει οι διατάξεις του άνω νόμου και στους δικηγόρους με σχέση έμμισθης εντολής και κατατάχθηκαν οι δικηγόροι αυτοί στα αναφερόμενα και στο πιο πάνω άρθρο 92 Α παρ. 1 του Κώδικα Δικηγόρων μισθολογικά κλιμάκια, στα οποία αντιστοιχεί ο καθοριζόμενος στο άρθρο 7 του ν. 2470/1997 βασικός μηνιαίος μισθός.
Επιπλέον χορηγούνται σ’ αυτούς, σύμφωνα με το άρθρο 92 Α παρ.2 του ΚΔ, και τα τακτικά επιδόματα που προβλέπονται από το άρθρο 8 του ν. 2470/1997. Εξ άλλου, σύμφωνα με την 2/8250/0022/2004 (ΦΕΚ Β’ 355/2004) απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών και Δικαιοσύνης "Αποδοχές Δικηγόρων με έμμισθη εντολή στο Δημόσιο, ΟΤΑ και ΝΠΔΔ" η οποία εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 21 του Ν. 3205/2003 (και έπαυσε να ισχύει από 1/11/2011) ορίσθηκε ότι: "1.
Οι δικηγόροι που παρέχουν υπηρεσίες με σχέση πάγιας περιοδικής έμμισθης εντολής στο Δημόσιο, στους ΟΤΑ και τα Ν.Π.Δ.Δ, των οποίων τα κατώτατα όρια αμοιβής καθορίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2 του Ν. 1093/1980, όπως τροποποιήθηκαν με τις διατάξεις του άρθρου 12 του Ν. 1816/ 1988, κατατάσσονται στα ίδια ως άνω μισθολογικά κλιμάκια, χωρίς περαιτέρω εξέλιξη.
Στους ανωτέρω καταβάλλεται το κίνητρο απόδοσης του άρθρου 12 του Ν. 3205/2003. 3. Κατά τα λοιπά εξακολουθούν να ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 12 του Ν. 1816/88. Περαιτέρω, το δικαίωμα του δικηγόρου, που έχει προσληφθεί για να παρέχει τις υπηρεσίες στον εντολέα του με πάγια αντιμισθία, να απαιτήσει, αντί της συμφωνημένης μικρότερης, την κατά το άρθρο 92Α του ν.δ.3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων", όπως ίσχυε τον ένδικο χρόνο, μεγαλύτερη νόμιμη μηνιαία αμοιβή του, υπόκειται, παρόλο ότι πηγάζει από την πιο πάνω διάταξη δημοσίας τάξεως, στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ.
Από την τελευταία αυτή διάταξη συνάγεται ότι η άσκηση του δικαιώματος θεωρείται ως καταχρηστική και όταν ο δικαιούχος δημιούργησε με τη συμπεριφορά του την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δε θα ασκήσει πλέον το δικαίωμά του, εις τρόπον ώστε η παρά ταύτα άσκησή του, που τείνει στην ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, επάγεται δε επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο, να αντίκειται στην καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής καλή πίστη θεωρείται η συμπεριφορά του χρηστού και συνετού ανθρώπου, που επιβάλλεται κατά τους συνηθισμένους τρόπους ενεργείας, ενώ ως κριτήριο των "χρηστών ηθών" χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη χρηστώς και εμφρόνως σκεπτόμενου ανθρώπου (ΟλΑΠ 2101/1984, ΑΠ 38/2015, 207/2014).
Τέτοια περίπτωση καταχρηστικής άσκησης, υπάρχει όταν ο δικηγόρος, ενώ γνωρίζει ότι η νόμιμη μηνιαία αμοιβή για την παροχή των νομικών υπηρεσιών του, είναι, σύμφωνα με τη διάταξη που προαναφέρθηκε, και την καθορίζει, μεγαλύτερη, ζητεί, παρόλα αυτά, από τον εντολέα του (που αγνοεί το γεγονός αυτό και τη σχετική για την καταβολή της νόμιμης αμοιβής υποχρέωσή του) και εισπράττει χωρίς οποιαδήποτε διαμαρτυρία ή αντίρρηση, μικρότερη κατά μήνα αντιμισθία, επιτυγχάνοντας έτσι την κατάρτιση της συμβάσεως και δημιουργώντας με τη συμπεριφορά του αυτή, αφενός μεν την εύλογη πεποίθηση στον εντολέα του ότι δεν οφείλει για την αμοιβή του άλλο ποσό από εκείνο που συμφωνήθηκε αφετέρου δε μια πραγματική κατάσταση, η ανατροπή της οποίας με την πληρωμή του αιτούμενου ποσού θα προκαλούσε στον τελευταίο απρόβλεπτη και αδικαιολόγητη οικονομική ζημιά.
Περαιτέρω, η προαναφερόμενη σύμβαση (παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια περιοδική αμοιβή) λύεται, εκτός άλλων λόγων, και με καταγγελία από τον εντολέα ή τον εντολοδόχο η οποία πρέπει με ποινή ακυρότητας να είναι έγγραφη και να κοινοποιείται στο άλλο μέρος. Με τη λύση της συμβάσεως με καταγγελία ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του την οριζόμενη από τα άρθρο 94 του ίδιου Κώδικα αποζημίωση.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή: "Δικηγόρος παρέχων τας υπηρεσίας αυτού κατά τους όρους του άρθρου 63 παρ. 4 λυομένης της μεταξύ αυτού και του εντολέως συμβάσεως.. .δικαιούται να λάβει παρά του εντολέως του αποζημίωσιν ίσην προς α) μίαν πάγιαν μηνιαίαν, περιοδικήν αμοιβήν αν έχει συμπληρώσει εξάμηνον υπηρεσία, β)...
γ)... δ) δέκα τοιαύτας αν έχει συμπληρώσει πενταετίαν.,.Δια τον υπολογισμόν της παγίας μηνιαίας περιοδικής αμοιβής όσον αφορά την αποζημίωσιν ταύτην λαμβάνεται υπ’ όψιν μόνον παν ότι καταβάλλεται υποχρεωτικώς κατά νόμον ετησίως ή μηνιαίως σταθερώς ...ουχί δε τυχόν αυξομειούμενοι κατά μήνα δαπάναι ή και αμοιβαί καθ’ υπόθεσιν...".
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης, και των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει ότι, επί αγωγής του ήδη αναιρεσείοντος - αναιρεσιβλήτου Γ. Χ. κατά του εναγομένου - ήδη αναιρεσιβλήτου - αναιρεσείοντος - ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Οδοντιατρικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης" (Ο.Σ.Θ.), εκδόθηκε η απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία έγινε κατά ένα μέρος δεκτή η αγωγή και επί ασκηθεισών κατ’ αυτής αντιθέτων εφέσεων των διαδίκων και πρόσθετης παρέμβασης του ΝΠΔΔ "Δικηγορικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης" υπέρ του ενάγοντος και σε βάρος του εναγομένου η προσβαλλόμενη, με την οποία το Εφετείο, αφού συνεκδίκασε τις αντίθετες εφέσεις και την πρόσθετη παρέμβαση, ερήμην του εφεσιβλήτου Οδοντιατρικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης στην έφεση του ενάγοντος και ερήμην του ίδιου (ΟΣΘ) στην πρόσθετη παρέμβαση, δέχθηκε τυπικά και ουσιαστικά την έφεση του ενάγοντος και την εκτιμηθείσα ως αντέφεση του εναγομένου, απέρριψε την πρόσθετη παρέμβαση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κατά το αναφερόμενο μέρος της και δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή.
Ειδικότερα, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε και τα ακόλουθα ουσιώδη: "Το εναγόμενο (σημ: εδώ αναιρεσίβλητο - αναιρεσείον) (είναι) Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου... Ο ενάγων (σημ: εδώ αναιρεσείων - αναιρεσίβλητος), ο οποίος είναι δικηγόρος...και μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης ...με την από 26-7-2001 έγγραφη σύμβαση "παροχής υπηρεσιών δικηγόρου", που κατάρτισε με το εναγόμενο, συμφώνησε επί λέξει τα εξής: "1.0 δεύτερος συμβαλλόμενος (ενάγων) θα έχει την υποχρέωση να απαντάει εγγράφως επί εγγράφων ερωτήσεων που του υποβάλλουν οι οδοντίατροι μέλη του Οδοντιατρικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης (ΟΔΣ) που θα σχετίζονται με νομικά προβλήματα που απορρέουν από την άσκηση του οδοντιατρικού επαγγέλματος ... 2. ..Θα υποστηρίζει τις νομικές υποθέσεις του ΟΔΣ ενώπιον δικαστικών αρχών με μόνη πρόσθετη αμοιβή εκ μέρους του συλλόγου της καταβολής των εξόδων παράστασης...3. ..
Υποχρεούται να γνωμοδοτεί εάν τα καταστατικά εταιρειών ή συμφωνητικά συνεργασίας που θα υποβάλλουν οι οδοντίατροι για έγκριση .. .προς λήψη άδειας ίδρυσης και λειτουργίας οδοντιατρείων ή πολυοδοντιατρείων είναι σύμφωνα με τους νόμους άσκησης του οδοντιατρικού επαγγέλματος και τον εκάστοτε ισχύοντα κώδικα οδοντιατρικής δεοντολογίας... 4.
Ο πρώτος συμβαλλόμενος (εναγόμενο) υποχρεούται να καταβάλλει το ποσό των 150.000 δρχ. μηνιαίως για όλες ή όσες εκ των ανωτέρω υπηρεσιών παρασχεθούν ...5. Η παρούσα σύμβαση άρχισε την 26-7-2001 μπορεί δε να διακοπεί αζημίως και χωρίς οιονδήποτε λόγο για εκάτερο των μερών. Σε καμμία δε περίπτωση δεν συνιστά σχέση έμμισθης εντολής ή πάγιας αντιμισθίας".
Σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής ο ενάγων παρείχε τις νομικές του υπηρεσίες για τις υποθέσεις του νομικού προσώπου και των μελών του και ειδικότερα συνέτασσε γνωμοδοτήσεις επί ερωτημάτων που του ετίθεντο καθώς και ιδιωτικά συμφωνητικά, είχε την επιμέλεια και το χειρισμό των δικαστικών υποθέσεων πραγματοποιώντας παραστάσεις σε πολιτικά και διοικητικά δικαστήρια, παρείχε νομικές συμβουλές για τη διαφύλαξη και προστασία των συμφερόντων του τελευταίου σε κάθε ζήτημα που ανέκυπτε...
ενώ η αμοιβή του ανήλθε από 1-1-2004 στο ποσό των 500 ευρώ μηνιαίως. Με τα δεδομένα αυτά...η σχέση που συνέδεε τους διαδίκους, κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ήταν αυτή της εντολής αορίστου χρόνου με πάγια αντιμισθία...Όμως... ήταν άκυρη, γιατί έγινε χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις (υποχρεωτική διαδικασία επιλογής ύστερα από προκήρυξη της θέσης) του άρθρου 11 του ν. 1649/1986, όπως ισχύει ...
Ο ενάγων λάμβανε για πάγια μηνιαία αντιμισθία από 1-1-2004 το ποσό των 500 ευρώ, η οποία όμως ήταν ‘ κατώτερη των προβλεπομένων από τον Κώδικα Δικηγόρων, με αποτέλεσμα ..από 1-1-2004 μέχρι 31-12-2008 να λαμβάνει μειωμένες τις μηνιαίες πάγιες αντιμισθίες του και να δικαιούται γι’ αυτές μισθολογικές διαφορές, με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (και) εκ του νόμου ...τα δώρα εορτών, αποζημίωση αδείας και επιδόματα αδείας...
Έτσι ο ενάγων, χωρίς να υπολογίζονται τα χρονοεπιδόματα και οικογενειακά επιδόματα ...δικαιούται ως διαφορά μεταξύ της καταβαλλόμενης και νόμιμης πάγιας αντιμισθίας....συνολικά το ποσό των 47.028 ευρώ. Επίσης, ο ενάγων, δικηγόρος στον Άρειο Πάγο, έγγαμος με πέντε παιδιά, δικαιούται για δώρα εορτών...το ποσό των 16.302,74 ευρώ...
για αποδοχές αδείας και επιδόματα αδείας... συνολικά το ποσό των 18.068,24...Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων διεξήγαγε με επιμέλεια και εργατικότητα τις υποθέσεις που του ανατέθηκαν μέχρι την 13-3-2009, οπότε το εναγόμενο του κοινοποίησε το με αριθμ. πρωτ. .../13-3-2009 έγγραφο, με το οποίο του γνωστοποίησε ότι καταγγέλλει τη μεταξύ τους σχέση εργασίας.
Μέχρι τότε ο ενάγων, ήτοι επί χρονικό διάστημα επτά ετών και οκτώ μηνών εισέπραττε αδιαμαρτύρητα το συμφωνηθέν ύψος της αμοιβής του, η οποία ήταν χαμηλότερη από το ελάχιστο, που καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, (άρθρ. 92 παρ. 2 Κώδικα Δικηγόρων). Το γεγονός ότι επί όλο το ως άνω χρονικό διάστημα εισέπραττε αδιαμαρτύρητα μόνο το συμφωνηθέν ύψος της αμοιβής του προκύπτει με σαφήνεια από τις καταθέσεις των μαρτύρων ανταπόδειξης.. .Εξ άλλου, δεν προσκομίζεται κανένα έγγραφο αποδεικτικό στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι ο ενάγων αμφισβήτησε τη μηνιαία αμοιβή του ή ότι διαμαρτυρήθηκε ως προς το ύψος αυτής και τη μη καταβολή των δώρων εορτών, της αποζημίωσης αδείας και των επιδομάτων αδείας.
Επίσης και στις αποδείξεις παροχής υπηρεσιών που αυτός εξέδιδε και παρέδιδε στο εναγόμενο, προκειμένου να εισπράξει τη συμφωνηθείσα αμοιβή του, ουδέποτε σημείωσε οποιαδήποτε επιφύλαξη σχετικά με το ύψος της, ενώ και όταν το Διοικητικό συμβούλιο του εναγομένου προέβη σε αύξηση του ποσού της μηνιαίας αμοιβής του, στο ποσό των 500 ευρώ και πάλι δεν διαμαρτυρήθηκε ως προς το ύψος της ούτε ως προς την ύπαρξη άλλων διαφορών.
Έτσι, με την ανωτέρω συμπεριφορά του...δημιούργησε στο εναγόμενο, την εύλογη πεποίθηση πως δεν του οφείλει για τις προσφερόμενες υπηρεσίες του για αμοιβή του άλλο ποσό, πλέον της συμφωνηθείσας και ότι του καταβάλει τα νόμιμα, χωρίς ουδέποτε να διατυπωθούν αντιρρήσεις από την πλευρά του ενάγοντος, παρότι γνώριζε, ως δικηγόρος, με δικηγορική υπηρεσία 20 ετών, ότι η νόμιμη αμοιβή του ήταν μεγαλύτερη της συμφωνηθείσας...
καθώς και ότι δικαιούται τα δώρα εορτών, τις αποδοχές αδείας και επιδόματα αδείας, πράγμα που το εναγόμενο δεν αποδείχθηκε ότι γνώριζε, ενόψει μάλιστα του ότι στην έγγραφη σύμβαση, την οποία συνέταξε ο ενάγων ρητά αναφερόταν ότι δεν συνιστά σχέση έμμισθης εντολής ή πάγιας αντιμισθίας, χωρίς ωστόσο να είναι υποχρεωμένο να διερευνήσει μέσω άλλων νομικών συμβούλων αν πράγματι η συμφωνηθείσα αμοιβή είναι η νόμιμη αφού συμβαλλόταν με έμπειρο δικηγόρο, ούτε το ενημέρωσε ο ενάγων σχετικά κατά την κατάρτιση της, αλλά αντίθετα συμφώνησε και καθορίστηκε η μηνιαία αμοιβή του στο ποσό των 150.000 δρχ και στη συνέχεια 500 ευρώ, χωρίς να γίνει λόγος για δώρα εορτών, αποδοχές και επιδόματα αδείας...
Αν το εναγόμενο γνώριζε το νόμιμο ύψος της μηνιαίας αμοιβής και των λοιπών παροχών για την απασχόληση του με τον τρόπο που συμφωνήθηκε ήτοι μη προσέλευση αυτού καθημερινά στα γραφεία του, αλλά μόνο όταν παρίσταται ανάγκη, μη απασχόληση σε καθημερινή βάση με τήρηση ορισμένου ωραρίου, επί πλέον άσκηση του λειτουργήματος του, ως ελεύθερος επαγγελματίας...δεν θα προέβαινε στην κατάρτιση της.
Ο ενάγων για πρώτη φορά την 30-3-2009 έκανε λόγο για διαφορές αποδοχών, δώρων εορτών και λοιπών παροχών, ήτοι μετά την κοινοποίηση στις 13-3-2009 του εγγράφου για λύση της μεταξύ τους συνεργασίας...αξιώνοντας... συνολικό ποσό 81.398,98 ευρώ (47.028 + 16.302,74 + 18.068,24), όμως η ανατροπή της δημιουργηθείσας και παγιωθείσας μακροχρόνιας επί οκτώ έτη και επτά μήνες (σημ.
προδήλως επτά έτη και οκτώ μήνες) πραγματικής κατάστασης, κατά την οποία εισέπραττε ο ενάγων κάθε μήνα αδιαμαρτύρητα το συμφωνηθέν ύψος της αμοιβής του, αποδείχτηκε ότι θα προκαλέσει δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα του εναγομένου, καθόσον θα του προκαλέσει απρόβλεπτη και αδικαιολόγητη ζημία ύψους όσο και οι άνω διαφορές, χωρίς να είναι απαραίτητο να προκαλούνται αφόρητες ή δυσβάστακτες για αυτό συνέπειες, με αποτέλεσμα να καθίσταται με γνώμονα την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη καταχρηστική η αξίωση του ενάγοντος να λάβει κατά το επίδικο χρονικό διάστημα όχι τη συμφωνηθείσα μικρότερη αλλά την ελάχιστη νόμιμη μεγαλύτερη αμοιβή, πλέον των δώρων εορτών, αποδοχών και επιδομάτων αδείας.
Μετά απ’ αυτά πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσία βάσιμη η ένσταση καταχρηστικής άσκησης του άνω αγωγικού αιτήματος (άρθρ. 281 ΑΚ), που προέβαλε νομότυπα ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου το εναγόμενο και επανέφερε με σχετικό λόγο της αντέφεσης...". Υπό τις εκτεθείσες παραδοχές το Εφετείο, προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών -που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα- στις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 281 ΑΚ, και εκείνες των άρθρων 1 επ., 63, 92, 92Α, 94 ΝΔ 3026/1954 Κώδικα περί Δικηγόρων, όπως ίσχυε το επίδικο διάστημα, που εφάρμοσε, τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, καθόσον αφορά τη βασιμότητα της προβληθείσας εκ μέρους του εναγομένου ΟΣΘ, ένστασης καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος να ζητήσει διαφορές αποδοχών, δώρων εορτών, αποδοχών και επιδόματος αδείας κατά το ένδικο χρονικό διάστημα.
Και τούτο διότι, τα ως άνω γενόμενα δεκτά από την προσβαλλόμενη, πραγματικά περιστατικά: α) Γνώσης εκ μέρους του ενάγοντος- ως έμπειρου δικηγόρου - ότι οι νόμιμες αμοιβές του είναι υπέρτερες των συμφωνηθέντων, δικαιουμένου επί πλέον δώρων εορτών, αποδοχών και επιδόματος αδείας και κατάρτισης, παρά ταύτα, από τον ίδιο της ένδικης έγγραφης σύμβασης, με συνομολόγηση μόνο μικρότερης μηνιαίας αμοιβής, προκειμένου να επιτύχει τη σύναψη της, β) άγνοιας του εντολέως ΟΣΘ περί τούτων, και μη περαιτέρω έρευνας των (ως εκ της ιδιότητος του αντισυμβαλλομένου - έμπειρου δικηγόρου), γ) αδιαμαρτύρητης είσπραξης εκ μέρους του ενάγοντος μόνον της συμφωνηθείσας μηνιαίας αμοιβής επί χρονικό διάστημα πλέον των επτά ετών, χωρίς οποιαδήποτε εκ μέρους του διατύπωση επιφύλαξης, ως προς το ύψος αυτής και της μη καταβολής των λοιπών, ως άνω παροχών, δ) μη πλήρους απασχόλησης του στον εναγόμενο, ε) παγιωθείσας, έτσι, μακροχρόνιας πραγματικής κατάστασης και δημιουργίας εκ τούτου εύλογης πεποίθησης στο εναγόμενο ότι δε θα ασκήσει πλέον το δικαίωμά του, για καταβολή των αιτουμένων, η ανατροπή της οποίας συνεπάγεται δυσμενείς επιπτώσεις, απρόβλεπτη και αδικαιολόγητη οικονομική ζημία στα συμφέροντα του, σε τρόπο ώστε να καθίσταται με γνώμονα την καλή πίστη και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη καταχρηστική η εν λόγω αξίωση του ενάγοντος, εμπεριέχουν τα αναγκαία στοιχεία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ που εφαρμόσθηκε και καταφάσκουν τη βασιμότητα της εν λόγω ένστασης.
Συνακόλουθα, τα αντίθετα υποστηριζόμενα με το μοναδικό λόγο της αιτήσεως του αναιρεσείοντος Γ. Χ., εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμα και απορριπτέα. Η περαιτέρω διαλαμβανόμενη στο λόγο αυτό αιτίαση ότι το Εφετείο, μη αναφέροντας το στοιχείο της "προφανούς υπερβάσεως" αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία απ’ όσα απαιτεί ο νόμος και κατά τούτο υπέπεσε στην εν λόγω αναιρετική πλημμέλεια, στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως.
Και τούτο διότι, τα ως άνω γενόμενα δεκτά από το Εφετείο πραγματικά περιστατικά, πολλαπλώς και επαλλήλως κατά τούτο θεμελιούμενα και η επ’ αυτών στηριχθείσα σαφής παραδοχή: "με αποτέλεσμα να καθίσταται με γνώμονα την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη καταχρηστική η αξίωση του ενάγοντος να λάβει κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, όχι τη συμφωνηθείσα μικρότερη αλλά την ελάχιστη νόμιμη μεγαλύτερη αμοιβή, πλέον των δώρων εορτών, αποδοχών και επιδομάτων αδείας", πληρούν τις τασσόμενες από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ προϋποθέσεις και θεμελιώνουν την ουσιαστική βασιμότητα της γενόμενης δεκτής καταχρηστικότητας, με την εκτεθείσα στην αρχή της παρούσας έννοια.
Στη συνέχεια, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε και τα ακόλουθα: "Περαιτέρω, η μεταξύ των διαδίκων σχέση καταγγέλθηκε στις 31-3-2009 χωρίς όμως να καταβληθεί στον ενάγοντα η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης ανερχομένη στο ποσό των 24.220 ευρώ (νόμιμες αποδοχές 2.076 Χ 10 περιοδικές αμοιβές, σύμφωνα με το άρθρο 94 παρ. 1 Κώδικα Δικηγόρων, αφού είχε κατά το χρόνο της καταγγελίας συμπληρώσει πενταετή υπηρεσία ...+1/6 αναλογία δώρων).
Το εναγόμενο ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, προέβαλε επικουρικά τον ισχυρισμό, τον οποίο νόμιμα επαναφέρει με σχετικό λόγο της αντέφεσης, ότι το αίτημα επιδικάσεως του ποσού των 29.064 ευρώ, ως αποζημίωση απόλυσης, πρέπει ν’ απορριφθεί, δεδομένου ότι η μη καταβολή του οφείλεται σε συγγνωστή του πλάνη ή σε εύλογη αμφιβολία ως προς το ύψος της ...Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει ν’ απορριφθεί προεχόντως ως αλυσιτελώς προβαλλόμενος, δεδομένου ότι....η αμφιβολία ή η πλάνη ως προς το ύψος της αποζημίωσης δεν απαλλάσσει το εναγόμενο από την καταβολή της αποζημίωσης, αλλά από την υποχρέωση καταβολής της συμφωνημένης αμοιβής, η οποία και δεν ζητείται εν προκειμένω, μέχρι την καταβολή της πλήρους αποζημιώσεως.
Επίσης, πρέπει ν’ απορριφθεί ως αβάσιμος ο ισχυρισμός - λόγος έφεσης του εναγομένου, ότι καταχρηστικά ασκεί ο ενάγων την αξίωση του για καταβολή της αποζημίωσης απόλυσης, δεδομένου ότι ο τελευταίος δεν επέδειξε συμπεριφορά από την οποία να προκύπτει ότι παραιτήθηκε από το ως άνω δικαίωμα του, αλλά αντίθετα αυτός αμέσως μετά την κοινοποίηση του από 13-3-2009 εγγράφου, που του γνωστοποιείτο η καταγγελία της σύμβασης διεκδίκησε τη νόμιμη αποζημίωση, ενώ ο πέμπτος όρος της ως άνω από 26-7-2001 συμφωνίας των διαδίκων, με τον οποίο συμφωνούν τη λύση της σύμβασης αζημίως είναι άκυρος...".
Κατέληξε δε ότι ο ενάγων δικαιούται να λάβει από το εναγόμενο το συνολικό ποσό των 25.720 ευρώ, μετά συνυπολογισμό και ποσού 1.500 ευρώ, που το εναγόμενο δεν κατέβαλε στον ενάγοντα ως αμοιβή του για το από 1-1-2009 μέχρι 31-3-2009 διάστημα. Υπό τις εκτεθείσες παραδοχές το Εφετείο, προέβη σε ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών -που αναιρετικώς ανέλεγκτα έκρινε αποδεδειγμένα- στις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 281 ΑΚ, και εκείνες των άρθρων 1 επ., 94 παρ. 1 ΝΔ 3026/1954 Κώδικα περί Δικηγόρων, όπως ίσχυε το επίδικο διάστημα, που εφάρμοσε, τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή.
Διέλαβε δε στον υπαγωγικό συλλογισμό του σαφείς, επαρκείς και χωρίς, αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των ρηθέντων νομικών κανόνων, καθόσον αφορά την αβασιμότητα της περαιτέρω προβληθείσας εκ μέρους του εναγομένου ένστασης περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος να ζητήσει αποζημίωση απολύσεως.
Τούτο δε διότι, προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της, τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση, ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν συνέτρεχαν οι νόμιμοι όροι και προϋποθέσεις της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, για την απόρριψη ως καταχρηστικής της αξιώσεως του ενάγοντος, για καταβολή αποζημιώσεως απολύσεως, καθόσον, κατά τις εκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης ο ενάγων, "δεν επέδειξε συμπεριφορά" με βάση την οποία να προκλήθηκε στο εναγόμενο εύλογη πεποίθηση ότι "παραιτήθηκε από το ως άνω δικαίωμά του".
Ούτε άλλωστε δημιουργείται αντίφαση από την παραδοχή της ίδιας, ότι η άσκηση των λοιπών ως άνω αξιώσεων προσκρούει στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αφού γι’ αυτές αντιθέτως έγινε δεκτή μακροχρόνια προηγηθείσα συμπεριφορά του ενάγοντος, από την οποία, προκλήθηκε στην εναγομένη εύλογη πεποίθηση ότι δε θα ασκήσει πλέον τις εν λόγω αξιώσεις του, σε τρόπο ώστε η μετά ταύτα επιδίωξη αυτών να δικαιολογεί την παραδοχή αυτή.
Κατά συνέπεια, ο 2ος λόγος της κύριας αίτησης και οι σχετικοί πρόσθετοι λόγοι, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., με τους οποίους, κατά την επιτρεπτή νοηματική τους απόδοση, υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι κατά το μέρος αυτό αβάσιμοι. Οι ίδιοι λόγοι, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, οι ίδιες αναιρετικές πλημμέλειες, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και 94 Κώδικα περί Δικηγόρων, με το να απορρίψει την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως που προέβαλε το αναιρεσείον ΝΠΔΔ (ΟΣΘ) δεχόμενο ότι η αποζημίωση απόλυσης, "έπρεπε να καταβληθεί πλήρης με βάση τη νόμιμη αμοιβή του δικηγόρου, όπως προβλέπεται σύμφωνα με τον Κώδικα Δικηγόρων", ενώ, "το γεγονός που αποδείχθηκε, ότι ο αναιρεσίβλητος αποδεχόταν επί χρόνια, να λαμβάνει ως αμοιβή τη συμφωνηθείσα μικρότερη και γενικώς και συνολικά συμμορφωνόταν προς τα συμφωνηθέντα, είναι προφανές ότι εύλογα δημιούργησαν (σημ:
στον αναιρεσείοντα ΟΣΘ) την πεποίθηση ότι οι καταβαλλόμενες κατά τη διάρκεια ισχύος της αποδοχές, αλλά και κατά το χρονικό σημείο της, δια καταγγελίας, λύσης της σύμβασης, η οποία, κατά τη συμφωνία τους έπρεπε να λάβει χώρα αζημίως, άλλως και σε κάθε περίπτωση, (σημ: έπρεπε) το ύψος της να υπολογισθεί με βάση τις καταβαλλόμενες και όχι τις ελάχιστες νόμιμες αποδοχές".
Με το ως άνω περιεχόμενο ο δεύτερος λόγος της κύριας αίτησης αναίρεσης του αναιρεσείοντος ΟΣΘ και ο πρώτος και δεύτερος πρόσθετοι λόγοι αυτής, κατά την επιτρεπτή νοηματική τους απόδοση, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., είναι, κατά το μέρος αυτό, απορριπτέοι, πρωτίστως ως απαράδεκτοι, κατ’ άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Και τούτο διότι, από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ουδόλως προκύπτει προβολή τέτοιου ισχυρισμού, ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ούτε νόμιμη επανυποβολή του ενώπιον του Εφετείου. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου πρακτικά, (επί της οποίας η προσβαλλόμενη), το εναγόμενο ΝΠΔΔ (ΟΣΘ), καθόσον αφορά την αιτουμένη αποζημίωση απόλυσης, προέβαλε τα ακόλουθα, που καταχωρήθηκαν σ’ αυτά: "Το όλως επικουρικό αγωγικό αίτημα περί επιδικάσεως στον αντίδικο του ποσού των 29.064 ευρώ ως δήθεν οφειλόμενη αποζημίωση θα πρέπει ν’ απορριφθεί σε κάθε περίπτωση επειδή η ελλιπής καταβολή της αποζημίωσης στον αντίδικο, για λύση, εξαιτίας της καταγγελίας μας, της μεταξύ μας συμβάσεως, δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα μας αλλά επειδή τελούσαμε σε συγγνωστή πλάνη ή σε εύλογη αμφιβολία αναφορικά με το ύψος της" ακολούθως δε παραθέτει τους επικαλούμενους προς στήριξη της συγγνωστής πλάνης ή εύλογης αμφιβολίας λόγους.
Τα ίδια ακριβώς επανέλαβε και στις έγγραφες από 15-6-2010 Προτάσεις του, ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου (σελ. 38 επ., αυτών). Ακολούθως, με τον 4° λόγο της έφεσης του (που εκτιμήθηκε ως αντέφεση), προέβαλε ομοίως ότι: "Η ελλιπής καταβολή της αποζημιώσεως στον αντίδικο για λύση, εξαιτίας της καταγγελίας μας, της μεταξύ μας συμβάσεως, δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα μας αλλά επειδή τελούσαμε σε συγγνωστή πλάνη ή σε εύλογη αμφιβολία αναφορικά με το ύψος της, όπως νόμιμα με τις από 15-6-2010 προτάσεις μας, κατ’ ένσταση προτείναμε" εκθέτοντας, στη συνέχεια, τους προς τούτο επικαλούμενους ίδιους, όπως στα Πρακτικά του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, λόγους, ενώ, επί πλέον, το αναιρεσείον ΝΠΔΔ, ουδόλως επικαλείται στο αναιρετήριο, σε κάθε περίπτωση, ότι αφορά τυχόν η προβαλλόμενη μ’ αυτό ως άνω αιτίαση τις καθοριζόμενες από τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 εδαφ.
α - γ Κ.Πολ.Δ., εξαιρετικές περιπτώσεις. Επιπροσθέτως, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε σαφή αιτιολογία, απορρίπτοντας τον πράγματι, παραδεκτώς προβληθέντα, ισχυρισμό, που αφορούσε "ελλιπή καταβολή αποζημιώσεως" από συγγνωστή πλάνη ή εύλογη αμφιβολία. Με τις λοιπές δε διαλαμβανόμενες στους λόγους αυτούς αιτιάσεις και υπό την επίφαση των ρηθεισών αναιρετικών πλημμελειών, πλήττεται απαραδέκτως η ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας.
Το περαιτέρω αναφερόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι: "ενώ ο πέμπτος όρος της ως άνω από 26-7-2001 συμφωνίας των διαδίκων, με τον οποίο συμφωνούν τη λύση της σύμβασης αζημίως είναι άκυρος...", ετέθη πλεοναστικώς κατά την πορεία του δικανικού συλλογισμού, εφόσον οι προηγούμενες παραδοχές της περί: α) ορθού χαρακτηρισμού της συνδέουσας τα διάδικα μέρη σχέσης, ως εντολής αορίστου χρόνου με πάγια αντιμισθία, β) δικαιώματος εκ του Νόμου (άρθρ. 94 παρ. 1 Κωδ.Δικηγ.) καταβολής αποζημιώσεως σε δικηγόρο, λόγω καταγγελίας της συμβάσεως έμμισθης εντολής από τον εντολέα του και γ) ελλείψεως καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος αποζημιώσεως απολύσεως εκ μέρους του ενάγοντος, στηρίζουν αυτοτελώς το διατακτικό της και δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., τα αντίθετα δε υποστηριζόμενα με τον τελευταίο πρόσθετο λόγο, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη η ρηθείσα αναιρετική πλημμέλεια είναι αβάσιμα.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 115 παρ 3, 237 παρ. 1, 271 παρ. 1 και 524 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, για την προσήκουσα παράσταση των διαδίκων στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, είναι απαραίτητη η εμπρόθεσμη κατάθεση εγγράφων προτάσεων, η παράλειψη της οποίας (κατάθεσης) συνεπάγεται την ερημοδικία του [υπόχρεου] διαδίκου (ΑΠ 948/2001).
Εξ άλλου, από την διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, το δικαστήριο, σε κάθε στάση της δίκης, μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσοτέρων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων.
Η συνεκδίκαση αυτή, η οποία είναι δυνητική για το δικαστήριο, δεν επιφέρει ανατροπή της αυτοτέλειας κάθε έννομης σχέσης της σύνθετης δίκης, αλλά κάθε αγωγή ή ένδικο μέσο κρίνεται χωριστά ως προς τις προϋποθέσεις του παραδεκτού και της βασιμότητας του και, επομένως, καμία μεταβολή δεν επέρχεται στις σχέσεις των διαδίκων μεταξύ τους και των διαδίκων με το δικαστήριο, πλην 1) της διεξαγωγής της σύνθετης δίκης σε κοινή διαδικασία, 2) της έκδοσης κοινής απόφασης, 3) της υποβολής κοινών, μετά όμως τη διαταχθείσα συνεκδίκαση, προτάσεων αφού, πριν απ αυτή (συνεκδίκαση), η οποία δεν είναι βέβαιη για τους διαδίκους, ενόψει του ότι η σχετική δυνατότητα εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου, απαιτείται η κατάθεση χωριστών για κάθε συνεκδικαζομένη υπόθεση προτάσεων και 4) της έλλειψης δικαιώματος του αντιδίκου για επίσπευση της μεταγενέστερης συζήτησης για μια μόνο από τις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις.
Τέλος, ο αναιρετικός λόγος εκ του άρθρου 559 αριθ. 6 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται αν παρά το νόμο και ιδίως παρά τις σχετικές με την επίδοση διατάξεις ο διάδικος δικάστηκε ερήμην. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, μετά την παραδοχή ότι η ασκηθείσα εκ μέρους του ήδη αναιρεσείοντος ΟΣΘ έφεση ασκήθηκε εκπροθέσμως, ισχύει όμως ως αντέφεση δέχθηκε περαιτέρω τα ακόλουθα: "Μετά απ’ αυτά πρέπει να ερευνηθούν οι λόγοι της αντεφέσεως, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο τους, συνεκδικαζόμενη η αντέφεση του εναγομένου με την έφεση του ενάγοντος.
Περαιτέρω, η αντέφεση του εναγομένου δικάζεται αντιμωλία των διαδίκων. Καθόσον όμως αφορά την έφεση του ενάγοντος, αυτή πρέπει να δικαστεί ερήμην του εφεσιβλήτου εναγομένου, γιατί αυτός δεν παραστάθηκε νόμιμα. Και τούτο διότι ο εκκαλών ενάγων, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της έφεσης του... ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της επέδωσε νόμιμα και εμπρόθεσμα στο εναγόμενο, το οποίο εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του...
πλην όμως δεν κατέθεσε προτάσεις για τη συζήτηση της, που είναι υποχρεωτικές ενώπιον του παρόντος δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, ώστε δεν είναι νόμιμη η παράσταση του και πρέπει να δικαστεί ερήμην. Η διαδικασία όμως θα προχωρήσει σαν να ήσαν παρόντες όλοι οι διάδικοι... Η έλλειψη αυτή της μη κατάθεσης προτάσεων από το εφεσίβλητο - εναγόμενο στην έφεση του αντιδίκου του, δεν καλύπτεται από την, από μέρους του κατάθεση κοινών προτάσεων για τη συζήτηση της δικής του έφεσης, διότι η κατάθεση αυτή έγινε πριν από κάθε απόφαση για συνεκδίκαση των εφέσεων και στο στάδιο αυτό απαιτείται χωριστή κατάθεση προτάσεων για κάθε μία, αφού η δίκη για κάθε μία από τις δύο εφέσεις είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη της άλλης".
Εξ άλλου, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει κατάθεση κοινών προτάσεων του αναιρεσείοντος ΟΣΘ για την έφεση του, την έφεση του αντιδίκου του (και την ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης), που κατατέθηκαν "στην έδρα" την ίδια ημέρα της δικασίμου.
Υπό τις εκτεθείσες παραδοχές και σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη προηγηθείσα μείζονα σκέψη, το αναιρεσείον ΝΠΔΔ ΟΣΘ, δεν δικάστηκε ερήμην παρά το νόμο. Συνακόλουθα, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 6 Κ.Πολ.Δ και ο πρώτος λόγος της κύριας αίτησης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος.
Τέλος, καθόσον αφορά την ασκηθείσα εκ μέρους του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, πρόσθετη παρέμβαση, υπέρ του ενάγοντος και σε βάρος του εναγομένου, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του απέρριψε αυτήν ως απαράδεκτη ελλείψει εννόμου συμφέροντος, με την παραδοχή ότι: "...Αυτά που επικαλείται το προσθέτως παρεμβαίνον δεν συγκροτούν δικό του έννομο συμφέρον για την άσκηση παρέμβασης, αφού η τυχόν έκδοση μη ευνοϊκής για τον ενάγοντα δικηγόρο αποφάσεως δεν πρόκειται να θίξει τα ίδια δικαιώματα του και να επηρεάσει νομικά κατά οποιοδήποτε επιβλαβή τρόπο τη θέση του.", χωρίς κατ’ αυτής, κατά το ως άνω σκέλος της ν’ ασκηθεί αναίρεση, η δε παράσταση του προσθέτως παρεμβάντος ΔΣΘ, ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού έγινε σε εκπλήρωση της τασσόμενης από τη διάταξη του άρθρου 82 παρ. 3 σε συνδυασμό με εκείνης του άρθρου 81 Κ.Πολ.Δ., υποχρέωσης κλήσης στη συζήτηση της αναίρεσης, εκείνου, που είχε στη δίκη επί της ουσίας, από την οποία προήλθε η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, την ιδιότητα του προσθέτως παρεμβαίνοντος, προκειμένου ν’ ασκήσει τα νόμιμα δικαιώματα του και να μην παραβιασθεί η θεμελιώδης δικονομική αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως, (τα οποία το τελευταίο άσκησε αιτούμενο την παραδοχή της αιτήσεως του αναιρεσείοντος Γ.
Χ.). Κατόπιν αυτών, πρέπει οι συνεκδικασθείσες, από 7-1-2013 και 10-1-2013 αντίθετες αιτήσεις, όπως η τελευταία διαμορφώθηκε με τους από 17-10-2013 πρόσθετους λόγους αναίρεσης, ν’ απορριφθούν και συμψηφισθεί ολικά μεταξύ των διαδίκων η εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη αυτών, κατ’ άρθρο 179 εδάφ. τελ., σε συνδ. με άρθρο 183 εδαφ.
τελ. Κ.Πολ.Δ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει τις συνεκδικασθείσες από 7-1-2013 και 10-1-2013 αντίθετες αιτήσεις, όπως η τελευταία διαμορφώθηκε με τους από 17-10-2013 πρόσθετους λόγους, για αναίρεση της 1805/2012 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Συμψηφίζει ολικά μεταξύ των διαδίκων αυτών την εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Οκτωβρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 3 Νοεμβρίου 2015.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ