Legislator Case Law & Legislation
1270/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on expropriation compensation as inadmissible and unfounded due to lack of new evidence.

Case Number 1270/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's final decision setting expropriation compensation rates. The appellants argued the lower court failed to provide individualized reasoning for each property and violated constitutional rights by ignoring their claims. The court rejected these arguments, finding the lower court's detailed reasoning sufficient and the new claims inadmissible as they were raised for the first time during the appeal.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 nos. 1a, 8, 11, 19 of the Code of Civil Procedure; Art. 17 para. 2 of the Constitution: An appeal is inadmissible if new grounds are raised for the first time, and unfounded if the appellate court's reasoning is sufficient and based on the existing record.

Keywords

AI generated
expropriation compensation appeal inadmissibility new evidence rule constitutional review individualized reasoning first instance facts judicial economy

Cited Legislation

AI generated
Art. 20 para. 1 of Law 2882/2001
Art. 559 nos. 1a, 8, 11, 19 of the Code of Civil Procedure
Art. 17 para. 2 of the Constitution
Art. 242 para. 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1270 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1270/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 25 Ιανουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.α) Ι. χήρας Δ. Κ., β) Π. Κ. του Δ. γ) Μ. Κ. του Δ., 2.α) Γ. Κ. του Α., β) Ν. Π. του Ι., 3. α) Γ. Κ. του Ε., β) Κ. Κ. του Ε., 4. α) Π. Τ. του Θεοδώρου, β) Θ. Τ. του Π., 5. Γ. Β. του, 6. Γ. Β. του , 7.α) Σ. Β. του Ι., β) Ε. συζ. Σ. Β. το γένος Β. Σ., 8.α) Χ. Λ. του Ι., β) Α. Κ. του Γ., 9. Π. Ν. του Σ., 10.α) Α. Μ. του Μ., β) Π. συζ. Α. Μ., το γένος Ι. Π., 11. Ι. Α. του Κ., 12. Β. Ρ. του Γ., 13.Δ. Α. του Θ., 14.Μ. Σ. του Α., 15.Ι. Α. του Κ., 16. Α. Χ. του Κ., 17. Μ. Χ. του Α., 18. Μ. Σ. του Α., 19. Δ. Γ., 20. α) Α. συζ. Σ. Λ., β) Μ. συζ. Δ. Φ., 21.Ι. Α. του Κ., 22.α) Ε. Π. του Θ., β) Μ. χήρας Ν. Π., το γένος Χ. Δ., γ) Δ. Π. του Ν. συζ. Α. Φ., δ) Τ. Π. του Σ., όλοι εκπροσωπήθηκαν δια της πληρεξουσίας δικηγόρου τους Έφης Μαυρίδου-Τσιριγώτη και κατέθεσαν προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον κ. Υπουργό Οικονομίας-Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εν προκειμένω και από τον Γεν. Γραμματέα Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, που κατοικοεδρεύει στην Θεσσαλονίκη, και εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου Παρέδρου του ΝΣΚ Αντώνιο Αντωνίου, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 176/2002 αίτηση του ήδη αναιρεσίβλητου και ανταιτήσεις και παρεμβάσεις των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκε η 109/2004 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου για τον καθορισμό της προσωρινής τιμής μονάδας αποζημίωσης. Οι ήδη αναιρεσείοντες με τις από 11-2-2005, 10-10-2006, 11-9-2005, 29-7-2007, 10-9-2006, 20-2-2007, 12-2-2007, 28-7-2007, 12-2-2007, 20-2-2007 και 15-10-2004 αιτήσεις τους, που κατατέθηκαν στο Εφετείο Θεσσαλονίκης, ζήτησαν να καθορισθεί οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης σε απαλλοτριούμενες εκτάσεις. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 500/2008 μη οριστική απόφαση και 796/2010 οριστική απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των δύο ανωτέρω αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-4-2011 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιλτιάδης Σπυρόπουλος, ανέγνωσε την από 11-4-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την μερική παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του ν. 2882/2001 (Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων-ΚΑΑΑ) "αρμόδιο να προσδιορίσει οριστικά την αποζημίωση είναι το Εφετείο, στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η απαλλοτριούμενη έκταση". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ερμηνευόμενης ενόψει των ορισμών των άρθρων 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με ν.δ. 53/1974, για "πλήρη αποζημίωση" και για "σεβασμό της περιουσίας κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου", αντικείμενο της δίκης καθορισμού αποζημίωσης είναι η αποζημίωση στο σύνολο της λαμβανόμενη, δηλαδή η χορήγηση αποζημίωσης σε σχέση με την αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, ο προσδιορισμός της ωφέλειας του ιδιοκτήτη αυτού, όπου η ύπαρξη της επηρεάζει τις από την απαλλοτρίωση αξιώσεις του, κάθε άλλο θέμα συναφές με την απαλλοτρίωση, και η δικαστική δαπάνη.

Ο δε προβλεπόμενος στη διάταξη αυτή περιορισμός της αρμοδιότητας του Εφετείου σε μόνο τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης είναι ανίσχυρος, γιατί προσκρούει στην ανωτέρω διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Επομένως, αν στα πλαίσια του οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης υποβληθεί αίτημα για να αναγνωριστεί ότι ο ιδιοκτήτης του απαλλοτριούμενου ακινήτου, που αποκτά πρόσωπο σε διανοιγόμενη εθνική οδό, δεν ήταν ωφελούμενος και άρα δεν υποχρεούνταν σε αποζημίωση ιδιοκτησιών τρίτων, ούτε σε αυτοαποζημίωση, το Εφετείο είναι αρμόδιο να εξετάσει ενιαίως κατά τη διαδικασία αυτή, εκτός των άλλων α) τη χορήγηση αποζημίωσης σε σχέση με την αξία του απαλλοτριούμενου ακινήτου, β) τη χορήγηση αποζημίωσης για τη μείωση της αξίας του μη απαλλοτριωθέντος τμήματος του οικοπέδου και γ) την ύπαρξη ή όχι ωφέλειας του ιδιοκτήτη απαλλοτριούμενου ακινήτου, που αποκτά πρόσωπο σε διανοιγμένη εθνική οδό και την από το γεγονός αυτό υποχρέωση ή μη συμμετοχής στις δαπάνες απαλλοτρίωσης κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 3 του ν. 653/1977, (ΟλΑΠ 10 και 11/2004), ώστε να εξασφαλίζεται σφαιρική εκτίμηση των συνεπειών της απαλλοτριώσεως και να αποφεύγεται η αντίφαση, η οποία παρατηρείται όταν επιδικάζεται αποζημίωση για τη μείωση της αξίας του μη απαλλοτριωθέντος τμήματος του ακινήτου και να κρίνεται ότι η αξία της ιδιοκτησίας αυξάνεται από τη διανοιγόμενη οδό (απόφαση της 19-9-2002 του ΕΔΔΑ, Αζάς κατά Ελλάδος, σκέψεις 48 και 53).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών για τη διάνοιξη Εθνικών Οδών κλπ", όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 62 παρ. 9 και 10 του ν. 947/1979, αναφορικά με την εφαρμογή αυτών και στις περιπτώσεις των προς τη βελτίωση των υφιστάμενων οδών πραγματοποιούμενων νέων χαράξεων ή διαπλατύνσεων αυτών ή τμημάτων, καθώς και επί των επαρχιακών οδών νια το μέχρι 20 μέτρων πλάτους αυτών, προκειμένου περί διάνοιξης εκτός σχεδίου πόλεων εθνικών οδών πλάτους κατάληψης 30 μέτρων, οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες κάθε πλευράς υποχρεούνται σε αποζημίωση ζώνης πλάτους 15 μέτρων, με τη συμμετοχή τους στις δαπάνες πις απαλλοτρίωσης των καταλαμβανόμενων από της οδούς αυτές ακινήτων.

Με την παρ. 3, του ως άνω άρθρου, ορίστηκε ότι, ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες για την εφαρμογή του θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπο επί των διανοιγόμενων οδών, ενώ, κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου, όταν οι δικαιούχοι της αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση είναι υπόχρεοι για την πληρωμή αυτής επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.

Οι προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1, 3 και 4 του ν. 653/1977 αντίκεινται στο άρθρο 1 του πρώτου (πρόσθετου) πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που, μετά την επικύρωση της με το ν. δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει από κάθε άλλη διάταξη του ημεδαπού δικαίου, άρα και της πιο πάνω διάταξης του ν. 653/1977, (άρθρο 28 παρ. 1 Συντάγματος).

Το τεκμήριο ισχύει ως μαχητό και ο ισχυριζόμενος ότι το απομένον τμήμα του ακινήτου του δεν ωφελείται, αλλά αντιθέτως ζημιώνεται από την απαλλοτρίωση, μπορεί, αποδεικνύοντας το αντίθετο της τεκμαιρομένης ωφέλειας, δηλαδή την επικαλούμενη ζημία του και ανατρέποντας το ως άνω μαχητό τεκμήριο, να αποζημιωθεί και για την αυτοαποζημιούμενη έκταση του και να ζητήσει τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης και γι' αυτή.

Η αξίωση αυτή του ιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου εισαγόταν προς κρίση κατά την τακτική διαδικασία, ενώπιον του αρμοδίου πολιτικού δικαστηρίου, διότι κατά την κρατούσα στη νομολογία άποψη, (Ολ.ΑΠ 1/1998, 8/1999), δεν ήταν αντικείμενο της δίκης για τον προσδιορισμό της τιμής μονάδας, άποψη που τελικά κρίθηκε ότι παραβιάζει το άρθρο 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της Συμβάσεως της Ρώμης, που κυρώθηκε με το ν.

δ. 53/1974, (ΟλΑΠ 10/2004). Τέλος, κατά την παρ. 1 του άρθρου 33 του ν. 2971/19.12.2001, "το τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών, κατά τις διατάξεις του ν. 653/1977, είναι μαχητό και κρίνεται, μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον, οριστικό προσπορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του παρόντος άρθρου".

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν α προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).

Εξάλλου το άρθρο 15 του ν. 2882/2001 "Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ)" ορίζει στις παραγράφους 1, 2, 3 και 6 αυτού και ότι "μετά την κήρυξη της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης επιτροπή προβαίνει στην εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου οίκοθεν ή ύστερα από αίτηση κάθε ενδιαφερομένου. Καταρτίζει έκθεση στην οποία περιγράφει λεπτομερώς την κατάσταση του απαλλοτριωμένου και των συστατικών του, τις τυχόν ιδιαίτερες συνθήκες αυτού.

Εκτιμά αιτιολογημένα και αναλυτικά την αξία του. Η έκθεση υποβάλλεται στο αρμόδιο δικαστήριο ως στοιχείο της προδικασίας της δίκης για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης και συνεκτιμάται ως συμβουλευτική γνωμοδότηση. Η εκτίμηση παραλείπεται για ακίνητα που εμπίπτουν στο κατά τις ισχύουσες διατάξεις σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας τους".

Εξετέρου, κατά το άρθρο 13 του ίδιου ΚΑΑΑ, τελ. Εδάφιο, "ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη ιδίως η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζονται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου (άρθρο 9 παρ. 1 ν. 3193/2003)".

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι τα δικαστήρια κατά τον καθορισμό τιμής μονάδας αποζημίωσης ακινήτου, που εμπίπτει στο ισχύον σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας τους, υποχρεούνται να λαμβάνουν υπόψη και την αντικειμενική αξία αυτού, καθώς και των ομόρων και ομοειδών προς αυτό ακινήτων, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ως ασφαλές και αντικειμενικό μέτρο κρίσης για την εξεύρεση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου, η οποία πάντως σε καμιά περίπτωση δεν δεσμεύει τη δικαστική κρίση για την πραγματική αξία του.

Κατά δε την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως (13 ΚΑΑΑ), τα διαγραφόμενα κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και υποχρεωτικά για το δικαστήριο για τη διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτροιουμένου κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβα υπόψη του ή θα λάβει υπόψη του άλλα τέτοια.

Το δικαστήριο μπορεί να στηρίζει την κρίση του για την πραγματική αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου, ενόψει της χρησιμοποιήσεως στην ανωτέρω διάταξη της λέξεως "ιδίως" σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει προσηκόντως. Η δε σχετική για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου κρίση του ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και ως εκ τούτου δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 877/2007 και 754/2005).

Εν συνεχεία, κατά την έννοια των ίδιων πιο πάνω διατάξεων, η έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής, εφ' όσον συνετάγη, συνεκτιμάται μαζί με τα υπόλοιπα στοιχεία που προαναφέρθηκαν ακόμα και αν είναι κατώτερη της αντικειμενικής αξίας, η οποία κατά τα προαναφερθέντα δεν δεσμεύει υποχρεωτικά τη δικαστική κρίση ως προς την πραγματική κρίση αξία του απαλλοτριωθέντος.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ1 αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983)". Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988).

Από το άρθρο 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1987/2007, ΑΠ 130/2010).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση τα δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνου που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία, αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 469/1984).

Ο λόγος δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε τυπικό ή ουσιαστικό λόγο (Ολ.ΑΠ 12/1991). Εξάλλου, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων.

Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως, ή στην ειδική διαδικασία των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων , όταν προτείνονται ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, κατά τον καθορισμό της προσωρινής τιμής μονάδος αποζημίωσης.

Όπως συνάγεται από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, ο δικαστής για να σχηματίσει την κρίση του για πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, παράβαση δε αυτής της υποχρεώσεως θεμελιώνει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ.11 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, ο οποίος ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Αρκεί για την ίδρυση του λόγου αυτού και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο. Σημειώνεται, ότι δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία στην απόφαση και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα. Το γεγονός ότι μνημονεύονται και εξαίρονται μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου μεγαλύτερης σημασίας τους, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη, τα υπόλοιπα, αρκεί βέβαια να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι (ΑΠ 740/2009).

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 12 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται, όταν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη, ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά ορίζει γι' αυτό ο νόμος. Ο λόγος δεν ιδρύεται, εάν το δικαστήριο έκρινε περισσότερο, ή λιγότερο αξιόπιστο, ένα αποδεικτικό μέσο, από άλλα ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα, ή εάν έκρινε τους μάρτυρες του ενός διαδίκου περισσότερο αξιόπιστους από του άλλου (ΑΠ 233/2011).

Ο λόγος δεν ιδρύεται στην περίπτωση, που το δικαστήριο έχει, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 340 ΚΠολΔ, την εξουσία να εκτιμήσει ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, όπως συμβαίνει με τις μαρτυρικές καταθέσεις και τα δικαστικά τεκμήρια, στα οποία περιλαμβάνονται και οι καταθέσεις μαρτύρων σε άλλη πολιτική δίκη.

Ο λόγος δεν ιδρύεται στην περίπτωση, που στην απόφαση δεν γίνεται διάκριση ποία αποδεικτικά μέσα ελήφθησαν υπ όψιν προς άμεση απόδειξη, με την έννοια των λοιπών προβλεπόμενων από το νόμο επώνυμων αποδεικτικών μέσων και ποία αποδεικτικά μέσα ελήφθησαν υπ' όψιν προς έμμεση απόδειξη, με την έννοια του ιδιαίτερα προβλεπόμενου από το άρθρο 339 εδ.

τελευταίο ΚΠολΔ αποδεικτικού μέσου των δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 81/2007, ΑΠ 479/2010). Ο λόγος δεν έχει εφαρμογή στις ειδικές διαδικασίες, όπως στην προκειμένη διαδικασία καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης όπου το δικαστήριο λαμβάνει υπ' όψιν και μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, τα οποία εκτιμά ελευθέρως, χωρίς να υποχρεούται να τηρήσει τους κανόνες του νόμου ως προς την αποδεικτική δύναμη αυτών, εξαιρέσει της δικαστικής ομολογίας, ως ασυμβίβαστη με τις ως άνω ειδικές διαδικασίες (ΑΠ 233/2111).

Ο κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 13 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο εσφαλμένως παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, ως προς το βάρος της απόδειξης. Το βάρος απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο πρέπει να επιβάλλει με απόφαση του την ευθύνη προσκομιδής του αποδεικτικού υλικού προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό της πλήρους δικανικής προϋπόθεσης των θεμελιωτικών της αξίωσης του πραγματικών γεγονότων.

Το αντικειμενικό βάρος απόδειξης είναι ο κίνδυνος που διατρέχει ο διάδικος στην περίπτωση αμφιβολίας του δικαστή, ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γένεσης της επίδικης έννομης συνέπειας (ΑΠ 233/2011). Ως εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου, ως προς το βάρος της απόδειξης, νοείται η παρά τους ορισμούς του άρθρου 338 ΚΠολΔ κατανομή του υποκειμενικού βάρους απόδειξης, η οποία προϋποθέτει την έκδοση παρεμπίπτουσας απόφασης περί απόδειξης (ΑΠ 485/2010, ΑΠ 954/2011).

Μετά την κατάργηση όμως του άρθρου 341 ΚΠολΔ τέτοια απόφαση δεν εκδίδεται και συνεπώς έκτοτε η έννοια του υποκειμενικού βάρους απόδειξης απώλεσε γενικά την σημασία της, ο δε αναιρετικός έλεγχος περιορίζεται κυρίως, όταν παραβιάζεται το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, το οποίο καθορίζει το διάδικο που φέρει τις συνέπειες της μη πλήρους απόδειξης των κρίσιμων για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του περιστατικών (ΑΠ 485/2010, ΑΠ 954/2011). Με τη διάταξη του άρθρου 338 παρ. 1 ΚΠολΔ επιβάλλεται στους διαδίκους το δικανικό βάρος απόδειξης των πραγματικών γεγονότων, τα οποία ο εφαρμοστέος κανόνας δικαίου προϋποθέτει γενικά και αφηρημένα για να ισχύει η έννομη συνέπεια, της οποίας διώκεται η δικαστική διάγνωση. Ο λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, όταν δεν εκδόθηκε απόφαση περί απόδειξης, ώστε να τίθεται θέμα παραβίασης του υποκειμενικού βάρους απόδειξης, δεδομένου ότι το δικαστήριο κατέληξε στην κρίση του εκτιμώντας ελεύθερα το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων (ΑΠ 233/2011).

Δεν τίθεται θέμα παραβίασης του υποκειμενικού βάρους απόδειξης και ίδρυσης του αναιρετικού λόγου στις ειδικές διαδικασίες, κατά τις οποίες το δικαστήριο της ουσίας, χωρίς να ορίζει ποίος από τους διαδίκους φέρει το βάρος απόδειξης εκτιμά ελεύθερα τα αποδεικτικά στοιχεία που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και κρίνει, εάν αποδείχθηκαν ή όχι οι προβαλλόμενοι πραγματικοί ισχυρισμοί (ΑΠ 1113/2009, ΑΠ 344/2007).

Για να είναι ορισμένος και συνεπώς παραδεκτός ο λόγος, ότι εφαρμόστηκαν εσφαλμένα οι ορισμοί του νόμου περί του βάρους της απόδειξης, πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το σφάλμα στο οπού) υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας, καθώς και ποιο είναι το θέμα απόδειξης που έχει επιβάλει το δικαστήριο (ΑΠ 3/2005, ΑΠ 428/2009, ΑΠ 233/2011, ΑΠ 445/2011). Σε κάθε όμως περίπτωση για τη στοιχειοθέτηση του λόγου αυτού, απαιτείται να απορρίφθηκε ο πραγματικός ισχυρισμός του διαδίκου, στον οποίο εσφαλμένα επιβλήθηκε το βάρος απόδειξης, ως αναπόδεικτος, από έλλειψη, ή ανεπάρκεια των αποδείξεων και όχι γιατί οι αντίθετες αποδείξεις, που προσκομίσθηκαν, θεωρήθηκαν επαρκείς από το δικαστήριο προς απόδειξη του αντιθέτου του εν λόγω ισχυρισμού, ο οποίος και απορρίφθηκε για το λόγο αυτό, γιατί στην τελευταία περίπτωση η τυχόν εσφαλμένη κατανομή του βάρους απόδειξης στερείται έννομης σημασίας και ως εκ τούτου ελλείπει το έννομο συμφέρον του διαδίκου, που επιβαρύνθηκε με την απόδειξη, να προβάλει την αιτίαση αυτή (ΑΠ 2305/2009)

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολομ.ΑΠ 2/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο (Α) λόγο αναίρεσης (που έχει δύο σκέλη) πλήττεται η προσβαλλόμενη 796/2010 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης για πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ.8, 11, 19 και 20 Κ.Πολ.Δ. Ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται:

1) Όσον αφορά το ακίνητο με αριθ. ΚΠ 80, ότι στην πραγματικότητα η απαλλοτριούμενη έκταση έχει εμβαδόν 333 τ.μ. και όχι 85 τ.μ., όπως δέχτηκε το Εφετείο.

Ότι επί της ως άνω απαλλοτριούμενης έκτασης των 333 τ.μ. εκτός από τα επικείμενα, την ύπαρξη των οποίων αναγνώρισε η προβαλλόμενη οριστική απόφαση, υπάρχουν και συναπαλλοτριώνονται τα παρακάτω επικείμενα: 1) Περίφραξη από συρματόπλεγμα με τσιμεντοπασσάλους ύψους 1,50 μ., συνολικού μήκους 82,50 μ. άριστης κατασκευής και η αξία της προσδιορίζεται στα 80 ευρώ το τ.μ. 2) πλακοσκευής επιφάνεια ενισχυμένη με οικοδομικό πλέγμα Τ131, συνολικής έκτασης 54,15 τ.μ.

και η αξία της προσδιορίζεται σε 80 ευρώ το τ.μ. 3) Δύο κολώνες εξοπλισμένου σκυροδέματος, διαστάσεων 0,30Χ0,30Χ1,50 ύψος, η αξία των οποίων προσδιορίζεται σε 100 ευρώ το τεμάχιο, 4) ένα φωτιστικό, τοποθετημένο επί των κολωνών, η αξία του οποίου προσδιορίζεται, μαζί με τα έξοδα σύνδεσης με την παροχή της ΔΕΗ σε 100 ευρώ, 5) Βόθρος στεγανός, εμβαδού 20 τμ και βάθους 3 μ., κατασκευασμένος από οπλισμένο σκυρόδεμα και με πλάκα επικάλυψης επίσης με οπλισμένο σκυρόδεμα, η αξία του οποίου προσδιορίζεται σε 6.000 ευρώ, 6) Υπόγεια εγκατάσταση με καλώδια ανθυγρά, τοποθετημένα εντός πλαστικών σωλήνων αρ.6, για την προστασία από την υγρασία σε βάθος 0,50 μ.

από την επιφάνεια της γης για την παροχή ρεύματος στα δύο φωτιστικά σώματα επί των κολονών, συνολικού μήκους 37 μ. η αξία των οποίων προσδιορίζεται σε 120 ευρώ τ.μ., 7) Ασφαλτοστρωμένη επιφάνεια με γκρο μπετόν, εμβαδού 30 τ.μ. αξίας 180 ευρώ το τ.μ., 8) Ράμπα διαστάσεων 3 Χ6 μ. συνολικού εμβαδού 18 τ.μ. , αξίας 80 ευρώ το τ.μ., για την οποία η προσβαλλόμενη απόφαση δεν καθόρισε τομή, αφού δεν αναγνώρισε την απαλλοτρίωση της πράγματι απαλλοτριούμενης έκτασης των 333 τ.μ.

Ότι όλα τα ανωτέρω στοιχεία προτάθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως κατά τις συζητήσεις, μετά τις οποίες εκδόθηκαν τόσον η προδικαστική όσον και η οριστική απόφαση του Εφετείου. Ότι επί πλέον, η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρει ότι από το επίδικο με αριθ.ΚΠ80 ακίνητο απομένει εκτός απαλλοτρίωσης έκτασης εμβαδού 1842 τ.μ., αλλά αυθαίρετα αναφέρει στο αιτιολογικό της ότι το επίδικο ακίνητο έχει έκταση 1927 τ.μ.

και όχι 2.175 τ.μ.

Όμως, ως προς το ΚΠ80 ακίνητο (του Σ. Β. και της Ε. συζ. Σ. Β.), στην προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο αναφέρει αιτιολογημένα ότι το απαλλοτριωθέν τμήμα έχει εμβαδόν 85 τ.μ. με βάση το κτηματολογικό διάγραμμα και τον κτηματολογικό πίνακα και απορρίπτει ως αβάσιμο τον ως άνω ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, συνακολούθως δε και την αίτησή τους, για καθορισμό του εμβαδού του απαλλοτριούμενου ακινήτου σε 333 τ.μ.

και της αξίας των στην επί πλέον αυτή έκταση (332 μ2 - 85 μ2) επικειμένων. Επομένως, το Εφετείο δεν ενήργησε αυθαιρέτως και είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, ο ανωτέρω πρώτος (Α), σκέλος (1), λόγος αναίρεσης και 2) Όσον αφορά το με αριθ. ΚΠ 393 ακίνητο, ότι η προσβαλλόμενη οριστική απόφαση παραμόρφωσε το περιεχόμενο του κτηματολογικού πίνακα και δεν έλαβε υπόψη τα κτηματολογικά στοιχεία της απαλλοτρίωσης, από τα οποία σαφέστατα προκύπτει (κατά τους ισχυρισμού των αναιρεσειόντων) ότι η απαλλοτριουμένη έκταση του ακινήτου αυτού είναι 4.193 τ.μ. (όπως αναγράφεται στο σχετικό κτηματολογικό πίνακα) και όχι 3.870 τ.μ., με αποτέλεσμα ν α αναφέρει εντελώς εσφαλμένα ότιη απομένουσα εκτός απαλλοτρίωσης έκταση του επιδίκου ακινήτου είναι 4.870 τ.μ. (σελ. 274), ενώ στην πραγματικότητα από το συνολικό εμβαδόν των 8.000 τ.μ.

αφαιρείται έκταση 4.193 τ.μ. και απομένει έκταση 3.807 τ.μ., με αποτέλεσμα το ακίνητο αυτό να καθίσταται μη άρτιο και μη οικοδομήσιμο και μάλιστα σε σχήμα τριγωνικό, επίμηκες, εμπίπτον σε όλες τις ζώνες απαγόρευσης δόμησης. Επίσης, ότι η προσβαλλόμενη οριστική απόφαση, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις, απορρίπτοντας, ως κατ'ουσίαν αβάσιμο, το σχετικό αίτημα για ιδιαίτερη αποζημίωση, μη λαμβάνοντας υπόψη ούτε την ίδια έκθεση πραγματογνωμοσύνης (που δεν προσκομίστηκε στον Εισηγητή, αλλά στο Δικαστήριο), παρά τα λανθασμένα στοιχεία ως προς την απαλλοτριούμενη έκταση και την εναπομένουσα έκταση, αποφαίνεται ότι αυτό υφίσταται μείωση της αξίας του.

Όμως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο και δεν στηρίχθηκε το αποδεικτικό πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στον κτηματολογικό πίνακα αλλά συνεκτιμήθηκε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα. Περαιτέρω, οι αντιφατικοί μεταξύ αλλήλων λόγοι αναίρεσης που ασκούνται σωρευτικά απορρίπτονται ως απαράδεκτοι γιατί αντιφάσκουν λογικά μεταξύ τους και αποκλείονται αμοιβαίως (ΑΠ 472/2008, 84/2007, 1046/1999). Στην περίπτωση αυτή υπάγονται οι λόγοι αναίρεσης όταν με τον ένα πλήττεται η απόφαση διότι δεν έλαβε υπόψη έγγραφο και με τον άλλο ότι το παραμόρφωσε, δηλαδή λόγοι από το άρθρ.559 αριθ.11 και 20 αντίστοιχα (ΑΠ 33/2007, 296, 837, 1062/2006, 537/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι σωρευτικά προβαλλόμενες αιτιάσεις, από τους αριθ.11 και 20 αντίστοιχα του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που προβάλλονται με τον πρώτο (Α) λόγο αναίρεσης, σκέλος (2), όσον αφορά το με αριθμό ΚΠ 393 ακίνητο, όπως προαναφέρθηκε, για παραμόρφωση του περιεχομένου του κτηματολογικού πίνακα και για τη μη λήψη υπόψη των κτηματολογικών στοιχείων της απαλλοτρίωσης, ως προς την έκταση του ακινήτου αυτού, όπως αναγράφεται στον κτηματολογικό πίνακα, αντιφάσκουν λογικά μεταξύ τους και αποκλείονται αμοιβαίως. Επομένως, είναι απορριπτέες, προεχόντως, ως απαράδεκτες, οι ανωτέρω αιτιάσεις του πρώτου (Α), σκέλος (2), λόγου αναίρεσης.

Επί πλέον, ο αναιρεσείων (Ι. Α. του Κ.), ως προς το ΚΠ 393 ακίνητο, δεν επικαλείται ούτε προσκομίζει τον φερόμενο ως παραμορφωθέντα κτηματολογικό πίνακα, ώστε να σχηματισθεί πλήρης δικανική πεποίθηση ότι το Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παραμόρφωσε το περιεχόμενο του κτηματολογικού πίνακα, τα δε αναφερόμενα στην απόφασή του στοιχεία, περί του εμβαδού (8.500 τ.μ.), του απαλλοτριωθέντος εμβαδού (3.630 τ.μ.) και του απομένοντος εμβαδού (4.870 τ.μ.), συμπίπτουν με τα αναγραφόμενα στη σελίδα 71 της 115/2009 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης.

Επομένως, είναι απορριπτέες και ως αβάσιμες, οι ανωτέρω αιτιάσεις του πρώτου (Α), σκέλους (2) λόγου αναίρεσης.

Με τον δεύτερο (Β) λόγο αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ.1α, 8, 11, 13 και 19 ΚΠολΔ και ειδικότερα: όσον αφορά τις ιδιοκτησίες με αριθ. ΚΠ 6, ΚΠ 32, ΚΠ 39, ΚΠ 39Α, ΚΠ 39Β, ΚΠ 40, ΚΠ 80, ΚΠ 251, ΚΠ 351, ΚΠ 369, ΚΠ 393 και ΚΠ 468, επειδή εσφαλμένα απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμο, το αίτημα για ιδιαίτερη αποζημίωση, για όλα δε τα ανωτέρω ακίνητα, επιπροσθέτως, επειδή παραβίασε τις διατάξεις του νόμου, χωρίς επαρκείς αιτιολογίες και χωρίς να λάβει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που οι αιτούντες προσκόμισαν και επικαλέστηκαν και διότι, με την κατασκευή επαρχιακού δρόμου ταχείας κυκλοφορίας κλειστού τύπου, τα ως άνω ακίνητα δεν αποκτούν οποιαδήποτε ωφέλεια, από την προκειμένη απαλλοτρίωση, αλλά αντίθετα υφίστανται σοβαρή μείωση της αξίας της και επομένως δεν πρέπει να υποχρεωθούν οι ιδιοκτησίες τους σε καταβολή αυτοαποζημίωσης και αποζημίωσης προς τρίτους, ότι εσφαλμένα το Εφετείο απέρριψε το σχετικό αίτημά τους, περί διαγραφής των επιβαρύνσεων λόγω αυτοαποζημίωσης και αποζημίωσης προς τρίτους παροδίους, ενώ τα επίδικα ακίνητα δεν έχουν οποιαδήποτε πρόσβαση στη νέα οδό.

Και ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων που εκφεύγει τον αναιρετικό έλεγχο, δεν παραβίασε τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, ούτε δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν, αφού το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα απέρριψε κατ'ουσίαν, κατά τα αναφερόμενα στην αντίστοιχη μείζονα σκέψη, ούτε δεν έλαβε υπόψη αποδείξεις που προσκομίστηκαν με επίκληση, ούτε παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ούτε εσφαλμένη εφήρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης, διέλαβε δε πλήρεις ,σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή όχι εφαρμογή των προπαρατεθέντων στη μείζονα σκέψη κανόνων ουσιαστικού δικαίου.

Με τον τρίτο (Γ) λόγο αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από το άρθρο 159 αρ.14 ΚΠολΔ, για το ακίνητο ΚΠ 95α, ιδιοκτησίας του Π. Ν.. Στην προκειμένη περίπτωση η αίτηση του ιδιοκτήτου του, με αριθμό κατάθεσης 3894/2006, περί αποζημίωσης των επικειμένων, δεν είχε σαφώς χαρακτήρα συμπληρωματικό της με αριθμό κατάθεσης 1077/2004 αίτησης (ΚΠολΔ 223) και συνεπώς ορθώς απερρίφθη ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη), λόγω παρόδου έξι (6) μηνών από τη δημοσίευση της 109/2004 απόφασής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, κατ' άρθρο 20 παρ.2 εδάφ. γ' του Ν. 2882/2001, που ορίζει ότι: "Εάν η απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου δεν επεδόθη, η προθεσμία για την άσκηση της αίτησης περί οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης είναι σε κάθε περίπτωση έξι μήνες από τη δημοσίευση της απόφασης, με την επιφύλαξη εφαρμογής του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 9".

Επομένως, το Εφετείο δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και ο τρίτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Με τον τέταρτο (Δ) λόγο αναίρεσης πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ.8 και 11 ΚΠολΔ και ειδικότερα, ότι ως προς τα ΚΠ 39, ΚΠ 39Α και ΚΠ 40 ακίνητα, στο πρώτο των οποίων λειτουργούν 4 επιχειρήσεις (ιχθυοπωλείο, μίνι μάρκετ, ζαχαροπλαστείο και γραφείο κτηματικών συναλλαγών), στο δεύτερο των οποίων λειτουργεί επιχείρηση οικοδομικών υλικών και στο τρίτο των οποίων λειτουργεί επιχείρηση εμπορίας καυσίμων, πρατήριο υγρών καυσίμων, πλυντήριο, λιπαντήριο και μίνι μάρκετ, το Εφετείο απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμο, το αίτημα των ιδιοκτητών τους, για επιδίκαση μελλοντικών εξόδων μεταφοράς και μετεγκατάστασης των επιχειρήσεων αυτών σε άλλα ακίνητα, χωρίς να λάβει υπόψη το 1245/7-3-2006 έγγραφο του τμήματος οδικής κυκλοφορίας και τοπογραφήσεων της Διεύθυνσης Δημοσίων Έργων περιφερείας Κεντρικής Μακεδονίας, το οποίο νόμιμα και εμπρόθεσμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν, το οποίο, απευθυνόμενο προς την Π.

Δ. (μη διάδικο στην προκειμένη δίκη), επί της από 22-2-2006 αίτησή της, έχει το ακόλουθο περιεχόμενο: "Σε απάντηση της ανωτέρω σχετικής αίτησής σας, σας γνωρίζουμε τα ακόλουθα: Σύμφωνα με την υπάρχουσα μελέτη το έργο "Οδικό Κύκλωμα Κασσάνδρας" Τμήμα Ποτίδαια - Καλλιθέα από Χ.Θ. 6+357,36 έως Χ.Θ. 23+259,31", θα κατασκευασθεί ως "οδός ταχείας κυκλοφορίας κλειστού τύπου", δηλαδή η πρόσβαση των παροδίων ιδιοκτησιών θα γίνεται μέσω παράπλευρου δικτύου, το οποίο θα οδηγεί σε ανισόπεδους κόμβους (Α/Κ) και κατόπιν στην υπόψη οδό.

Παρ' όλα αυτά το φυσικό αντικείμενο του έργου δεν είναι δυνατόν να προβλεφθεί εκ των προτέρων και καθώς υπάρχουν διάφοροι αστάθμητοι παράγοντες, οι οποίοι επηρεάζουν το στάδιο της κατασκευής, η τελική κατάσταση ως προς το θέμα των προσβάσεων θα διαμορφωθεί όταν ολοκληρωθεί το έργο".

Ο ως άνω λόγος αναίρεσης, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία παρακάτω αναλυτικώς παρατίθεται, το Εφετείο έλαβε υπόψη "πράγματα", δηλαδή τους ισχυρισμούς που προτάθηκαν και απέρριψε κατ' ουσίαν, ως προς το αίτημα μεταφοράς των επιχειρήσεων και μετεγκατάστασης αυτών σε άλλα ακίνητα και για τα τρία αυτά ακίνητα (ΚΠ 39, ΚΠ 39Α και ΚΠ 40) και έκανε δεκτό, ως βάσιμο, μόνον ως προς το αίτημα για καθορισμό αποζημίωσης μετατόπισης (μετακίνησης) εγκαταστάσεων της επιχείρησης πρατηρίου πώλησης υγρών καυσίμων, δηλαδή των τεσσάρων αντλιών και του στεγάστρου και αναπροσαρμογής του υφισταμένου κόμβου κυκλοφοριακής σύνδεσης των ιδίων αντλιών και δεξαμενών, κρίνοντας κατά την ανέλεγκτη των πραγμάτων κρίση του, ότι η μετατόπιση θα γίνει στο επίδικο ακίνητο, δηλαδή στο ΚΠ 40 (και όχι σε άλλο ακίνητο, που ήθελε ο ήδη αναιρεσείων, ιδιοκτήτης του ως άνω τρίτου ακινήτου).

Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ως προς το ακίνητο με αριθμ. ΚΠ 39 (ιδιοκτησίας των Γ. Κ. και Κ. Κ.): "Αυτό είχε εμβαδόν 2646 τ.μ. Ήταν εκτός οικισμού και εκτός ζώνης και ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο με πρόσωπο στην επαρχιακή οδό Ν. Ποτίδαια - Ν. Φώκαια. Από αυτό απαλλοτριώνεται τμήμα εμβαδού 337 τ.μ.

και απομένει ακίνητο 2309 τ.μ. Το εναπομείναν ακίνητο είναι άρτιο και οικοδομήσιμο. Στο ακίνητο αυτό είχε ανεγερθεί με τις αριθμ. 707/1989 και 550/1994 άδειες του Πολεοδομικού Γραφείου Ν. Μουδανιών ισόγειο κτίσμα από οπλισμένο σκυρόδεμα συνολικής επιφάνειας 244 τ.μ. Σ' αυτό είναι εγκατεστημένες και λειτουργούν τέσσερις αυτοτελείς εμπορικές επιχειρήσεις:

κτηματομεσιτικό γραφείο, ζαχαροπλαστείο, μίνι μάρκετ και ιχθυοπωλείο. Το πλάτος της απαλλοτρίωσης κυμαίνεται από 1,40 μ. έως 5,70 μ. κατά μήκος του προσώπου και δεν επιφέρει επιπτώσεις στην επωφελή εκμετάλλευση του απομένοντος εκτός της απαλλοτρίωσης τμήματος και κτίσματος. Τούτο διότι ο απομένων έμπροσθεν αυτού (του κτιρίου) χώρος είναι επαρκής για την είσοδο, στάθμευση και ελιγμό των αυτοκινήτων των πελατών και μπορεί να συνεχισθεί η επωφελής εκμετάλλευση των καταστημάτων και των εντός αυτών ασκουμένων επιχειρήσεων καθώς και του λοιπού ακινήτου.

Πρέπει να τονισθεί ότι, ενώ η απαλλοτρίωση κηρύχθηκε το έτος 2001, όπως ειδικότερα αναφέρεται στην αρχή, οπότε οι φερόμενοι ιδιοκτήτες του ακινήτου Κ. Κ. του Ε. και Γ. Κ. του Ε., γνώριζαν τις συνέπειες της απαλλοτρίωσης και ειδικότερα την απότμηση και τη διαπλάτυνση οδού έμπροσθεν του κτιρίου, αφού είχαν παραστεί στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης, εντούτοις κατόπιν της αριθμ. .../2006 άδειας του Πολεοδομικού Γραφείου Ν.

Μουδανιών πρόσθεσαν τμήμα 1ου ορόφου επιφάνειας 32 τ. μ. στο ήδη υπάρχον κτίσμα που μαρτυρεί και καταδεικνύει ότι ουδεμία αχρήστευση υφίσταται το υπάρχον κτίσμα και οι εντός αυτού ασκούμενες επιχειρήσεις. Άλλωστε, η είσοδος και η πρόσβαση των κινουμένων επί της έμπροσθεν της οδού αυτοκινήτων είναι δυνατή στο ΚΠ 39 ακίνητο.

Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμο το αίτημα για ιδιαίτερη αποζημίωση του εναπομείναντος ακινήτου (εδάφους)) του επ' αυτού κτίσματος και επιδίκασης εξόδων μεταφοράς των επ' αυτού ασκουμένων επιχειρήσεων".

Ως προς το ακίνητο με ΚΠ 39Α (ιδιοκτησίας των Π. Τ. και Π. Τ.): "Αυτό ήταν εκτός οικισμού και εκτός ζώνης. Είχε εμβαδόν 7354 τ.μ. και ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο με πρόσωπο στην επαρχιακή οδό Ν. Ποτίδαια - Ν. Φώκαια. Επί του ακινήτου αυτού κατόπιν της αριθμ. .../1994 αδείας του Πολεοδομικού Γραφείου Ν. Μουδανιών ανηγέρθη από οπλισμένο σκυρόδεμα κτίσμα συνολικής επιφάνειας 569,66 τ.μ., ενώ με την αριθμ. .../1993 άδεια της ιδίας υπηρεσίας ανηγέρθη ισόγεια αποθήκη εμβαδού 49 τ.μ.

με φέροντα οργανισμό από διάτρητους οπτόλινθους και σιδηρά στέγη με επικάλυψη από λαμαρίνα. Στο κτίσμα αυτό, που έχει πρόσωπο στην παραπάνω οδό, ασκείται από πολλών ετών επιχείρηση εμπορίας οικοδομικών υλικών. Από το αρχικό ακίνητο απαλλοτριώθηκε τμήμα εμβαδού 302 τ.μ. και όχι 324 τ.μ. που ισχυρίζονται οι αιτούντες, και απέμεινε ακίνητο 7052 τ.μ.

που είναι άρτιο και οικοδομήσιμο χωρίς να μεταβάλλεται δυσμενώς το σχήμα του σε σχέση με αυτό του αρχικού. Το πλάτος της απαλλοτρίωσης κυμαίνεται από 0,90 έως 3,20 μ. κατά μήκος του προσώπου. Η απότμηση του τμήματος αυτού για τη διαπλάτυνση της παραπάνω οδού δεν επηρεάζει τη λειτουργικότητα των επί του εναπομείναντος ακινήτου κτισμάτων.

Τούτο διότι υπάρχει έμπροσθεν του κτίσματος πολύ μεγάλος χώρος για την ασφαλή είσοδο, πρόσβαση, πραγματοποίηση ελιγμών και παραμονή αυτοκινήτων των πελατών. Ούτε το εναπομείναν ακίνητο ούτε το κτίσμα υφίστανται οποιαδήποτε δυσμενή επίπτωση από την απότμηση και την κατασκευή του έργου της απαλλοτρίωσης, αλλά αντίθετα ωφελούνται, αφού αποκτούν πρόσωπο σε μία σύγχρονη οδό από την οποία θα διέρχονται περισσότερα αυτοκίνητα και θα;

διαφημίζεται η επ' αυτών ασκούμενη επιχείρηση. Η επιχείρηση που ασκείται στο κτίσμα αυτό καθώς και οποιαδήποτε άλλη μπορεί ελεύθερα, ανεμπόδιστα και περισσότερο επικερδώς να συνεχισθεί. Κατ' ακολουθία, είναι απορριπτέο ως ουσία αβάσιμο το αίτημα για ιδιαίτερη αποζημίωση του ακινήτου (εδάφους) και του κτίσματος καθώς και για επιδίκαση εξόδων μεταφοράς και μετεγκατάστασης της επιχείρησης οικοδομικών υλικών".

Και ως προς το ακίνητο με ΚΠ 40 (ιδιοκτησίας του Γ. Β.): " Αυτό ήταν εκτός σχεδίου πόλης εκτός οικισμού. Είχε εμβαδόν 11.488 τ. μ. και ήταν άρτιο και οικοδομήσιμο με πρόσωπο στην επαρχιακή οδό Ν. Ποτίδαια - Ν. Φώκαια. Εντός αυτού στο βορειοδυτικό τμήμα του με πρόσωπο στην παραπάνω οδό και σε έκταση 4000 τ.μ. περίπου λειτουργεί από το έτος 1981 επιχείρηση πρατηρίου πώλησης υγρών καυσίμων.

Επί του υπολοίπου ακινήτου εμβαδού 7.488 τ.μ. υπάρχει ελαιώνας. Επί του ακινήτου αυτού για τις ανάγκες της επιχείρησης πώλησης υγρών καυσίμων υπάρχει κτίσμα από οπλισμένο σκυρόδεμα πλακοσκεπές που χρησιμοποιείται ως γραφείο του πρατηρίου και για την πώληση ειδών αυτοκινήτου. Το κτίσμα αυτό έχει διαστάσεις 11,10 Χ 9 και ύψος 4 μ., περίπου και είναι συνδεδεμένο με όλα τα δίκτυα των κοινωφελών οργανισμών.

Επίσης, υπάρχει λαμαρινοσκεπές υπόστεγο με σιδηροσκελετό διαστάσεως 5X9 ύψος 4,5 μ. περίπου όπου λειτουργεί πλυντήριο επιβατηγών αυτοκινήτων. Το πρατήριο υγρών καυσίμων διαθέτει 4 αντλίες όπως αυτό προκύπτει από την αριθμ. 140/4-7-2002 απόφαση του Νομάρχη Χαλκιδικής περί χορηγήσεως αδείας λειτουργίας αορίστου χρόνου πρατηρίου υγρών καυσίμων.

Από το ακίνητο αυτό απαλλοτριώνεται τμήμα εμβαδού 871 τ.μ. κατά μήκος του προσώπου του πρατηρίου, το οποίο τμήμα έχει μήκος 250 μ. και μέσο πλάτος 3,50 μ. περίπου, χωρίς να καταλαμβάνει τις εγκαταστάσεις του πρατηρίου. Το εναπομείναν ακίνητο εμβαδού 10617 τ.μ. παραμένει άρτιο και οικοδομήσιμο, χωρίς να μεταβάλλεται δυσμενώς το σχήμα του σε σχέση μ' αυτό του αρχικού.

Η κατασκευή του έργου της απαλλοτρίωσης μειώνει τον αύλειο χώρο του πρατηρίου πώλησης υγρών καυσίμων. Για τη συνέχιση της ομαλής λειτουργίας αυτού απαιτείται η μετακίνηση μετατόπιση των τεσσάρων αντλιών, του στεγάστρου και η αναπροσαρμογή του υφιστάμενου κόμβου κυκλοφοριακής σύνδεσης έμπροσθεν της επιχείρησης σύμφωνα με τις απαιτήσεις της νέας οδού, του ορίου της απαλλοτρίωσης και των σχετικών διατάξεων του ΠΔ 118/2006 περί κυκλοφοριακών συνδέσεων εγκαταστάσεων.

Η τοποθέτηση όμως των ιδίων αντλιών και δεξαμενών δεν επιτρέπεται εκ του νόμου, αλλά απαιτείται η εγκατάσταση νέων. Η δαπάνη εγκατάστασης νέων δεξαμενών με στεγανό φρεάτιο, τοποθέτησης νέων αντλιών σε ασφαλές όριο, μετακίνησης στεγάστρου καθώς και της νέας κυκλοφοριακής σύνδεσης ανέρχεται σε πενήντα πέντε χιλιάδες (55.000) ευρώ κατ' αποκοπή.

Κατά τα λοιπά η αξία του εναπομείναντος ακινήτου και του επ' αυτού κτίσματος δεν μειώνεται συνεπεία της απότμησης ή της κατασκευής του έργου της απαλλοτρίωσης. Κατ' ακολουθία, πρέπει να απορριφθεί το αίτημα για ιδιαίτερη αποζημίωση ακινήτου του κτίσματος και επιχείρησης ως ουσία αβάσιμο και να γίνει δεκτό το αίτημα για καθορισμό αποζημίωσης μετακίνησης εγκαταστάσεων της επιχείρησης πρατηρίου πώλησης υγρών καυσίμων.

Η επ' αυτού ασκούμενη επιχείρηση εκτιμάται ότι μπορεί να συνεχίσει τη λειτουργία της χωρίς να μειωθεί ο κύκλος εργασιών της, ενόψει του ότι με το έργο της απαλλοτριώσεως θα διέρχονται έμπροσθεν της περισσότερα αυτοκίνητα, γεγονός σημαντικό για την επιχείρηση πώλησης υγρών καυσίμων.

Συνεπώς, η αξία της επιχείρησης όχι μόνον δεν μειώνεται, αλλά αντίθετα αυξάνεται ενόψει του έργου της απαλλοτριώσεως.".

Επίσης, το Εφετείο, από τη βεβαίωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι λήφθηκαν υπόψη τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με όλο το περιεχόμενό της, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι έλαβε υπόψη και το 1245/7-3-2006 έγγραφο, απαντητικό σε σχετική αίτηση, της μη διαδίκου στην προκειμένη αναιρετική δίκη Π. Δ., όπως το περιεχόμενό του παρατίθεται ανωτέρω, χωρίς να είναι αναγκαίο να κάνει ειδική μνεία αυτού, αλλά το αξιολόγησε μαζί με τις άλλες αποδείξεις που αναφέρει. Επομένως, είναι απορριπτέος ο τέταρτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.11 ΚΠολΔ.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης από τους αριθ.8 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τα μέρη που πλήττεται η ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.

Με τον τελευταίο, πέμπτο (Ε) λόγο αναίρεσης, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ.1α, 8, 11 και 19 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι, ως προς όλα τα ακίνητα των αναιρεσειόντων, το Εφετείο καθόρισε την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης, ομαδοποιώντας αυτά και αποδίδοντας ενιαία τιμή μονάδας αποζημίωσης για κάθε ομάδα ακινήτων, χωρίς να διαχωρίζει και να διαλαμβάνει για κάθε ένα ακίνητο επαρκή αιτιολογία, που δεν αναφέρει τη χρήση καθενός, ως αγροτικού, η ως εμπορικού, τον προορισμό του ως οικοδομησίμου, χωρίς να λάβει υπόψη τους ισχυρισμούς των αιτούντων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ούτε τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, παραβιάζοντας το άρθρο 17 παρ.2 του Συντάγματος, αφού καθόρισε τιμή μονάδας (8-55 το τ.μ.), που δεν ανταποκρίνεται στην "πλήρη" αποζημίωση.

Ο ως άνω λόγος αναίρεσης, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα όλων των 418 σελίδων αυτής, μεταξύ των οποίων και οι σελίδες 157, 158, 159, 161, 163, 169, 182, 183, 185, 186, 200, 206, 208, 209, 210, 211, 212, 213, 214, 216, 217, 224, 225, 255, 257, 259, 263, 273, 274 και 208, σε συνδυασμό με τις σελίδες του διατακτικού αυτής, προκύπτει ότι το Εφετείο, δεν παραβίασε τον ως άνω κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έλαβε υπόψη "πράγματα", δηλαδή τους ισχυρισμούς των διαδίκων που προτάθηκαν, καθώς και τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν με επίκληση, περιέλαβε δε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή εφαρμογή ή όχι της ανωτέρω Συνταγματικής διάταξης, αφού περιγράφει αναλυτικά τη θέση και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε ακινήτου, τα επικείμενα αυτού, την επιδίκαση ή όχι ιδιαίτερης αποζημίωσης και την απόφαση ή όχι ωφέλειας καθενός από αυτά, κατά τα αναφερόμενα στις αντίστοιχες μείζονες σκέψεις.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που πλήττεται η ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.

Τέλος, ο με τις από 21-12-2012 υποβληθείσες προτάσεις των αναιρεσειόντων, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, προβαλλόμενος, για πρώτη φορά, ισχυρισμός (προκύψας, κατά τους αναιρεσείοντες, μετά την άσκηση της αναίρεσης), όπως αναφέρουν, προς ενίσχυση του δευτέρου λόγου αυτής, ως προς την απόκτηση ωφέλειας και του τετάρτου λόγου αυτής σχετικά με τη μη κατασκευή των ανισοπέδων κόμβων, λόγω ανάκλησης της απαλλοτρίωσης, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.

Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, μη επιβληθούν όμως δικαστικά έξοδα σε βάρος των αναιρεσειόντων, που ηττώνται, διότι το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο παρέστη με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ και δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-4-2011 αίτηση για αναίρεση των υπ' αριθ. 500/2008 (προδικαστικής) και 796/2010 (οριστικής) αποφάσεων του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Ιουνίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ