Legislator Case Law & Legislation
1270/2012 AI generated

1270/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1270/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 29 Μαΐου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/7/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 260/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3080/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8/7/2011 αίτησή του και τους από 22/2/2012 πρόσθετους λόγους αυτής.

Legislator headnote

AI generated

1270/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην περίπτωση που δεν καταρτισθεί νέα έγγραφη σύµβαση εργασίας, δεν υπάρχει έγκυρη σύµβαση, αφού αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόµου και ως τέτοια σύµφωνα µε τις διατάξεις των άρθρων 3, 174 και 180 ΑΚ θεωρείται σαν να µη έγινε και ο εργαζόµενος δεν µπορεί να θεµελιώσει αξιώσεις για καταβολή δουλευµένων αποδοχών ή τυχόν µισθολογικών διαφορών στα άρθρο 648 επ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1270 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1270/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 29 Μαΐου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Σ. του Η., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Λάμπρου και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΩΝΑΣΕΙΟ ΚΑΡΔΙΟΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Κωνσταντινίδου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/7/2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 260/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3080/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8/7/2011 αίτησή του και τους από 22/2/2012 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τρούσας ανέγνωσε την από 18/5/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με το άρθρο 3 του N. 2012/1992 ιδρύθηκε το ν.π.ι.δ. µε την επωνυµία "ΩΝΑΣΕΙΟ ΚΑΡΔΙΟΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ" (Ω.Κ.Κ.). Σύµφωνα µε τα άρθρα 11 έως 13 του νόµου αυτού, ο αριθµός, οι κατηγορίες, οι ειδικότητες και τα προσόντα του προς πρόσληψη ιατρικού προσωπικού, αλλά και η απόλυση αυτού, γίνονται µε αποφάσεις του Διοικητικού Συµβουλίου του εν λόγω Κέντρου, µε γνώµονα τη διατήρησή του στο ανώτερο δυνατό επιστηµονικό επίπεδο, σύµφωνα µε τους κανόνες της επιστήµης και της τέχνης.

Ειδικότερα στο άρθρο 13 παρ. 2 του ως άνω ιδρυτικού νόµου ορίζεται ότι η πρόσληψη και η απόλυση του ιατρικού προσωπικού γίνεται µε αποφάσεις του Δ. Σ., µετά από εισήγηση του Προέδρου, ενώ στην παράγραφο 3 ορίζεται ότι η χρονική διάρκεια εργασίας, οι αποδοχές και άλλες παροχές, τα καθήκοντα, οι υποχρεώσεις και τα δικαιώµατα όλων των προσλαµβανόµενων (ιατρών)στο Ω.Κ.Κ., καθορίζονται µε συµβάσεις που υπογράφονται από αυτούς και τον πρόεδρο του Διοικητικού Συµβουλίου.

Με την απόφαση Α3α/10195/10-11-1992του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, που εκδόθηκε κατά εξουσιοδότηση των άρθρων 13 και 15 Ν. 2071/1992 (ΦΕΚ Β' 692/25-11-1992), όπως τροποποιήθηκε µε την Υ4α/11432/23-12-1993 (ΦΕΚ Β' 928/23-12-1993), εγκρίθηκε ο αρχικός εσωτερικός κανονισµός λειτουργίας του Ω.Κ.Κ., ενώ µε την υπ' αριθµ. A1α/13779/1999 (ΦΕΚ Β' 235/1-3-2000) απόφαση του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας εγκρίθηκε ο ισχύων Κανονισµός Λειτουργίας του εν λόγω νοµικού προσώπου, που έχει ισχύ νόµου (ΑΠ 1068/2002).

Σ' αυτόν προβλέπεται, µεταξύ άλλων, ότι η Ιατρική Υπηρεσία αποτελεί Διεύθυνση και διαρθρώνεται σε τέσσερις (4) τοµείς (Καρδιοχειρουργικός, Καρδιολογικός, Αναισθησιολογικός και Εργαστηριακός), ότι κάθε τοµέας διαρθρώνεται σε Τµήµατα, Εργαστήρια και Μονάδες (άρθρο 12 παρ.2) και ότι η ιατρική υπηρεσία στελεχώνεται από ιατρούς πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, οι οποίοι συγκροτούν το τακτικό ιατρικό προσωπικό, κατατάσσονται σε τέσσερις (4) βαθµίδες (Διευθυντές, Υποδιευθυντές και Επιµελητές Α' και Β') και υπηρετούν µε σύµβαση ορισµένου χρόνου διάρκειας µέχρι τεσσάρων (4) ετών (άρθρ. 20 παρ. 1) (αντίστοιχη ήταν η ρύθμιση του προϊσχύσαντος Κανονισμού, το άρθρο 8 του οποίου προέβλεπε ότι οι ιατροί μέλη του τακτικού ιατρικού προσωπικού , πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, προσλαμβάνονται με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, η διάρκεια των οποίων ήταν για τους Διευθυντές πενταετής, για τους Υποδιευθυντές τετραετής και για τους Επιμελητές Α' και Β' τριετής).

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η σύµβαση εργασίας του ιατρικού προσωπικού µε το Ω.Κ.Κ. καταρτίζεται με έγγραφο, στο οποίο καθορίζεται η διάρκειά της. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 185, 189, 191 εδ. β', 192 και 195 Α.Κ., σαφώς προκύπτει ότι η πρόταση για την κατάρτιση συμβάσεως πρέπει να είναι πλήρης, δηλαδή να περιέχει όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την σκοπούμενη σύμβαση, προ παντός μεν τα ουσιώδη, από δε τα επουσιώδη, εκείνα τα οποία ο προτείνων νομίζει ότι πρέπει να εξαρθούν ειδικότερα, ενώ η αποδοχή της πρότασης για τη σύναψη σύμβασης, η οποία αποτελεί αντίστοιχο της πρότασης δικαίωμα, πρέπει να είναι σύμφωνη με το περιεχόμενο της πρότασης χωρίς επιφύλαξη ή τροποποίηση, να ακολουθεί την πρόταση και να περιέλθει σ' αυτόν που πρότεινε με αφετηρία το χρόνο της πρότασης μέσα στην προθεσμία που τάχθηκε με αυτήν ή συγχρόνως με άλλο τρόπο γραπτώς ή προφορικώς, ή αν δεν τάχθηκε προθεσμία, έως τη στιγμή που κατά τις περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης απαιτείται και συνακόλουθα υποχρεούται να αναμένει αυτός που πρότεινε.

Η σιωπή του προς όν η πρόταση δεν αποτελεί ούτε αποδοχή ούτε αποποίηση. Μόνο κατ' εξαίρεση μπορεί ερμηνευτικώς να δοθεί σ' αυτή δικαιοπρακτικός χαρακτήρας με βάση την ακολουθούμενη από τα μέρη πρακτική. Η αποδοχή με τροποποιήσεις επάγεται την απόσβεση της πρότασης αλλά ταυτόχρονα ισχύει και ως νέα πρόταση προς σύναψη συμβάσεως με περιεχόμενο τις προτεινόμενες τροποποιήσεις σε συνδυασμό και με το λοιπό περιεχόμενο της αρχικής πρότασης.

Τέλος η ασυμφωνία των μερών ως προς ουσιώδη όρο, έχει ως συνέπεια τη μη σύναψη της σύμβασης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 164 του ΑΚ, ο τύπος που ο νόµος ορίζει για τη δικαιοπραξία απαιτείται και για τις τροποποιήσεις της. Από το συνδυασµό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι η διάταξη του άρθρου 671 ΑΚ, σύµφωνα µε την οποία σύµβαση εργασίας που συνοµολογήθηκε για ορισµένο χρόνο, λογίζεται πως ανανεώθηκε για αόριστο χρόνο, αν µετά τη λήξη του χρόνου της ο εργαζόµενος εξακολουθεί την εργασία χωρίς να εναντιώνεται ο εργοδότης δεν έχει εφαρµογή στο προσωπικό που απασχολείται µε σύµβαση εξαρτηµένης εργασίας στο "Ωνάσειο Καρδιοχειρουργικό Κέντρο", ενόψει του απαιτουµένου από το νόµο (Κανονισµό που έχει ισχύ νόµου), κατά συστατικό τύπο εγγράφου για την συνοµολόγησή της, σύµφωνα µε τα ανωτέρω που επιβάλλει για την ανανέωση της αρχικής συµβάσεως όχι µόνο µη εναντίωση του εργοδότη "Ω.Κ.Κ.", αλλά ρητή συναίνεση του τελευταίου στην παροχή της εργασίας µετά τη λήξη του χρόνου διάρκειας της αρχικής συµβάσεως.

Στην περίπτωση που δεν καταρτισθεί νέα έγγραφη σύµβαση εργασίας, δεν υπάρχει έγκυρη σύµβαση, αφού αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόµου και ως τέτοια σύµφωνα µε τις διατάξεις των άρθρων 3, 174 και 180 ΑΚ θεωρείται σαν να µη έγινε και ο εργαζόµενος δεν µπορεί να θεµελιώσει αξιώσεις για καταβολή δουλευµένων αποδοχών ή τυχόν µισθολογικών διαφορών στα άρθρο 648 επ.

του Α.Κ. παρά µόνο στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισµό. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με την απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).

Η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, μπορεί να έχει ως περιεχόμενο και την αιτίαση ότι η αγωγή επί της οποίας έκρινε σε πρώτο ή δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ενώ συνέβηκε το αντίθετο, σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου.

Εν προκειμένω ο ενάγων - αναιρεσείων, με την από 30-07-2007 ένδικη αγωγή του όπως από την επισκόπηση του δικογράφου της προκύπτει (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), εξέθεσε ότι τυγχάνει ιατρός- καρδιοχειρουργός και την 01-09-1997 προσελήφθη από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ν.π.ι.δ. κοινωφελούς χαρακτήρα, που ιδρύθηκε με το Ν. 2012/1992, και δεν υπάγεται στο Δημόσιο Τομέα, ως Διευθυντής του Δ' Καρδιοχειρουργικού Τμήματος Παίδων και Συγγενών Καρδιοπαθειών και ως Διευθυντής της Παιδοκαρδιοχειρουργικής Μονάδας Εντατικής Θεραπείας του τελευταίου, με έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας πενταετούς διάρκειας, αντί των εκάστοτε συμφωνημένων μηνιαίων αποδοχών, οι οποίες, με συνυπολογισμό και των αμοιβών του από ιδιωτικά ιατρεία και κατά πράξη, από το Μάρτιο του 2007 ανέρχονταν συνολικά στο ποσό των 23.985,13 ευρώ.

Ότι πριν τη λήξη της σύμβασής του με το από 04-06-2002 έγγραφό του προς τον Πρόεδρο του Δ.Σ. του εναγομένου ζήτησε να του γνωστοποιηθεί, αν επρόκειτο να ανανεωθεί η σύμβασή του. Ότι δεν έλαβε έγγραφη απάντηση από το εναγόμενο, αλλά και μετά τη λήξη της σύμβασής του εξακολουθούσε να παρέχει σ' αυτό τις υπηρεσίες του, τις οποίες το τελευταίο αποδεχόταν, ενώ στη συνέχεια με την 315/20-05-2004 απόφαση του Δ.Σ.

αποφασίστηκε και ανακοινώθηκε σε όλους τους Διευθυντές η ανανέωση των συµβάσεών τους για χρονικό διάστηµα τεσσάρων ετών, ήτοι από 20-05-2004 έως και 20-05-2008. Ότι µε τη µεταγενέστερη υπ' αριθµ. 322/01-10-2004 απόφαση το Δ.Σ. του εναγοµένου ανακάλεσε την προηγούµενη απόφασή του και αποφάσισε ότι η σύµβαση αυτού (ενάγοντος) θα ανανεωνόταν µέχρι τις 30- 06-2005.

Ότι η δυσµενής αυτή αλλαγή προκάλεσε την αντίδρασή του και γι' αυτό αρνήθηκε να υπογράψει το σχετικό κείµενο της ανανέωσης της σύµβασης εργασίας του, που του παραδόθηκε στις 15-11-2004. Ότι το Δ.Σ. του εναγοµένου µε την υπ' αριθµ. 333/13-04-2005 απόφασή του προκήρυξε τις θέσεις των Διευθυντών Ιατρών των Τµηµάτων του, µεταξύ των οποίων και τη δική του, δηλαδή εκείνη του Π.Κ.Χ.

Τµήµατος. Ότι, παρά το γεγονός ότι αυτός αντέδρασε στην ενέργεια αυτή του εναγοµένου µε την από 16-05-2005 κοινοποιηθείσα σχετική εξώδικη διαµαρτυρία του, θεωρώντας την παράνοµη και αντισυµβατική συµπεριφορά απέναντί του, και προκειµένου να µη δώσει αφορµή σε προσχηµατικές δικαιολογίες του εναγοµένου, υπέβαλε την από 14-09-2005 αίτηση συµµετοχής του στη διαδικασία της παραπάνω προκήρυξης, µε τις ειδικότερα αναφερόµενες επιφυλάξεις του.

Ότι, τελικά, το εναγόµενο επέλεξε άλλον ιατρό για την εν λόγω προκηρυχθείσα θέση, που του ανακοινώθηκε µε το από 08-05-2007 έγγραφό του, µε το οποίο του δήλωνε συγχρόνως ότι για τον παραπάνω λόγο έπαυε, έκτοτε, να αποδέχεται τις υπηρεσίες του. Ζήτησε δε, µετά παραδεκτό περιορισµό, του καταψηφιστικού αιτήµατος της αγωγής σε αναγνωριστικό, κυρίως µεν να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγοµένου, το οποίο περιήλθε σε κατάσταση υπερηµερίας περί την αποδοχή των υπηρεσιών του, να του καταβάλει για αποδοχές υπερηµερίας του χρονικού διαστήματος από 08-05-2007 έως και 20-05-2008 το ποσό των 290.947,50 ευρώ, για το λόγο ότι η μη αποδοχή των υπηρεσιών του από το εναγόμενο στις 8-5-2007 ήταν καταχρηστική (281 ΑΚ), αλλά και αντίθετη προς την αρχή της ίσης μεταχείρισης, επικουρικά δε το ως άνω ποσό λόγω ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, που έγινε χωρίς την επίδοση εγγράφου καταγγελίας και την καταβολή αποζημίωσης, λογιζομένων των δύο διαδοχικών ως άνω συμβάσεων εργασίας του, ως μιας ενιαίας σύμβασης αορίστου χρόνου, από την αρχή της πρόσληψής του, επειδή αυτός κάλυπτε πάγιες ανάγκες του εναγομένου.

Άλλως, σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ήταν νόμιμη, να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου ότι οφείλει να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσής του, υπολογιζόμενη με βάση ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου από 01-09-1997 που προσλήφθηκε στο εναγόμενο και ανερχόμενη στο ποσό των 139.913,29 ευρώ.

Ενόψει του άνω περιεχομένου και αιτήματος της αγωγής το Εφετείο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη καθόλες τις βάσεις της και απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης απόφασης που είχε κρίνει ομοίως. Ειδικότερα τα Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή ο αναιρεσείων για τις αιτούμενες αποδοχές υπερημερίας µέχρι 20-05-2008, δεν επικαλείται, συναφθείσα µε το εναγόµενο έγγραφη σύµβαση εξαρτηµένης εργασίας του (µε την οποία ανανεώθηκε η αρχική σύµβασή του), σύµφωνα µε τον έχοντα ισχύ νόµου Κανονισµό Λειτουργίας του εναγοµένου (άρθρ. 13 παρ. 2 Ν. 2012/1992 σε συνδ.

µε άρθρο 20 του Κανονισµού Λειτουργίας του Ω.Κ.Κ.), ενώ η ως άνω υπ' αριθµ. 315/20-05-2004 απόφαση του Δ.Σ. του εναγοµένου (η οποία κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή ανακλήθηκε µε τη µεταγενέστερη υπ' αριθµ. 322/01-10-2004 απόφαση του Δ.Σ. αυτού) δεν µπορεί να θεωρηθεί, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει ο αναιρεσείων, ότι ισοδυναµεί µε κατάρτιση ή µε ανανέωση τέτοιας έγγραφης σύµβασης εξαρτηµένης εργασίας, που απαιτείται, ή υποκαθιστά αυτή (σύµβαση εξαρτηµένης εργασίας), διότι τέτοια ερµηνευτική εκδοχή αντιβαίνει καταφανώς στις σαφείς διατάξεις του έχοντος ισχύ νόµου ως άνω Κανονισµού Λειτουργίας του εναγοµένου.

Επίσης, η σύµβαση εργασίας του αναιρεσείοντος µετά τη λήξη της, δεν µετατράπηκε σε έγκυρη σύµβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον δεν καταρτίστηκε εγγράφως, αλλά ο τελευταίος συνέχισε να εργάζεται µε απλή σχέση εργασίας και, εποµένως, εγκύρως αυτή λύθηκε, µε τη γνωστοποίηση στις 08-05-2007 από το εναγόµενο ότι έκτοτε παύει να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, το οποίο ως εκ τούτου δεν περιήλθε σε κατάσταση υπερηµερίας περί την αποδοχή των υπηρεσιών του ενάγοντος, και συνεπώς αυτός (ενάγων) δεν µπορεί να θεµελιώσει µε την επίκληση δήθεν ύπαρξης έγκυρης σύµβασης εργασίας και υπερηµερίας του εναγοµένου τις αξιώσεις του για αποδοχές υπερημερίας του χρονικού διαστήµατος από 08-05-2007 έως και 20-05-2008.

Επίσης, από τη µη αποδοχή των υπηρεσιών του ενάγοντος εκ µέρους του εναγοµένου, από 08-05-2007 και εφεξής, έκρινε το Εφετείο, δεν µπορεί να συναχθεί καταχρηστική συµπεριφορά του τελευταίου, ήτοι προφανής υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, δεδοµένου ότι επρόκειτο για απλή σχέση εργασίας του ενάγοντος και η καταγγελία µιας τέτοιας σχέσης ταυτίζεται µε την ευχέρεια του εργοδότη να µην αποδεχτεί τις υπηρεσίες του ακύρως εργαζοµένου µισθωτού.

Ούτε, όµως, στην προκείμενη περίπτωση, συνέχισε το Εφετείο, είναι εφαρµοστέα και η αρχή της ίσης µεταχείρισης, την οποία µη νόµιµα επικαλείται ο ενάγων, διότι η εν λόγω αρχή ως ειδικότερη εκδήλωση της συνταγµατικής αρχής της ισότητας, επιβάλλει στον εργοδότη, όταν προβαίνει σε οικειοθελή παροχή σε ορισµένους εργαζοµένους, να µη εξαιρεί από αυτήν άλλους (εργαζοµένους) οι οποίοι ανήκουν στην ίδια κατηγορία και παρέχουν τις ίδιες υπηρεσίες, στοιχεία που δεν συντρέχουν στην επίδικη υπόθεση, ούτε, τέλος, η επιλογή από το εναγόμενο του ιατρού, που αναφέρει ο ενάγων στην αγωγή του και δη στη θέση αυτού (ενάγοντος), μετά την κατά τα προεκτεθέντα προκήρυξη της θέσης του, συνιστά κατά νόµο καταχρηστική άσκηση δικαιώµατος, εφόσον πρόκειται για φυσική ευχέρεια (εξουσία) του εναγοµένου, ως έκφανση του συνταγµατικού δικαιώµατος της συναλλακτικής (οικονοµικής) ελευθερίας του, η οποία, από τη φύση της, δεν υπόκειται στους περιορισµούς της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ.

Επίσης το Εφετείο έκρινε ότι δεν είναι νόµιµη και η επικουρική βάση της αγωγής, σύμφωνα με την οποία ο αναιρεσείων ζήτησε να αναγνωριστεί ότι τις ως άνω αξιούµενες αποδοχές υπερηµερίας δικαιούται, επειδή, κατά τους ισχυρισμούς του, η αρχική έγγραφη σύµβαση εξαρτηµένης εργασίας του ορισµένου χρόνου µετατράπηκε σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, καθόσον ο ίδιος, ως ανήκων στο τακτικό προσωπικό του εναγοµένου, κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του τελευταίου, και ως εκ τούτου για την έγκυρη λύση αυτής απαιτείτο περαιτέρω να τηρηθεί ο έγγραφος τύπος για την καταγγελία της σύµβασής του εκ µέρους του εναγοµένου και η καταβολή αποζηµίωσης απόλυσης, προϋποθέσεις οι οποίες δεν συνέτρεξαν στην περίπτωσή του.

Επίσης το Εφετείο έκρινε ότι δεν είναι νόμιμη και η δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής, µε την οποία ο αναιρεσείων ζητεί την αναγνώριση δικαστικώς της υποχρέωσης του εναγοµένου να του καταβάλει αποζηµίωση απόλυσης, δεδοµένου ότι ο ενάγων προβάλλει την εν λόγω αξίωσή του, µε νοµική και ιστορική βάση την επίκληση µιας ενιαίας αορίστου χρόνου σύµβασης εξαρτηµένης εργασίας, που δήθεν τον συνέδεε µε το εναγόµενο, και µάλιστα από 01-09-1997, που λύθηκε µε την καταγγελία της από το εναγόµενο, η οποία όµως (σύµβαση), όπως προεκτέθηκε, δεν συνέδεε ποτέ κατά νόµο τους διαδίκους µέχρι και το χρόνο παύσης της αποδοχής εκ µέρους του εναγοµένου των υπηρεσιών του ενάγοντος δηλαδή µέχρι και τις 08-05-2007, και έτσι δεν απαιτείτο η καταβολή της παραπάνω αποζηµίωσης στον ενάγοντα.

Με το να απορρίψει ως μη νόμιμη την αγωγή το Εφετείο, για τους παραπάνω λόγους, επισημαίνοντας μάλιστα ότι η εφαρµογή της διάταξης του άρθρου 671 ΑΚ αποκλείεται στις περιπτώσεις εκείνες που ο νόµος επιβάλλει για την κατάρτιση ή για την ανανέωση της σύµβασης εξαρτηµένης εργασίας του µισθωτού τον έγγραφο (συστατικό) τύπο, και ότι µε βάση τα ιστορούµενα στην αγωγή πραγµατικά περιστατικά, δεν απασχολήθηκε κατά το επίδικο χρονικό διάστηµα και δη µετά τη λήξη της αρχικής σύµβασης εξαρτηµένης εργασίας του ορισµένου χρόνου, µε έγκυρη σύµβαση εξαρτηµένης εργασίας, ώστε να είναι δυνατή τέτοια µετατροπή, η οποία εξάλλου δεν είναι δυνατή ενόψει των διατάξεων του Ν. 2012/1992, σε συνδυασµό µε τις αντίστοιχες διατάξεις του έχοντος ισχύ νόµου Κανονισµού Λειτουργίας του εναγοµένου, οι οποίες είναι αποκλειστικώς εφαρµοστέες, ως ειδικές, στην κρινόμενη περίπτωση, στην οποία, εξάλλου, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής το Π.Δ. 180/2004, που αντικατέστησε το Π.Δ. 81/2003, το οποίο εφαρµόζεται στους εργαζόµενους στον ιδιωτικό τομέα µε σύµβαση.

ή σχέση εξαρτηµένης εργασίας ορισµένου χρόνου, δεν παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες διατάξεις. Η ειδικότερη αιτίαση ότι "οι κατά περίπτωση Υπουργικές Αποφάσεις που ενέκριναν το άρθρο 20 του Κανονισμού εκδόθηκαν πέραν των ορίων του άρθρου 15 του ιδρυτικού νόμου 2192/2002 του Ωνασείου, ο οποίος δεν προβλέπει ότι με τον Κανονισμό θα ρυθμίζονται τα ειδικότερα θέματα που αναφέρονται στη χρονική διάρκεια των συμβάσεων εργασίας του ιατρικού προσωπικού" και ως εκ τούτου η σχετική πρόβλεψη του άρθρου 20 του Κανονισμού είναι ανίσχυρη λόγω αντίθεσής της στο άρθρο 43 παρ. 2 , σε συνδ.

με άρθρ. 26 παρ.1, 95 παρ.1 και 73 επ. του Συντάγματος, είναι αβάσιμη, καθόσον η διάταξη του άρθρου 20 του Κανονισμού βρίσκεται εντός της νομοθετικής εξουσιοδότησης του άρθρου 15 του Ν. 2012/1992, το οποίο ορίζει ότι με τον εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας του Ωνάσειου Κ.Κ., που καταρτίζεται από το Δ.Σ., ρυθμίζονται, εκτός των άλλων, και θέματα που αναφέρονται στην υπηρεσιακή κατάσταση όλου του προσωπικού, ενώ σε κάθε περίπτωση η πρόσληψη και η απόλυση του ιατρικού προσωπικού γίνεται με αποφάσεις του Δ.Σ. (άρθρ. 13 Ν. 2012/1992).

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολ Δικ είναι αβάσιμος. Επίσης, αβάσιμοι είναι και ο δεύτερος και ο τρίτος λόγοι αναιρέσεως, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι παραβίασε το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (δικαίωμα στη χρηστή απονομή δικαιοσύνης), καθόσον, το Εφετείο με την απόφασή του, όπως από το περιεχόμενό της προκύπτει, δεν αγνόησε, ούτε παραμόρφωσε τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος , αλλά αξιολόγησε αυτούς και κατέληξε στην ορθή κρίση ότι η αγωγή, με βάση τα εκτιθέμενα στο δικόγραφό της, ήταν μη νόμιμη, τόσο κατά την κυρία όσο και κατά την πρώτη επικουρική της βάση.

Η ειδικότερη αιτίαση, που προσάπτεται επίσης με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως από τον αριθμ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ., ότι το Δικαστήριο δεν εφάρμοσε το άρθρο 13 του ιδρυτικού νόμου του Ωνάσειου Κ.Κ. αλλά και το άρθρο 24 του Κανονισμού του, καθώς και τα άρθρα 2,3,6 και 7 του Π.Δ. 156/1994 στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι καταρτίστηκε κατά την άποψη του αναιρεσείοντος έγκυρη σύμβαση εργασίας, ενώ κάτι τέτοιο σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή δεν συνέβη.

Ομοίως, η ειδικότερη αιτίαση, που προσάπτεται με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως και τον πρόσθετο λόγο από τον αριθμ. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ., ότι το Δικαστήριο απέρριψε ως μη νόμιμη την περιεχόμενη στην αγωγή επικουρική βάση εξ αδικοπραξίας είναι αβάσιμη. Και τούτο διότι όπως προκύπτει από την αγωγή ο αναιρεσείων επικαλέστηκε ότι η ενέργεια του αναιρεσίβλητου να παύσει αποδεχόμενο τις υπηρεσίες του έγινε μετά τη λήξη της αρχικής έγκυρης σύμβασης εργασίας του και ενόσω εξακολουθούσε να εργάζεται χωρίς έγκυρη (έγγραφη) σύμβαση εργασίας, δηλαδή με απλή σχέση εργασίας, οπότε δεν μπορεί να γίνει λόγος για υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ., ούτε για παραβίαση των άρθρων 662, 914 και 919 ΑΚ, σε συνδ.

με άρθρο 13 Ν. 2012/1992 και άρθρ. 20 του Κανονισμού του Ω.Κ.Κ. και των άρθρων 2,3,6, 7 του ΠΔ 156/1994 στις οποίες επιχειρείται η θεμελίωση της εξ αδικοπραξίας βάσεως, αλλ' ούτε και των άρθρων 22 παρ. 1β του Συντ/τος, και των άρθρων 288 ΑΚ και άρθρ. 119 εδ. α'της ιδρυτικής συνθήκης της ΕΟΚ. σε σχέση με την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.

Τέλος, αβάσιμος είναι και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται η μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1 και 8 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, όπως τροπ. με το Ν. 4538/1930 σε συνδ. με άρθρ. 11 Ν. 547/1937 και Π.Δ. 180/23.8.2004 και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔικ, γιατί οι διατάξει αυτές δεν ήσαν εν προκειμένω εφαρμοστέες, αφού από τα εκτιθέμενα στην αγωγή η αρχική σύμβαση του αναιρεσείοντος με το αναιρεσίβλητο ήταν ορισμένου χρόνου, κατ' επιταγή του νόμου και όχι αορίστου χρόνου.

Κατά το άρθρο 559 αριθ.8 περ. β' του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς (ΟλΑΠ 14/2004). Ο ως άνω λόγος ιδρύεται και όταν το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ορισμένο λόγο έφεσης, όχι όμως όταν τον απέρριψε, έστω και σιωπηρώς και υπό την προϋπόθεση ότι ο προβαλλόμενος με το λόγο αυτό ισχυρισμός έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, πράγμα που δε συμβαίνει όταν ο ισχυρισμός δεν είναι νόμιμος (ΟλΑΠ 2/1989, ΑΠ 1569/2010).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τους τρεις πρώτους λόγους αναιρέσεως, από τον αριθ. 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ψέγει το Εφετείο, διότι δεν έλαβε υπόψη του τους πρώτο και δεύτερο λόγους της έφεσής του, κατά τους οποίους οι Υπουργικές αποφάσεις που ενέκριναν το άρθρου 20 του Κανονισμού του ΩΚΚ, εκδόθηκαν πέραν των ορίων του άρθρου 15 του Ν. 2192/2002 (ιδρυτικού νόμου του ΩΚΚ), ότι μετά την αρχική (πενταετή) σύμβαση εργασίας του συνήφθη νέα ισχυρή σύμβαση εξαρτημένης εργασίας τετραετούς διάρκειας, ότι οι ενέργειες του αναιρεσίβλητου να παύσει να αποδέχεται τις υπηρεσίες του υπήρξαν καταχρηστικές και παράνομες ως αντικείμενες στην υποχρέωση πρόνοιας που επιβάλλει στον εργοδότη το άρθρο 662 ΑΚ κλπ. Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι απαράδεκτοι, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς αυτούς και τους απέρριψε (έστω και σιωπηρώς), όπως και τους σχετικούς λόγους εφέσεως. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-7-2011 αίτηση και το από 22-2-2012 δικόγραφο προσθέτων λόγων του Γ. Σ. για αναίρεση της 3080/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιουνίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Ιουλίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ